Αμπντουλάχ Μποζκούρτ — Στοκχόλμη
1 Οκτωβρίου 2026
Κατηγορία: Τρομοκρατία και έγκλημα
Ενώ η κυβέρνηση του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν προβάλλει τη βελτιωμένη τεχνική συμμόρφωση της Τουρκίας στην τελευταία αξιολόγηση της Ομάδας Χρηματοοικονομικής Δράσης (FATF), ο διεθνής οργανισμός που καθορίζει τα πρότυπα για την καταπολέμηση του ξεπλύματος χρήματος και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας εντόπισε σειρά αδυναμιών στην πραγματική αποτελεσματικότητα του τουρκικού συστήματος. Οι αδυναμίες αυτές αφορούν, μεταξύ άλλων, τις έρευνες για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, τα πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα, την ανάκτηση περιουσιακών στοιχείων, τους ελέγχους στη διασυνοριακή μεταφορά μετρητών και τις κυρώσεις κατά του Ιράν.
Το υπουργείο Οικονομικών και Θησαυροφυλακίου της Τουρκίας απάντησε στην έκθεση του Σεπτεμβρίου 2026, τονίζοντας ότι η χώρα αξιολογήθηκε ως συμμορφούμενη ή σε μεγάλο βαθμό συμμορφούμενη με 38 από τις 40 τεχνικές συστάσεις της FATF. Σύμφωνα με το υπουργείο, τα ευρήματα επιβεβαίωσαν ότι η Τουρκία δεν παρουσιάζει στρατηγική ανεπάρκεια που θα δικαιολογούσε την επιστροφή της στη λεγόμενη «γκρίζα λίστα» της FATF.
Ωστόσο, η έκθεση των 337 σελίδων παρουσιάζει μια πολύ λιγότερο καθησυχαστική εικόνα όταν η προσοχή μετατοπίζεται από την ύπαρξη νόμων και κανονισμών στο κατά πόσο αυτοί παράγουν πράγματι αποτελέσματα.
Η FATF, ένας διακυβερνητικός οργανισμός που καθορίζει παγκόσμια πρότυπα για την καταπολέμηση του ξεπλύματος χρήματος, της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και της χρηματοδότησης της διάδοσης όπλων μαζικής καταστροφής, διακρίνει σαφώς την τεχνική συμμόρφωση —δηλαδή αν υπάρχουν οι απαιτούμενοι νόμοι, κανονισμοί και θεσμοί— από την αποτελεσματικότητα, δηλαδή αν λειτουργούν στην πράξη. Η ίδια η FATF χαρακτηρίζει την αποτελεσματικότητα ως το κεντρικό στοιχείο μιας αμοιβαίας αξιολόγησης.
Σε αυτό το δεύτερο κριτήριο, η Τουρκία έλαβε βαθμολογία μόλις «μέτριας» αποτελεσματικότητας σε οκτώ από τους έντεκα τομείς που εξετάστηκαν. Μόνο τρεις —η αξιολόγηση κινδύνων και ο συντονισμός πολιτικών, η διεθνής συνεργασία και η συλλογή και αξιοποίηση χρηματοοικονομικών πληροφοριών— αξιολογήθηκαν ως τομείς «ουσιαστικής» αποτελεσματικότητας. Οι έρευνες για το ξέπλυμα χρήματος, η ανάκτηση περιουσιακών στοιχείων, οι έρευνες και οι κυρώσεις για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, η διαφάνεια ως προς τους πραγματικούς δικαιούχους και η εποπτεία του χρηματοπιστωτικού τομέα συγκαταλέγονταν στους τομείς που κρίθηκαν μόνο μετρίως αποτελεσματικοί.
Κατά συνέπεια, η FATF έθεσε την Τουρκία σε διαδικασία ενισχυμένης παρακολούθησης και υιοθέτησε έναν οδικό χάρτη με συγκεκριμένα χρονικά όρια για περαιτέρω βελτιώσεις. Η διαδικασία αυτή είναι διαφορετική από την «γκρίζα λίστα», από την οποία η Τουρκία εξήλθε τον Ιούνιο του 2024. Η ολομέλεια της FATF ενέκρινε τη νέα αμοιβαία αξιολόγηση τον Ιούνιο του 2026 και έδωσε στην Άγκυρα έναν τριετή οδικό χάρτη μέτρων προτεραιότητας.
Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα αφορά τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας και τη Χαμάς, την οποία η Άγκυρα δεν χαρακτηρίζει τρομοκρατική οργάνωση.
Η FATF ανέφερε ότι οι τουρκικές αρχές παρουσίασαν στοιχεία για περισσότερες από 11.000 έρευνες για χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, 2.500 ποινικές διώξεις και πάνω από 400 καταδίκες μεταξύ 2021 και 2025. Οι υποθέσεις αυτές αφορούσαν κυρίως οργανώσεις που έχουν ενταχθεί στο εθνικό καθεστώς κυρώσεων της Τουρκίας ή, σε κάποιον βαθμό, στους καταλόγους του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.
Με άλλα λόγια, η μεγάλη βαρύτητα που δίνει η Τουρκία στις υποθέσεις χρηματοδότησης της τρομοκρατίας οι οποίες συνδέονται με το κίνημα Γκιουλέν —το οποίο η Άγκυρα χαρακτηρίζει FETÖ— συνέβαλε σημαντικά στα συνολικά αριθμητικά στοιχεία επιβολής του νόμου που παρουσιάστηκαν στη FATF. Από το 2014, το κίνημα έχει υποστεί εκτεταμένη κυβερνητική καταστολή, συμπεριλαμβανομένων κατασχέσεων περιουσιακών στοιχείων αξίας δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων, λόγω της αντίθεσής του στην κυβέρνηση του προέδρου Ερντογάν.
Η FATF διαπίστωσε ότι η αντιμετώπιση των πιο σύνθετων υποθέσεων χρηματοδότησης της τρομοκρατίας στην Τουρκία παρέμενε σε μεγάλο βαθμό επικεντρωμένη σε υποθέσεις που σχετίζονται με τον Γκιουλέν. Κάλεσε συγκεκριμένα την Άγκυρα να αποδείξει ότι αναλαμβάνει αποτελεσματική δράση απέναντι σε ευρύτερο φάσμα απειλών χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και εμπορικών δομών, πέρα από αυτές τις υποθέσεις.
Λεζάντα: Έκθεση αμοιβαίας αξιολόγησης της FATF, του Σεπτεμβρίου 2026, εξετάζει την αποτελεσματικότητα της Τουρκίας στην καταπολέμηση του ξεπλύματος χρήματος, της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και της χρηματοδότησης της διάδοσης όπλων μαζικής καταστροφής. Επισημαίνει αδυναμίες που αφορούν χρηματοδότηση συνδεόμενη με τη Χαμάς, την ανάκτηση περιουσιακών στοιχείων, τα πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα και τις κυρώσεις κατά του Ιράν.
Παράλληλα, η FATF εντόπισε ένα σημαντικό κενό στην επιβολή του νόμου όσον αφορά οργανώσεις που δεν περιλαμβάνονται στο εθνικό καθεστώς χαρακτηρισμού της Τουρκίας ως τρομοκρατικών, κατονομάζοντας ρητά τη Χαμάς. Διαπίστωσε ότι η Τουρκία δεν είχε παρουσιάσει στοιχεία για έρευνες, ποινικές διώξεις ή καταδίκες σχετικά με τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας που να αφορούν τέτοιες οργανώσεις. Η μόνη δραστηριότητα που καταγράφηκε σε αυτή την κατηγορία ήταν δύο απαντήσεις σε αιτήματα ξένων αρχών για παροχή πληροφοριών. Ο οργανισμός χαρακτήρισε αυτή την κατάσταση «σημαντικό κενό αποτελεσματικότητας», καθιστώντας σαφές ότι η αδυναμία της Τουρκίας να αποδείξει την επιβολή του νόμου κατά της χρηματοδότησης που συνδέεται με τη Χαμάς δεν είχε διαφύγει του ελέγχου του.
Η FATF ζήτησε από την Τουρκία να βελτιώσει τον εντοπισμό και τη διερεύνηση της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας σε σχέση με το «πλήρες φάσμα» των απειλών που περιλαμβάνονται στο σημερινό προφίλ κινδύνου της χώρας. Κάλεσε συγκεκριμένα τις αρχές να αναλάβουν δράση και πέρα από τις οργανώσεις που έχουν επισήμως χαρακτηριστεί τρομοκρατικές. Παράλληλα, προέτρεψε την κυβέρνηση να ενισχύσει την εξειδικευμένη εκπαίδευση, τα πρότυπα χειρισμού των υποθέσεων και τις έρευνες που αφορούν τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας μέσω εμπορικών συναλλαγών, δίκτυα προμηθειών και πολυεπίπεδες διασυνοριακές δομές.
Η έκθεση υποδηλώνει επίσης ότι μεγάλο μέρος της δράσης που παρουσίασε η Τουρκία κατά της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας εξακολουθεί να επικεντρώνεται σε σχετικά απλές συναλλαγές και όχι σε σύνθετες χρηματοδοτικές δομές.
Σύμφωνα με τη FATF, σημαντικό ποσοστό των υποθέσεων αφορούσε μικρές δωρεές, μεταφορές μικροποσών μέσω ΑΤΜ και περιορισμένης κλίμακας διευκόλυνση. Αντίθετα, η Τουρκία έπρεπε να παρουσιάσει αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση υποθέσεων που περιλαμβάνουν χρηματοδότηση μέσω εμπορικών συναλλαγών, ανταλλακτήρια συναλλάγματος, συστήματα μεταφοράς χρημάτων, μεγάλα δίκτυα προμηθειών και περίπλοκες εταιρικές δομές.
Μια ακόμη σημαντική κατηγορία ελλείψεων αφορά τις έρευνες και τις ποινικές διώξεις για ξέπλυμα χρήματος.
Η Τουρκία ξεκίνησε 23.184 έρευνες για ξέπλυμα χρήματος, αλλά η FATF διαπίστωσε ότι οι έρευνες σε τομείς υψηλού κινδύνου πέρα από την απάτη —μεταξύ αυτών το ξέπλυμα χρήματος από επαγγελματικά δίκτυα, η καταχρηστική χρήση εταιρειών και οι διασυνοριακές μετακινήσεις χρηματικών ποσών— ήταν συγκριτικά περιορισμένες.
Το Nordic Monitor έχει αναφέρει επανειλημμένα τα προηγούμενα χρόνια ότι έρευνες για ξέπλυμα χρήματος στις οποίες εμπλέκονταν ανώτερα κυβερνητικά στελέχη ή συνεργάτες τους συχνά παρεμποδίζονταν από πολιτικές παρεμβάσεις της κυβέρνησης Ερντογάν. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματά του, αυτή η πρακτική επέτρεπε σε ισχυρά πρόσωπα, που φέρονταν να εμπλέκονται σε σύνθετα σχήματα ξεπλύματος χρήματος, να αποφεύγουν τον ουσιαστικό έλεγχο. Την ίδια στιγμή, πρόσωπα χαμηλότερα στην ιεραρχία διώκονταν ή θυσιάζονταν για να δημιουργείται η εικόνα εφαρμογής του νόμου, αντί να καταβάλλεται πραγματική προσπάθεια εντοπισμού των βασικών οργανωτών και ωφελουμένων.
Παρότι οι αρχές αύξησαν τις ποινικές διώξεις και τις καταδίκες τα τελευταία χρόνια, η FATF επισήμανε τον μεγάλο όγκο συσσωρευμένων δικαστικών εκκρεμοτήτων και τις συνεχιζόμενες δυσκολίες στην ολοκλήρωση σύνθετων ερευνών με οριστικές δικαστικές αποφάσεις. Η συνοπτική παρουσίαση της έκθεσης καταγράφει 7.248 εκκρεμείς ποινικές διώξεις και σημειώνει ότι οι σύνθετες υποθέσεις με τη συμμετοχή επαγγελματιών που διευκολύνουν το ξέπλυμα χρήματος αντιπροσώπευαν μόνο περιορισμένο ποσοστό των διώξεων και των καταδικών.

Ο Μεχμέτ Σιμσέκ, υπουργός Οικονομικών της Τουρκίας, έχει κατηγορηθεί από επικριτές του ότι επί χρόνια έκανε τα στραβά μάτια σε πρακτικές παράνομης χρηματοδότησης, χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και ξεπλύματος χρήματος. Ως υπουργός Οικονομικών, ο Σιμσέκ εποπτεύει το Συμβούλιο Διερεύνησης Οικονομικών Εγκλημάτων (MASAK), καθώς και βασικές εποπτικές αρχές του τραπεζικού και χρηματοπιστωτικού τομέα. Βρίσκεται, επομένως, στο επίκεντρο της ευθύνης για την παρακολούθηση και την πρόληψη του ξεπλύματος χρήματος, της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και άλλων οικονομικών εγκλημάτων.
Η FATF προέτρεψε, συνεπώς, τις αρχές να δώσουν μεγαλύτερη προτεραιότητα στο ξέπλυμα χρήματος που συνδέεται με τη διακίνηση ναρκωτικών, το λαθρεμπόριο και τον παράνομο στοιχηματισμό. Έδωσε ιδιαίτερη έμφαση σε υποθέσεις που εμπλέκουν επαγγελματίες του ξεπλύματος χρήματος, διασυνοριακές μετακινήσεις αγαθών και χρηματικών ποσών και καταχρηστική χρήση νομικών προσώπων. Ζήτησε επίσης αποτελεσματικότερες κυρώσεις σε υποθέσεις που αφορούν δημόσιους αξιωματούχους, επαγγελματίες του ξεπλύματος χρήματος και το οργανωμένο έγκλημα.
Η έκθεση αποκαλύπτει επίσης μια εντυπωσιακή απόκλιση ανάμεσα στην αξία των συναλλαγών που ανέστειλαν προσωρινά οι τουρκικές αρχές και στα ποσά που τελικά αποτέλεσαν αντικείμενο κατασχέσεων ή δημεύσεων. Μεταξύ 2021 και 2025, το MASAK ανέστειλε, προκειμένου να τις εξετάσει, 19.276 συναλλαγές συνολικής αξίας περίπου 1,138 δισ. ευρώ. Μόνο 612 από αυτές, δηλαδή το 3,2%, οδήγησαν σε κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων.
Η FATF χαρακτήρισε αυτό το ποσοστό «εξαιρετικά χαμηλό», σημειώνοντας ότι θα μπορούσε να υποδηλώνει είτε υπερβολική προσφυγή στην προσωρινή αναστολή συναλλαγών είτε σημαντικές αδυναμίες στη δικαστική διαδικασία έγκρισης των κατασχέσεων.
Το χάσμα είναι ακόμη μεγαλύτερο στο στάδιο της δήμευσης. Ο πίνακας της ίδιας της FATF καταγράφει μόλις 28 δημεύσεις, αξίας περίπου 1,99 εκατ. ευρώ, που προέκυψαν από συναλλαγές οι οποίες είχαν ανασταλεί κατά την πενταετή αυτή περίοδο. Συνολικά, η Τουρκία κατέγραψε κατασχεθέντα περιουσιακά στοιχεία αξίας περίπου 147 εκατ. ευρώ και δημευθέντα περιουσιακά στοιχεία αξίας 93 εκατ. ευρώ. Η FATF χαρακτήρισε τα ποσά αυτά περιορισμένα, λαμβάνοντας υπόψη το χρηματοοικονομικό προφίλ της χώρας και τους κινδύνους που αντιμετωπίζει από την εγκληματική δραστηριότητα.
Η FATF επισήμανε ακόμη ότι και αυτές οι σχετικά περιορισμένες επιδόσεις της Τουρκίας στις κατασχέσεις και τις δημεύσεις οφείλονταν σε μεγάλο βαθμό σε σύνθετες υποθέσεις μεγάλης οικονομικής αξίας, οι οποίες κινητοποιήθηκαν μέσω αιτημάτων διεθνούς συνεργασίας. Το εύρημα υποδηλώνει ότι οι τουρκικές αρχές ανταποκρίνονταν περισσότερο όταν οι υποθέσεις προέρχονταν από το εξωτερικό ή ενείχαν την προοπτική διεθνούς ελέγχου, αντί να κινούν και να προωθούν συστηματικά αντίστοιχες διαδικασίες ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων με δική τους πρωτοβουλία.
Οι διασυνοριακές μεταφορές μετρητών αναδείχθηκαν σε ακόμη έναν τομέα ανησυχίας. Η FATF κατέγραψε δηλώσεις εισερχόμενων μετρητών ύψους περίπου 87,9 δισ. ευρώ, έναντι 25,4 δισ. ευρώ σε εξερχόμενα μετρητά.
Παρά τις σημαντικές επενδύσεις σε τεχνολογικό εξοπλισμό στα τελωνειακά σημεία ελέγχου, οι περισσότερες από τις οποίες χρηματοδοτήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση, η FATF ανέφερε ότι οι εντοπισμοί και οι κατασχέσεις παρέμεναν περιορισμένοι. Σύμφωνα με τον οργανισμό, τα στοιχεία δεν συμβάδιζαν με τον διαπιστωμένο κίνδυνο λαθραίας διακίνησης μετρητών που αντιμετωπίζει η Τουρκία και ανέδειξαν αδυναμίες στην επιβολή του νόμου και στη διαχείριση κινδύνων στα συνοριακά σημεία εισόδου.
Τα τελωνειακά στατιστικά στοιχεία που παρατίθενται στην έκθεση καταγράφουν 506 υποθέσεις κατάσχεσης μετρητών μεταξύ 2020 και 2025, συνολικής αξίας περίπου 85,2 εκατ. ευρώ, καθώς και 463 σχετικές γνωστοποιήσεις προς το MASAK. Η FATF συνέστησε εντατικότερους ελέγχους στα εισερχόμενα μετρητά, καλύτερη αξιοποίηση της ανάλυσης δεδομένων και στενότερο συντονισμό μεταξύ των τελωνειακών υπαλλήλων, των αρχών επιβολής του νόμου και του MASAK.

Ο πρόεδρος της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν συναντά τον πρόεδρο του Ιράν Μασούντ Πεζεσκιάν στο Κάιρο, κατά τη σύνοδο κορυφής της D-8, τον Δεκέμβριο του 2024.
Η FATF εντόπισε επίσης αξιοσημείωτες αδυναμίες όσον αφορά τα πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα, γνωστά ως PEPs. Η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει ανώτερους δημόσιους αξιωματούχους και άλλα πρόσωπα των οποίων οι θέσεις ενδέχεται να συνεπάγονται αυξημένο κίνδυνο εμπλοκής σε διαφθορά και ξέπλυμα χρήματος.
Το Nordic Monitor έχει επανειλημμένα αναφέρει ότι οι αδυναμίες αυτές δεν αποτελούν απλώς τεχνικές ελλείψεις, αλλά εντάσσονται σε ένα ευρύτερο σύστημα, στο οποίο πρόσωπα με πολιτικές διασυνδέσεις προστατεύονται από τον ουσιαστικό οικονομικό έλεγχο. Τα ερευνητικά του δημοσιεύματα έχουν καταγράψει καταγγελίες για χειραγώγηση δημόσιων διαγωνισμών, μίζες και ευνοϊκή μεταχείριση σε αδειοδοτήσεις και αποφάσεις των εποπτικών αρχών. Οι καταγγελίες αφορούν μέλη της οικογένειας του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, τον στενό πολιτικό του κύκλο και συνδεδεμένους επιχειρηματίες, ενώ τα οφέλη επεκτείνονται και σε πρόσωπα χαμηλότερα στην ιεραρχία που συμμετέχουν σε τέτοια σχήματα.
Σύμφωνα με την έκθεση, μόνο περίπου τα μισά ανταλλακτήρια συναλλάγματος στην Τουρκία δήλωσαν ότι διαθέτουν διαδικασίες εντοπισμού πολιτικώς εκτεθειμένων προσώπων. Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς τα ανταλλακτήρια της Ομάδας Β, τα οποία αποτελούν περίπου το 78% του συνόλου, δεν υποχρεούνται να θεσπίζουν επίσημες γραπτές διαδικασίες για τον εντοπισμό και τον έλεγχο πολιτικώς εκτεθειμένων πελατών. Η FATF ανέφερε ότι η απουσία τυποποιημένων διαδικασιών «αποδυναμώνει σημαντικά» την ικανότητα του κλάδου να εντοπίζει πελάτες υψηλότερου κινδύνου και να εφαρμόζει με συνέπεια ενισχυμένα μέτρα δέουσας επιμέλειας.
Η ομάδα αξιολόγησης διαπίστωσε επίσης ότι κανένα από τα ιδρύματα με τα οποία συναντήθηκε δεν ανέφερε πως ρωτούσε ευθέως τους πελάτες αν ήταν οι ίδιοι πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα ή συγγενείς τέτοιων προσώπων. Ορισμένα ιδρύματα είχαν περιορισμένη μόνο κατανόηση του ότι στους στενούς συνεργάτες μπορούν να περιλαμβάνονται άτομα με επαγγελματικούς ή κοινωνικούς δεσμούς με δημόσιους αξιωματούχους και όχι μόνο μέλη των οικογενειών τους.
Ένα ακόμη αδύναμο σημείο ήταν η επιβολή κυρώσεων στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Η FATF διαπίστωσε σχετικά μεγάλο αριθμό συνεχιζόμενων παραβάσεων σε ανταλλακτήρια συναλλάγματος, υπηρεσίες μεταφοράς χρημάτων και παρόχους υπηρεσιών εικονικών περιουσιακών στοιχείων. Παράλληλα, η Τουρκία δεν είχε αποδείξει επαρκώς ότι οι σοβαρότερες συστημικές ελλείψεις οδηγούσαν σε κυρώσεις αρκετά αυστηρές ώστε να αποτρέπουν μελλοντικές παραβάσεις.

Στις 26 Απριλίου 2024, κατά το 5ο συνέδριο της Ένωσης Κοινοβουλευτικών για την Ιερουσαλήμ (LP4Q), ο πρόεδρος της Τουρκίας Ερντογάν εκφώνησε ομιλία στην οποία καταφέρθηκε κατά του Ισραήλ και επανέλαβε τη στήριξή του στη Χαμάς.
Σοβαρές διαρθρωτικές αδυναμίες —όπως οι ανεπαρκείς εσωτερικοί έλεγχοι, τα ελλιπή συστήματα διαχείρισης κινδύνων ή η απουσία αξιολογήσεων του κινδύνου ξεπλύματος χρήματος που να καλύπτουν το σύνολο ενός ιδρύματος— μπορούν αρχικά να οδηγήσουν απλώς σε έγγραφες προειδοποιήσεις και στην παροχή προθεσμίας για τη διόρθωσή τους. Επειδή τα ιδρύματα συχνά αποκαθιστούν τις ελλείψεις μέσα σε αυτό το διάστημα, η FATF ανέφερε ότι οι αδυναμίες αυτές συχνά δεν οδηγούν στην επιβολή τιμωρητικών κυρώσεων.
Η έκθεση επισήμανε επίσης ότι η Τουρκία δεν δημοσιοποιεί τις κυρώσεις και τα διορθωτικά μέτρα που λαμβάνονται για την καταπολέμηση του ξεπλύματος χρήματος και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (AML/CFT), περιορίζοντας έτσι την αποτρεπτική τους επίδραση.
Κριτική ασκήθηκε και στη διαφάνεια της εταιρικής ιδιοκτησίας, έναν ακόμη βασικό παράγοντα για τον εντοπισμό του ξεπλύματος χρήματος και της καταστρατήγησης κυρώσεων. Παρότι η Τουρκία διαθέτει μητρώο πραγματικών δικαιούχων και αρκετές εταιρικές βάσεις δεδομένων, η FATF διαπίστωσε ότι το σύστημα στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε στοιχεία ιδιοκτησίας που δηλώνουν οι ίδιοι οι υπόχρεοι, χωρίς συστηματική επαλήθευση μέσω ανεξάρτητων πηγών.
Διασταυρώσεις μπορούν να γίνονται μέσω αναλύσεων του MASAK, φορολογικών ελέγχων και συνεργασίας μεταξύ υπηρεσιών. Ωστόσο, σύμφωνα με τη FATF, η επαλήθευση αυτή παραμένει περιστασιακή και δεν αποτελεί μέρος μιας συστηματικής διαδικασίας.
Η FATF διαπίστωσε επίσης ότι η κρατική εταιρική βάση δεδομένων MERSİS δεν χρησιμοποιείται συστηματικά για τον εντοπισμό κλασικών ενδείξεων ξεπλύματος χρήματος: πολλές εταιρείες καταχωρισμένες στην ίδια διεύθυνση, επανεμφάνιση των ίδιων διευθυντών ή μετόχων σε πολυάριθμες επιχειρήσεις, καθώς και σύνθετες ιδιοκτησιακές δομές που μεταβάλλονται γρήγορα.
Οι συμβολαιογράφοι, από την πλευρά τους, ελέγχουν κατά κανόνα αν τα έγγραφα πληρούν τις τυπικές προϋποθέσεις, αντί να επαληθεύουν ανεξάρτητα αν τα στοιχεία ιδιοκτησίας που περιέχουν είναι πράγματι ακριβή.
Η έκθεση εκφράζει επίσης ανησυχίες για την εφαρμογή από την Τουρκία των χρηματοοικονομικών κυρώσεων του ΟΗΕ κατά του Ιράν που επανήλθαν σε ισχύ. Μετά την επαναφορά των προηγούμενων κυρώσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας, μέσω του μηχανισμού «snapback», στις 27 Σεπτεμβρίου 2025, η FATF διαπίστωσε ότι η Τουρκία δεν είχε τροποποιήσει τους κανονισμούς και τα προεδρικά διατάγματά της ώστε να εφαρμόσει τις σχετικές στοχευμένες χρηματοοικονομικές κυρώσεις που προβλέπονται από την απόφαση 1737 του Συμβουλίου Ασφαλείας και τις μεταγενέστερες αποφάσεις.
Κατά συνέπεια, ο οργανισμός κατέληξε ότι, έως την ολοκλήρωση της επιτόπιας αξιολόγησης τον Νοέμβριο του 2025, η Τουρκία δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι εφάρμοζε τις στοχευμένες κυρώσεις κατά του Ιράν για τη χρηματοδότηση της διάδοσης όπλων μαζικής καταστροφής, σύμφωνα με τις σχετικές αποφάσεις του ΟΗΕ ή τα πρότυπα της FATF.
Η FATF σημείωσε ακόμη ότι, κατά την περίοδο αναφοράς, η Τουρκία δεν είχε εντοπίσει περιουσιακά στοιχεία συνδεόμενα με τη χρηματοδότηση της διάδοσης όπλων μαζικής καταστροφής, τα οποία να ανήκουν σε πρόσωπα ή οντότητες που υπόκεινται σε κυρώσεις. Δεδομένου ότι η Τουρκία αποτελεί σημαντικό περιφερειακό χρηματοοικονομικό και εμπορικό κόμβο, ο οργανισμός αμφισβήτησε κατά πόσο η απουσία εντοπισμένων υποθέσεων ανταποκρινόταν στην πραγματική έκθεση της χώρας σε αυτούς τους κινδύνους.
Σύμφωνα με την έκθεση, η περιορισμένη κατανόηση σύνθετων τεχνικών καταστρατήγησης κυρώσεων, σε συνδυασμό με τις αδυναμίες στον εντοπισμό των πραγματικών δικαιούχων πίσω από περίπλοκες ή αλλοδαπές εταιρικές δομές, μειώνει την ικανότητα της Τουρκίας να εντοπίζει σχήματα στα οποία συμμετέχουν πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό ατόμων ή οντοτήτων υπό κυρώσεις.
Τα ευρήματα αναδεικνύουν τη βασική διάκριση που διατρέχει την αξιολόγηση της FATF: η Τουρκία έχει ενισχύσει σημαντικά το επίσημο νομοθετικό και κανονιστικό της πλαίσιο, αλλά υπάρχουν πολύ λιγότερα στοιχεία ότι οι κανόνες αυτοί παράγουν με συνέπεια αποτελεσματικά αποτελέσματα σε πολλούς από τους τομείς υψηλότερου κινδύνου της χώρας.
Η τουρκική κυβέρνηση έχει επικεντρώσει τη δημόσια απάντησή της στο πρώτο σκέλος. Το υπουργείο Οικονομικών και Θησαυροφυλακίου δήλωσε ότι οι 38 αξιολογήσεις τεχνικής συμμόρφωσης ή συμμόρφωσης σε μεγάλο βαθμό καταδείκνυαν το επίπεδο στο οποίο έχει φτάσει η Τουρκία και επιβεβαίωναν ότι δεν υπήρχε βάση για την εκ νέου υπαγωγή της στην παρακολούθηση της «γκρίζας λίστας».
Ο οδικός χάρτης της ίδιας της FATF, όμως, επικεντρώνεται κυρίως στο δεύτερο σκέλος: τη βελτίωση των αποτελεσμάτων. Καλεί την Άγκυρα να διερευνήσει και να αντιμετωπίσει πιο σύνθετα δίκτυα ξεπλύματος χρήματος και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, να ανακτήσει περιουσιακά στοιχεία που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες, να ενισχύσει τον έλεγχο των πολιτικώς εκτεθειμένων προσώπων και των πραγματικών δικαιούχων, να αυστηροποιήσει τους ελέγχους στη διασυνοριακή μεταφορά μετρητών και να εφαρμόζει αποτελεσματικότερα τις χρηματοοικονομικές κυρώσεις.


