του Δημήτρη Τσαϊλά, Υποναυάρχου ε.α.
Οι πρόσφατες εξελίξεις αποκαλύπτουν δύο παράλληλες αλλά αλληλένδετες διαστάσεις της τουρκικής πολιτικής. Από τη μία πλευρά, η Άγκυρα βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξανόμενη κριτική από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς για ζητήματα δημοκρατίας, κράτους δικαίου και ατομικών ελευθεριών. Από την άλλη, εντείνει τον αναθεωρητικό της προσανατολισμό στην Ανατολική Μεσόγειο, την Κύπρο και το Αιγαίο, επιδιώκοντας να αναδιαμορφώσει τις περιφερειακές ισορροπίες ισχύος μέσω νομικών, στρατιωτικών και διπλωματικών εργαλείων.
Η πρόσφατη έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η οποία θέτει ακόμη και το ενδεχόμενο κυρώσεων κατά ανώτατων Τούρκων αξιωματούχων, μεταξύ αυτών και του υπουργού Δικαιοσύνης Ακίν Γκιουρλέκ, αποτελεί ενδεικτικό δείγμα της διευρυνόμενης απόστασης μεταξύ της Τουρκίας και του ευρωπαϊκού πολιτικού και νομικού πλαισίου. Η έκθεση περιγράφει το τουρκικό δικαστικό σύστημα ως ολοένα και πιο πολιτικοποιημένο και εκφράζει σοβαρές ανησυχίες για τη μεταχείριση της αντιπολίτευσης, ιδιαίτερα μετά τις διώξεις κορυφαίων στελεχών του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP) και τις πιέσεις που ασκήθηκαν στον δήμαρχο Κωνσταντινούπολης Εκρέμ Ιμάμογλου.
Την ίδια ακριβώς στιγμή που η Ευρώπη αμφισβητεί τη δημοκρατική πορεία της Τουρκίας, η Άγκυρα κλιμακώνει τις γεωπολιτικές της φιλοδοξίες στην Ανατολική Μεσόγειο.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το πρόσφατο περιστατικό με τα αεροσκάφη που μετέφεραν Ευρωπαίους υπουργούς Άμυνας στην Κύπρο. Σύμφωνα με κυπριακές πηγές, τουρκικές στρατιωτικές ενέργειες προκάλεσαν παρεμβολές στις πτήσεις που μετέφεραν τους υπουργούς Άμυνας της Ελλάδας, της Γαλλίας και της Ολλανδίας σε σύνοδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη Λευκωσία. Ανεξαρτήτως των διαψεύσεων της Άγκυρας, το πολιτικό μήνυμα ήταν σαφές, η Τουρκία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την Κυπριακή Δημοκρατία ως έναν αμφισβητούμενο στρατηγικό χώρο όπου επιδιώκει να διατηρεί δικαιώματα επιρροής και πίεσης.
Η χρονική συγκυρία μόνο τυχαία δεν ήταν. Η Γαλλία και η Κυπριακή Δημοκρατία υπογράφουν συμφωνία για το καθεστώς παρουσίας γαλλικών δυνάμεων στην Κύπρο, γεγονός που θα ενίσχυε σημαντικά την ευρωπαϊκή στρατηγική παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο και θα εμβάθυνε τη συνεργασία μεταξύ Κύπρου, Ελλάδας, Γαλλίας και ενδεχομένως του Ισραήλ.
Από την οπτική της Άγκυρας, οι εξελίξεις αυτές ερμηνεύονται ως μια μορφή στρατηγικής περικύκλωσης. Ως εκ τούτου, η Τουρκία απαντά αυξάνοντας το στρατιωτικό της αποτύπωμα στα κατεχόμενα, αναπτύσσοντας επιπλέον αντιαεροπορικά συστήματα και μαχητικά αεροσκάφη, ενώ ταυτόχρονα καταγγέλλει τους άλλους για «στρατιωτικοποίηση» της Κύπρου.
Η αντίφαση αυτή αποτυπώνει την ουσία της τουρκικής στρατηγικής συμπεριφοράς. Η Άγκυρα αντιτίθεται στις στρατιωτικές κινήσεις των άλλων, ενώ επεκτείνει τις δικές της. Καταγγέλλει μονομερείς ενέργειες, ενώ προωθεί τις δικές της μονομερείς διεκδικήσεις. Καλεί σε διάλογο, ενώ ταυτόχρονα θεσμοποιεί αναθεωρητικές θέσεις.
Το ίδιο μοτίβο παρατηρείται και στη θαλάσσια στρατηγική της.
Οι πληροφορίες που κάνουν λόγο για επικείμενη τουρκική νομοθεσία σχετικά με τις θαλάσσιες ζώνες στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, ουσιαστικά μετατρέπουν τη «Γαλάζια Πατρίδα» από πολιτικό αφήγημα σε κρατικό δίκαιο. Η σημασία μιας τέτοιας εξέλιξης δεν πρέπει να υποτιμηθεί.
Ένας εσωτερικός νόμος δεν μπορεί να τροποποιήσει διεθνείς συνθήκες ούτε να μεταβάλει διεθνώς αναγνωρισμένα κυριαρχικά δικαιώματα. Μπορεί όμως να δημιουργήσει ένα μόνιμο διοικητικό, νομικό και πολιτικό πλαίσιο μέσω του οποίου η Τουρκία θα δικαιολογεί μελλοντικές ενέργειες. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την έκδοση NAVTEX, τη διενέργεια ερευνών, την αδειοδότηση γεωτρήσεων, την αμφισβήτηση θαλάσσιων έργων υποδομής και την άσκηση πίεσης σε διεθνείς οργανισμούς ή ενεργειακές εταιρείες.
Πρόκειται για ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού που διεθνώς αποκαλείται πλέον «lawfare», δηλαδή η χρήση του δικαίου ως εργαλείου γεωπολιτικής αντιπαράθεσης.
Ο κίνδυνος δεν έγκειται στο ότι ένας τουρκικός νόμος παράγει διεθνές δίκαιο. Δεν παράγει.
Ο πραγματικός κίνδυνος είναι ότι δημιουργεί έναν μόνιμο μηχανισμό παραγωγής κρίσεων, αμφισβήτησης υφιστάμενων καθεστώτων και σταδιακής κανονικοποίησης αναθεωρητικών διεκδικήσεων.
Την ίδια στιγμή, η Τουρκία συνεχίζει να εκσυγχρονίζει με ταχύτατους ρυθμούς τις στρατιωτικές της δυνατότητες. Τα προγράμματα βαλλιστικών πυραύλων, η ανάπτυξη μη επανδρωμένων συστημάτων, η ενίσχυση του ναυτικού και η αυξανόμενη αμυντική αυτονομία της καταδεικνύουν μια ευρύτερη στρατηγική φιλοδοξία, να εξελιχθεί σε αυτόνομη περιφερειακή δύναμη με δυνατότητα επιρροής από τη Μαύρη Θάλασσα έως την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή.
Η Ευρώπη αντιμετωπίζει ολοένα και περισσότερο την Τουρκία ως αναγκαίο αμυντικό εταίρο λόγω της βιομηχανικής και στρατιωτικής της ισχύος. Ωστόσο, η προσέγγιση αυτή κινδυνεύει να αγνοήσει μια θεμελιώδη πραγματικότητα.
Η στρατιωτική ισχύς δεν μπορεί να διαχωριστεί από την πολιτική πρόθεση.
Μια χώρα που ταυτόχρονα απειλεί κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ, αμφισβητεί την κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας, ισορροπεί μεταξύ Δύσης και Ρωσίας και επιχειρεί να θεσμοποιήσει αναθεωρητικές θαλάσσιες διεκδικήσεις, δεν μπορεί αυτομάτως να θεωρείται πλήρως ευθυγραμμισμένος στρατηγικός εταίρος της Δύσης.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο αποκτά ιδιαίτερη σημασία η ευρωπαϊκή συζήτηση.
Η κριτική του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τη δημοκρατική οπισθοδρόμηση της Τουρκίας και η ολοένα πιο επιθετική εξωτερική πολιτική της Άγκυρας δεν αποτελούν δύο διαφορετικά ζητήματα. Είναι οι δύο όψεις της ίδιας στρατηγικής μεταμόρφωσης που συντελείται στο τουρκικό κράτος.
Η συγκέντρωση εξουσίας στο εσωτερικό συνοδεύεται από αυξημένη στρατηγική αυτοπεποίθηση στο εξωτερικό. Η αποδυνάμωση των θεσμικών ισορροπιών αντανακλάται στην αμφισβήτηση καθιερωμένων περιφερειακών κανόνων. Η καλλιέργεια εθνικιστικών αφηγημάτων στο εσωτερικό συνοδεύεται από αναθεωρητικά γεωπολιτικά αφηγήματα στο εξωτερικό.
Για την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία, η πραγματικότητα αυτή απαιτεί στρατηγική διαύγεια και όχι συναισθηματικές αντιδράσεις. Ο στόχος δεν πρέπει να είναι ούτε ο πανικός ούτε ο εφησυχασμός. Πρέπει να είναι η συστηματική διεθνοποίηση του ζητήματος.
Οι τουρκικές θαλάσσιες διεκδικήσεις δεν αποτελούν απλώς διμερές ελληνοτουρκικό πρόβλημα. Αφορούν τα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την ενεργειακή ασφάλεια, τις θαλάσσιες υποδομές, την ελευθερία της ναυσιπλοΐας και τη συνοχή της διεθνούς έννομης τάξης που στηρίζεται στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας.
Αντίστοιχα, οι εξελίξεις στην Κύπρο δεν είναι απλώς μια τοπική διαφορά. Επηρεάζουν πλέον τον ευρωπαϊκό αμυντικό σχεδιασμό, τη συνοχή του ΝΑΤΟ και τη στρατηγική αρχιτεκτονική ασφάλειας της Ανατολικής Μεσογείου.
Η πρόκληση που αντιμετωπίζει σήμερα η Ευρώπη είναι, συνεπώς, ευρύτερη από την ίδια την Τουρκία.
Το ερώτημα είναι αν η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι διατεθειμένη να υπερασπιστεί τις αρχές πάνω στις οποίες στηρίζεται η θαλάσσια και νομική της τάξη.
Διότι ο αναθεωρητισμός σπάνια προχωρά μέσα από θεαματικές συγκρούσεις. Συνήθως προχωρά μέσα από τη σταδιακή κανονικοποίηση της ασάφειας, τη συσσώρευση μικρών τετελεσμένων και την απροθυμία των άλλων να αντιδράσουν εγκαίρως.
Η Τουρκία φαίνεται να το γνωρίζει πολύ καλά. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν το έχει αντιληφθεί εγκαίρως και η Ευρώπη.
Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS), και του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS).



Να ένα άρθρο επιτομή του ανασφαλούς Έλληνος και του ευρωσκετιστού αντάμα.
Όχι ,φίλοι, ανέκαθεν ΕΞΩ ΠΑΜΕ ΚΑΛΑ με εξαίρεση πέντε ΣΥΝ ΜΙΑ (την χειρότερη) περιπτώσεις -να μη τις θυμίσουμε- από την Μεταπολίτευση και από προχθές μετά από το ηχηρό διπλωματικό χαστούκι του Ευρωκοινοβουλίου στην Τουρκία ,
ΜΗ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ και ΧΑΡΑΚΙΡΙ ΣΥΜΜΑΧΟΙ ΚΑΙ ΕΤΑΙΡΟΙ , όταν μάλιστα ΑΠΑΙΤΟΥΝ από την Τουρκία να προσφωνείται -προφορικώς και γραπτώς -από τις κρατικές Υπηρεσίες και τους κρατικούς λειτουργούς ο διορισμένος από τον Τούρκο Νομάρχη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ Πατριάρχης.
Ποιο μυαλό και χέρι Ελληνορθόδοξου ”έβαλε το χέρι του ” για τέτοιες καταγραφές στο Ψήφισμα;;; -δεν θα το μάθουμε ,αλλά γνωρίζουμε ποιοι Έλληνες αυτοεξαιρούνται-.
Υ.Γ Υπογραμμίζουμε ότι το ”φιλοτουρκικό” Ψήφισμα επιμελήθηκε και εισηγήθηκε ο Ισπανός ευρωβουλευτής Νάτσο Σάνσεθ Αμόρ από την Ομάδα των Σοσιαλιστών του ”φιλότουρκου” Ισπανού πρωθυπουργού κ. Πέδρο Σάντσεθ .
Ε…μετά από αυτά δεν αντέχεται η σημερινή κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας.