της Elaine Godfrey, δημοσιευμένο στις 29 Μαρτίου 2026. (The Atlantic)
Η μανόσφαιρα είναι ένας ευρύς όρος για ένα χαλαρά συνδεδεμένο ψηφιακό οικοσύστημα από sites, forums, podcasts, influencers και online κοινότητες που ασχολούνται με «ανδρικά ζητήματα», ανδρική ταυτότητα, σχέσεις, dating, status και ρόλους φύλου. Στον όρο συχνά εντάσσονται κοινότητες όπως men’s-rights activists, pick-up artists, MGTOW και incels, αν και δεν συμφωνούν όλες μεταξύ τους. Κοινός παρονομαστής σε μεγάλο μέρος αυτών των χώρων είναι η ιδέα ότι οι άνδρες έχουν αδικηθεί από τον φεμινισμό ή τη σύγχρονη κουλτούρα, και γι’ αυτό ο όρος συνδέεται συχνά με αντιφεμινιστικές ή και μισογυνικές αντιλήψεις.
Στο συγκεκριμένο άρθρο, πάντως, το The Atlantic χρησιμοποιεί τον όρο λίγο πιο χαλαρά και πιο δημοσιογραφικά: δεν μιλά κυρίως για incel forums ή για τις πιο ακραίες γωνιές του ίντερνετ, αλλά για τη νεότερη “bro-caster” εκδοχή της μανόσφαιρας — δηλαδή podcasters και σχολιαστές όπως ο Andrew Schulz, ο Joe Rogan, ο Tim Dillon, ο Theo Von, ο Dave Smith και άλλοι, που απευθύνονται σε ανδρικό κοινό με μείγμα χιούμορ, αντισυστημισμού, “free speech” ύφους και έντονης απέχθειας προς το “woke”. Η λέξη incel βγαίνει από το involuntary celibate, δηλαδή:
«ακούσια άγαμος / ακούσια χωρίς ερωτική ή σεξουαλική σχέση». Στο ίντερνετ, όμως, δεν σημαίνει απλώς κάποιον που δεν έχει σχέση. Συνήθως περιγράφει online υποκουλτούρα ανδρών που πιστεύουν ότι:
- δεν μπορούν να βρουν σύντροφο ή σεξουαλική σχέση,
- αυτό οφείλεται στην εμφάνιση, στην κοινωνία ή στις γυναίκες,
- και συχνά εκφράζουν πολύ πικρές, μισογυνικές ή ακραίες απόψεις.
Η βασική θέση του άρθρου είναι ότι ένα κομμάτι αυτών των ανδρικών, αντισυστημικών online φωνών που βοήθησαν τον Τραμπ να ξαναγίνει πολιτικά ελκυστικός το 2024 τώρα νιώθει ότι εξαπατήθηκε. Η Godfrey ξεκινά από ένα επεισόδιο του podcast Flagrant, όπου ο Andrew Schulz εκφράζει άγχος και οργή για τον πόλεμο με το Ιράν και λέει, περίπου, ότι οι Αμερικανοί δυσκολεύονται να πληρώσουν υγεία, σπουδές και σπίτι και δεν ενδιαφέρονται για έναν ακόμη πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Η αρθρογράφος τον παρουσιάζει ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός μη ιδεολογικού, «anti-woke», αντιελιτίστικου άνδρα ψηφοφόρου που δεν ήταν κλασικός Ρεπουμπλικανός, αλλά είδε τον Τραμπ ως εργαλείο εναντίον του κατεστημένου.
Σύμφωνα με το άρθρο, η απογοήτευση αυτής της πλευράς δεν ξεκίνησε μόνο από το Ιράν. Είχε ήδη αρχίσει να συσσωρεύεται από άλλα ζητήματα: από την αποτυχία ή άρνηση της κυβέρνησης να δώσει στη δημοσιότητα τα Epstein files, από τη συνέχιση υψηλών τιμών και αυξημένων δαπανών, αλλά και από την αίσθηση ότι η κρατική καταστολή και οι επιχειρήσεις απέλασης ξέφυγαν από αυτό που πολλοί από αυτούς τους σχολιαστές περίμεναν ή ανέχονταν. Η Godfrey περιγράφει έτσι μια πορεία από τον αρχικό ενθουσιασμό για τη «σκληρή» και «αρρενωπή» ενέργεια του Τραμπ προς μια ολοένα μεγαλύτερη αίσθηση ότι ο πρόεδρος δεν τηρεί τις υποσχέσεις του.
Το Ιράν, όμως, παρουσιάζεται ως το καθοριστικό σημείο ρήξης. Για το συγκεκριμένο online κοινό, ο Τραμπ είχε υποσχεθεί ότι θα σταματήσει τους «ατελείωτους πολέμους», όχι ότι θα ανοίξει νέο μέτωπο. Γι’ αυτό η Godfrey υποστηρίζει ότι ο πόλεμος λειτούργησε ως συμβολική προδοσία: άνθρωποι που τον είχαν στηρίξει επειδή τον θεωρούσαν αντισυστημικό και αντι-παρεμβατικό τώρα βλέπουν να κάνει ακριβώς αυτό που υποτίθεται ότι απέρριπτε. Στο κείμενο εμφανίζονται παραδείγματα όπως ο Tim Dillon, ο Joe Rogan και ο Shawn Ryan, οι οποίοι σχολιάζουν με πολύ πιο αιχμηρό τρόπο ότι ο Τραμπ απομακρύνθηκε από όσα έλεγε προεκλογικά.
Το άρθρο δεν λέει ότι όλη η μανόσφαιρα ή όλο το MAGA εγκατέλειψε τον Τραμπ. Αντίθετα, διευκρινίζει ότι οι πιο πιστοί MAGA ψηφοφόροι παραμένουν σε μεγάλο βαθμό μαζί του. Η Godfrey υποστηρίζει, όμως, ότι η ευρύτερη εκλογική συμμαχία που τον έφερε πίσω στην εξουσία έχει αρχίσει να ραγίζει, και συνδέει αυτή την εικόνα με δημοσκοπικά σημάδια πτώσης της στήριξης σε ομάδες που ήταν σημαντικές για την επιστροφή του, όπως οι νέοι, οι Λατίνοι και οι ανεξάρτητοι. Το επιχείρημά της είναι ότι το πρόβλημα για τον Τραμπ δεν είναι μόνο ιδεολογικό αλλά και εκλογικό: η γοητεία του ως “outsider” εξασθενεί.
Ένα σημαντικό σημείο της ανάλυσης είναι ότι αυτό το ρήγμα έχει και μια σκοτεινή πλευρά. Η Godfrey σημειώνει ότι ένα μέρος της οργής για το Ιράν παίρνει αντισημιτική τροπή, με ορισμένες δεξιές φωνές να διακινούν την ιδέα ότι ο Τραμπ «σύρθηκε» στον πόλεμο από Εβραίους ή από φιλοϊσραηλινά κέντρα ισχύος. Άρα, η αποσύνθεση αυτής της online συμμαχίας δεν σημαίνει απαραίτητα στροφή προς έναν πιο μετριοπαθή χώρο· μπορεί να σημαίνει και μετακίνηση προς πιο ακραίες, συνωμοσιολογικές ή ανοιχτά μισαλλόδοξες αφηγήσεις.
Στο πολιτικό της συμπέρασμα, η αρθρογράφος λέει ότι το πιθανότερο δεν είναι να ψηφίσουν αυτοί οι άνδρες Δημοκρατικούς, αλλά να μείνουν σπίτι. Αυτό είναι κρίσιμο για τις ενδιάμεσες εκλογές: η φθορά δεν χρειάζεται να μετατραπεί σε ενεργή μεταστροφή για να βλάψει τους Ρεπουμπλικανούς· αρκεί να γίνει αποχή, κούραση και απάθεια. Γι’ αυτό το άρθρο υπονοεί ότι το πρόβλημα του Τραμπ δεν είναι απλώς ότι τον κριτικάρουν κάποιοι podcasters, αλλά ότι μπορεί να χάνει το ενθουσιώδες, χαοτικό, διαδικτυακά κινητοποιημένο ανδρικό ακροατήριο που τον βοήθησε να φαίνεται πολιτισμικά κυρίαρχος.
Το πιο ενδιαφέρον τελευταίο βήμα της Godfrey είναι ότι βλέπει σε αυτή τη ρήξη και το μετά τον Τραμπ. Αν η μανόσφαιρα και οι bro-casters νιώθουν ότι ο ίδιος «δεν το τράβηξε αρκετά μακριά», τότε ανοίγει χώρος για έναν επόμενο ηγέτη που θα πάρει τα ίδια ένστικτα —αντιπολεμικά, αντισυστημικά, αντικαθεστωτικά, anti-woke— και θα τα εκφράσει πιο «συνεπώς». Η ίδια αναφέρει ως πολύ διαφορετικές πιθανότητες τόσο κάποιον τύπου Thomas Massie, δηλαδή πιο συνεπή αντιπολεμικό-λιμπερταριανό, όσο και κάποιον πολύ πιο σκοτεινό, όπως ο Nick Fuentes. Με άλλα λόγια, το άρθρο δεν λέει απλώς ότι «η μανόσφαιρα θυμώνει με τον Τραμπ»· λέει ότι αυτή η δυσαρέσκεια μπορεί να αποτελέσει το έδαφος για την επόμενη, ίσως πιο ακραία, εκδοχή του τραμπισμού.
Σε μία φράση, η εκτεταμένη περίληψη του άρθρου θα ήταν αυτή: το The Atlantic υποστηρίζει ότι ένα σημαντικό κομμάτι της ανδρικής, αντι-woke, podcast-κεντρικής online κουλτούρας που βοήθησε τον Τραμπ να ξανακερδίσει έχει αρχίσει να τον βλέπει όχι ως επαναστάτη, αλλά ως άλλον έναν ηγέτη που πρόδωσε τις υποσχέσεις του για λιγότερους πολέμους, λιγότερο κράτος και περισσότερη “αλήθεια” απέναντι στο σύστημα — και αυτό μπορεί να αποδυναμώσει τόσο τον ίδιο όσο και να γεννήσει κάτι ακόμη πιο σκληρό μετά από αυτόν.


