Πέμπτη, 21 Μαΐου 2026
«Μπορούμε να παράγουμε μόνοι μας τα τρόφιμα και τον υλικό πλούτο που χρειαζόμαστε»
Την Τετάρτη οι ΗΠΑ εξέδωσαν ποινικό κατηγορητήριο κατά του πρώην προέδρου της Κούβας Ραούλ Κάστρο, κατηγορώντας τον για συνωμοσία με σκοπό τη δολοφονία Αμερικανών υπηκόων, για φόνο και για καταστροφή αεροσκαφών. Η υπόθεση αφορά ένα περιστατικό του 1996, κατά το οποίο δύο αμερικανικά αεροσκάφη καταρρίφθηκαν από τον κουβανικό στρατό πάνω από τα Στενά της Φλόριντα.
Το κατηγορητήριο ακολούθησε ομιλία προς τον κουβανικό λαό του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, η οποία
εκφωνήθηκε στα ισπανικά. «Ο πρόεδρος Τραμπ προσφέρει έναν νέο δρόμο ανάμεσα στις ΗΠΑ και μια νέα Κούβα», είπε, αποδίδοντας στις κουβανικές αρχές τις διακοπές ρεύματος και τις ελλείψεις τροφίμων στο νησί.
Όπως έγραφε ο Κριστόφ Βεντούρα στο τεύχος μας του Μαρτίου, η πολιτική διαδρομή του Ρούμπιο «έχει σε μεγάλο βαθμό καθοδηγηθεί από την επιθυμία αλλαγής καθεστώτος στη χώρα την οποία εγκατέλειψαν οι γονείς του πριν από την επανάσταση».
Ο Βεντούρα περιέγραφε λεπτομερώς πώς οι ΗΠΑ, υπό τον Τραμπ αλλά και υπό τον Μπάιντεν, απέκοψαν την πρόσβαση της Κούβας στην ενέργεια, αποκαλύπτοντας την εξωτερική της εξάρτηση. Στο ιστολόγιό μας, η Τζόι Γκόρντον έγραψε για τον τιμωρητικό χαρακτήρα και την έκταση των αμερικανικών κυρώσεων κατά της Κούβας.
Ποιος είναι ο στόχος των ΗΠΑ, ρωτά ο Βεντούρα; «Είναι ο στόχος να απομακρυνθεί ο πρόεδρος Ντίας-Κανέλ, να τεθεί η Κούβα υπό αμερικανική κηδεμονία, όπως έχει συμβεί στη Βενεζουέλα με την κυβέρνηση της Ντέλσι Ροντρίγκες, και στη συνέχεια να μετατραπεί το νησί σε μια νέα Φλόριντα, με ριβιέρες, πολυτελή ξενοδοχεία και γήπεδα γκολφ;»
Πριν από μια δεκαετία, η ύφεση της έντασης επί Ομπάμα, βασισμένη στην εισροή δολαρίων, δεν απέδωσε για τον κουβανικό λαό. Τώρα οι ΗΠΑ έχουν στραγγαλίσει τη ροή βενεζουελανικού πετρελαίου, αποκαλύπτοντας το πραγματικό μέγεθος της εξωτερικής εξάρτησης της Κούβας.
του Κριστόφ Βεντούρα
Σε συνέντευξή του στις αρχές της δεκαετίας του 2000, ο Φιντέλ Κάστρο, ο οποίος ηγήθηκε της Κούβας από το 1959 έως το 2006, θυμόταν ότι το 1991, όταν «η Σοβιετική Ένωση και το σοσιαλιστικό στρατόπεδο εξαφανίστηκαν… [η Κούβα] δέχθηκε ένα συντριπτικό πλήγμα… Από τη μια μέρα στην άλλη, αυτή η μεγάλη δύναμη κατέρρευσε και μας άφησε έξω στο κρύο, ολομόναχους· χάσαμε όλες τις αγορές μας για τη ζάχαρη, σταματήσαμε να λαμβάνουμε τρόφιμα, καύσιμα, ακόμη και ξύλα για να θάβουμε τους νεκρούς μας. Από τη μια μέρα στην άλλη, βρεθήκαμε χωρίς καύσιμα, χωρίς πρώτες ύλες, χωρίς τρόφιμα, χωρίς σαπούνι, χωρίς τίποτε». Ό,τι λίγο παρήγε τότε η Κούβα —κυρίως ζάχαρη, καπνό και εσπεριδοειδή— αποστελλόταν στη Σοβιετική Ένωση και σε άλλες σοσιαλιστικές χώρες.
Τον Μάρτιο του 2016, όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα πραγματοποίησε την ιστορική του επίσκεψη στο νησί, μία από τις βασικές πιέσεις που ασκούνταν στην Κούβα φαινόταν να χαλαρώνει. Κανένας Αμερικανός πρόεδρος δεν είχε περπατήσει στη Μαλεκόν της Αβάνας από την εποχή του Κάλβιν Κούλιτζ, το 1928. Από τα τέλη όμως του 2014, η Αβάνα και η Ουάσιγκτον είχαν εμπλακεί σε μια πρωτοφανή διαδικασία εξομάλυνσης των σχέσεων, υπό την καθοδήγηση, από κουβανικής πλευράς, του τότε προέδρου Ραούλ Κάστρο, νεότερου αδελφού του Φιντέλ.
Το 2015 οι δύο αντίπαλοι άνοιξαν ξανά τις πρεσβείες τους στις πρωτεύουσές τους, 54 χρόνια μετά τη διακοπή των διπλωματικών σχέσεων, τον Ιανουάριο του 1961. Η διακοπή αυτή είχε γίνει έναν χρόνο πριν από την επιβολή του εμπάργκο στην Κούβα —«αποκλεισμός», σύμφωνα με την ορολογία της Αβάνας— τον Φεβρουάριο του 1962, το οποίο εξακολουθεί να ισχύει μέχρι σήμερα.
Ο Ομπάμα πίστευε ότι η πολιτική του αποκλεισμού, που είχε εγκαινιαστεί από τον Τζον Φ. Κένεντι και διατηρήθηκε, με περιοδικές χαλαρώσεις και αυστηροποιήσεις, από τους οκτώ προέδρους που τον διαδέχθηκαν, είχε αποτύχει. Χαλάρωσε τις κυρώσεις κατά της χώρας, γεγονός που οδήγησε σε επέκταση του τουρισμού και ενθάρρυνε την εισροή ξένου συναλλάγματος και αμερικανικών εξαγωγών.
Εκείνη την περίοδο, η «επικαιροποίηση του κουβανικού σοσιαλιστικού μοντέλου οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης», την οποία είχε σχεδιάσει ο Ραούλ Κάστρο, στηριζόταν ουσιαστικά σε τρεις βάσεις. Η έμφαση της Κούβας στον τουρισμό —τόσο πολυτελείας όσο και μαζικό—, η ελεγχόμενη είσοδος διεθνούς κεφαλαίου για την τόνωση της ανάπτυξης και της τοπικής οικονομίας, καθώς και μια σημαντική εισροή δολαρίων, με στόχο τη σταδιακή επίτευξη ισοτιμίας μεταξύ του κουβανικού πέσο και του δολαρίου, προορίζονταν να διασφαλίσουν το μέλλον της επανάστασης, μειώνοντας μια δεύτερη βασική πίεση.
Η στροφή αυτή συνοδεύτηκε από ένα σταδιακό άνοιγμα της οικονομίας, που επέτρεψε την ανάπτυξη της τοπικής βιοτεχνικής παραγωγής και μικρών ιδιωτικών επιχειρήσεων. Οι κουβανικές ιατρικές υπηρεσίες συνέχισαν επίσης να εξάγονται σε αρκετές χώρες, όπως συνέβαινε στη Βενεζουέλα ήδη από τη δεκαετία του 2000, προσφέροντας στην Αβάνα έναν τρόπο πληρωμής των ενεργειακών της εισαγωγών. Το Καράκας εκείνη την εποχή κάλυπτε σχεδόν όλες τις ανάγκες της Κούβας σε πετρέλαιο και είχε γίνει ο βασικός εμπορικός της εταίρος, αντιπροσωπεύοντας το 45% του εξωτερικού της εμπορίου, ποσοστό αντίστοιχο με το 20% του ΑΕΠ της το 2014.
Μετά την επίσκεψη Ομπάμα —η οποία επικρίθηκε τόσο από τους αντιπάλους του όσο και από την ίδια του την παράταξη— οι κουβανικές αρχές άρχισαν να πιστεύουν ότι μια νέα εποχή επιτέλους ανέτελλε. Ωστόσο, η «επικαιροποίηση του σοσιαλιστικού μοντέλου» εξακολουθούσε να μην προβλέπει κανέναν μετασχηματισμό της παραγωγικής δομής της χώρας, ώστε να μπορεί να καλύψει τις βασικές της ανάγκες σε ενέργεια, τρόφιμα, βιομηχανικό εξοπλισμό και άλλα. Όλα αυτά θα έρχονταν από το ξένο συνάλλαγμα που θα εξασφαλιζόταν μέσω της νέας στρατηγικής.
Ο Φιντέλ Κάστρο απευθύνθηκε στον Αμερικανό πρόεδρο λίγες ημέρες μετά την αναχώρησή του, με επιστολή που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Κομμουνιστικού Κόμματος Κούβας, Granma. Ο Ομπάμα είχε επιλέξει να μην τον συναντήσει κατά την επίσκεψή του. Ο Κάστρο, όμως, απευθυνόταν εμμέσως και στην κυβέρνηση που ηγείτο ο ίδιος του ο αδελφός του. Στην επιστολή, με τίτλο «Αδελφέ Ομπάμα», εξέφραζε σκεπτικισμό για την εκκολαπτόμενη προσέγγιση με την Ουάσιγκτον και αμφισβητούσε την οικονομική στρατηγική της χώρας.
«Δεν χρειαζόμαστε την αυτοκρατορία»
Ο Κάστρο, ο οποίος πέθανε λίγους μήνες αργότερα, στις 25 Νοεμβρίου 2016, εξέφραζε την πεποίθησή του ότι «είμαστε ικανοί να παράγουμε τα τρόφιμα και τον υλικό πλούτο που χρειαζόμαστε με τις προσπάθειες και την ευφυΐα του λαού μας. Δεν χρειαζόμαστε η αυτοκρατορία να μας δώσει τίποτε».
Εξέφραζε επίσης επιφυλάξεις απέναντι στην ιδέα να γίνει ο τουρισμός η κινητήρια δύναμη για τον μετασχηματισμό της εθνικής οικονομίας. Μια δραστηριότητα που συνίσταται στο να επιτρέπεις στους ξένους «να βλέπουν τις ομορφιές των τοπίων μας και να γεύονται εκλεκτές λιχουδιές από τις θάλασσές μας» δεν άξιζε, έγραφε ο Κάστρο, «καμία προσοχή», εκτός αν απέφερε «δισεκατομμύρια δολάρια» στη χώρα.
Ο Κάστρο έκανε αυτά τα σχόλια περίπου είκοσι χρόνια μετά την περίοδο της εθνικής κρίσης της Κούβας, γνωστής ως Ειδική Περίοδος σε Καιρό Ειρήνης. Η χώρα εξακολουθούσε να εισάγει το μεγαλύτερο μέρος όσων κατανάλωνε —το 80% των τροφίμων της, καθώς και την ενέργεια και τον εξοπλισμό της— και συνέχιζε να εξάγει το περιορισμένο φάσμα προϊόντων που παρήγε: ζάχαρη, καπνό, εσπεριδοειδή και ορυκτά.
Ωστόσο, μέχρι το 2016, πέρα από τις ιατρικές υπηρεσίες που παρείχε στη Βενεζουέλα και σε λίγες ακόμη χώρες, οι βασικοί εξαγωγικοί της προορισμοί ήταν η Κίνα και η Ισπανία. Σήμερα, δέκα χρόνια αργότερα, η οικονομική της εξάρτηση παραμένει εμφανής.
Στην πραγματικότητα, τίποτε δεν εξελίχθηκε όπως είχε σχεδιαστεί μετά την αποτυχημένη απόπειρα εξομάλυνσης. Καθώς προετοιμαζόταν να προωθήσει την προσέγγιση με την Αβάνα, ο Ομπάμα εγκαινίαζε ταυτόχρονα, το 2015, την εποχή των αμερικανικών κυρώσεων κατά της Βενεζουέλας, σε μια προσπάθεια να σιγήσει τους επικριτές που αντιτάσσονταν στην πολιτική του έναντι της Κούβας. Έτσι, η εξομάλυνση των σχέσεων με την Αβάνα βρισκόταν στο τραπέζι, αλλά υπό τον όρο μιας σκληρής γραμμής απέναντι σε έναν άλλο, ισχυρότερο αντίπαλο: τη Βενεζουέλα.
Η Κούβα εξακολουθεί να έχει μία από τις πιο κρατικά ελεγχόμενες οικονομίες του πρώην σοσιαλιστικού κόσμου. Το κράτος εξακολουθεί να απασχολεί τα δύο τρίτα του εργατικού δυναμικού.
Οι κυρώσεις έγιναν θανατηφόρες από το 2019, επί προεδρίας Τραμπ. Η ήδη βυθισμένη σε κρίση οικονομία της Βενεζουέλας κατέρρευσε, καθώς η Ουάσιγκτον απέκλεισε την πρόσβαση της χώρας στις παγκόσμιες ενεργειακές αγορές. Οι επιπτώσεις έγιναν αισθητές και στην Αβάνα.
Από έναν μέσο όρο 100.000 βαρελιών την ημέρα στα καλά χρόνια, οι παραδόσεις βενεζουελανικού πετρελαίου μειώνονταν σταθερά: σε 32.000-35.000 βαρέλια το 2024, σε 26.000-27.000 το 2025 — και στη συνέχεια στο μηδέν από τον Ιανουάριο του 2026, όταν το Καράκας τέθηκε ουσιαστικά υπό την κηδεμονία της Ουάσιγκτον.
Από την κουβανική πλευρά, οι μεταρρυθμίσεις που εισήγαγε ο Ραούλ Κάστρο εφαρμόστηκαν αποσπασματικά και δημιούργησαν πολλαπλές στρεβλώσεις, όπως πληθωρισμό και την εμφάνιση κοινωνικών ανισοτήτων που μέχρι τότε ήταν άγνωστες.

Σε οικονομικούς όρους, η τελευταία δεκαετία υπενθύμισε με σκληρό τρόπο στην Κούβα τα όρια που έχει, για μια μη καπιταλιστική και εξαρτημένη χώρα, μια στρατηγική ανάκαμψης βασισμένη στη βαθύτερη ένταξη στον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό — στους βασικούς του τομείς και στις νομισματικές και χρηματοπιστωτικές του ροές. Η Κούβα εξακολουθεί, επιπλέον, να διαθέτει μία από τις πιο κρατικά ελεγχόμενες οικονομίες του πρώην σοσιαλιστικού κόσμου. Επί έξι δεκαετίες, ένας εξαιρετικά αυστηρός κεντρικός σχεδιασμός ρυθμίζει σχεδόν το σύνολο της οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας, από τη γεωργία έως την κομμωτική και από την υποδηματοποιία έως την τριτοβάθμια εκπαίδευση και τα δημόσια έργα. Το κράτος εξακολουθεί να απασχολεί τα δύο τρίτα του εργατικού δυναμικού.
Πολιτικά, η πρώτη εκλογική νίκη του Τραμπ το 2016 διέψευσε τις ελπίδες και έβαλε απότομα τέλος στο σχέδιο εξομάλυνσης. Κατά την πρώτη του θητεία, επέβαλε 243 καταναγκαστικά μέτρα στην Αβάνα, όλα με στόχο να στραγγαλίσουν τον τουρισμό, τις ξένες επενδύσεις και τα εμβάσματα της κουβανικής διασποράς, η πλειονότητα της οποίας ζει στη Φλόριντα — 1,8 εκατομμύρια από τα 2,5 εκατομμύρια Κουβανοαμερικανών. Το 2021 ο Τραμπ επανέφερε το νησί στον αμερικανικό κατάλογο των κρατών που υποστηρίζουν την τρομοκρατία, ενώ η δημοκρατική κυβέρνηση του Τζο Μπάιντεν διατήρησε σε μεγάλο βαθμό αυτό το πλαίσιο. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον έφθασε το 2020 η πανδημία του Covid, πλήττοντας μια χώρα που ήδη παραπατούσε.
Έτσι ξεκίνησε η αλληλουχία γεγονότων που οδήγησε στη σημερινή κρίση — μια κρίση που δείχνει ότι η Κούβα εξακολουθεί να μην έχει επιτύχει οικονομική κυριαρχία. Επί δεκαετίες, ειδικοί και ακτιβιστές διαφωνούσαν για το αν αυτό οφείλεται κυρίως στο εμπάργκο ή στις πολιτικές και την ιδεολογία της κυβέρνησης. Σήμερα, τέτοιες συζητήσεις μοιάζουν δευτερεύουσες: η Κούβα, κοντά στο σημείο θραύσης, έχει εισέλθει σε νέα φάση.
Το νησί είναι «ολομόναχο», για να χρησιμοποιήσουμε τη διατύπωση του Φιντέλ Κάστρο. Η Κίνα και η Ρωσία δεν φαίνονται σε θέση να παρέμβουν — ούτε δείχνουν επείγουσα διάθεση να το κάνουν — απέναντι στην αδιάκοπη εχθρότητα του προέδρου Τραμπ και του υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, του οποίου η πολιτική διαδρομή καθορίστηκε σε μεγάλο βαθμό από την επιθυμία αλλαγής καθεστώτος στη χώρα που οι γονείς του εγκατέλειψαν πριν από την επανάσταση.
Η Βενεζουέλα έχει βγει από την εικόνα. Σε μια προσπάθεια να ικανοποιήσει την Ουάσιγκτον, η Γουατεμάλα ανακοίνωσε τον Φεβρουάριο του 2026 ότι τερματίζει τη συμμετοχή της σε ένα πρόγραμμα που επί χρόνια έφερνε Κουβανούς γιατρούς στη χώρα. Υπό πίεση, η Νικαράγουα —παλαιός σύμμαχος της Αβάνας— κατάργησε την απαλλαγή από θεώρηση εισόδου που είχε παραχωρήσει στους Κουβανούς πολίτες οι οποίοι διέρχονταν από το έδαφός της καθ’ οδόν προς τις ΗΠΑ.
Τα τελευταία μέτρα του Λευκού Οίκου, ιδίως η απειλή τιμωρητικών δασμών εναντίον οποιασδήποτε χώρας προμηθεύει πετρέλαιο στην Κούβα, λειτουργούν παραλυτικά. Ενώ τη δεκαετία του 1990 η Κούβα μπορούσε να υπολογίζει στη στήριξη της Αλγερίας, της Αγκόλας και ορισμένων χωρών της Λατινικής Αμερικής, κάτι τέτοιο μοιάζει απίθανο σήμερα, εκτός αν η Ουάσιγκτον το επιτρέψει ξανά στο πλαίσιο μιας μελλοντικής «διαπραγμάτευσης» με την κυβέρνηση του Μιγκέλ Ντίας-Κανέλ.
Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει το μέλλον της Κούβας, αλλά το πιθανό πλαίσιο οποιωνδήποτε συνομιλιών είναι ήδη σαφές. Η Αβάνα θα μπορούσε να επιχειρήσει να διατηρήσει το πολιτικό της σύστημα, υποχωρώντας όμως στις οικονομικές απαιτήσεις των ΗΠΑ. Αυτό θα μπορούσε να σημαίνει άνοιγμα της χώρας στα εκατομμύρια δολάρια που είναι έτοιμα να εισρεύσουν από τη Φλόριντα, όπου εύποροι Κουβανοαμερικανοί επενδυτές περιμένουν ανυπόμονα.
Μια τέτοια πορεία θα ήταν δύσκολο να διατηρηθεί. Θα μπορούσε να προκαλέσει εσωτερικές διαιρέσεις, εάν ορισμένοι μέσα στον κρατικό μηχανισμό της Κούβας ήταν διατεθειμένοι να κάνουν βαθύτερες πολιτικές παραχωρήσεις προς την Ουάσιγκτον — απελευθέρωση κρατουμένων, νομιμοποίηση οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, ίσως τελικά και τοπικών αντιπολιτευτικών ομάδων. Μια τέτοια προοπτική θα συναντούσε την αντίσταση άλλων, ιδίως στις ένοπλες δυνάμεις.
Και τι ισχύει για την Ουάσιγκτον; Είναι ο στόχος η απομάκρυνση του προέδρου Ντίας-Κανέλ, η υπαγωγή της Κούβας σε αμερικανική κηδεμονία, όπως συνέβη στη Βενεζουέλα με την κυβέρνηση της Ντέλσι Ροντρίγκες, και στη συνέχεια η μετατροπή του νησιού σε μια νέα Φλόριντα, με ριβιέρες, πολυτελή ξενοδοχεία και γήπεδα γκολφ; Πριν από λίγους μήνες, αυτό το σενάριο θα έμοιαζε υπερβολικό· τώρα όλα φαίνονται πιθανά.
Κριστόφ Βεντούρα
Ο Κριστόφ Βεντούρα είναι δημοσιογράφος.


