![]()
Ο πόλεμος ΗΠΑ–Ισραήλ είχε σχεδιαστεί ώστε να διαρρήξει το Ιράν κατά εθνοτικές γραμμές. Αντί γι’ αυτό, η αρχική φάση της επίθεσης δείχνει ότι η Ουάσιγκτον παρερμήνευσε μια βασική πραγματικότητα: η διαφορετικότητα δεν ισοδυναμεί με ευθραυστότητα.
Πεϊμάν Σαλεχί
9 Μαρτίου 2026
Πηγή φωτογραφίας: The Cradle
Οι πόλεμοι που εμπλέκουν μεγάλα και πολυποίκιλα κράτη γεννούν συχνά μια γνώριμη υπόθεση από την πλευρά των εξωτερικών παρατηρητών: ότι η παρατεταμένη στρατιωτική πίεση θα αποκαλύψει τελικά εσωτερικές ρωγμές. Από την έναρξη των αμερικανοϊσραηλινών επιθέσεων κατά του Ιράν, παρόμοιες εκτιμήσεις κυκλοφορούν ευρέως σε αναλύσεις πολιτικής και στα μέσα ενημέρωσης.
Πολλοί αναλυτές προέβλεψαν ότι ο πόλεμος θα μπορούσε να ενεργοποιήσει τα εθνοτικά ρήγματα του Ιράν, ιδιαίτερα στις δυτικές επαρχίες όπου ζουν κουρδικές κοινότητες κοντά στα ιρακινά σύνορα και όπου δραστηριοποιούνται αρκετές ένοπλες κουρδικές οργανώσεις της αντιπολίτευσης.
Ωστόσο, οι εξελίξεις στο εσωτερικό του Ιράν μέχρι στιγμής έχουν διαψεύσει αυτή την υπόθεση.
Αντί να προκαλέσουν φυγόκεντρες πιέσεις, οι επιθέσεις φαίνεται πως ενίσχυσαν μια ευρύτερη αίσθηση εθνικής συνοχής σε πολλά μέρη της χώρας — συμπεριλαμβανομένων περιοχών που ξένοι αναλυτές συχνά παρουσιάζουν ως ευάλωτες σε αποσχιστική αναταραχή.
Η παρερμηνεία της ιρανικής πολυμορφίας
Η εθνοτική σύνθεση του Ιράν ερμηνεύεται εδώ και καιρό μέσα από ένα υπερβολικά μηχανιστικό πρίσμα. Η χώρα δεν είναι ένα ομοιογενές εθνικό κράτος. Μεγάλες αζερικές, κουρδικές, αραβικές, βαλουχικές και τουρκμενικές κοινότητες ζουν σε όλη την επικράτεια, ενώ αρκετές επαρχίες διαθέτουν επίσης σημαντικούς σουνιτικούς πληθυσμούς.
Ωστόσο, η διαφορετικότητα στο Ιράν δεν μετουσιώθηκε ποτέ αυτομάτως σε αποσχιστισμό. Η εθνοτική ταυτότητα και η εθνική ταυτότητα αλληλεπικαλύπτονται με πολύ πιο σύνθετους τρόπους απ’ ό,τι υποδηλώνουν πολλές ξένες αναλύσεις.
Οι Αζέροι, για παράδειγμα, είναι εδώ και καιρό βαθιά ενσωματωμένοι στον πολιτικό και στρατιωτικό πυρήνα του κράτους, ενώ οι κουρδικές περιοχές, παρά τις περιόδους έντασης, έχουν επίσης διατηρήσει οικονομική και κοινωνική ενσωμάτωση με το ευρύτερο ιρανικό πολιτικό σύστημα. Ακόμη και μέλη της ανώτατης ηγεσίας του Ιράν, συμπεριλαμβανομένου του νεοδιορισμένου Ανώτατου Ηγέτη Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, προέρχονται από οικογένειες με αζερικές ρίζες.
Αυτές οι επικαλυπτόμενες ταυτότητες περιπλέκουν το αφήγημα σύμφωνα με το οποίο η εθνοτική διαφορά από μόνη της συνιστά δομική αδυναμία.
Παρά ταύτα, η στρατηγική εστίαση στο κουρδικό δυτικό τμήμα του Ιράν κατά τη διάρκεια του τρέχοντος πολέμου αντανακλά μια παγιωμένη πεποίθηση ορισμένων κύκλων χάραξης πολιτικής, ότι οι εθνοτικές διαιρέσεις μπορούν να ενεργοποιηθούν σε περιόδους κρίσης. Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλέστηκε η Wall Street Journal (WSJ), βασισμένα σε δεδομένα του οργανισμού παρακολούθησης συγκρούσεων ACLED, περίπου το ένα πέμπτο των αμερικανικών και ισραηλινών πληγμάτων στο Ιράν κατά την αρχική φάση της σύγκρουσης επικεντρώθηκε σε επαρχίες της δυτικής χώρας με κουρδική πλειοψηφία.
Η ίδια αναφορά σημείωσε ότι αρκετοί από τους στόχους περιλάμβαναν αστυνομικές εγκαταστάσεις, θέσεις συνοριοφυλάκων και περιφερειακές υποδομές ασφαλείας. Στην πράξη, αυτό το μοτίβο υποδηλώνει ότι οι στρατιωτικοί σχεδιαστές πίστευαν πως η πίεση σε αυτές τις περιοχές θα μπορούσε να προκαλέσει όχι μόνο διαταραχή της ασφάλειας αλλά και πολιτική αποσύνθεση.
Ένοπλη δράση χωρίς μαζικό έρεισμα
Οι αναφορές γύρω από τα κουρδικά αντιπολιτευόμενα κινήματα ενίσχυσαν αυτή την προσδοκία. Ένα διανεμημένο τηλεγράφημα του AP σημείωνε ότι αρκετές ιρανικές κουρδικές οργανώσεις διαφωνούντων, με έδρα την Περιφέρεια του Κουρδιστάν στο Ιράκ, είχαν υποδείξει πως προετοιμάζονταν για πιθανές επιχειρήσεις σε περίπτωση κλιμάκωσης της σύγκρουσης.
Την ίδια στιγμή, ανταποκρίσεις από το Ερμπίλ περιέγραφαν πώς ιρανικά πλήγματα στόχευσαν στρατόπεδα που ανήκαν σε εξόριστες κουρδικές οργανώσεις της αντιπολίτευσης στο βόρειο Ιράκ.
Ιρανοί αξιωματούχοι προειδοποίησαν ότι οποιαδήποτε απόπειρα αποσχιστικών παρατάξεων να εκμεταλλευτούν τον πόλεμο θα αντιμετωπιζόταν με αποφασιστικά αντίποινα. Οι ομοσπονδιακές αρχές του Ιράκ, καθώς και αξιωματούχοι της Περιφερειακής Κυβέρνησης του Κουρδιστάν, τόνισαν επίσης ότι το ιρακινό έδαφος δεν θα πρέπει να μετατραπεί σε ορμητήριο επιθέσεων εναντίον γειτονικών κρατών.
Οι περιφερειακοί δρώντες κατανοούν σαφώς τι διακυβεύεται. Μια αποσταθεροποιημένη μεθοριακή ζώνη θα μπορούσε πολύ γρήγορα να παρασύρει γειτονικά κράτη σε μια ευρύτερη αντιπαράθεση.
Ακόμη και το Υπουργείο Άμυνας της Τουρκίας αναγνώρισε δημοσίως ότι παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις που αφορούν το PJAK και άλλες κουρδικές ένοπλες οργανώσεις, προειδοποιώντας ότι οποιαδήποτε κλιμάκωση αποσχιστικής δραστηριότητας θα μπορούσε να απειλήσει τη γενικότερη περιφερειακή σταθερότητα.
Αυτές οι δηλώσεις δείχνουν πόσο σοβαρά έχουν αντιμετωπίσει πολλές κυβερνήσεις το ενδεχόμενο η σύγκρουση να προκαλέσει αναταραχή στις δυτικές παραμεθόριες περιοχές του Ιράν.
Ωστόσο, η παρουσία ένοπλων ομάδων δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε μια βιώσιμη ευκαιρία εξέγερσης.
Το αναλυτικό σφάλμα έγκειται στη σύγχυση μεταξύ της οργανωτικής ύπαρξης και της πραγματικής πολιτικής απήχησης. Ομάδες όπως το PJAK, η Komala και το Κόμμα Ελευθερίας του Κουρδιστάν πράγματι υπάρχουν, και ορισμένες έχουν επιχειρήσει να αναδιοργανώσουν τα δίκτυά τους σε περιόδους περιφερειακής έντασης.
Όμως, η κοινωνική βάση που απαιτείται για μια παρατεταμένη εξέγερση στο εσωτερικό του Ιράν είναι ένα εντελώς διαφορετικό ζήτημα. Η ιρανική κουρδική κοινωνία είναι πολιτικά πολυδιάστατη. Περιλαμβάνει εθνικιστές, μεταρρυθμιστές, θρησκευτικά κινήματα, αριστερούς ακτιβιστές και κοινότητες που, παρότι ασκούν κριτική στην κεντρική κυβέρνηση, παραμένουν επιφυλακτικές απέναντι σε ένοπλες στρατηγικές που υποστηρίζονται από ξένες δυνάμεις. Οι ένοπλες οργανώσεις μπορούν να εκμεταλλευτούν την αστάθεια. Δεν μπορούν, όμως, να κατασκευάσουν μαζική κοινωνική νομιμοποίηση.
Πόλεμος, μνήμη και εθνική συνοχή
Η ξένη στρατιωτική πίεση έχει επίσης μεταβάλει το πολιτικό περιβάλλον με τρόπους που πολλοί εξωτερικοί παρατηρητές υποτίμησαν. Το Ιράν εισήλθε στον πόλεμο υπό συνθήκες σημαντικής οικονομικής πίεσης, που συνδεόταν με τον πληθωρισμό λόγω κυρώσεων και με προγενέστερες διαμαρτυρίες.
Ωστόσο, οι εξωτερικές στρατιωτικές επιθέσεις τείνουν να αναδιαμορφώνουν τη σχέση μεταξύ κράτους και κοινωνίας. Ακόμη και πολίτες που επικρίνουν την κυβέρνηση συχνά διακρίνουν ανάμεσα στις εσωτερικές πολιτικές διαμάχες και την ξένη επέμβαση.
Η αμερικανική επίθεση σε σχολείο θηλέων στη νότια ιρανική πόλη Μιναμπ έγινε ένα ισχυρό σύμβολο μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Σύμφωνα με σχετική ανταπόκριση του AP, το πλήγμα στο σχολείο προκάλεσε καταδίκη και εκκλήσεις για έρευνα σχετικά με πιθανές παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου. Εικόνες μαθητριών που σκοτώθηκαν κατά τον βομβαρδισμό κυκλοφόρησαν γρήγορα στα ιρανικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Ανεξάρτητα από το επίσημο αφήγημα της Ουάσιγκτον περί αποδυνάμωσης του ιρανικού κράτους, η αντίληψη ότι άμαχοι — και ιδιαίτερα παιδιά — είχαν μετατραπεί σε θύματα της σύγκρουσης, άλλαξε δραματικά το συναισθηματικό κλίμα του πολέμου στο εσωτερικό του Ιράν.
Όταν ένας πόλεμος παρουσιάζεται διεθνώς ως πίεση προς μια κυβέρνηση, αλλά βιώνεται τοπικά ως βία εναντίον της ίδιας της κοινωνίας, οι πολιτικές αντιδράσεις μπορούν να αλλάξουν πολύ γρήγορα.
Αντί να δημιουργούν υποστήριξη για εξωτερική επέμβαση, τέτοια περιστατικά συχνά ενισχύουν την εθνική αλληλεγγύη.
Στο Ιράν, αυτή η αντίδραση έχει διαμορφωθεί από την ιστορική μνήμη και από πολιτισμικά αφηγήματα. Ο οκταετής πόλεμος Ιράν–Ιράκ, από το 1980 έως το 1988, παραμένει μία από τις ισχυρότερες συλλογικές μνήμες στη σύγχρονη πολιτική κουλτούρα της χώρας.
Κατά τη διάρκεια εκείνης της σύγκρουσης, εθελοντές από διαφορετικές εθνοτικές και θρησκευτικές κοινότητες κινητοποιήθηκαν για να υπερασπιστούν τη χώρα απέναντι σε αυτό που θεωρήθηκε ευρέως ως ξένη επιθετικότητα.
Αυτή η κληρονομιά εξακολουθεί να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο πολλοί Ιρανοί ερμηνεύουν σήμερα την εξωτερική στρατιωτική πίεση. Ρόλο παίζει και ο πολιτισμικός συμβολισμός. Στη σιιτική ιστορική παράδοση, η ιστορία της στάσης του Ιμάμη Χουσεΐν απέναντι στην αδικία στη Μάχη της Καρμπάλα παραμένει ένα ισχυρό ηθικό σημείο αναφοράς. Αν και έχει τις ρίζες της στη θρησκευτική ιστορία, αυτή η αφήγηση έχει ενσωματωθεί εδώ και καιρό σε ένα ευρύτερο πολιτικό λεξιλόγιο γύρω από τη θυσία, την αντίσταση και την αντοχή.
Ιρανοί αξιωματούχοι έχουν παρουσιάσει την τρέχουσα σύγκρουση με παρόμοιους όρους.
Ο Αλί Λαριτζανί, γραμματέας του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας του Ιράν, προειδοποίησε πρόσφατα κουρδικές αντιπολιτευόμενες παρατάξεις να μην αντιμετωπίσουν τον πόλεμο ως ευκαιρία για την προώθηση αποσχιστικών φιλοδοξιών.
Υποστήριξε ότι σχέδια που αποσκοπούν στον κατακερματισμό του Ιράν — ιδίως ιδέες περί απόσπασης των κουρδικών περιοχών από τη χώρα — έχουν καταρρεύσει μπροστά στις πραγματικότητες της σύγκρουσης.
Δημοσκόπηση
Έχει παρερμηνεύσει ο πόλεμος ΗΠΑ–Ισραήλ τις εσωτερικές δυναμικές του Ιράν;
- Ναι — η εθνοτική ποικιλομορφία του Ιράν έχει ενισχύσει την εθνική συνοχή
- Εν μέρει — υπάρχουν εντάσεις, αλλά συχνά υπερβάλλονται από εξωτερικούς αναλυτές
- Όχι — βαθύτερες εθνοτικές ρωγμές θα μπορούσαν ακόμη να αναδυθούν αν ο πόλεμος συνεχιστεί
- Είναι πολύ νωρίς για συμπεράσματα — η σύγκρουση δεν έχει διαρκέσει αρκετά ώστε να κριθεί
67 ψήφοι, απομένουν 4 ημέρες και 16 ώρες
Poll
Τα όρια των στρατηγικών κατακερματισμού
Τίποτα από όλα αυτά δεν σημαίνει ότι ο κίνδυνος αναταραχής έχει εξαφανιστεί.
Οι κουρδικές ένοπλες οργανώσεις παραμένουν ενεργές πέρα από τα σύνορα, και εξωτερικοί δρώντες ενδέχεται να εξακολουθούν να τις θεωρούν πιθανά εργαλεία πίεσης. Ένας παρατεταμένος πόλεμος θα μπορούσε να αναδιαμορφώσει τις τοπικές δυναμικές με απρόβλεπτους τρόπους. Ωστόσο, η αρχική φάση της σύγκρουσης έχει ήδη καταδείξει τα όρια στρατηγικών που βασίζονται στην υπόθεση ότι η εθνοτική ποικιλομορφία από μόνη της αρκεί για να διαρρήξει το ιρανικό κράτος.
Αν μη τι άλλο, φαίνεται πως ενδέχεται να εξελίσσεται η ακριβώς αντίθετη δυναμική.
Η εξωτερική στρατιωτική πίεση έχει ενισχύσει προσωρινά την αντίληψη ενός κοινού εθνικού πλαισίου ανάμεσα στις διαφορετικές κοινότητες του Ιράν. Η πρώτη εβδομάδα του πολέμου έδειξε πόσο ελλιπώς εξακολουθεί να γίνεται κατανοητή η πολιτική κοινωνιολογία του Ιράν σε πολλές εξωτερικές αναλύσεις.
Μια χώρα μπορεί να είναι εθνοτικά πολυποίκιλη χωρίς να είναι πολιτικά εύθραυστη με τον τρόπο που φαντάζονται οι εξωτερικοί παρατηρητές. Τα τοπικά παράπονα δεν μετατρέπονται αυτομάτως σε αποσχιστική εξέγερση, και οι ένοπλες οργανώσεις δεν εκπροσωπούν κατ’ ανάγκην την πολιτική βούληση των κοινοτήτων που ισχυρίζονται ότι υπερασπίζονται.
Στις πρώτες ημέρες του πολέμου, η συγκέντρωση των πληγμάτων στη δυτική περιοχή του Ιράν φάνηκε να έχει σχεδιαστεί ώστε να δοκιμάσει αν η χώρα θα μπορούσε να διαρραγεί κατά μήκος των εθνοτικών της ρωγμών.
Μέχρι στιγμής, το αποτέλεσμα υπήρξε το αντίθετο. Η πίεση που αποσκοπούσε στην ενεργοποίηση των εσωτερικών διαιρέσεων του Ιράν ενίσχυσε, αντίθετα, το ευρύτερο εθνικό πλαίσιο, το οποίο πολλοί παρατηρητές ανέμεναν ότι θα κατέρρεε υπό το βάρος μιας παρατεταμένης εξωτερικής επίθεσης.



“Αντί να προκαλέσουν φυγόκεντρες πιέσεις, οι επιθέσεις φαίνεται πως ενίσχυσαν μια ευρύτερη αίσθηση εθνικής συνοχής σε πολλά μέρη της χώρας”
Η έξωθεν παρέμβαση έφερε το αντίθετο αποτέλεσμα. Αντί να ανατρέψουν το θεοκρατικό καθεστώς, κατάφεραν να αφυπνίσουν τον πατριωτισμό ακόμη και των αποσχιστικών μειονοτήτων. Απαράδεκτο να επεμβαίνουν οι ΗΠΑ, ή ο οποιοσδήποτε άλλος, με την πρόφαση (διότι περί τέοιας πρόκριται) ανατροπής τυραννικού καθεστώτος σε ξένα κράτη. Ας αφήσουν τον λαό του να αποφασίσει και να πράξει. Το έκαμε και το 1979. Στο κάτω-κάτω τής γραφής, όταν οι Ιρανοί ζούσαν κάτω από το αυταρχικό καθεστώς τού Σάχη, όχι μόνο δεν παρενέβησαν για να τον ανατρέψουν, αλλά έκαμαν το ακριβώς αντίθετο. Ενώ ο Σάχης, φοβούμενος το Μοσαντέκ, είχε εγκαταλείψει την χώρα του (άλλο παλληκάρι κι αυτός!), οι Αγγλοαμερικανοί υποκίνησαν πραξικόπημα, ανέτρεψαν τον Μοσαντέκ, κι έφεραν τον Σάχη-μαριονέτα πίσω. Ναι, να φύγει το θεοκρατικό καθεστώς, αλλά “ο έχω τα γένια, ας βρει και τα κτένια”.
Νομίζω,
Οι Κουρδοι μόνο στο Ιράν έχουν βρει μια κάποια αυτονομία.
Και γιατί να εξεγερθούν, αφού, αν θυμάμαι καλά, η αμερικανική πολιτική ήταν να γίνουν κράτος όλα τα κομμάτια τους, τελικά εγκαταλείφθηκαν (σε όφελος του τι;;;), από τις «δυτικές»δυνάμεις;