του Θεόδωρου Ατματζίδη* Υποστρατήγου ε.α.
Εισαγωγή
Η γλώσσα αποτελεί τον θεμελιώδη μηχανισμό συγκρότησης της πολιτικής πραγματικότητας. Στην πολιτική, οι λέξεις έχουν βαρύτητα πολύ μεγαλύτερη από την κυριολεκτική τους σημασία. Ένας πρωθυπουργός, ένας υπουργός ή ακόμη και ένας τηλεοπτικός σχολιαστής μπορούν με μία μόνο φράση να επηρεάσουν την κοινή γνώμη, να προκαλέσουν φόβο, αισιοδοξία ή κοινωνική ένταση. Κυρίως, από τη μεταπολίτευση και μετά, η πολιτική ιστορία της Ελλάδας, είναι γεμάτη από λέξεις και συνθήματα που λειτούργησαν σχεδόν σαν πολιτικά σύμβολα: «Αλλαγή», «Επανίδρυση του κράτους», «Λεφτά υπάρχουν», «Πρώτη φορά Αριστερά», «Κανονικότητα». Κάθε μία από αυτές τις φράσεις κουβαλούσε ένα ολόκληρο πολιτικό αφήγημα.
Ποτέ στην Ελλάδα, ο δημόσιος λόγος δεν υπήρξε ουδέτερος. Χρησιμοποιήθηκε, πολλές φορές, για να καλύψει αντιφάσεις, να μετριάσει κοινωνικές αντιδράσεις ή να παρουσιάσει δύσκολες πολιτικές επιλογές με τέτοιο τρόπο, ώστε να γίνεται εύκολα αποδεκτός. Αυτή ακριβώς η διαδικασία συνδέεται με το λεγόμενο «Pickwickian sense», δηλαδή την πικγουικιανή σημασία των λέξεων. Πρόκειται για μία γλωσσική τεχνική κατά την οποία μια έκφραση έχει ή αποκτά διαφορετικό νόημα από εκείνο που φαίνεται αρχικά.
Η πολιτική χρήση αυτής της πρακτικής δεν είναι απλώς θέμα επικοινωνίας, αλλά κυρίως ζήτημα εξουσίας. Όποιος ελέγχει και χρησιμοποιεί κατάλληλα τις λέξεις, συχνά ελέγχει και την ερμηνεία της πραγματικότητας. Γι’ αυτό και η μελέτη του πολιτικού λόγου δεν αφορά μόνο τη γλωσσολογία ή την επικοινωνία, αλλά και την πολιτική επιστήμη, τη γεωπολιτική και την κοινωνιολογία. Στην πολιτική, οι λέξεις διαμορφώνουν αντιλήψεις, κατασκευάζουν εχθρούς, νομιμοποιούν πολιτικές αποφάσεις και επηρεάζουν τη συλλογική συνείδηση. Από την αρχαιότητα μέχρι τη σύγχρονη εποχή της ψηφιακής επικοινωνίας, ο πολιτικός λόγος συνδέεται άμεσα με την άσκηση εξουσίας.

Μέσα στο πλαίσιο αυτό, η έννοια του «Pickwickian sense» αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Ο όρος προέρχεται από το μυθιστόρημα The Pickwick Papers (1836–1837) του Charles Dickens. Σε μία χαρακτηριστική σκηνή του έργου, ένας χαρακτήρας δηλώνει ότι μία φράση δεν πρέπει να εκληφθεί με την «συνηθισμένη» αλλά με την «πικγουικιανή» της έννοια. Έτσι, η έκφραση αποκτά διαφορετικό νόημα από το προφανές, λειτουργώντας ως γλωσσικός μηχανισμός υπεκφυγής και αναδιατύπωσης.
Στην πολιτική θεωρία και στη νομική επιστήμη, η πικγουικιανή σημασία περιγράφει την εσκεμμένη και συνειδητή χρήση γλώσσας ώστε να επηραστεί ο τρόπος με τον οποίο το κοινό/ακροατήριο αντιλαμβάνεται μια πράξη ή μια πολιτική. Η πολιτική ρητορική συχνά χρησιμοποιεί όρους που αποκρύπτουν κοινωνικές συνέπειες ή επανανοηματοδοτούν αρνητικά γεγονότα. Για παράδειγμα, περικοπές μισθών χαρακτηρίζονται ως «δημοσιονομική εξυγίανση», πολεμικές επεμβάσεις ως «ειρηνευτικές επιχειρήσεις» και περιορισμοί δικαιωμάτων ως «μέτρα ασφάλειας».
Η Ελλάδα, στην συγχρονή εποχή, προσφέρει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον πεδίο ανάλυσης της πρακτικής. Η οικονομική κρίση της περιόδου 2010‑2018, οι μνημονιακές πολιτικές, οι γεωπολιτικές εντάσεις στην Ανατολική Μεσόγειο, η μεταναστευτική κρίση, αλλά και η πανδημία COVID‑19 δημιούργησαν ένα περιβάλλον έντονης πολιτικής επικοινωνίας. Στο πλαίσιο αυτό, ο πολιτικός λόγος λειτούργησε όχι μόνο ως εργαλείο ενημέρωσης αλλά και ως μηχανισμός διαχείρισης της κοινωνικής αντίληψης.
Το παρόν άρθρο επιχειρεί να αναλύσει την πικγουικιανή διάσταση του πολιτικού λόγου στην Ελλάδα, συνδέοντας τη λογοτεχνική προέλευση της έννοιας με σύγχρονες θεωρίες πολιτικής επικοινωνίας, γεωπολιτικής και κοινωνικής χειραγώγησης.

-
Το «Pickwickian sense» και η θεωρητική του βάση
1.1 Η προέλευση της έννοιας
Ο Charles Dickens στο έργο “The Pickwick Papers” σατίρισε την αγγλική κοινωνία του 19ου αιώνα, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην κοινωνική υποκρισία και στην ασάφεια του δημόσιου λόγου. Η φράση «in a Pickwickian sense» χρησιμοποιήθηκε ώστε να δηλώσει ότι μία έκφραση δεν πρέπει να θεωρηθεί κυριολεκτική, αλλά να την προσεγγίσουμε με έναν ιδιαίτερο, συμφραζόμενο τρόπο.
Η έννοια αυτή εξελίχθηκε σταδιακά και πέρασε στη νομική και πολιτική θεωρία [1]. Σήμερα, ο όρος χρησιμοποιείται όταν μία δήλωση διατυπώνεται έτσι ώστε να φαίνεται αθώα ή ουδέτερη, ενώ στην πραγματικότητα αποκρύπτει διαφορετικό νόημα.
Στην πολιτική επικοινωνία, η πικγουικιανή χρήση της γλώσσας σχετίζεται με:
-
- ευφημισμούς,
- στρατηγική ασάφεια,
- πολιτική προπαγάνδα,
- ανακατασκευή της πραγματικότητας,
- γλωσσική χειραγώγηση.
Η χρήση της δεν περιορίζεται μόνο στην εξαπάτηση· συχνά επιδιώκει τη διατήρηση κοινωνικής συναίνεσης μέσω της γλωσσικής αποδυνάμωσ θαης δυσάρεστων πολιτικών αποφάσεων [5][7].
1.2 George Orwell και η πολιτική γλώσσα

Ο George Orwell, στο ξεχωριστό δοκίμιο «Politics and the English Language (1946)», υποστήριξε ότι η πολιτική γλώσσα χρησιμοποιείται συστηματικά για να κάνει τα ψέματα να ακούγονται αληθινά και τη βία να φαίνεται αξιοπρεπής [2]. Η οργουελική προσέγγιση είναι άμεσα συνδεδεμένη με την πικγουικιανή.
Σύμφωνα με τον Orwell, ο πολιτικός λόγος χαρακτηρίζεται από:
-
- αόριστες εκφράσεις,
- παθητική σύνταξη,
- τεχνικούς όρους,
- ευφημισμούς,
- αφηρημένες έννοιες.
Η γλώσσα μετατρέπεται σε εργαλείο αποπροσανατολισμού του πολίτη από την πραγματικότητα [2]. Για παράδειγμα, η φράση «παράπλευρες απώλειες», αποκρύπτει τον θάνατο αμάχων. Αντίστοιχα, στην ελληνική πολιτική πραγματικότητα, οι «μεταρρυθμίσεις» συχνά χρησιμοποιήθηκαν ως γενικός όρος που κάλυπτε μειώσεις εισοδημάτων και περιορισμό κοινωνικών παροχών.
1.3 Michel Foucault: λόγος και εξουσία

Ο Michel Foucault αντιμετώπισε τον λόγο ως μορφή εξουσίας [3][4]. Για τον Γάλλο φιλόσοφο, η γλώσσα δεν περιγράφει απλώς την πραγματικότητα· την παράγει.
Το κράτος, οι θεσμοί, τα πανεπιστήμια και τα ΜΜΕ συγκροτούν «μηχανισμούς αλήθειας», μέσα από τους οποίους ορίζεται το λογικό, αποδεκτό ή νόμιμο.
Η πικγουικιανή ρητορική μπορεί να θεωρηθεί ως μηχανισμός φουκωικής εξουσίας. Με εργαλείο την χρήση της γλώσσας, το κράτος ή η πολιτική ελίτ, αναδιαμορφώνουν την κοινωνική πραγματικότητα. Η αλλαγή των όρων οδηγεί σε αλλαγή της κοινωνικής πρόσληψης και αντίληψης.
Παράδειγμα αποτελεί η χρήση του όρου «ευέλικτη εργασία» αντί για «εργασιακή επισφάλεια» [3][12]. Η γλωσσική αυτή μετατόπιση μετατρέπει ένα κοινωνικό πρόβλημα σε ένδειξη προσαρμοστικότητας και εκσυγχρονισμού.
1.4 Noam Chomsky και η κατασκευή συναίνεσης
Ο Noam Chomsky, μαζί με τον Edward Herman, ανέπτυξαν τη θεωρία της «κατασκευής συναίνεσης» [5] (Manufacturing Consent). Σύμφωνα με αυτή, τα μέσα ενημέρωσης λειτουργούν ως μηχανισμοί αναπαραγωγής της κυρίαρχης ιδεολογίας.
Η πικγουικιανή γλώσσα αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς τα ΜΜΕ συχνά υιοθετούν την επίσημη πολιτική ορολογία χωρίς κριτική επεξεργασία. Έτσι, η κρατική ή κυβερνητική γλώσσα μετατρέπεται σε κοινωνική «αλήθεια» [5][7].
Στην Ελλάδα της οικονομικής κρίσης, όροι όπως «διάσωση της χώρας», «δημοσιονομική προσαρμογή» ή «αναγκαίες μεταρρυθμίσεις χρησιμοποιήθηκαν εκτεταμένα και πολλες φορές καταχρηστικά, παρότι σημαντικό μέρος της κοινωνίας βίωνε βαθιά ύφεση και κοινωνική αποσταθεροποίηση.
1.5 Habermas και ο δημόσιος λόγος
Ο Jürgen Habermas τόνισε τη σημασία του δημόσιου χώρου ως πεδίου ελεύθερης και ορθολογικής επικοινωνίας [6]. Στη θεωρία
του, η δημοκρατία προϋποθέτει τη δυνατότητα ισότιμου διαλόγου ανάμεσα στους πολίτες.
Ωστόσο, η πικγουικιανή ρητορική υπονομεύει αυτή τη διαδικασία. Όταν η πολιτική γλώσσα αποκρύπτει ή αλλοιώνει την πραγματικότητα, ο δημόσιος διάλογος μετατρέπεται σε μηχανισμό χειραγώγησης αντί για δημοκρατική ανταλλαγή επιχειρημάτων [6][27].
-
Η πικγουικιανή ρητορική στην ελληνική πολιτική ζωή

2.1 Η μεταπολιτευτική πολιτική κουλτούρα
Μετά το 1974, η ελληνική πολιτική ζωή χαρακτηρίστηκε από έντονη κομματικοποίηση, λαϊκισμό και προσωποκεντρική πολιτική επικοινωνία [21]. Η γλώσσα των πολιτικών κομμάτων απέκτησε ισχυρό συμβολικό χαρακτήρα.
Όροι όπως:
-
- «Αλλαγή»,
- «Επανίδρυση του κράτους»,
- «Εκσυγχρονισμός»,
- «Νέα Ελλάδα»,
- «Δίκαιη ανάπτυξη»
- «Επιτελικό κράτος»,
λειτούργησαν περισσότερο ως συμβολικά σχήματα παρά ως συγκεκριμένα πολιτικά προγράμματα.
Η πικγουικιανή διάσταση εμφανίζεται όταν οι έννοιες αυτές αποσυνδέονται από το πραγματικό πολιτικό περιεχόμενο. Για παράδειγμα, η «μεταρρύθμιση» μπορεί να σημαίνει ταυτόχρονα φιλελευθεροποίηση της οικονομίας, περιορισμό κοινωνικών δαπανών ή απλή διοικητική αναδιάρθρωση.
2.2 Οικονομική κρίση και μνημόνια
Η δεκαετία της οικονομικής κρίσης αποτέλεσε ίσως τη σημαντικότερη στιγμή αποκάλυψης της δύναμης της πολιτικής γλώσσας στην Ελλάδα [16][18]. Από το 2010 και μετά, οι έλληνες βρέθηκαν αντιμέτωποι όχι μόνο με οικονομικά μέτρα αλλά και με μια νέα πολιτική ορολογία που εισήχθη βίαια στην καθημερινότητά τους. Όροι των τεχνοκρατών έγιναν μέρος της δημόσιας ζωής.
Η λέξη «μνημόνιο» απέκτησε σχεδόν συμβολική διάσταση. Για άλλους σήμαινε οικονομική σωτηρία και παραμονή της χώρας στην Ευρώπη. Για άλλους, σήμαινε εθνική ταπείνωση και κοινωνική καταστροφή. Το ενδιαφέρον είναι ότι και οι δύο πλευρές χρησιμοποίησαν πικγουικιανές τεχνικές λόγου.
Οι κυβερνήσεις της περιόδου μιλούσαν για «δύσκολες αλλά αναγκαίες αποφάσεις», για «δημοσιονομική εξυγίανση» και «μεταρρυθμίσεις» [16][18]. Η καθημερινή εμπειρία όμως μεγάλου μέρους της κοινωνίας ήταν η ανεργία, η φτωχοποίηση και η ανασφάλεια. Η απόσταση ανάμεσα στις λέξεις και στην πραγματικότητα δημιούργησε τεράστια δυσπιστία προς το πολιτικό σύστημα [20][21].
Από την άλλη πλευρά και η αντιπολιτευτική ρητορική αξιοποίησε υπερβολικά συμβολικές εκφράσεις. Η υπόσχεση για «σκίσιμο των μνημονίων» ή η ιδέα ότι θα μπορούσε να υπάρξει άμεσο τέλος της λιτότητας χωρίς κόστος, λειτούργησαν περισσότερο ως συναισθηματικό πολιτικό αφήγημα παρά ως ρεαλιστικό κυβερνητικό σχέδιο.
Η περίοδος αυτή αποκάλυψε ότι ο πολιτικός λόγος στην Ελλάδα λειτουργεί συχνά όχι για να εξηγήσει την πραγματικότητα αλλά για να την ερμηνεύσει εκ νέου, ανάλογα με τις πολιτικές ανάγκες.
Η περίοδος της ελληνικής οικονομικής κρίσης αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα πικγουικιανής πολιτικής γλώσσας.

Κατά τη διάρκεια των μνημονίων, χρησιμοποιήθηκαν εκτεταμένα όροι όπως:
-
- «διάσωση της οικονομίας»,
- «πρόγραμμα προσαρμογής»,
- «δημοσιονομική εξυγίανση»,
- «διαρθρωτικές αλλαγές»,
- «εσωτερική υποτίμηση».
Οι όροι αυτοί λειτουργούσαν ως τεχνοκρατικοί ευφημισμοί που απομάκρυναν τη δημόσια συζήτηση από τις κοινωνικές επιπτώσεις των πολιτικών λιτότητας.
Για παράδειγμα, η φράση «εσωτερική υποτίμηση», απέκρυπτε πρακτικά τη μείωση μισθών, την ανεργία και την απορρύθμιση της αγοράς εργασίας. Αντίστοιχα, ο όρος «διάσωση» δημιούργησε την εντύπωση εθνικής προστασίας, παρότι μεγάλο μέρος των δανειακών συμβάσεων χρησιμοποιήθηκε για την ανακεφαλαιοποίηση τραπεζών και την αποπληρωμή χρέους.
Από την άλλη πλευρά, και ο αντιμνημονιακός λόγος χρησιμοποίησε πικγουικιανές τεχνικές. Εκφράσεις όπως «σκίσιμο μνημονίων», «καθαρή έξοδος» ή «τέλος της λιτότητας» απέκτησαν συμβολικό παρά ουσιαστικό χαρακτήρα.
2.3 Γεωπολιτική διάσταση
Η ελληνική εξωτερική πολιτική συχνά αξιοποιεί πικγουικιανή γλώσσα για να διαχειριστεί γεωπολιτικές ισορροπίες.
Στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, για παράδειγμα, όροι όπως:
-
- «αποκλιμάκωση»,
- «διερευνητικές επαφές»,
- «μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης»,
- «ήρεμα νερά»,
λειτουργούν συχνά ως διπλωματικοί ευφημισμοί που αποκρύπτουν βαθιές στρατηγικές αντιθέσεις.
Παρόμοια παραδείγματα έχουμε και στη συζήτηση για το μεταναστευτικό. Η χρήση όρων όπως «δομές φιλοξενίας» αντί για «κέντρα κράτησης» ή «διαχείριση μεταναστευτικών ροών» αντί για «ανθρωπιστική κρίση» επηρεάζει καθοριστικά την κοινωνική πρόσληψη του ζητήματος.
Η γεωπολιτική επικοινωνία συχνά στηρίζεται σε συμβολικές διατυπώσεις που επιδιώκουν να ισορροπήσουν ανάμεσα στη διεθνή εικόνα του κράτους και στην εσωτερική πολιτική κατανάλωση [8][25].
-
Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και η αναπαραγωγή της πικγουικιανής γλώσσας
3.1 Ο ρόλος της τηλεόρασης
Η τηλεοπτική πολιτική επικοινωνία στην Ελλάδα ενίσχυσε σημαντικά την πικγουικιανή διάσταση του δημόσιου λόγου [19][25]. Η τηλεόραση ευνοεί σύντομα, συναισθηματικά και απλουστευμένα μηνύματα. Στο πλαίσιο αυτό, οι πολιτικές έννοιες μετατρέπονται σε επικοινωνιακά συνθήματα.
Η κυριαρχία των τηλεοπτικών πάνελ και των σύντομων δηλώσεων –πολλές φορές και λόγω χρόνου- περιορίζει την αναλυτική πολιτική επιχειρηματολογία και ενισχύει τη ρητορική διαχείριση της εικόνας [7][19].
3.2 Ψηφιακά μέσα και κοινωνικά δίκτυα
Η είσοδος της πολιτικής επικοινωνίας, στον κόσμο των κοινωνικών δικτύων, δεν άλλαξε μόνο την ταχύτητα μετάδοσης της πληροφορίας αλλά και τον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες αντιλαμβάνονται την πολιτική [13][25]. Στην εποχή του TikTok, του Facebook και του Twitter, ο πολιτικός λόγος έγινε συντομότερος, πιο επιθετικός και πολύ πιο συναισθηματικός.
Ο πολιτικός σήμερα δεν χρειάζεται απαραίτητα να παρουσιάσει ολοκληρωμένο πολιτικό σχέδιο. Αρκεί συχνά μία φράση, ένα σύνθημα ή ένα βίντεο λίγων δευτερολέπτων για να διαμορφωθεί πολιτική εντύπωση. Αυτό το περιβάλλον ευνοεί ιδιαίτερα την πικγουικιανή χρήση της γλώσσας, γιατί η απλοποίηση μειώνει τη δυνατότητα ουσιαστικής ανάλυσης.
Η πολιτική εικόνα αρχίζει να υπερισχύει της πολιτικής ουσίας [11][24]. Οι λέξεις χρησιμοποιούνται για να προκαλέσουν συναίσθημα παρά για να εξηγήσουν πολιτικές. Τα hashtags μετατρέπονται σε πολιτικά σύμβολα και η δημόσια συζήτηση συχνά διολισθαίνει σε συνθήματα.
Αυτή η τάση, γίνεται όλο και εντονότερη στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Η πολιτική αντιπαράθεση διεξάγεται πλέον, περισσότερο μέσω σύντομων αποσπασμάτων, τηλεοπτικών clips και αναρτήσεων στα κοινωνικά δίκτυα. Σε αυτό το περιβάλλον, η διάκριση ανάμεσα στην πραγματική πολιτική και στην πολιτική εικόνα γίνεται ολοένα πιο δύσκολη.
Το φαινόμενο αυτό συνδέεται άμεσα με την έννοια της «μετα-αλήθειας». Δεν έχει πλέον σημασία μόνο αν κάτι είναι αντικειμενικά ακριβές. Σημασία πλεόν έχει αν είναι αποτελεσματικό επικοινωνιακά και αν μπορεί να επηρεάσει το συναίσθημα του κοινού.
Η άνοδος των κοινωνικών δικτύων άλλαξε ριζικά τον πολιτικό λόγο. Η πολιτική επικοινωνία έγινε ταχύτερη, πιο συναισθηματική και περισσότερο προσωποκεντρική.
Στο Twitter, στο Facebook και στο TikTok, η πολιτική πληροφορία συμπυκνώνεται σε συνθήματα, hashtags και οπτικές εντυπώσεις. Με τον τρόπο αυτό, η πικγουικιανή γλώσσα ευνοείται στο περιβάλλον αυτό, καθώς οι σύντομες διατυπώσεις επιτρέπουν την εύκολη ανακατασκευή νοήματος.
Παράλληλα, τα ψηφιακά μέσα δημιουργούν φαινόμενα «μετα-αλήθειας» (post-truth politics), με σκοπό η συναισθηματική απήχηση να υπερισχύσει της αντικειμενικής πραγματικότητας.

3.3 Η πανδημία COVID‑19
Στην περίοδο της πανδημίας, ο πολιτικός λόγος χρησιμοποίησε εκτεταμένα πικγουικιανές διατυπώσεις.
Όροι όπως:
-
- «ατομική ευθύνη»,
- «στοχευμένα μέτρα»,
- «υγειονομική θωράκιση»,
- «επιστροφή στην κανονικότητα»,
λειτούργησαν ως επικοινωνιακοί μηχανισμοί διαχείρισης της κοινωνικής ψυχολογίας.
Η έννοια της «ατομικής ευθύνης» μετατόπισε μέρος της ευθύνης από το κράτος προς τον πολίτη, ενώ η «κανονικότητα» λειτούργησε ως συμβολικός στόχος κοινωνικής σταθερότητας.
-
Πολιτική γλώσσα, λαϊκισμός και δημόσια αντίληψη
4.1 Ο λαϊκιστικός λόγος
Η πικγουικιανή ρητορική δεν περιορίζεται στις κυβερνήσεις, θεσμούς ή στις ελίτ. Εμφανίζεται έντονα και στον λαϊκιστικό λόγο.
Σύμφωνα με τους Laclau και Mouffe, ο λαϊκιστικός λόγος σχηματοποιείται και αναπτύσσεται γύρω από συμβολικές αντιθέσεις και ασαφείς αλλά πολιτικά ισχυρές έννοιες [14][15].
Ο λαϊκισμός στηρίζεται σε διχαστικά σχήματα:
-
- «λαός» εναντίον «ελίτ»,
- «πατριώτες» εναντίον «προδοτών»,
- «σύστημα» εναντίον «κοινωνίας».
Οι έννοιες αυτές είναι συχνά αόριστες και συναισθηματικά φορτισμένες. Η ασάφειά τους επιτρέπει την πολιτική κινητοποίηση διαφορετικών κοινωνικών ομάδων.
Στην χώρα μας, τόσο ο δεξιός όσο και ο αριστερός πολιτικός χώρος, χρησιμοποίησαν τέτοιες διατυπώσεις, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της κρίσης.
4.2 Η κοινωνική ψυχολογία της γλώσσας
Η επιτυχία της πικγουικιανής πολιτικής γλώσσας συνδέεται με μηχανισμούς κοινωνικής ψυχολογίας.
Οι πολίτες συχνά προτιμούν απλές και συναισθηματικά φορτισμένες αφηγήσεις από σύνθετες αναλύσεις, κάτι που συνδέεται άμεσα με τις θεωρίες πολιτικής αναπαράστασης και framing [22][23]. Η πολιτική γλώσσα που χρησιμοποιεί σύμβολα, φόβο ή ελπίδα αποκτά μεγαλύτερη απήχηση.
Η συνεχής επανάληψη συγκεκριμένων όρων οδηγεί στην εσωτερίκευση πολιτικών αφηγήσεων [22][23]. Έτσι, η γλώσσα μετατρέπεται σε μηχανισμό διαμόρφωσης πολιτικής συνείδησης.
4.3 Η κρίση εμπιστοσύνης
Η υπερβολική χρήση πικγουικιανής ρητορικής οδηγεί τελικά και αναπόφευκτα σε κρίση εμπιστοσύνης προς το πολιτικό σύστημα [20][27].
Όταν οι πολίτες αντιλαμβάνονται ότι οι πολιτικές λέξεις αποκλίνουν συστηματικά από την κοινωνική πραγματικότητα, ενισχύονται:
-
- ο πολιτικός κυνισμός,
- η αποχή,
- η απαξίωση των θεσμών,
- η συνωμοσιολογία,
- η πολιτική πόλωση.
Η ελληνική κοινωνία της τελευταίας δεκαπενταετίας εμφανίζει έντονα τέτοια χαρακτηριστικά.

-
Η πικγουικιανή διάσταση ως γεωπολιτικό εργαλείο
5.1 Διεθνείς σχέσεις και στρατηγική ασάφεια
Στις διεθνείς σχέσεις, είναι σύνηθες φαινόμενο, η στρατηγική ασάφεια να αποτελεί συνειδητή επιλογή κρατών και κυβερνήσεων. Η διπλωματική γλώσσα χρησιμοποιείται ώστε να αποφεύγονται συγκρούσεις ή να αναπτύσσονται πολλαπλές ερμηνείες.
Η Ελλάδα, ως χώρα που βρίσκεται σε πολύπλοκο γεωπολιτικό περιβάλλον, χρησιμοποιεί συχνά τέτοιες πρακτικές.
Παραδείγματα αποτελούν:
-
- η ρητορική περί «σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο»,
- και «ήρεμα νερά»
- οι αναφορές σε «στρατηγικές συμμαχίες»,
- η έννοια της «ενεργειακής ασφάλειας».
Οι διατυπώσεις αυτές αποκτούν πολλαπλές σημασίες ανάλογα με το ακροατήριο: εσωτερικό πολιτικό σώμα, Ευρωπαϊκή Ένωση, Ηνωμένες Πολιτείες ή γειτονικά κράτη.
5.2 Τεχνοκρατικός λόγος και Ευρωπαϊκή Ένωση
Η Ευρωπαϊκή Ένωση χρησιμοποιεί συστηματικά τεχνοκρατική γλώσσα. Όροι όπως:
-
- «δημοσιονομική πειθαρχία»,
- «μηχανισμός σταθερότητας»,
- «οικονομική διακυβέρνηση»,
- «ανθεκτικότητα»,
λειτουργούν συχνά αποπολιτικοποιητικά.
Η γλώσσα αυτή δημιουργεί την εντύπωση ουδέτερων τεχνικών επιλογών, αποκρύπτοντας ότι οι πολιτικές αποφάσεις έχουν ιδεολογικές και κοινωνικές συνέπειες [3][9].
Ο ευρωπαϊκός τεχνοκρατικός λόγος στην Ελλάδα, συνδέθηκε άμεσα με την εφαρμογή πολιτικών λιτότητας.
-
Η αναγκαιότητα κριτικής πολιτικής παιδείας
Σήμερα παρά ποτέ, απαιτείται ανάπτυξη κριτικής πολιτικής παιδείας. Η αντιμετώπιση της πικγουικιανής ρητορικής δεν μπορεί πλέον να βασιστεί μόνο σε θεσμικές μεταρρυθμίσεις. Οι πολίτες χρειάζεται:
-
- να αναλύουν τη γλώσσα των πολιτικών,
- να αναγνωρίζουν ευφημισμούς,
- να συγκρίνουν λόγο και πράξη,
- να αξιολογούν πηγές ενημέρωσης,
- να ενισχύουν τη συμμετοχή στον δημόσιο διάλογο.
Η εκπαίδευση στα ΜΜΕ (media literacy) αποτελεί βασικό εργαλείο δημοκρατικής προστασίας [13][25].
Παράλληλα, οι ερευνητικοί θεσμοί και πανεπιστήμια, οφείλουν να αναπτύξουν πιο συστηματική ανάλυση πολιτικού λόγου στην Ελλάδα, συνδέοντας τη γλωσσική μελέτη με την πολιτική επιστήμη, τη γεωπολιτική και την κοινωνιολογία.
Συμπεράσματα
Η πολιτική επικοινωνία στην Ελλάδα, με βάση την μελέτη της πικγουικιανής διάστασης του πολιτικού λόγου, φανερώνει ξεκάθαρα ότι δεν λειτουργεί μόνο ως εργαλείο ενημέρωσης αλλά κυρίως ως μηχανισμός διαμόρφωσης αντιλήψεων. Οι λέξεις αποκτούν στρατηγική σημασία. Πολιτικοί όροι, κυβερνητικές ανακοινώσεις και δημόσιες δηλώσεις συχνά κατασκευάζονται με τέτοιο τρόπο ώστε να μειώνουν κοινωνικές αντιδράσεις ή να ενισχύουν συγκεκριμένα πολιτικά αφηγήματα.
Η ελληνική εμπειρία της οικονομικής κρίσης, της πανδημίας και των γεωπολιτικών εντάσεων, αποκάλυψε ξεκάθαρα ότι η πολιτική γλώσσα μπορεί να επηρεάσει βαθιά τη συλλογική ψυχολογία. Ταυτόχρονα όμως έδειξε και τα όρια αυτής της πρακτικής. Όταν οι πολίτες αντιλαμβάνονται μια διαρκή και συνεχή απόσταση μεταξύ λόγου και πραγματικότητας, δημιουργείται κρίση εμπιστοσύνης προς το πολιτικό σύστημα, στους θεσμούς και τα ΜΜΕ.
Η πικγουικιανή ρητορική δεν αποτελεί μόνο ελληνικό φαινόμενο. Αντίστοιχες μορφές πολιτικής γλωσσικής διαχείρισης εμφανίζονται σε όλες σχεδόν τις σύγχρονες δημοκρατίες και συνδέονται με τη «κοινωνία του θεάματος» του Debord και τις θεωρίες συμβολικής εξουσίας του Bourdieu [12][24]. Εμφανίζεται σε όλες σχεδόν τις σύγχρονες δημοκρατίες. Ωστόσο, στην ελληνική περίπτωση ενισχύεται από ιστορικούς παράγοντες όπως ο κομματισμός, η έντονη πόλωση, η προσωποκεντρική πολιτική κουλτούρα και η ισχυρή εξάρτηση της πολιτικής από τα μέσα ενημέρωσης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε πολιτική διατύπωση είναι εξαπάτηση. Η πολιτική απαιτεί πολλές φορές συμβολισμό, διπλωματική ασάφεια και επικοινωνιακή διαχείριση. Το πρόβλημα όμως εντείνεται όταν η γλώσσα απομακρύνεται τόσο πολύ από την κοινωνική πραγματικότητα ώστε να χάνει τη δημοκρατική της λειτουργία.
Η ανάγκη για κριτική πολιτική σκέψη, ουσιαστική δημοσιογραφία και ενίσχυση της πολιτικής παιδείας γίνεται σήμερα περισσότερο αναγκαία από ποτέ.
Βιβλιογραφία
- Dickens, C. (1837). The Pickwick Papers. London: Chapman & Hall, κεφ. 11‑13, σσ. 145‑198.
- Orwell, G. (1946). Politics and the English Language. London: Horizon, σσ. 252‑265.
- Foucault, M. (1972). The Archaeology of Knowledge. New York: Pantheon Books, Μέρος II, κεφ. 2‑4, σσ. 47‑78.
- Foucault, M. (1980). Power/Knowledge. New York: Pantheon, ενότητες «Truth and Power» και «Two Lectures», σσ. 78‑133.
- Chomsky, N., & Herman, E. (1988). Manufacturing Consent: The Political Economy of the Mass Media. New York: Pantheon Books, κεφ. 1‑2, σσ. 1‑35.
- Habermas, J. (1989). The Structural Transformation of the Public Sphere. Cambridge: MIT Press, κεφ. 5‑7, σσ. 181‑235.
- Fairclough, N. (1995). Media Discourse. London: Edward Arnold, κεφ. 3 «Political Discourse in the Media», σσ. 52‑87.
- van Dijk, T. A. (1997). Discourse as Social Interaction. London: Sage, ενότητα «Political Discourse and Ideology», σσ. 189‑226.
- Edelman, M. (1988). Constructing the Political Spectacle. Chicago: University of Chicago Press, κεφ. 1 και 6, σσ. 1‑32 και 95‑121.
- Lakoff, G. (2004). Don’t Think of an Elephant!. Vermont: Chelsea Green Publishing, κεφ. 1‑4, σσ. xv‑44.
- Baudrillard, J. (1994). Simulacra and Simulation. Ann Arbor: University of Michigan Press, κεφ. «The Precession of Simulacra», σσ. 1‑42.
- Bourdieu, P. (1991). Language and Symbolic Power. Cambridge: Harvard University Press, κεφ. 3‑4, σσ. 37‑91.
- Castells, M. (2009). Communication Power. Oxford: Oxford University Press, κεφ. 2 και 5, σσ. 53‑136 και 205‑252.
- Mouffe, C. (2005). On the Political. London: Routledge, κεφ. 1‑2, σσ. 1‑38.
- Laclau, E. (2005). On Populist Reason. London: Verso, κεφ. 4‑6, σσ. 67‑154.
- Καραμπελιάς, Γ. (2011). Η Ελλάδα σε κρίση. Αθήνα: Εναλλακτικές Εκδόσεις, κεφ. 2 και 5, σσ. 41‑68 και 129‑171.
- Κονδύλης, Π. (1991). Η παρακμή του αστικού πολιτισμού. Αθήνα: Θεμέλιο, σσ. 201‑248.
- Τσουκαλάς, Κ. (2010). Η ελληνική τραγωδία. Αθήνα: Θεμέλιο, κεφ. 1‑3, σσ. 13‑77.
- Παπαθανασόπουλος, Σ. (2013). Τα ΜΜΕ στην Ελλάδα. Αθήνα: Καστανιώτης, κεφ. 4 «Πολιτική επικοινωνία και τηλεόραση», σσ. 88‑126.
- Μαραντζίδης, Ν. (2015). Λαϊκισμός και πολιτική στην Ελλάδα. Αθήνα: Επίκεντρο, κεφ. 2‑5, σσ. 33‑119.
- Βούλγαρης, Γ. (2008). Η μεταπολιτευτική Ελλάδα. Αθήνα: Θεμέλιο, σσ. 55‑144.
- Entman, R. (1993). “Framing: Toward Clarification of a Fractured Paradigm”. Journal of Communication, 43(4), 51‑58.
- Hall, S. (1997). Representation: Cultural Representations and Signifying Practices. London: Sage.
- Debord, G. (1967). The Society of the Spectacle. Paris: Buchet-Chastel, θέσεις 1‑34 και 192‑221.
- McNair, B. (2011). An Introduction to Political Communication. London: Routledge.
- Wodak, R. (2009). The Discourse of Politics in Action. London: Palgrave Macmillan.
- Fraser, N. (1990). “Rethinking the Public Sphere”. Social Text, 25/26, 56‑80.
- Butler, J. (1997). Excitable Speech: A Politics of the Performative. New York: Routledge.
- Eco, U. (1995). Ur‑Fascism. New York Review of Books.
- Arendt, H. (1971). The Life of the Mind. New York: Harcourt Brace.
Θεόδωρος Ατματζίδης
Ο Υποστράτηγος ΕΑ Θεόδωρος Ατματζίδης, έχει υπηρετήσει σε ανώτατες θέσεις στρατηγικής ασφάλειας, πληροφοριών, διοίκησης και διεθνών σχέσεων, με πολυετή υπηρεσία στο ΝΑΤΟ, στο ΓΕΣ και στο Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας. Υπηρέτησε ως Director – Assistant Chief of Staff (ACOS) (2019–2021), καθώς και ως Executive Officer στο Public Affairs Office (2006–2009) στο NATO SHAPE Mons- Βέλγιο , με ευθύνη στη στρατηγική επικοινωνία και διεθνή εκπροσώπηση. Διετέλεσε επίσης ως Τμηματάρχης στην Διεύθυνση Εξοπλισμών του ΓΕΣ , ως Διευθυντής Πληροφοριών και Ασφάλειας και Διευθυντής Αντικατασκοπείας στο ΓΕΕΘΑ, ενώ έχει διατελέσει και καθηγητής στη Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Διαθέτει μεταπτυχιακούς τίτλους στις Στρατηγικές Σπουδές και στη Διοίκηση .



Συγχαρητήρια στον στρατηγό Ατματζίδη , για την ‘διπλωματική” του σε θέματα γλώσσας , που προσιδιάζουν σε γλωσσολόγους .
Θα μπορούσε να αναφερθεί,-καλύτερα να ξεκινήσει το πόνημα του από τους -ποιους άλλους- Έλληνες Σοφιστές , οι οποίοι από τον Αβδηρίτη Πρωταγόρα με εκείνο ”το πάντων χρημάτων, μέτρον άνθρωπος”, διέσπασαν την λογική και κριτική σκέψη των φιλοσόφων,- ιδίως του Σταγειρίτη Αριστοτέλη- και αφού καθιερώθηκαν πέτυχαν να ποιούν τον ήττω λόγον κρείτω, αυτόν που έκτοτε χρησιμοποιούν οι επικοινωνιολόγοι και προπαγανδιστές και περισσότερο γλωσσοπλάστες λαϊκιστές πολιτικοί (αυτούς που γνωρίσαμε στην Μεταπολίτευση -ονόματα δεν γράφουμε-) οι οποίοι έμαθαν στους Έλληνες -δυστυχώς και στους πεπαιδευμένους- να ενημερώνονται από εφημερίδες και περιοδικά , που οι πρόγονοί μας δεν θα έπιαναν ούτε στα χέρια τους.
Τώρα μάλιστα με το διαδίκτυο όλος ο κόσμος έγινε Βαβέλ- στην Ελλάδα μας εδώ και τρία χρόνια με τη χειρότερη μορφή της-.
Έτσι θα πάει για μια γενιά ακόμη , με την πάσαν ελπίδα μας για επαναφορά στην συνεννοήσιμη κατάσταση από την Τεχνητή Νοημοσύνη , η οποία ”δεν αντέχει” τις ασυναρτησίες.
Σταύρος Αθαν.Ναλμπάντης
Ευχαριστώ για το σχόλιο……καμία σχέση με διπλωματική ούτε πόνημα…είναι ένα απλό άρθρο που σκοπό έχει να δείξει με απλά λόγια…(ότι από την μεταπολιτευση και μετά)..την μεγάλη απόσταση ανάμεσα στον λόγο και την πραγματικότητα, η οποία ενισχύει τη δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς και δείχνει την ανάγκη για πιο καθαρή, ειλικρινή και κριτική δημόσια συζήτηση.
Και εγώ ευχαριστώ για την άμεση απάντησή σας .
Εγώ χαρακτήρισα την ανάρτησή σας για την πληρότητά της(εκτός μάλιστα των επαγγελματικών σας προσληφθέντων) διπλωματική και σπουδαίο πόνημα- και σας ”συμπλήρωσα” ότι για την Μεταπολιτευτική γλωσσική και νοητική εξέλιξη πολλών -δυστυχώς- συνελλήνων ευθύνονται -ναι ευθύνονται -οι Σοφιστές και λαϊκιστές πολιτικοί μας και η λεξιπενία που επέβαλαν με το μονοτονικό ,τον τύπο και κυρίως τα χύδην περιοδικά της 10ετίας του 1980.
Υ.Γ Θα επανέλθω στο Σ.Α.Ν -έρρωσθε-.
Ευχαριστώ.