Η προσεκτική επιδίωξη της Τουρκίας να καταστεί περιφερειακή δύναμη

27 Ιουλίου 2026 | The National Interest

Η διαφορετική αντιμετώπιση της Ελλάδας και του Ισραήλ από την Τουρκία αποκαλύπτει τη διπλωματική και στρατιωτική της τακτική.

Σινάν Τζιντί | Διευθυντής του Προγράμματος Τουρκίας και ανώτερος ερευνητής
Αχμάντ Σαράουι | Ανώτερος ερευνητικός αναλυτής

The National Interest

Ο πρόεδρος της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. (Τουρκική Προεδρία / Mustafa Kamaci / Anadolu μέσω Getty Images)

Στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, η Τουρκία παρουσιάστηκε στους συμμάχους της ως μεσολαβητής, παράγοντας σταθερότητας και περιφερειακή ειρηνοποιός δύναμη. Ωστόσο, η υψηλή στρατηγική της Άγκυρας είναι πιο περίπλοκη. Η συμπεριφορά της απέναντι στους γείτονές της αποκαλύπτει μια προσέγγιση δύο επιπέδων. Η κατανόηση αυτής της διττής στρατηγικής είναι καθοριστική για να αντιληφθεί κανείς τι επιδιώκει η Τουρκία στην περιοχή.

«Η ασφάλεια της Τουρκίας δεν αρχίζει από το Χατάι, αλλά από το Χαλέπι, τη Δαμασκό και τη Βηρυτό», δήλωσε ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. «Δεν θα επιτρέψουμε τη δημιουργία τετελεσμένων στις αδελφικές μας χώρες και δεν θα κλείσουμε τα μάτια σε επιθέσεις που στρέφονται εναντίον τους».

Η δήλωση είχε ως έναν βαθμό αποδέκτη το Ισραήλ και περιείχε το γνώριμο μείγμα προειδοποίησης και περιφερειακής φιλοδοξίας του Ερντογάν. Δεν θα πρέπει, όμως, να απορριφθεί ως απλή ρητορική. Εξεταζόμενη σε συνδυασμό με την ευρύτερη στάση της Τουρκίας, υποδηλώνει την προσπάθεια της Άγκυρας να διευρύνει την εμπλοκή της στην περιοχή μετά τον πόλεμο στο Ιράν.

Η περιφερειακή στρατηγική της Τουρκίας λειτουργεί σε δύο επίπεδα.

Το πρώτο είναι καταναγκαστικό, ιδιαίτερα στην Ανατολική Μεσόγειο, όπου η Άγκυρα έχει αυξήσει την πίεση προς την Ελλάδα και την Κύπρο μέσω στρατιωτικών κινήσεων και θαλάσσιων διεκδικήσεων.

Το δεύτερο είναι λιγότερο επιθετικό. Η προσέγγιση της Τουρκίας απέναντι στο Ισραήλ και στα γειτονικά αραβικά κράτη συνδυάζει τη σκληρή ρητορική με τη διπλωματία, καθώς και τον ιδεολογικό ανταγωνισμό με οικονομικά σχέδια. Στόχος είναι η διεύρυνση της επιρροής της Άγκυρας χωρίς να επιδιώκεται κατ’ ανάγκην μια ανοιχτή σύγκρουση.

Αυτό καθιστά δύσκολη την ένταξη της σημερινής στάσης της Τουρκίας σε γνώριμες κατηγορίες. Δεν πρόκειται ακόμη για ένα νεοοθωμανικό σχέδιο, ούτε αποκλειστικά για μια αντιισραηλινή εκστρατεία. Η Τουρκία επιδιώκει να καταστεί αναντικατάστατος παράγοντας σε ολόκληρη την περιοχή, στο πλαίσιο αυτού που ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν αποκαλεί «περιφερειακή ιδιοκτησία» — την αντίληψη, δηλαδή, ότι τα κράτη της περιοχής πρέπει να καθορίζουν την εξέλιξη των περιφερειακών υποθέσεων.

Από την έναρξη των εχθροπραξιών μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν, η Άγκυρα παρουσιάστηκε δημοσίως ως μεσολαβητής. Ο Φιντάν περιέγραψε την Τουρκία ως κράτος ικανό να συμβάλει στην ταχεία λήξη της σύγκρουσης, ενώ ο πρωθυπουργός του Πακιστάν, Σεχμπάζ Σαρίφ, ευχαρίστησε δημοσίως την Τουρκία για τον ρόλο της στην υποστήριξη των διπλωματικών προσπαθειών.

Αυτή η διπλωματική στάση δεν στερείται περιεχομένου. Η Τουρκία διαθέτει πράγματι διαύλους επικοινωνίας με πολλούς περιφερειακούς παράγοντες και η Άγκυρα θεωρεί συχνά ότι βρίσκεται σε καλύτερη θέση από τις δυτικές δυνάμεις για να μεσολαβεί στις κρίσεις της Μέσης Ανατολής. Η μεσολάβηση, όμως, αποτελεί μόνο μία πτυχή της τουρκικής στρατηγικής.

Η εικόνα αυτή γίνεται πιο θολή όταν εξετάσουμε τις σχέσεις της Τουρκίας με τους γείτονές της στην Ανατολική Μεσόγειο, την Ελλάδα και την Κύπρο.

Η Άγκυρα παρουσιάζει και τα δύο κράτη ως χώρες που αρνούνται να αναγνωρίσουν τα κυριαρχικά θαλάσσια σύνορα της Τουρκίας στο Αιγαίο και στη Μεσόγειο. Οι αντικρουόμενες διεκδικήσεις των τριών κρατών σχετικά με τα θαλάσσια σύνορα, τις Αποκλειστικές Οικονομικές Ζώνες και τον εναέριο χώρο αποτελούν αντικείμενο αντιπαράθεσης εδώ και δεκαετίες. Αυτό που διαφοροποιείται σήμερα είναι η αυξανόμενη χρήση από την Τουρκία του νομικού πολέμου και των απειλών στρατιωτικής βίας για την επιβολή των διεκδικήσεών της.

Η τουρκική κυβέρνηση ετοιμάζεται να ψηφίσει νομοθεσία με την οποία θα κατοχυρώνει την κυριαρχία της σε 152 νησιά και νησίδες, των οποίων το ιδιοκτησιακό καθεστώς στο Αιγαίο Πέλαγος παρέμενε μέχρι σήμερα αδιευκρίνιστο. Η Ελλάδα και η Κύπρος φοβούνται ότι η Τουρκία θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει την εσωτερική της νομοθεσία ως πρόσχημα, προκειμένου να επιβάλει στρατιωτικά τις διεκδικήσεις της. Επιπλέον, η Άγκυρα, μετά τις απειλές για κατάληψη ελληνικών νησιών, έχει εντείνει τις ναυτικές της ασκήσεις, παρενοχλεί ελληνικά και κυπριακά σκάφη και έχει φτάσει ακόμη και στην ανάπτυξη μαχητικών αεροσκαφών F-16 στα κατεχόμενα εδάφη της βόρειας Κύπρου.

Οι κινήσεις αυτές έχουν ωθήσει την Ελλάδα και την Κύπρο να αναζητήσουν ισχυρότερη εξωτερική στήριξη. Η Κύπρος υπέγραψε συμφωνία για το καθεστώς των ενόπλων δυνάμεων με τη Γαλλία, ενώ και η Ελλάδα έχει εμβαθύνει την αμυντική της συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, προκειμένου να αντισταθμίσει την τουρκική πίεση. Όλες αυτές οι εντάσεις αποτυπώνουν το πρώτο επίπεδο της περιφερειακής στρατηγικής της Τουρκίας, στο οποίο η Άγκυρα θεωρεί ότι μέσω του εξαναγκασμού μπορεί να μεταβάλει το υφιστάμενο καθεστώς προς όφελός της.

Ωστόσο, η προσέγγιση της Τουρκίας γίνεται πιο σύνθετη πέρα από την Ανατολική Μεσόγειο. Το Ισραήλ αποτελεί το σαφέστερο παράδειγμα. Μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου και τον πόλεμο στη Γάζα, ο Ερντογάν επιχείρησε να τοποθετήσει την Τουρκία στην πρώτη γραμμή του αντιισραηλινού στρατοπέδου. Υπερασπίστηκε τη Χαμάς χαρακτηρίζοντάς την κίνημα αντίστασης, μετέτρεψε το παλαιστινιακό ζήτημα σε όχημα διεκδίκησης περιφερειακής ηγεσίας και επέτρεψε σε στελέχη της Χαμάς να παραμείνουν στο τουρκικό έδαφος — μεταξύ αυτών και πρόσωπα που το Ισραήλ κατηγορεί ότι κατευθύνουν επιθέσεις στη Δυτική Όχθη. Οι σχέσεις επιδεινώθηκαν σε τέτοιο βαθμό, ώστε ακόμη και ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ υποστήριξε ότι ο Ερντογάν ήταν «βασικός υποψήφιος» για να εμπλακεί στον πόλεμο της Μέσης Ανατολής στο πλευρό του Ιράν, εξαιτίας «των προβλημάτων τους με το Ισραήλ».

Ωστόσο, η ρήξη έχει όρια. Η Τουρκία έχει ανακαλέσει τους διπλωματικούς της εκπροσώπους, έχει διακόψει το απευθείας εμπόριο, έχει συμμετάσχει στις νομικές πιέσεις κατά του Ισραήλ και έχει παρεμποδίσει τη συνεργασία του Ισραήλ με το ΝΑΤΟ.

Παρ’ όλα αυτά, όταν τα τουρκικά και τα ισραηλινά συμφέροντα συγκρούστηκαν επί του πεδίου, οι δύο πλευρές αναζήτησαν διεξόδους αποκλιμάκωσης αντί να οδηγηθούν σε πολεμική σύγκρουση.

Στη Συρία, Τούρκοι και Ισραηλινοί αξιωματούχοι ξεκίνησαν συνομιλίες αποφυγής συγκρούσεων, ώστε να αποτραπούν ανεπιθύμητα επεισόδια. Το αζερικό πετρέλαιο συνέχισε να φτάνει στο Ισραήλ μέσω του τουρκικού λιμανιού Τζεϊχάν, παρά την εμπορική απαγόρευση της Άγκυρας. Ακόμη και στον αμυντικό τομέα, η αμερικανική θυγατρική της τουρκικής κατασκευάστριας εταιρείας Repkon αναφερόταν ως ανάδοχος σε αμερικανική πώληση βομβών προς το Ισραήλ.

Τίποτε από αυτά δεν σημαίνει ότι η εχθρότητα της Άγκυρας είναι απλώς προσχηματική.

Ο Ερντογάν έχει αυξήσει το κόστος της περιφερειακής διπλωματίας του Ισραήλ, αλλά το έχει κάνει χωρίς να περάσει το κατώφλι ενός πολέμου, τον οποίο η Τουρκία δεν φαίνεται να επιθυμεί.

Η προειδοποίηση του Ερντογάν προς την Ιερουσαλήμ διατυπώθηκε εν μέσω της διευρυμένης ισραηλινής στρατιωτικής δραστηριότητας στον Λίβανο και τη Συρία. Το Ισραήλ εξακολουθεί να ελέγχει εδάφη στον νότιο Λίβανο και τη νότια Συρία, με στρατηγικό στόχο να αποτρέψει την εξαπόλυση επιθέσεων εναντίον του από τις περιοχές αυτές. Σε επίπεδο ρητορικής, η Τουρκία έχει αξιοποιήσει αυτή την παρουσία για να εμφανιστεί ως υπερασπιστής της περιοχής του Λεβάντε απέναντι στην ισραηλινή επέκταση. Στη Συρία, η τουρκική οργή έχει εκδηλωθεί επανειλημμένα κατά τον τελευταίο ενάμιση χρόνο, ιδιαίτερα μετά την επέμβαση του Ισραήλ για την προστασία της κοινότητας των Δρούζων στον νότο. Ο Φιντάν είχε μάλιστα προειδοποιήσει τότε ότι οι ενέργειες του Ισραήλ θα μπορούσαν να φέρουν τις δύο χώρες πιο κοντά στον πόλεμο.

Τώρα, οι Τούρκοι αξιωματούχοι επανέρχονται στην ίδια ρητορική για τον Λίβανο. Η στρατηγική τους δεν περιορίζεται στην καταγγελία του Ισραήλ, αλλά αποσκοπεί και στην κατοχύρωση ενός ρόλου στρατηγικής σημασίας για την Άγκυρα πέρα από τα σύνορά της. Παράλληλα, επιδιώκει να περιορίσει την ελευθερία δράσης του Ισραήλ σε περιοχές όπου το ίδιο θεωρεί ότι η δυνατότητα στρατιωτικής επέμβασης είναι ζωτικής σημασίας για την ασφάλειά του. Ωστόσο, η στρατηγική αυτή δεν στερείται αντιφάσεων.

Η προσέγγιση του προέδρου Τραμπ απέναντι στον Λίβανο αποτυπώνει αυτή την ένταση. Μέσα σε μία εβδομάδα, έθεσε τέσσερις φορές την ιδέα να πραγματοποιήσει η Συρία στρατιωτική εισβολή στον Λίβανο, προκειμένου να αντιμετωπίσει τη Χεζμπολάχ. Η πρόταση απορρίφθηκε στη Βηρυτό, τη Δαμασκό και την Ιερουσαλήμ — για διαφορετικούς λόγους σε κάθε περίπτωση, αλλά με έναν κοινό φόβο: ότι μια τέτοια επιχείρηση θα μπορούσε να προκαλέσει περισσότερο χάος παρά να επιβάλει τον έλεγχο. Θεωρητικά, θα περίμενε κανείς από την Άγκυρα να υποδεχθεί θετικά την ιδέα. Μια συριακή στρατιωτική κίνηση στον Λίβανο θα διεύρυνε την επιρροή μιας φιλικής προς την Τουρκία κυβέρνησης στη Δαμασκό και θα προσέφερε στην Άγκυρα έναν έμμεσο ρόλο στη διαμόρφωση της πολιτικής ασφαλείας του Λιβάνου.

Ωστόσο, φαίνεται ότι συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Σύμφωνα με πληροφορίες, ο Ερντογάν άσκησε πίεση στον πρόεδρο της Συρίας, Άχμεντ αλ Σάρα, ώστε να μην εισέλθει στρατιωτικά στον Λίβανο και να μην πολεμήσει τη Χεζμπολάχ. Φοβόταν ότι μια τέτοια εκστρατεία θα αποδυνάμωνε έναν από τους εναπομείναντες ένοπλους αντιπάλους του Ισραήλ και, με την πάροδο του χρόνου, θα ενίσχυε την περιφερειακή θέση του.

Η αντίφαση έγκειται στο γεγονός ότι η περιφερειακή συμπεριφορά της Τουρκίας εξετάζεται συχνά μέσα από το πρίσμα του επεκτατισμού, παρότι οι επιδιώξεις της δεν συμβαδίζουν πάντοτε με αυτή την ερμηνεία. Στον Λίβανο, η επιθυμία επέκτασης της τουρκικής επιρροής μέσω της Δαμασκού συγκρούστηκε με την ευρύτερη επιδίωξη της Άγκυρας να περιορίσει το Ισραήλ. Κάθε στόχος εξυπηρετεί διαφορετικό σκοπό και, στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι δύο αυτοί στόχοι οδήγησαν την τουρκική πολιτική προς αντίθετες κατευθύνσεις.

Στο σύνολό τους, αυτά τα περιστατικά υποδηλώνουν ότι οι φιλοδοξίες της Τουρκίας αποτελούν λιγότερο μια συνεκτική και ενιαία υψηλή στρατηγική και περισσότερο ένα σύνολο αλληλεπικαλυπτόμενων υπολογισμών, καθένας από τους οποίους επιδιώκεται με όποιον συνδυασμό πίεσης και συνεννόησης επιτρέπουν οι περιστάσεις.

Η Άγκυρα είναι πρόθυμη να διακινδυνεύσει μια αντιπαράθεση με την Ελλάδα και την Κύπρο, επειδή εκτιμά ότι το κόστος θα είναι διαχειρίσιμο. Ωστόσο, δεν έχει επιδείξει ανάλογη διάθεση για μια άμεση σύγκρουση με το Ισραήλ. Προτιμά να αμφισβητεί την ισραηλινή ισχύ μέσω της ρητορικής, της άσκησης νομικών πιέσεων και της αξιοποίησης δυνάμεων δι’ αντιπροσώπων, διατηρώντας παράλληλα, αθόρυβα, τους διαύλους επικοινωνίας που είναι αναγκαίοι για τον περιορισμό της κλιμάκωσης.

Η περίπτωση του Λιβάνου καταδεικνύει τα όρια της θεώρησης της Τουρκίας ως ενός απλώς επεκτατικού δρώντα. Η αυτοσυγκράτηση της Άγκυρας στη Συρία αποκαλύπτει ότι η αντιπαλότητά της με το Ισραήλ μπορεί να υπερισχύσει του συμφέροντός της να διευρύνει την επιρροή της μέσω της Συρίας.

Το αποτέλεσμα είναι μια Τουρκία που δεν είναι ούτε τόσο μονοδιάστατα αντιισραηλινή ούτε τόσο επεκτατική όσο υποδηλώνουν τόσο η ρητορική της όσο και οι επικριτές της. Πρόκειται, αντίθετα, για μια Τουρκία που εξετάζει κάθε περίπτωση ξεχωριστά, δοκιμάζοντας μέχρι πού μπορεί να τη φτάσει η επιδίωξη της «περιφερειακής ιδιοκτησίας», προτού οι αντιφάσεις της προλάβουν τις φιλοδοξίες της.

Ο Σινάν Τζιντί είναι ανώτερος ερευνητής για θέματα Τουρκίας στο Ίδρυμα για την Υπεράσπιση των Δημοκρατιών (Foundation for Defense of Democracies – FDD), με έδρα την Ουάσιγκτον. Ο Αχμάντ έχει εργαστεί στο παρελθόν στη Διεθνή Χρηματοδοτική Εταιρεία (International Finance Corporation) και στη S&P Global. Είναι κάτοχος πτυχίου Διεθνών Σχέσεων από το King’s College του Λονδίνου και μεταπτυχιακού τίτλου από τη Σχολή Εξωτερικής Πολιτικής του Πανεπιστημίου Georgetown.

spot_img

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
50,700ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα