Του Γιώργου Τσουκαλά, ΔικηγόρουΠριν εκατόν δώδεκα χρόνια, η Θεσσαλονίκη άλλαξε χέρια και καθεστώς. Για τους Έλληνες ήταν η λευτεριά, αλλά για την πόλη ήταν πλέον η μοντέρνα εποχή. Η ελληνική Θεσσαλονίκη σηματοδοτεί το οριστικό διάβα της πόλης στην μοντέρνα και σύγχρονη ευρωπαϊκή εποχή.

Πράγματι, το ελληνικό κράτος εισήγαγε μετά το 1912, μια ευρωπαϊκού τύπου έννομο τάξη στην περιοχή, εντάσσοντας την βαλκανική γεωγραφία στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, ως τμήμα ενός ευρωπαϊκού έθνους κράτους. Μάλιστα μετά το 1981, με την ένταξη της Ελλάδας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, η περιοχή της Θεσσαλονίκης ως μέρος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, απολαμβάνει πλέον ένα εξαιρετικό κράτος δικαίου, στα πλαίσια σήμερα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η είσοδος της νεώτερης Ελλάδας στην Θεσσαλονίκη συμβολίζει το αργοπορημένο πλην αιφνίδιο τέλος του Παλαιού Καθεστώτος (Ancien Régime). Αναδρομικά, το παλιότερο οθωμανικό καθεστώς, εδραιωμένο ως αυταρχική δικαιοταξία, μιας πολυεθνικής, εν πολλοίς πολιτικοκοινωνικά καθυστερημένης αυτοκρατορίας παρά τις όποιες αποτυχημένες προσπάθειες μεταρρύθμισής της, με επικεφαλής έναν Σουλτάνο δεν θα μπορούσε ποτέ να προσφέρει μοντέρνους πολιτικούς όρους ζωής και θεσμικής εξέλιξης.
Άλλωστε και η νεώτερη Τουρκία, ως η επίσημη διάδοχος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, αν και διακηρυκτικά συνιστά ένα σύγχρονο έθνος κράτος, παρόλα αυτά συνεχίζει να διακρατά στοιχεία της αναχρονιστικής πολυεθνικής αυτοκρατορίας, καθώς στην επικράτειά της, κατοικεί τουλάχιστον ένα ακόμη πολυάριθμο έθνος, το κουρδικό, υπό καθεστώς μάλιστα απόλυτης πολιτικής καταπίεσης, ενώ η χώρα αυτή διαρκώς διχάζεται μεταξύ Ανατολής και Δύσης.

Μήπως κάτι ανάλογο δεν θα συνέβαινε και στην Θεσσαλονίκη, αν δεν μεσολαβούσε η μετάβασή της στο ελληνικό κράτος; Καθώς η ελληνική κυριαρχία σημαίνει για την Θεσσαλονίκη την οριστική πολιτική μετάβασή της στην νεωτερικότητα, τουλάχιστον από την πλευρά της πολιτικής εξέλιξης συνιστά αστικό μύθο, η αξιολογική θεώρηση της Θεσσαλονίκης ως δήθεν καλύτερης στην οθωμανική περίοδο παρά στην περίοδο του ελληνικού κράτους.
Ασφαλώς η Θεσσαλονίκη ως άστυ πολυεθνικών αυτοκρατοριών ήταν μια πόλη διαφορετική, μια πολυεθνική πολιτεία, ούτε όμως πιο πλούσια ήταν ούτε πιο εξελιγμένη πνευματικά και πολιτιστικά, και οι κάτοικοί της οι οποίοι δεν νοούνταν ως άνθρωποι με ατομικά δικαιώματα, φυσικά δεν περνούσαν καλύτερα στην αναχρονιστική πολιτικά καθημερινότητά τους.
Αδιαμφισβήτητα η μετάβαση της Θεσσαλονίκης στην ευρωπαϊκή εθνοκρατική δομή αφάνισε τις θρησκευτικές μειονότητες της ως τότε πολυπολιτισμικής πόλης, αν και το ελληνικό κράτος δεν θέλησε τον διωγμό τους, είτε ως αντανακλαστική συνέπεια του Μικρασιατικού πολέμου και της ανταλλαγής των μουσουλμάνων της Ελλάδας με τους Μικρασιάτες πρόσφυγες είτε λόγω της γερμανικής κατοχής κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και της ναζιστικής γενοκτονίας των Ελλήνων Εβραίων.

Τοιουτοτρόπως, μέσα από μία αλληλουχία δραματικών γεγονότων, επήλθε μία νέα, μοντέρνα τάξη πραγμάτων στην περιοχή, βασισμένη σε μια εθνοκρατική δομή, και εντέλει σήμερα μια ευρωπαϊκή ειρήνη, όπως εκπροσωπείται από τον νεοελληνικό παράγοντα.
Όμως, η Θεσσαλονίκη, σε αντίθεση με την νότια Ελλάδα που ελευθερώθηκε με επανάσταση των γηγενών πληθυσμών, απελευθερώθηκε όχι επειδή οι κάτοικοί της επαναστάτησαν κατά του Σουλτάνου, αλλά μέσω της βαλκανικής εκστρατείας του ελληνικού στρατού στην Οθωμανική αυτοκρατορία και των προσαρτήσεων κατά τους Βαλκανικούς πολέμους, περιοχών πολυεθνικών, όπου οι Έλληνες δεν ήσαν πάντοτε η συντριπτική πλειονότητα ή έστω η απόλυτη πλειοψηφία, παρά η σχετική.
Οι πληθυσμιακές ισορροπίες στην Θεσσαλονίκη μετεβλήθησαν συντριπτικά υπέρ του ελληνικού στοιχείου λόγω κυρίως της εγκατάστασης των Μικρασιατών προσφύγων και σε μικρότερο ποσοστό μέσω εσωτερικών μεταναστών από την νότιο Ελλάδα. Είναι άλλωστε γνωστό πως παραλίγο η νεώτερη Θεσσαλονίκη να γίνει βουλγαρική, αφού ο ελληνικός στρατός πρόλαβε για λίγες ώρες να εισέλθει πρώτος στην πόλη την 27η Οκτωβρίου 1912, αν και η πολιτεία παραδόθηκε από τους Τούρκους στους Έλληνες ανήμερα της γιορτής του Αγίου Δημητρίου, στις 26 Οκτωβρίου 1912.

Εξάλλου, η κυριαρχία του ελληνικού κράτους στην σημερινή βόρεια Ελλάδα έχει αμφισβητηθεί από τους Βουλγάρους μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά ακόμη και σήμερα συνεχίζει να αμφισβητείται μέσω εθνικιστικών τάσεων στο κράτος της Βόρειας Μακεδονίας. «Μικρὸν καλόν, μέγα ἀγαθόν», από ένα μικρό καλό μπορεί να έρθει ένα μεγάλο αγαθό, λέει μια αρχαιοελληνική παροιμία.
Τελικά, τι προσέφερε ο νεώτερος ελληνισμός στην Θεσσαλονίκη; Την νεωτερικότητα την ίδια, καθώς αν μη τι άλλο, η μοντέρνα Θεσσαλονίκη είναι αυτή καθ’ εαυτή, μια μεγάλη, νεοελληνική εποποιΐα!



Οι πολύ ωραίες φωτογραφίες της σημερινής Θεσσαλονίκης , που δείχνονται στο άρθρο δεν υπήρχαν μέχρι το 1955 .
Αυτή η όμορφη Θεσσαλονίκη έγινε επειδή πολύ την αγάπησε ο από το 1955 Μακεδών πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής , το άγαλμα του οποίου πρόλαβε και τοποθέτησε στην δική του νέα παραλία -κοντά στο Ξενοδοχείο Μακεδονία Παλλάς ο αγρίως ς συκοφαντηθείς και καταδικασθείς Δήμαρχος της κ. Παπαγεωργόπουλος , γιατί κατόπιν ο ”κοσμοπολίτης” και λίγα από άλλα διάδοχός του κ. Μπουτάρης σίγουρα θα καθυστερούσε την τοποθέτησή του.
Προτείνω όπως φιλοτεχνηθεί και τοποθετηθεί άγαλμα του παπαγεωργόπουλου (και Ψωμιάδη), πλησίον οικισμού ρομά, τείνον την δεξιάν προς χειραψίαν έμπροσθεν (χειρονομία τυπική αρμόζουσα στο σινάφι των πολιτικών) και έχον την αριστεράν ανάστροφα, με την παλάμη ανοικτήν (ίνα υποδεχτεί την μίζαν), τοποθετημένη όπισθεν επί της οσφύος, ελαφρώς κύπτον έμπροσθεν, κατά το πρότυπο του Χατζηαβάτη. Εις δε την βάσιν δε του αγάλματος δέον να αναγράφεται επί πινακίδας ο χρόνος φυλάκισης της τελεσίδικης καταδίκης και το υπεξαιρεθέν υπό του ανδρός ποσόν. Όπως πρέπει να τιμούμε και να εμπνεόμεθα από τους ευεργέτας, ωσαύτως οφείλουμε να ατιμούμε και να απογοητευόμεθα από τους κακεργέτας. Φρονώ ότι τα μνημεία καταισχύνης θα έχουν ίση, ει δε μη και μεγαλυτέραν, παιδευτική αξίαν προς τα μνημεία τιμής διά τας μέλλουσας γενεάς.
Αν είναι καλή η σκέψη σας σκεφθείτε ότι , θα γεμίσει η Ελλάδα από τέτοια αγάλματα ανθρώπων που έζησαν και ”μεγαλούργησαν” τις ωραίες εκείνες μέρες το ΠΑΣΟΚ.
Με φωλιές ”λερωμένες” δεν συκοφαντείς ούτε ”κουρελιάζεις” ,ας πούμε τον κ. Ψωμιάδη που κυκλοφορεί ελεύθερος.
Θα περάσουν πολλά χρόνια για να δουν οι πατριώτες Θεσσαλονικείς τέτοιους πατριώτες εκπροσώπους τους ,εκλεγμένους με ποσοστά άνω του 50%. Λιγότερος φανατισμός δεν θα σας έβλαπτε.
Μην μπερδεύεστε. Δεν είμαι φανατικός, είμαι σκληρός.
Απωλεσθείσης της ισχύος του, ο άλλοτε προπετής άρχων ψωμιάδης, τώρα ξεφούσκωτο παγώνι, επεδόθη σε ρεσιτάλ χαμέρπειας συρόμενος εν τη αδυναμία του στις τηλεοράσεις, επαιτώντας συμπάθεια από ένα άναυδο εκ του θλιβερού θεάματος κοινό. Τέτοιος ο πατριώτης.
Και μην σκοτίζεστε για τον αριθμό των αγαλμάτων. Ο Ευνούχος στις πύλες της δικαιοσύνης αγρυπνά για την τιμή της πολιτικής.
Για τον πατριωτισμό -αν σας ενδιαφέρει (εγώ μετράω και αυτόν)-και των δύο Νομάρχη και Δημάρχου της Θεσσαλονίκης προ του 2010 , έχουμε κάτι να πούμε στους νεότερους Θεσσαλονικείς, που ξέχασαν με τον επόμενο Δήμαρχο την μία Μακεδονία του Μεγαλέξαντρου τη χώρα;.
Τι ήταν για τους Θεσσαλονικείς οι κ.κ. Τσίπρας, Καμμένος και Κοτζιάς, οι οποίοι πάντως με τους δύο κυρίους Παπαγεωργόπουλο και Ψωμιάδη δεν θα υπέγραφαν την Συμφωνία των Πρεσπών;.
Να θυμηθούμε πως μεθοδεύτηκε και η μη ψήφιση για τον Δήμο Θεσσαλονίκης για ελάχιστους ψήφους του κ. Γκιουλέκα το 2010;.
Να είμαστε όχι σκληροί αλλά αληθινοί.
Αυτό προέχει και αυτό να αναζητούμε όλοι .