του Θεόδωρου Ατματζίδη, Υποστρατήγου ε.α.
Ανοιχτά σύνορα ή κλειστές κοινωνίες;
Εισαγωγή
Υπάρχει ένα παράδοξο στη σημερινή ευρωπαϊκή συζήτηση για τη μετανάστευση.
Από τη μία πλευρά βρίσκονται εκείνοι που θεωρούν ότι κάθε περιορισμός στη μετακίνηση ανθρώπων είναι περίπου συνώνυμος με τη ξενοφοβία, τον ρατσισμό ή τον φόβο απέναντι στο διαφορετικό. Από την άλλη βρίσκονται εκείνοι που αντιμετωπίζουν τον μετανάστη —και ιδιαίτερα τον παράτυπο μετανάστη— ως εν δυνάμει απειλή για την ασφάλεια, την κοινωνική συνοχή και την πολιτισμική ταυτότητα.
Και οι δύο προσεγγίσεις, όταν οδηγούνται στα άκρα, αδικούν την πραγματικότητα.
Ο άνθρωπος που μεταναστεύει δεν είναι από μόνος του πρόβλημα. Μπορεί να είναι ένας άνθρωπος που αναζητά εργασία, ασφάλεια ή μια καλύτερη ζωή. Μπορεί να είναι πρόσφυγας που εγκατέλειψε μια χώρα στην οποία κινδύνευε η ζωή του. Μπορεί όμως να είναι και κάποιος που εισέρχεται παράτυπα σε μια χώρα χωρίς να πληροί τις προϋποθέσεις παραμονής.
Αντίστοιχα, ούτε η μαζική μετανάστευση είναι αυτομάτως ευεργετική επειδή κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα να αναζητήσει μια καλύτερη ζωή.

Το πραγματικό ερώτημα είναι δυσκολότερο.
Πόσους ανθρώπους μπορεί να υποδεχθεί μια κοινωνία; Από ποιες κοινωνικές και πολιτισμικές συνθήκες προέρχονται; Τι έχουν ζήσει; Τι προσδοκούν από τη νέα τους χώρα; Και, κυρίως, είναι σε θέση και είναι διατεθειμένοι να ενταχθούν σε ένα κοινό σύστημα νόμων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων;
Κατά τη γνώμη μου, εδώ βρίσκεται το μεγαλύτερο κενό της ευρωπαϊκής συζήτησης.
Για πολλά χρόνια μιλούσαμε για τη μετανάστευση σαν να ήταν το τέλος της διαδρομής. Σαν να αρκούσε να φτάσει κάποιος στην Ευρώπη, να βρει στέγη, να εγγραφεί σε ένα σχολείο ή να βρει εργασία και η ένταξη θα ακολουθούσε σχεδόν μόνη της.
Δεν λειτουργεί έτσι.
Η είσοδος σε μια κοινωνία και η ένταξη σε αυτήν είναι δύο διαφορετικά πράγματα.
Το ψευδές δίλημμα των «ανοιχτών» και «κλειστών» συνόρων
Ένα από τα συνηθέστερα λάθη στη συζήτηση είναι η παρουσίαση του ζητήματος ως ενός απλού διλήμματος:
ή είσαι υπέρ των ανοιχτών κοινωνιών ή είσαι εναντίον των μεταναστών.
Αυτό είναι περισσότερο πολιτικό σύνθημα παρά σοβαρή ανάλυση.
Καμία σύγχρονη δημοκρατική πολιτεία δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς σύνορα, διαδικασίες εισόδου, καταγραφή, έλεγχο, κανόνες ασύλου και διαδικασίες επιστροφής για όσους δεν έχουν δικαίωμα παραμονής.
Αυτό δεν αποτελεί πλέον απλώς θέση ενός «σκληρού» πολιτικού χώρου. Είναι μέρος και της ίδιας της ευρωπαϊκής πολιτικής.
Το Σύμφωνο της ΕΕ για τη Μετανάστευση και το Άσυλο τέθηκε σε εφαρμογή στις 12 Ιουνίου 2026. Περιλαμβάνει κοινές διαδικασίες screening και καταγραφής των παράτυπων αφίξεων, διαδικασίες ασύλου, κανόνες για τη διαχείριση των εξωτερικών συνόρων και ταχύτερες διαδικασίες επιστροφής. [1][2][18]
Άρα το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η Ευρώπη θα έχει σύνορα.

Το έχει ήδη απαντήσει.
Το ερώτημα είναι πόσο αποτελεσματικά θα τα διαχειρίζεται και τι θα συμβαίνει μετά την είσοδο ενός ανθρώπου στην κοινωνία.
Εδώ, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται η ουσία.
Δεν αρκεί να ξέρεις πόσοι μπήκαν.
Πρέπει να ξέρεις ποιοι μπήκαν, για ποιο λόγο, με ποιο καθεστώς, τι χρειάζονται και τι μπορεί ρεαλιστικά να προσφέρει η κοινωνία υποδοχής.
Είναι πραγματικά «κλειστή» η Δύση;
Είναι επίσης δύσκολο να υποστηριχθεί σοβαρά ότι οι δυτικές κοινωνίες παρέμειναν κλειστές απέναντι στη μετανάστευση.
Η Ευρώπη έχει δεχθεί εκατομμύρια ανθρώπους τις τελευταίες δεκαετίες. Μετανάστες και πρόσφυγες έχουν ενταχθεί στα εκπαιδευτικά συστήματα, στις αγορές εργασίας, στις υπηρεσίες υγείας και στην καθημερινή κοινωνική ζωή.
Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιμετωπίζει την ένταξη ως βασικό τμήμα της ευρωπαϊκής πολιτικής, δίνοντας έμφαση στην εκπαίδευση, στη γλώσσα, στην απασχόληση, στη στέγαση και στην υγειονομική περίθαλψη. [3][10]
Και αυτό είναι σημαντικό.
Γιατί δείχνει ότι η Ευρώπη δεν έχει απλώς ανοίξει τα σύνορά της σε διαφορετικούς πληθυσμούς. Έχει επίσης δημιουργήσει μηχανισμούς για να τους εντάξει.
Το πρόβλημα είναι ότι για μεγάλο διάστημα υπήρξε η υπόθεση πως η κοινωνική ένταξη θα προκύψει σχεδόν αυτόματα από την οικονομική και κοινωνική συμμετοχή.
Δεν συμβαίνει όμως αυτόματα.
- Η γλώσσα δεν μαθαίνεται αυτόματα.
- Η αποδοχή των θεσμών δεν γίνεται αυτόματα.
- Η κοινωνική κινητικότητα δεν γίνεται αυτόματα.
- Η αποδοχή της ισότητας ανδρών και γυναικών δεν γίνεται αυτόματα.
- Η σχέση με την κοσμικότητα, την ελευθερία της έκφρασης και το κράτος δικαίου δεν γίνεται αυτόματα.
- Η σχέση με το κράτος δικαίου δεν γίνεται αυτόματα.
Και το αίσθημα ότι «ανήκω» στη χώρα όπου ζω δεν δημιουργείται επειδή απλώς απέκτησα μια διεύθυνση κατοικίας.
Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει ότι παραμένουν σημαντικές δυσκολίες στην εκπαίδευση, στην αναγνώριση προσόντων, στην αγορά εργασίας, στη στέγαση και στην πρόσβαση στην υγεία. [3]
Επομένως, το ζήτημα δεν είναι ότι η Ευρώπη δεν είναι αρκετά ανοιχτή.
Είναι ότι η ανοιχτή κοινωνία δεν αρκεί από μόνη της για να δημιουργήσει κοινή κοινωνία.

Τι σημαίνει πραγματικά «ενσωμάτωση»
Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι.
Ενσωμάτωση δεν σημαίνει ότι ένας άνθρωπος πρέπει να εγκαταλείψει την καταγωγή του.
Δεν χρειάζεται να ξεχάσει τη γλώσσα της οικογένειάς του. Δεν χρειάζεται να εγκαταλείψει τη θρησκεία του. Δεν χρειάζεται να αρνηθεί την ιστορία ή τον πολιτισμό του.
Μπορεί να είναι μουσουλμάνος, χριστιανός, Εβραίος ή άθεος.
Μπορεί να ακούει αραβική μουσική, να μιλά ελληνικά και αραβικά στο σπίτι, να μαγειρεύει φαγητά της πατρίδας του και να επισκέπτεται τους συγγενείς του.
Το κρίσιμο σημείο βρίσκεται αλλού.
Όταν προκύπτει σύγκρουση ανάμεσα σε μια προσωπική ή κοινοτική επιταγή και στον νόμο του δημοκρατικού κράτους, ποιος έχει τον τελευταίο λόγο;
Η απάντηση πρέπει να είναι σαφής:
Ο ΝΟΜΟΣ.
Η ενσωμάτωση προϋποθέτει αποδοχή του κοινού θεσμικού πλαισιού της κοινωνίας στην οποία ζει
- ισότητα ενώπιον του νόμου,
- ελευθερία συνείδησης,
- ελευθερία έκφρασης,
- ανεξάρτητη δικαιοσύνη,
- ισότητα ανδρών και γυναικών,
- προστασία των παιδιών,
- ατομικά δικαιώματα,
- υπεροχή του Συντάγματος και του νόμου έναντι οποιασδήποτε θρησκευτικής ή κοινοτικής επιταγής.
Αυτές δεν είναι «δυτικές προκαταλήψεις».
Είναι οι βασικοί κανόνες μιας φιλελεύθερης δημοκρατίας. Και το ίδιο πρέπει να ισχύει για όλους.
Δεν μπορεί να υπάρχει διαφορετικός νόμος για τον μουσουλμάνο, διαφορετικός για τονΕβραίο, διαφορετικός για τον χριστιανό και διαφορετικός για τον άθεο.
Η θρησκευτική ελευθερία είναι ατομικό δικαίωμα. Δεν σημαίνει όμως ότι κάθε θρησκευτική επιταγή μπορεί να αποκτήσει κρατική νομική ισχύ.

Το δύσκολο ζήτημα του Ισλάμ
Δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι όλοι οι μουσουλμάνοι είναι μη αφομοιώσιμοι στο σύνολο τους. Αυτό θα ήταν απλώς μια αβάσιμη γενίκευση.
Η έρευνα της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (FRA) είναι μάλιστα ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα. Το 76% των μουσουλμάνων που συμμετείχαν στην έρευνα EU-MIDIS II δήλωσε ότι αισθάνεται ισχυρό δεσμό με τη χώρα στην οποία ζει, ενώ η έρευνα κατέγραψε επίσης σημαντικά επίπεδα εμπιστοσύνης στους δημόσιους θεσμούς. Παράλληλα όμως κατέγραψε εμπειρίες διακρίσεων και παρενόχλησης. [17]
Αυτό από μόνο του καταρρίπτει δύο διαφορετικούς μύθους.
Ο πρώτος είναι ότι οι μουσουλμάνοι στην Ευρώπη αποτελούν συλλογικά μια ξένη και μη ενταγμένη κοινωνία.
Ο δεύτερος είναι ότι η ένταξη έχει ολοκληρωθεί και δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα.
Η πραγματικότητα βρίσκεται κάπου στη μέση.
Υπάρχουν εκατομμύρια μουσουλμάνοι που έχουν ενταχθεί στις ευρωπαϊκές κοινωνίες και αισθάνονται ότι αυτές είναι πλέον οι κοινωνίες τους.
Υπάρχουν όμως και πραγματικές συζητήσεις γύρω από τη σχέση θρησκείας και κράτους, την ισότητα των φύλων, την ελευθερία έκφρασης, την αποστασία από τη θρησκεία, τη σεξουαλικότητα και τη σχέση θρησκευτικών κανόνων με το κρατικό δίκαιο.
Αυτό δεν αφορά όλους τους μουσουλμάνους, αλλά και παλί αρκετά εκατομμύρια αυτών.
Αφορά όμως ορισμένες ερμηνείες και πρακτικές του ισλαμικού δικαίου.
Και δεν υπάρχει κανένας λόγος να φοβόμαστε να το συζητήσουμε, γιατί υπάρχει και ένα 24%, που με βάση του αριθμούς, είναι μεγάλος αριθμός μουσουλμάνων.

Η Σαρία και τα όρια της θρησκευτικής ελευθερίας
Η Σαρία δεν είναι ένα ενιαίο και παντού ίδιο νομικό σύστημα. Υπάρχουν διαφορετικές σχολές, ερμηνείες και πρακτικές.
Επομένως, είναι λάθος να εξισώνεται αυτομάτως η προσωπική πίστη ενός μουσουλμάνου με την απαίτηση εφαρμογής της Σαρίας ως παράλληλου κρατικού δικαίου.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν μια θρησκευτική αντίληψη διεκδικεί νομική προτεραιότητα έναντι του κοινού δικαίου του κράτους.
Και εδώ η Ελλάδα έχει ένα εξαιρετικά χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Για ιστορικούς λόγους, στη μουσουλμανική μειονότητα της Δυτικής Θράκης υπήρχε δυνατότητα εφαρμογής κανόνων της Σαρίας σε ορισμένες οικογενειακές και κληρονομικές υποθέσεις μέσω των μουφτήδων.
Η υπόθεση Molla Sali κατά Ελλάδας έφερε το ζήτημα μέχρι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Η Chatitze Molla Sali, Ελληνίδα μουσουλμάνα από τη Δυτική Θράκη, είχε κληρονομήσει την περιουσία του συζύγου της βάσει διαθήκης που είχε συνταχθεί σύμφωνα με τον ελληνικό Αστικό Κώδικα. Ωστόσο, τα ελληνικά δικαστήρια έκριναν ότι στην υπόθεση έπρεπε να εφαρμοστεί ισλαμικό κληρονομικό δίκαιο. Το αποτέλεσμα ήταν να στερηθεί μεγάλο μέρος της κληρονομιάς της. [19]
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε το 2018 ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 14 της ΕΣΔΑ σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αρ. 1, δηλαδή διακριτική μεταχείριση σε σχέση με την προστασία της περιουσίας. [19]
Η υπόθεση έχει ιδιαίτερη σημασία για τη συζήτηση περί ενσωμάτωσης.
Γιατί το πρόβλημα δεν είναι εάν ένας μουσουλμάνος επιθυμεί να προσεύχεται, να νηστεύει, να τηρεί τις θρησκευτικές του παραδόσεις ή να μεγαλώνει τα παιδιά του σύμφωνα με την πίστη του. Αυτά προστατεύονται από την ευρωπαϊκή νομοθεσία περί θρησκευτικής ελευθερίας. Το ίδιο το άρθρο 10 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ προστατεύει την ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος άσκησης ή αλλαγής θρησκείας. [20]
Το ζήτημα τίθεται όταν η θρησκευτική ταυτότητα μετατρέπεται από ατομικό δικαίωμα σε απαίτηση για διαφορετικό νομικό καθεστώς.
Εκεί δημιουργείται μια θεμελιώδης σύγκρουση.

Η ευρωπαϊκή δημοκρατία στηρίζεται στην αρχή ότι ένας νόμος ισχύει για όλους. Ο πολίτης δεν έχει διαφορετικά δικαιώματα επειδή είναι μουσουλμάνος, χριστιανός, Εβραίος ή άθεος. Η θρησκευτική του ταυτότητα προστατεύεται, αλλά δεν δημιουργεί διαφορετική βαθμίδα δικαιοσύνης.
Αυτό ακριβώς είναι το όριο που πρέπει να είναι απολύτως σαφές και κατανοητό από όλους.
Θρησκευτική ελευθερία, ναι. Παράλληλο θρησκευτικό δίκαιο πάνω από το κοινό δίκαιο, όχι.
Και εδώ βρίσκεται ένα από τα δυσκολότερα ζητήματα της ευρωπαϊκής ενσωμάτωσης. Η ένταξη δεν μπορεί να σημαίνει απλώς οικονομική συμμετοχή ή γεωγραφική εγκατάσταση. Δεν αρκεί ένας άνθρωπος να εργάζεται σε μια ευρωπαϊκή χώρα, να πληρώνει φόρους και να κατοικεί σε μια ευρωπαϊκή πόλη.
Η ουσιαστική ενσωμάτωση προϋποθέτει και αποδοχή του κοινού θεσμικού πλαισίου.
Αυτό αφορά όλους, όχι μόνο τους μουσουλμάνους.
Αν ένας χριστιανός, ένας μουσουλμάνος, ένας εβραίος, ένας άθεος ή οποιοσδήποτε άλλος πολίτης θεωρεί ότι οι προσωπικές του πεποιθήσεις υπερισχύουν του Συντάγματος και του νόμου, τότε δημιουργείται πρόβλημα δημοκρατικής συμβατότητας.
Στην περίπτωση όμως της Σαρίας, το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή ορισμένες παραδοσιακές ερμηνείες του ισλαμικού δικαίου περιλαμβάνουν κανόνες που μπορούν να έρθουν σε σύγκρουση με σύγχρονες ευρωπαϊκές αντιλήψεις περί ισότητας των φύλων, ατομικής αυτονομίας και ενιαίας εφαρμογής του δικαίου.
Το ίδιο το Συμβούλιο της Ευρώπης έχει επισημάνει στο παρελθόν προβλήματα που συνδέονταν με την εφαρμογή της Σαρίας στη Δυτική Θράκη, ιδίως ως προς τα δικαιώματα γυναικών και παιδιών. [19]
Αυτό δεν σημαίνει συγκεκριμένα:
ότι υπάρχει ένα πραγματικό πεδίο σύγκρουσης ανάμεσα σε ορισμένες ερμηνείες του ισλαμικού δικαίου και στις θεμελιώδεις αρχές του ευρωπαϊκού κράτους δικαίου.
Και αυτή η σύγκρουση δεν πρέπει να κρύβεται πίσω από τον φόβο μήπως μια τέτοια συζήτηση χαρακτηριστεί «ισλαμοφοβική».
Αντίθετα, πρέπει να συζητείται με ακρίβεια και ουσιαστικά.
Γιατί μόνο έτσι μπορεί να προστατευθεί ταυτόχρονα και η θρησκευτική ελευθερία των μουσουλμάνων και η ισότητα όλων των πολιτών.

Το πραγματικό ζήτημα λοιπόν είναι ποιος έχει τον τελευταίο λόγο
Η Ευρώπη δεν ζητά από έναν μουσουλμάνο να πάψει να είναι μουσουλμάνος.
Ζητά και πρέπει να ζητά, να αποδέχεται ότι, όταν υπάρχει σύγκρουση ανάμεσα σε μια θρησκευτική επιταγή και στον νόμο του δημοκρατικού κράτους, ο νόμος του κράτους είναι αυτός που υπερισχύει.
Αυτό αποτελεί βασική αρχή που εφαρμόζεται σε κάθε θρησκεία. Η θρησκευτική ελευθερία είναι δικαίωμα. Η επιβολή ενός θρησκευτικού νομικού συστήματος σε όλους τους πολίτες δεν είναι.
Και αυτή η διάκριση είναι θεμελιώδης για την πραγματική ένταξη.
Η ίδια η ευρωπαϊκή νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι η ελευθερία θρησκείας αποτελεί θεμέλιο μιας δημοκρατικής κοινωνίας, αλλά ταυτόχρονα προστατεύει και την ελευθερία του ανθρώπου να μην έχει θρησκευτική πίστη ή να αλλάξει θρησκεία. [19][20]
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί μια κοινωνία πραγματικά ελεύθερη δεν προστατεύει μόνο τη δυνατότητα κάποιου να ακολουθεί μια θρησκεία.
Προστατεύει και το δικαίωμα κάποιου να την εγκαταλείψει.
Και ακριβώς εδώ βρίσκεται μία από τις βαθύτερες διαφορές ανάμεσα στη φιλελεύθερη ευρωπαϊκή αντίληψη των ατομικών δικαιωμάτων και στις πιο θεοκρατικές εκδοχές θρησκευτικού δικαίου.
Επομένως, το ερώτημα δεν είναι εάν το Ισλάμ μπορεί να υπάρξει στην Ευρώπη.
Φυσικά και μπορεί.

Το ερώτημα είναι ποια εκδοχή της θρησκευτικής και κοινωνικής του έκφρασης μπορεί να συνυπάρξει με το ευρωπαϊκό κράτος δικαίου.
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε η απαγόρευση της θρησκείας ούτε η άκριτη αποδοχή κάθε πρακτικής στο όνομα της πολυπολιτισμικότητας.
Η απάντηση πρέπει να είναι ένας κανόνας για όλους:
ελεύθερη θρησκευτική συνείδηση, αλλά ένας κοινός νόμος για όλους.
Και αυτός ο κανόνας αποτελεί ίσως την ελάχιστη προϋπόθεση για να μπορέσει η πολυπολιτισμικότητα να μετατραπεί σε πραγματική κοινωνική ενσωμάτωση.
Και η ίδια η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη φαίνεται να αντιλαμβάνεται αυτή τη διάκριση. Έρευνα του Pew Research Center σε χώρες της Δυτικής Ευρώπης έδειξε ότι η μεγάλη πλειονότητα των ερωτηθέντων ήταν διατεθειμένη να αποδεχθεί μουσουλμάνους ως γείτονες ή μέλη της οικογένειας, ενώ ταυτόχρονα οι απόψεις διχάζονταν όταν το ερώτημα μεταφερόταν από τον άνθρωπο στο κατά πόσο το Ισλάμ είναι συμβατό με τις εθνικές αξίες και τον πολιτισμό κάθε χώρας. [12][13]
Η Pew έχει επίσης καταγράψει ότι η προσωπική επαφή με μουσουλμάνους συνδέεται με θετικότερες αντιλήψεις για τους μουσουλμάνους και το Ισλάμ. [14]
Αυτό δεν αποδεικνύει ότι το Ισλάμ είναι «ασυμβίβαστο» με τη Δύση.
Αποδεικνύει όμως ότι η πολιτισμική και θεσμική συμβατότητα αποτελεί πραγματικό αντικείμενο κοινωνικής διαμάχης και όχι επινόηση μιας πολιτικής μειοψηφίας. [12][13]

Δεν μεταφέρεται μόνο ένας άνθρωπος. Μεταφέρεται και μια εμπειρία ζωής
Εδώ βρίσκεται ένα δεύτερο ζήτημα που θεωρώ ότι υποτιμάται.
Δεν είναι όλες οι μεταναστευτικές διαδρομές ίδιες.
Άλλος είναι ο άνθρωπος που μεταναστεύει από μια σχετικά σταθερή χώρα για οικονομικούς λόγους, έχει εκπαίδευση, επαγγελματική εμπειρία και γνωρίζει ότι πηγαίνει σε μια κοινωνία με διαφορετικούς κανόνες.
Και άλλος είναι ένας άνθρωπος που έχει μεγαλώσει μέσα σε εμφύλιο πόλεμο, πολιτική βία ή κοινωνική κατάρρευση.
Ο δεύτερος δεν φτάνει στην Ευρώπη ως «λευκή σελίδα».
Έρχεται με μια ολόκληρη ιστορία.
Έρχεται με μνήμες, απώλειες, οικογενειακές αφηγήσεις, φόβους, θρησκευτικές και κοινωνικές αντιλήψεις. Με εικόνες βίας, συγκεκριμένη αντίληψη για την εξουσία, την οικογένεια, τη θρησκεία και την κοινωνική τάξη, που μπορεί να έχουν διαμορφωθεί σε εντελώς διαφορετικό περιβάλλον.
Η EUAA αναφέρει ότι αιτούντες διεθνή προστασία μπορεί να έχουν βιώσει πόλεμο, βασανιστήρια, σεξουαλική βία ή απώλεια μελών της οικογένειάς τους. Στην έρευνα του Finnish Institute for Health and Welfare που επικαλείται η EUAA, το 80% των αιτούντων άσυλο που έφτασαν στη Φινλανδία είχε βιώσει κάποιο τραυματικό γεγονός στη χώρα προέλευσης ή κατά τη διαδρομή. [4]
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι όλοι απαραίτητα βίαιοι.
Δεν σημαίνει ότι είναι εχθρικοί προς την Ευρώπη.
Και ασφαλώς δεν σημαίνει ότι ένα παιδί πρέπει να θεωρείται υπεύθυνο για όσα συνέβησαν πριν γεννηθεί.
Σημαίνει κάτι πολύ απλούστερο:
αν θέλουμε πραγματική πολιτική ένταξης, πρέπει να γνωρίζουμε την αφετηρία των ανθρώπων που καλούμαστε να εντάξουμε.

Το τραύμα δεν είναι ιδεολογία, ούτε όμως πρέπει να αγνοείται
Το τραύμα και η πολιτισμική προέλευση δεν πρέπει να συγχέονται.
Ένας άνθρωπος μπορεί να έχει υποστεί τραύμα και να ενσωματωθεί εξαιρετικά καλά.
Μπορεί επίσης να έχει μεγαλώσει σε διαφορετικό πολιτισμικό περιβάλλον και να προσαρμοστεί πλήρως στην κοινωνία υποδοχής.
Από την άλλη, η κοινωνία δεν μπορεί να θεωρεί ότι όλες οι προηγούμενες εμπειρίες ενός ανθρώπου εξαφανίζονται τη στιγμή που περνά τα σύνορα.
Η UNHCR έχει δώσει ιδιαίτερη έμφαση στην εκπαίδευση, στη γλωσσική υποστήριξη, στην κοινωνική σύνδεση και στην ψυχοκοινωνική υποστήριξη των προσφύγων και ιδιαίτερα των νέων. [6][7]
Το ζήτημα βρίσκεται αλλού.
Ένας άνθρωπος μπορεί να μεταφέρει μαζί του όχι μόνο το προσωπικό του τραύμα αλλά και τις κοινωνικές και πολιτισμικές αντιλήψεις μέσα στις οποίες διαμορφώθηκε.
Αυτό είναι πολύ διαφορετικό.
Η εμπειρία του πολέμου μπορεί να αφήσει τραύμα.
Το κοινωνικό περιβάλλον όμως μέσα στο οποίο πραγματοποιήθηκε ο πόλεμος μπορεί να έχει ήδη διαμορφώσει αντιλήψεις για την εξουσία, τη θρησκεία, τη βία, την οικογένεια, τη γυναίκα, την τιμή, την κοινότητα και τον «άλλο».
Και αυτές οι αντιλήψεις μπορούν να μεταφέρονται από γενιά σε γενιά.
Όχι αναγκαστικά. Όχι πάντα. Αλλά μπορούν.
Και ακριβώς γι’ αυτό η πολιτική ένταξης δεν μπορεί να περιορίζεται σε ένα επίδομα, ένα διαμέρισμα και μια θέση σε ένα σχολείο.
Χρειάζεται γλώσσα, εκπαίδευση, επαφή με την κοινωνία, γνώση των θεσμών και χρειάζεται σαφής γνώση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων. [3][6][7]

Η δεύτερη γενιά είναι το πραγματικό τεστ
Η πρώτη γενιά γνωρίζει συνήθως ότι είναι μετανάστης.
Η δεύτερη γενιά βρίσκεται σε μια διαφορετική θέση.
Γεννιέται ή μεγαλώνει στην Ευρώπη. Πηγαίνει στα ευρωπαϊκά σχολεία. Μιλά τη γλώσσα της χώρας. Έχει Ευρωπαίους φίλους. Παρακολουθεί τις ίδιες ταινίες, ακούει την ίδια μουσική και χρησιμοποιεί τις ίδιες πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης.
Την ίδια στιγμή, όμως, μέσα στην οικογένεια μπορεί να συνεχίζονται διαφορετικές γλωσσικές, θρησκευτικές και πολιτισμικές παραδόσεις.
Αυτό από μόνο του δεν αποτελεί πρόβλημα.
Μπορεί μάλιστα να αποτελέσει πλεονέκτημα.
Το πρόβλημα δημιουργείται όταν το παιδί αισθάνεται ότι πρέπει να επιλέξει ανάμεσα στις δύο ταυτότητες ή, ακόμη χειρότερα, όταν μεγαλώνει με την αντίληψη ότι η κοινωνία στην οποία γεννήθηκε δεν είναι πραγματικά δική του.
Η έρευνα του Joint Research Centre της Ευρωπαϊκής Επιτροπής έχει δείξει ότι τα παιδιά δεύτερης γενιάς αντιμετωπίζουν σε αρκετές χώρες εκπαιδευτικά μειονεκτήματα σε σχέση με τους γηγενείς συνομηλίκους τους, ενώ η ηλικία άφιξης και η ποιότητα του εκπαιδευτικού συστήματος παίζουν σημαντικό ρόλο. [9]
Αυτό σημαίνει ότι η δεύτερη γενιά δεν είναι ούτε «χαμένη γενιά» ούτε αυτομάτως επιτυχημένη γενιά.
Είναι το πραγματικό τεστ της πολιτικής ένταξης.

Ένα σχολείο μπορεί να δείξει περισσότερα από μια πολιτική ομιλία
Ας πάρουμε ένα απλό παράδειγμα.
Σε μια σχολική τάξη μπορεί να υπάρχουν παιδιά ελληνικής, αλβανικής, αραβικής, αφρικανικής ή άλλης καταγωγής.
Εάν όλα μαθαίνουν την ίδια γλώσσα, ακολουθούν το ίδιο πρόγραμμα, συμμετέχουν στις ίδιες δραστηριότητες, έχουν τις ίδιες υποχρεώσεις και μπορούν να κάνουν φίλους χωρίς να χωρίζονται σε κλειστές κοινότητες, τότε η διαφορετικότητα λειτουργεί ως μέρος μιας κοινής κοινωνίας.
Εάν όμως η γλώσσα της χώρας παραμένει περιορισμένη, η οικογένεια και η κοινότητα λειτουργούν ως σχεδόν αποκλειστικός κοινωνικός κόσμος και το σχολείο δεν καταφέρνει να δημιουργήσει κοινό πλαίσιο αναφοράς, τότε η διαδικασία είναι διαφορετική.
Δεν σημαίνει ότι το παιδί είναι «πρόβλημα».
Σημαίνει ότι η πολιτική ένταξης απέτυχε να δημιουργήσει κοινό χώρο καθώς επίσης φαναρώνει και την πεισματική προσκόλληση των μειονοτικών κοινωνιών στις δικες τους πολιτισμικες παραδόσεις και αρχές και την αρνήση τους για ενσωμάτωση.
Η γλώσσα και η ιστορία, επομένως, δεν είναι απλώς εργαλεία επικοινωνίας.
Είναι και εργαλεία συμμετοχής.

Από τη μετανάστευση στην πολιτισμική μεταφορά
Δεν αρκεί να γνωρίζουμε πόσοι άνθρωποι εισέρχονται σε μια χώρα.
Πρέπει να γνωρίζουμε και:
- από ποιες περιοχές προέρχονται,
- σε ποια ηλικία φτάνουν,
- ποιο είναι το εκπαιδευτικό τους επίπεδο,
- ποια γλώσσα μιλούν,
- ποια είναι η οικογενειακή τους κατάσταση,
- εάν προέρχονται από εμπόλεμες περιοχές,
- τι είδους εμπειρίες έχουν βιώσει,
- και ποιες είναι οι ανάγκες τους για πραγματική ένταξη.
Αυτό δεν είναι συλλογική ενοχοποίηση.
Είναι σοβαρή δημόσια πολιτική.
Ο OECD έχει καταγράψει σημαντικές διαφορές ανάμεσα στις κατηγορίες μεταναστών ως προς την εκπαίδευση, την απασχόληση και την ταχύτητα ένταξης. Οι ανθρωπιστικοί μετανάστες αντιμετωπίζουν συχνά μεγαλύτερα εμπόδια από εκείνους που μετακινούνται για εργασία. [8]
Η περίπτωση των Ουκρανών προσφύγων είναι επίσης χαρακτηριστική. Η μαζική μετακίνηση μετά το 2022 συνοδεύτηκε από γρήγορη πρόσβαση στην αγορά εργασίας σε αρκετές χώρες, μεταξύ άλλων επειδή υπήρχαν ήδη εκπαιδευτικά και επαγγελματικά προσόντα, δίκτυα και πολιτικές που διευκόλυναν την ένταξη. [8]
Άρα δεν είναι όλοι οι μεταναστευτικοί πληθυσμοί ίδιοι.
Και όποιος αρνείται αυτή την πραγματικότητα δεν κάνει πιο ανθρώπινη την πολιτική.
Την κάνει απλώς λιγότερο αποτελεσματική.

Όταν η πολιτική αρνείται τις διαφορές, αποτυγχάνει
Για χρόνια υπήρξε μια τάση να αντιμετωπίζονται όλοι οι μετανάστες ως μία ενιαία κατηγορία.
Αυτό είναι πολιτικά βολικό.
Δεν είναι όμως αποτελεσματικό.
Άλλες ανάγκες έχει ένας οικονομικός μετανάστης, άλλες ένας πρόσφυγας από εμπόλεμη περιοχή, άλλες ένα ασυνόδευτο παιδί και άλλες ένας νέος που γεννήθηκε στην Ευρώπη και ανήκει στη δεύτερη γενιά.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει ήδη ότι η εκπαίδευση, η γλώσσα, η απασχόληση και η πρόσβαση στην υγεία αποτελούν βασικούς παράγοντες ένταξης. [3]
Το πρόβλημα είναι ότι η συζήτηση συχνά σταματά στην κοινωνική υποστήριξη και δεν φτάνει στο δυσκολότερο ερώτημα:
Τι ακριβώς ζητάμε από τον άνθρωπο που έρχεται να ενταχθεί;
Εάν η απάντηση είναι «τίποτα, διότι οποιαδήποτε απαίτηση αποτελεί πολιτισμική καταπίεση», τότε δεν έχουμε πολιτική ένταξης.
Έχουμε πολιτική συνύπαρξης διαφορετικών κοινοτήτων.
Και αυτό είναι κάτι εντελώς διαφορετικό.

Το πρόβλημα των παράλληλων κοινωνιών
Μια πολυπολιτισμική κοινωνία μπορεί να λειτουργήσει.
Μια κοινωνία όμως με πολλαπλά και ανταγωνιστικά συστήματα κανόνων είναι πολύ πιο δύσκολο να λειτουργήσει.
Εάν μια κοινότητα διατηρεί τη γλώσσα της, τη θρησκεία της, την κουζίνα της και τις παραδόσεις της, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα.
Εάν όμως δημιουργεί κλειστά κοινωνικά δίκτυα όπου ο νόμος του κράτους υποχωρεί μπροστά σε άγραφους κοινοτικούς κανόνες, τότε το πρόβλημα είναι διαφορετικό και σοβαρό.
Η Ευρώπη δεν μπορεί να αποδεχθεί ότι η βία μέσα στην οικογένεια είναι «πολιτισμικό ζήτημα».
Δεν μπορεί να αποδεχθεί ότι ο εξαναγκασμός μιας γυναίκας μπορεί να δικαιολογείται από την παράδοση.
Δεν μπορεί να αποδεχθεί ότι ένα παιδί μπορεί να στερείται τις ελευθερίες του λόγω οικογενειακής ή θρησκευτικής επιταγής.
Και δεν μπορεί να αποδεχθεί ότι η ελευθερία της έκφρασης πρέπει να περιορίζεται επειδή μία θρησκευτική ομάδα θεωρεί προσβλητική μία άποψη.
Το κοινό κράτος δικαίου πρέπει να παραμένει κοινό και για όλους.
Αυτό ακριβώς είναι και το ουσιαστικό δίδαγμα της υπόθεσης Molla Sali: η προστασία της θρησκευτικής ταυτότητας δεν μπορεί να οδηγεί σε διαφορετική μεταχείριση των πολιτών στο πεδίο του δικαίου. [19]

Η περίεργη σύγκλιση γύρω από τα «ανοιχτά σύνορα»
Υπάρχει και ένα πολιτικό ζήτημα που αξίζει να εξετάζεται χωρίς υπερβολές.
Υπέρ μιας πιο φιλελεύθερης μεταναστευτικής πολιτικής μπορούν να βρεθούν πολιτικά και κοινωνικά υποκείμενα με εντελώς διαφορετικά κίνητρα:
- ανθρωπιστικές οργανώσεις,
- φιλελεύθεροι διεθνιστές,
- τμήματα της Αριστεράς,
- επιχειρήσεις που χρειάζονται εργατικό δυναμικό,
- διεθνείς οργανισμοί,
- θρησκευτικές οργανώσεις,
- οργανώσεις δικαιωμάτων,
- και τμήματα των ίδιων των μεταναστευτικών κοινοτήτων.
Αυτό δεν αποδεικνύει από μόνο του κάποια ενιαία μυστική συνωμοσία, αλλά καθίσταται προβληματικό αν όχι περίεργο.
Βέβαια μπορεί απλά να πρόκειται για σύγκλιση διαφορετικών συμφερόντων.
Κάποιος μπορεί να βλέπει ανθρωπιστική υποχρέωση. Κάποιος άλλος οικονομικό όφελος. Κάποιος τρίτος δημογραφικό όφελος. Κάποιος τέταρτος ιδεολογική συνέπεια.
Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι παρόμοιο χωρίς τα κίνητρα να είναι ίδια.
Γι’ αυτό χρειάζεται έρευνα πάνω σε συγκεκριμένες χρηματοδοτήσεις, αποφάσεις και πολιτικές θέσεις — όχι κατασκευή ενός ενιαίου «κέντρου» που υποτίθεται ότι ελέγχει τα πάντα.

Ο ΟΗΕ και η μετανάστευση
Το Global Compact for Safe, Orderly and Regular Migration του ΟΗΕ έχει συχνά παρουσιαστεί από τους επικριτές του ως σχέδιο κατάργησης των εθνικών συνόρων.
Αυτό όμως δεν προκύπτει από το ίδιο το κείμενο.
Το Σύμφωνο είναι μη δεσμευτικό και αναγνωρίζει την κυριαρχία των κρατών και το δικαίωμά τους να καθορίζουν τις μεταναστευτικές και μεταναστευτικές-μεταναστευτικές πολιτικές τους. [15]
Άρα η συζήτηση πρέπει να γίνει αλλού.
Πόσο αποτελεσματικά διαχειρίζεται ένα κράτος τα σύνορά του;
Ποιους νόμιμους δρόμους εισόδου επιλέγει να διαθέτει;
Πώς αντιμετωπίζει τους αιτούντες ασύλου;
Πώς επιστρέφει όσους δεν δικαιούνται προστασία;
Πώς αντιμετωπίζει τους διακινητές;
Και κυριώς πώς διασφαλίζει ότι η ανθρωπιστική υποχρέωση δεν μετατρέπεται σε αδυναμία εφαρμογής της μεταναστευτικής πολιτικής;
Αυτές είναι οι πραγματικές ερωτήσεις.

Η Ευρώπη δεν χρειάζεται λιγότερη ανθρωπιά. Χρειάζεται περισσότερη πραγματικότητα.
Το μεγαλύτερο λάθος θα ήταν να μετατρέψουμε το ζήτημα σε σύγκρουση μεταξύ «καλών» και «κακών» ανθρώπων.
Ο μετανάστης, ο πρόσφυγας, ο μουσουλμάνος δεν είναι εχθρός.
Αλλά ούτε και η κοινωνία υποδοχής είναι ένοχη επειδή θέλει να προστατεύσει τα σύνορα, την ασφάλεια και τη συνοχή της.
Μια δημοκρατική κοινωνία έχει δικαίωμα να αποφασίζει ποιον δέχεται ως οικονομικό μετανάστη.
Έχει υποχρέωση να προστατεύει εκείνον που πραγματικά δικαιούται διεθνή προστασία. Και έχει δικαίωμα να επιστρέφει, σύμφωνα με τον νόμο και τις προβλεπόμενες διαδικασίες, εκείνον που δεν έχει δικαίωμα παραμονής. Το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο ακριβώς αυτό επιχειρεί να οργανώσει σε κοινό επίπεδο. [1][2][18]
Και το σημαντικότερο έχει το δικαίωμα αλλά και υποχρέωση, να απαιτεί από εκείνους που παραμένουν να μάθουν τη γλώσσα, να εργαστούν, να σέβονται τον νόμο και να ενταχθούν στην κοινωνία. Η ευρωπαϊκή πολιτική ένταξης δίνει ιδιαίτερη έμφαση ακριβώς στη γλώσσα, στην εκπαίδευση, στην εργασία, στη στέγαση και στην πρόσβαση στην υγεία. [3][10]
Αυτό δεν είναι ρατσισμός, αλλά η στοιχειώδης λογική μιας οργανωμένης δημοκρατικής πολιτείας.
Την ίδια στιγμή, η κοινωνία υποδοχής έχει και η ίδια ευθύνη.
Η FRA έχει καταγράψει σημαντικές εμπειρίες διακρίσεων μεταξύ μουσουλμάνων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. [17]
Εάν ζητάμε από έναν άνθρωπο να αισθανθεί ότι ανήκει σε μια κοινωνία, δεν μπορούμε ταυτόχρονα να του στέλνουμε συνεχώς το μήνυμα ότι θα παραμείνει για πάντα ξένος.
Η ένταξη απαιτεί δύο πλευρές.
Αλλά απαιτεί και κοινό κανόνα.

Τα πραγματικά διλήμματα
Τα πραγματικά διλήμματα λοιπόν δεν είναι:
- μετανάστες ή Ευρωπαίοι;
- ανοιχτή ή κλειστή Ευρώπη;
- Δύση εναντίον Ισλάμ.
Είναι:
- κοινή κοινωνία ή παράλληλες κοινωνίες;
- ελεγχόμενη ή ανεξέλεγκτη μετανάστευση;
Και ίσως το σημαντικότερο:
μπορούν άνθρωποι διαφορετικής καταγωγής, θρησκείας και πολιτισμικής αφετηρίας να ζήσουν μαζί χωρίς να απαιτείται να γίνουν ίδιοι;
Η απάντηση είναι ναι.
Υπάρχουν εκατομμύρια άνθρωποι που το αποδεικνύουν καθημερινά.
Αλλά αυτό το «ναι» δεν προκύπτει μόνο του.
Χρειάζεται πολιτική, εκπαίδευση, γλώσσα, εργασία, κοινωνική κινητικότητα, επαφή, αντιμετώπιση του τραύματος όπου υπάρχει, γνώση της χώρας υποδοχής και χρειάζεται μια ξεκάθαρη απαίτηση:
η διαφορετικότητα είναι απολύτως σεβαστή, αλλά ο κοινός νόμος δεν είναι διαπραγματεύσιμος.

Η διαφορετικότητα δεν αρκεί. Χρειάζεται κοινός χώρος
Μια κοινωνία μπορεί να αποτελείται από ανθρώπους διαφορετικής καταγωγής και να παραμένει ενιαία.
Η διαφορετικότητα από μόνη της δεν διαλύει μια κοινωνία.
Αυτό που μπορεί να τη διαλύσει είναι η απουσία κοινού σημείου αναφοράς.
Αν δύο άνθρωποι διαφορετικής καταγωγής ζουν με διαφορετικές κουζίνες, διαφορετικές θρησκευτικές παραδόσεις και διαφορετικές οικογενειακές συνήθειες, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα.
Αν όμως διαφωνούν για το αν ο νόμος εφαρμόζεται το ίδιο σε άνδρες και γυναίκες, για το αν ένα παιδί έχει ατομικά δικαιώματα απέναντι στην οικογένειά του ή για το αν η θρησκευτική επιταγή υπερισχύει του Συντάγματος, τότε έχουμε μπροστά μας ένα θεσμικό πρόβλημα.
Και αυτό πρέπει να αντιμετωπίζεται ανοιχτά.
Όχι με φόβο, με γενικεύσεις, όχι με συλλογική ενοχοποίηση.
Αλλά ούτε και με σιωπή.

Η κοινωνική συνοχή είναι υπόθεση όλων
Η Παγκόσμια Τράπεζα έχει εξετάσει τη σχέση μεταξύ αναγκαστικού εκτοπισμού και κοινωνικής συνοχής και επισημαίνει ότι η συνύπαρξη εκτοπισμένων πληθυσμών και κοινωνιών υποδοχής μπορεί να επηρεάσει την εμπιστοσύνη, τις κοινωνικές σχέσεις και τη συνεργασία. Τα αποτελέσματα δεν είναι πάντοτε αρνητικά ούτε πάντοτε θετικά· εξαρτώνται από τις συνθήκες και τον τρόπο διαχείρισης της μετακίνησης. [16]
Αυτό είναι πολύ σημαντικό.
Γιατί η συζήτηση συχνά γίνεται με απόλυτους όρους.
Ή «η μετανάστευση είναι πρόβλημα».
Ή «η μετανάστευση είναι πλούτος».
Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο πεζή.
Η μετανάστευση έχει αποτελέσματα.
Τα αποτελέσματα εξαρτώνται από τον αριθμό, την ταχύτητα, την προέλευση, το μορφωτικό επίπεδο, την αγορά εργασίας, τη στεγαστική κατάσταση, την ποιότητα των θεσμών και, κυρίως, την ικανότητα του κράτους να οργανώσει την ένταξη.
Αυτός είναι ο λόγος που δεν μπορείς να εφαρμόζεις την ίδια πολιτική σε κάθε χώρα και σε κάθε μεταναστευτικό κύμα.

Και τελικά, τι κοινωνία θέλουμε;
Ίσως αυτό να είναι το πραγματικό ερώτημα.
Δεν είναι δυνατόν να δημιουργήσουμε μια Ευρώπη χωρίς σύνορα.
Ούτε όμως είναι επιθυμητό να δημιουργήσουμε μια Ευρώπη κλειστή, φοβική και εχθρική απέναντι σε κάθε άνθρωπο που έρχεται από διαφορετικό πολιτισμικό περιβάλλον.
Χρειάζεται κάτι πιο δύσκολο.
Μια κοινωνία ανοιχτή αλλά όχι άναρχη.
Μια κοινωνία που προστατεύει τους πρόσφυγες χωρίς να εγκαταλείπει τον έλεγχο των συνόρων.
Μια κοινωνία που επιτρέπει τη νόμιμη μετανάστευση αλλά δεν εξισώνει την παράνομη είσοδο με το δικαίωμα μόνιμης εγκατάστασης.
Μια κοινωνία που σέβεται τη θρησκευτική ελευθερία αλλά δεν αποδέχεται παράλληλα νομικά συστήματα.
Μια κοινωνία που προστατεύει την πολιτισμική διαφορετικότητα αλλά δεν εγκαταλείπει τον δικό της θεσμικό πυρήνα.
Και κυρίως μια κοινωνία που δεν αντιμετωπίζει τον μετανάστη ούτε ως εχθρό ούτε ως άνθρωπο χωρίς ευθύνη.
Ο άνθρωπος που έρχεται έχει δικαιώματα.
Έχει όμως και υποχρεώσεις.
Η κοινωνία που τον υποδέχεται έχει υποχρεώσεις.
Έχει όμως και δικαιώματα.
Αυτό είναι το σημείο ισορροπίας που λείπει από μεγάλο μέρος της δημόσιας συζήτησης.
Η Ευρώπη δεν χρειάζεται να γίνει λιγότερο ανθρώπινη.
Χρειάζεται να γίνει πιο ρεαλιστική.
Γιατί μια ανοιχτή κοινωνία δεν είναι κοινωνία χωρίς όρια.
Είναι κοινωνία που γνωρίζει γιατί έχει όρια, ποια είναι αυτά και πώς τα εφαρμόζει χωρίς να εγκαταλείπει τις δημοκρατικές της αρχές.
Και ίσως εδώ βρίσκεται η πιο δύσκολη πρόκληση της εποχής μας.
Όχι να αποφασίσουμε αν θα υπάρχουν άνθρωποι διαφορετικής καταγωγής στην Ευρώπη — αυτό είναι ήδη πραγματικότητα.
Αλλά να αποφασίσουμε αν αυτή η διαφορετικότητα θα μετατραπεί σε κοινή κοινωνία ή σε παράλληλες κοινωνίες που απλώς συνυπάρχουν στον ίδιο γεωγραφικό χώρο.
Η απάντηση δεν θα δοθεί με συνθήματα.
Θα δοθεί στο σχολείο, στη γειτονιά, στην αγορά εργασίας, στην οικογένεια, στη δικαιοσύνη και τελικά στον τρόπο με τον οποίο το κράτος εφαρμόζει τους ίδιους κανόνες για όλους.
Η πολιτισμική διαφορετικότητα μπορεί να συνυπάρξει με τη δημοκρατία.
Αλλά χρειάζεται έναν κοινό θεσμικό πυρήνα.
Και αυτός ο πυρήνας δεν μπορεί να είναι διαπραγματεύσιμος.

Πηγές
[1] European Commission, Directorate-General for Migration and Home Affairs, Pact on Migration and Asylum. Το Σύμφωνο τέθηκε σε εφαρμογή στις 12 Ιουνίου 2026 και περιλαμβάνει κοινό ευρωπαϊκό πλαίσιο για τη διαχείριση της μετανάστευσης και του ασύλου.
[2] European Commission, New migration and asylum rules enter into application: what is changing?, 12 June 2026. Περιγράφει screening, καταγραφή, διαδικασίες ασύλου, επιστροφές και μηχανισμό αλληλεγγύης.
[3] European Commission, EU Integration Policy, Migration and Home Affairs. Η ευρωπαϊκή πολιτική ένταξης εστιάζει στην εκπαίδευση, γλώσσα, απασχόληση, στέγαση και υγεία.
[4] European Union Agency for Asylum (EUAA), Asylum Report 2024 – Mental health conditions and needs in the asylum procedure, June 2024. Αναφέρει ότι το 80% των αιτούντων άσυλο που συμμετείχαν στη σχετική φινλανδική έρευνα είχε βιώσει τραυματικό γεγονός στη χώρα προέλευσης ή κατά τη διαδρομή.
[5] European Union Agency for Asylum (EUAA), Asylum Report 2024. Συγκριτικά στοιχεία για τις αιτήσεις διεθνούς προστασίας και τις πιέσεις που αντιμετώπισαν τα συστήματα ασύλου της ΕΕ+.
[6] UNHCR, Refugee Children and Youth – Integration Handbook. Υλικό σχετικά με την ταυτότητα, την πολιτισμική προσαρμογή, την κοινωνική σύνδεση και την ένταξη νέων προσφύγων.
[7] UNHCR, Note on Refugee Children. Αναδεικνύει τις ανάγκες παιδιών και νέων προσφύγων σε εκπαίδευση, προστασία και ψυχοκοινωνική υποστήριξη.
[8] OECD/European Commission, Indicators of Immigrant Integration 2023: Settling In, OECD Publishing, 2023. Συγκριτικά στοιχεία για εκπαίδευση, απασχόληση και διαφορετικές κατηγορίες μεταναστών, συμπεριλαμβανομένων ανθρωπιστικών μεταναστών και προσφύγων από την Ουκρανία.
[9] European Commission, Joint Research Centre, Educational outcomes and immigrant background, 2016. Εξετάζει τις εκπαιδευτικές διαφορές μεταξύ γηγενών και μαθητών μεταναστευτικής προέλευσης και τον ρόλο της ηλικίας άφιξης και του εκπαιδευτικού συστήματος.
[10] European Commission, Education as a tool for the economic integration of migrants. Εξετάζει τον ρόλο της εκπαίδευσης και της γλωσσικής επάρκειας στην οικονομική και κοινωνική ένταξη.
[11] Eurostat, Key figures on migrant integration in the EU, 2022. Συγκριτικά στοιχεία για απασχόληση, ανεργία, εκπαίδευση και κίνδυνο φτώχειας μεταξύ μεταναστών και γηγενών.
[12] Pew Research Center, Being Christian in Western Europe – Nationalism, immigration and minorities, 29 May 2018. Καταγράφει τις στάσεις απέναντι στους μουσουλμάνους και τη διαφορετική αντιμετώπιση της προσωπικής αποδοχής και της συμβατότητας του Ισλάμ με τις εθνικές αξίες.
[13] Pew Research Center, Sahgal, N. & Mohamed, B., In the U.S. and Western Europe, people say they accept Muslims, but opinions are divided on Islam, 8 October 2019. Τεκμηριώνει τη διάκριση μεταξύ αποδοχής των μουσουλμάνων ως ανθρώπων και αντιλήψεων για το Ισλάμ.
[14] Pew Research Center, In Western Europe, familiarity with Muslims is linked to positive views of Muslims and Islam, 24 July 2018. Καταγράφει τη σχέση μεταξύ προσωπικής επαφής με μουσουλμάνους και θετικότερων αντιλήψεων.
[15] United Nations, Global Compact for Safe, Orderly and Regular Migration. Το Σύμφωνο αποτελεί μη δεσμευτικό πλαίσιο και αναγνωρίζει την κυριαρχία των κρατών και το δικαίωμά τους να καθορίζουν τις μεταναστευτικές πολιτικές τους.
[16] World Bank, Social Cohesion and Forced Displacement: A Synthesis of New Research. Εξετάζει τις επιπτώσεις του αναγκαστικού εκτοπισμού στην κοινωνική συνοχή μεταξύ εκτοπισμένων πληθυσμών και κοινωνιών υποδοχής.
[17] European Union Agency for Fundamental Rights (FRA), Muslims in the EU: High levels of trust despite pervasive discrimination / EU-MIDIS II – Muslims, 2017. Το 76% των μουσουλμάνων ερωτηθέντων δήλωσε ισχυρό δεσμό με τη χώρα κατοικίας, ενώ η έρευνα κατέγραψε παράλληλα εμπειρίες διακρίσεων.
[18] European Commission, New migration and asylum rules enter into application: what is changing?, 12 June 2026. Επιβεβαιώνει την έναρξη εφαρμογής του νέου πλαισίου στις 12 Ιουνίου 2026 και τις νέες διαδικασίες καταγραφής, ασύλου και επιστροφών.
[19] European Court of Human Rights, Molla Sali v. Greece, Application no. 20452/14, Grand Chamber Judgment, 19 December 2018. Η απόφαση διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αρ. 1 σχετικά με την εφαρμογή ισλαμικού κληρονομικού δικαίου στη συγκεκριμένη υπόθεση.
[20] European Union Agency for Fundamental Rights, Article 10 – Freedom of thought, conscience and religion, Charter of Fundamental Rights of the European Union. Προστατεύει την ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας άσκησης ή αλλαγής θρησκείας.
[21] Open Society Foundations, Our History και George Soros. Τεκμηριώνουν τη χρηματοδότηση των Open Society Foundations από τον George Soros και τη δραστηριότητα του ιδρύματος σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, κοινωνικής πολιτικής και Μέσης Ανατολής. Δεν αποτελούν απόδειξη κάποιας «εβραϊκής» ή «ισραηλινής» ενιαίας πολιτικής υπέρ των ανοιχτών συνόρων.
Θεόδωρος Ατματζίδης
Ο Υποστράτηγος ΕΑ Θεόδωρος Ατματζίδης, έχει υπηρετήσει σε ανώτατες θέσεις στρατηγικής ασφάλειας, πληροφοριών, διοίκησης και διεθνών σχέσεων, με πολυετή υπηρεσία στο ΝΑΤΟ, στο ΓΕΣ και στο Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας. Υπηρέτησε ως Director – Assistant Chief of Staff (ACOS) (2019–2021), καθώς και ως Executive Officer στο Public Affairs Office (2006–2009) στο NATO SHAPE Mons- Βέλγιο , με ευθύνη στη στρατηγική επικοινωνία και διεθνή εκπροσώπηση. Διετέλεσε επίσης ως Τμηματάρχης στην Διεύθυνση Εξοπλισμών του ΓΕΣ , ως Διευθυντής Πληροφοριών και Ασφάλειας και Διευθυντής Αντικατασκοπείας στο ΓΕΕΘΑ, ενώ έχει διατελέσει και καθηγητής στη Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Διαθέτει μεταπτυχιακούς τίτλους στις Στρατηγικές Σπουδές και στη Διοίκηση .



Υπάρχουν και δύο ζητήματα που δεν ανέπτυξα στο κυρίως άρθρο, κυρίως λόγω της ήδη μεγάλης έκτασής του, θεωρώ όμως ότι αξίζει να τα προσθέσω ως σχόλιο.
Το πρώτο αφορά τη μεταβολή του προφίλ των μεταναστευτικών ροών τα τελευταία χρόνια. Η κατάρρευση του «χαλιφάτου» του ISIS και η αποδυνάμωση ή διάλυση διαφόρων ισλαμιστικών και τρομοκρατικών οργανώσεων στη Μέση Ανατολή και αλλού δεν εξαφάνισαν τα δίκτυα, τις ιδεολογικές επιρροές και τις κοινωνικές συνέπειες των συγκρούσεων. Η Europol εξακολουθεί να χαρακτηρίζει την τζιχαντιστική τρομοκρατία σοβαρή απειλή για την Ευρώπη. Αυτό σημαίνει ότι οι πρόσφατες ροές απαιτούν διαφορετική και αυστηρότερη αξιολόγηση ως προς την προέλευση, τις εμπειρίες, τα δίκτυα και τις πιθανές ανάγκες ένταξης και ασφάλειας.
Το δεύτερο αφορά την παρουσία Πακιστανών στην Ελλάδα. Για την Ελλάδα το ζήτημα έχει και γεωπολιτική διάσταση. Οι στενές και διαρκώς αναπτυσσόμενες σχέσεις Τουρκίας–Πακιστάν αποτελούν πραγματικό δεδομένο της περιφερειακής πολιτικής και αξίζουν προσεκτική παρακολούθηση.
Κατά τη γνώμη μου, λοιπόν, ούτε αφέλεια ούτε συλλογική καχυποψία. Χρειάζονται στοιχεία, δημογραφική παρακολούθηση, αξιολόγηση κινδύνων και κυρίως καθαρός διαχωρισμός ανάμεσα στον άνθρωπο, την κοινότητα και τη γεωπολιτική.
Εξαιρετικά καλογραμμένο και τεκμηριωμένο άρθρο. Τα συγχαρητήριά μου, στρατηγέ.
Καλά κάνετε και θίγετε με ιδιαίτερη έμφαση το θέμα των Πακιστανών, διότι ο εξ αυτού κίνδυνος για την χώρα είναι πολύ μεγάλος. Στην Ελλάδα εισρέουν καθημερινά λαθρομετανάστες από την Λιβύη (περίπου 500 αφίξεις τις δύο τελευταίες μόνον ημέρες), που είναι όλοι μουσουλμάνοι. Πώς ξέρομε αν και πόσοι είναι δασκαλεμένα τσιράκια των Τούρκων; Ειδικά οι Πακιστανοί δηλώνουν “αδέλφια των Τούρκων. Λησμονούμε ότι Πακιστανοί πιλότοι εκπαιδεύονται στην Τουρκία και ότι Πακιστανοί πιλότοι οδηγοούσαν σε “αερομαχίες” τουρκικά μαχητικά κατά ελληνικών, που αναχέτιζαν;
Οι Πακιστανοί πιλότοι των τουρκικών F-16
Γενικότερα, η μετανάστευση Πακιστανών στην Ελλάδα δεν είναι καινούρια ιστορία: Πακιστανοί στην Ελλάδα: Από τα χρόνια της χούντας μέχρι σήμερα
Δυστυχώς, τα θέματα αυτά φαίνεται να μην απασχολούν τις αθηυναϊκές κυβερνήσεις, είτε διότι δεν παίρνουν στα σοβαρά τον κίνδυνο, είτε διότι δεν τις απασχολεί το θέμα.
Το παραδειγμα των ευρωπαϊκων χωρων μαρτυρα μια αποτυχια. Απουσιάζει η εθνικη συνιστωσα. Πληθυσμοι μη αφομοιωσιμοι που ζουν σε παραλληλες κοινωνιες. Δεν ειναι ολοι ετσι αλλα ειναι ενα σεβαστο ποσοστο πανω στη δικη μας εθνικη καμπουρα. Το θεμα δεν ειναι μονο ποιο ειναι το σωστο αλλα τι συμβαινει στην πραξη και το πως και ποτε θα αλλαξει. Οι Βρυξελλες εχουν γινει πολη με πλειοψηφια μεταναστων. Καταστασεις μη αναστρεψιμες. Θα επρεπε να μιλαμε απο θεση ισχυος αντι να συμβιβαζομαστε και να καλοπιανουμε. Το προβλημα δεν λυνεται με νομικες δικολαβιες αφου πρωτα κατσικωθουν οι καραβιες των ξενων. Το πολυπολιτισμικο μοντελο αν εφαρμοστει σε μια μικρη χωρα οπως εμεις ειναι μια εγγυημενη εθνικη καταστροφη διοτι δεν ειμαστε στο μεγεθος των ΗΠΑ αλλα του Λιβανου. Ακομα και στις ΗΠΑ ο μπαρμπα Τραμπ εστησε επιτυχεστατα μεγαλο αντιμεταναστευτικο τοιχος με το Μεξικο και εκοψε τις εισροες μουσουλμανων απο Αφρικη. Ειναι αρκετα εξυπνος για να μη σπαταλαει την αμερικανικη ενεργεια του ψαχνωντας απεγνωσμενα τροπους να δαμασει το ισλαμικο θηριο.
Δυστυχως βιωνουμε ακομα τις παρενεργειες της νεοφιλελευθερης λογικης στο μεταναστευτικο που πλεον ψαχνει τροπους να σουλουπωθει καθως και η μεγαλυτερη ανοχη εχει κι αυτη καποια ορια.
Να θεσπιστουν νομοι για υποχρεωτικο επαναπατρισμο οσων δεν γεννηθηκαν απο ελληνες γονεις, με καποιες ελαχιστες ευεργετικες εξαιρεσεις. Και θα γινουμε ολοι νομοταγεις!
Συγχαρητήρια και πάλι στρατηγέ για την πραγματική Πραγματεία σας για το μεταναστευτικό ,όπως το αντιμετωπίζει ή πρέπει να αντιμετωπίσει η Ευρωπαϊκή Ένωση και φυσικά η Ελλάδα μας .
Είναι όμως λόγια και εισηγήσεις ειδικών ,αρμοδίων ή μη προς πολιτικούς , οι οποίοι όταν κυβερνούν , είναι υποχρεωμένοι να παίρνουν αποφάσεις και όλοι τους τα τελευταία 25 χρόνια αντιμετωπίζουν για τις αποφάσεις τους -νομίζω- το ακόλουθο δίλημμα,
”Πόσους ΜΗ ευρωπαίους -αλλογενείς και αλλόθρησκους , εγκληματίες ,γκέι , ψυχοπαθείς και δυσπροσάρμοστα παιδιά , μπορεί να ενσωματώσει η Ένωσή μας και τα κράτη -μέλη της χωριστά και πόσα κεφάλαια και ιδίως πόσους ανειδίκευτους για τέτοια πρωτοφανή και σύνθετα προβλήματα υπάλληλους πολλών ειδικοτήτων ”;;;.
Οι μόνοι επωφελούμενοι από αυτήν την κατάσταση και οι μόνοι καλοπληρωμένοι είναι οι -εννοείται -εθελοντές (διεθνιστές, αριστεροί και ”προοδευτικοί” και πάντως οι λιγότερο ενδιαφερόμενοι για τις Πατρίδες τους και τα εθνικά τους κράτη-όπως εσείς και εγώ)-το είδαμε στην Ελλάδα του κ. Τσίπρα το 2015 , που και τώρα κατακρίνει τον σημερινό Έλληνα υπουργό Μετανάστευσης ως φασίστα -και δεν είναι ο μόνος πολιτικός αρχηγός-.
Συνελόντι ειπείν ,στρατηγέ , δεν μπορούμε ως Ευρωπαίοι ,με αυτές τις θρησκείες ,τις ”κουλτούρες” και την οικονομική κατάσταση να διαχειρισθούμε τον μεταναστευτικό ”καύσωνα”, που δεν λέει να σταματήσει και με ανθρώπους που διεκδικούν μια θέση ανάμεσα μας , χωρίς να αποχωρίζονται -όσα χρόνια και αν περάσουν -ούτε τις μαντήλες ,, τα φέσια , τις κελεμπίες και ούτε τις ρατσιστικές κοινωνικές και οικογενειακές απόψεις τους -πόσες επιμειξίες με ευρωπαίους έχουμε -;;;.
Πόσοι Έλληνες μετανάστες φορούσαν σε Αμερική και Ευρώπη φουστανέλες ή άλλες τοπικές ενδυμασίες , που φορούσαν προ της μεταναστεύσεως τους, ή έκαναν δημόσιες προσευχές ;;; .
ΟΣΟ ΟΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΠΡΟΣΑΡΜΟΣΤΟΙ ΚΑΙ ΓΙΑΥΤΟ ΚΑΙ ΕΥΚΟΛΑ ΧΕΙΡΑΓΩΣΙΜΟΙ ,ΘΕΛΟΥΝ ΠΡΟΣΟΧΗ ΚΑΙ ΘΑ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΣΟΒΑΡΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΓΙΑ ΤΑ ΕΘΝΙΚΑ ΚΡΑΤΗ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΜΑΣ.
Υ.Γ Χαίρομαι τους ευρωπαίους και τους δικούς μας πολιτικούς, που όταν κυβερνούν σκέφτονται Ένοπλες Δυνάμεις τους , Σώματα Ασφαλείας και Δικαστικά Σώματα , γιατί μπορεί με την ευπρόσδεκτη μεταναστευτική πολιτική ΝΑ ΑΛΩΘΟΥΝ ΣΕ ΤΡΕΙΣ 10ΕΤΙΕΣ ΟΛΕΣ ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ ΤΟΥ ΣΤΕΝΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ , του οποίου οι πολίτες να είμαστε βέβαιοι θα αντιδράσουν ”αμυνόμενοι υπέρ του πατρίου εδάφους και των βωμών και εστιών ” .
Θα θέλατε και θα μπορούσατε ,στρατηγέ , να διοικείτε στρατιωτική μονάδα, με πανσπερμία ελληνοποιηθέντων μεταναστών ;;;.
ΚΑΙ ΕΧΟΥΜΕ ΙΣΟΒΙΟ ΕΧΘΡΟ ΕΞ ΑΝΑΤΟΛΩΝ ομόθρησκο των περισσοτέρων μεταναστών μας .
”Μας περνάει αυτό από το μυαλό”;;;.
Σταύρος Αθαν.Ναλμπάντης
Αυτός ο ΣΑΝ έχει άποψη για όλα; Ότι άρθρο και να γραφτεί θα πεταχτεί να πει κάτι. Άλλη δουλειά δεν έχει φαίνεται.
Πάντως κάτι σπουδαίο έχει να πει-ας είναι καλά και αυτός και όσοι τον διαβάζουν-.
Φυσικά προηγούνται για απάντησή του οι κ. κ. αρθρογράφοι.
Δεν υπάρχει θέμα κάθε άποψη σεβαστή.
Ευχαριστώ για ”το κάθε άποψη σεβαστή” και εύχομαι να σας μιμηθούν όλοι οι ”αποψειούχοι”,καληνύχτα σας.