του Δημήτρη Τσαϊλά, Υποναυάρχου ε.α.
Εάν το Ιράν μπορεί να διατηρεί στρατηγική μόχλευση πάνω στα Στενά του Ορμούζ παρά τη συντριπτική διαρκή στρατιωτική πίεση, τότε ο κόσμος οφείλει να αντιμετωπίσει ένα δυσάρεστο ερώτημα: Τι αποκαλύπτει αυτό για τα όρια της αποτροπής στη σύγχρονη εποχή;
Για δεκαετίες, η βασική παραδοχή πάνω στην οποία στηρίχθηκε η παγκόσμια ναυτική τάξη ήταν απλή. Το Πολεμικό Ναυτικό, υποστηριζόμενο από τις ναυτικές δυνάμεις των συμμάχων, εγγυόταν την ελευθερία της ναυσιπλοΐας στις κρίσιμες θαλάσσιες οδούς του κόσμου. Η γεωγραφία είχε σημασία, αλλά η στρατιωτική υπεροχή είχε μεγαλύτερη.
Σήμερα, αυτή η παραδοχή δοκιμάζεται.
Η αντιπαράθεση στα Στενά του Ορμούζ αποδεικνύει ότι ακόμη και μια ισχυρότατη στρατιωτική συμμαχία στην ιστορία δυσκολεύεται να διασφαλίσει πλήρως έναν στενό θαλάσσιο διάδρομο απέναντι σε μια αποφασισμένη περιφερειακή δύναμη που αξιοποιεί τακτικές ασύμμετρου πόλεμου, οικονομική πίεση και στρατηγική υπομονή.
Αυτό δεν είναι απλώς μια περιφερειακή κρίση. Είναι ένα στρατηγικό σημείο καμπής.

Η Ψευδαίσθηση της Επιστροφής στην Κανονικότητα
Για ακόμη μία φορά, αγορές και κυβερνήσεις πείθουν τους εαυτούς τους ότι οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης θα αποκαταστήσουν τελικά τη σταθερότητα. Όμως η βαθύτερη πραγματικότητα γίνεται ολοένα και πιο σαφής. Το Ιράν δεν έχει πρόθεση να επαναφέρει το προηγούμενο status quo στον Κόλπο.
Το Ορμούζ δεν είναι πλέον απλώς ένας θαλάσσιος διάδρομος διέλευσης. Έχει μετατραπεί σε γεωπολιτικό εργαλείο.
Ακόμη κι αν επιτευχθεί προσωρινή εκεχειρία, ακόμη κι αν επανεκκινήσει η εμπορική ναυσιπλοΐα, ακόμη κι αν υπάρξει κάποια μορφή διπλωματικής συμφωνίας, το στρατηγικό περιβάλλον έχει ήδη αλλάξει μόνιμα. Το προηγούμενο έχει δημιουργηθεί. Είναι πλέον ορατό ότι, μια περιφερειακή δύναμη μπορεί να διαταράξει μία από τις σημαντικότερες θαλάσσιες αρτηρίες του πλανήτη και να προκαλέσει παγκόσμιες οικονομικές συνέπειες χωρίς να υποστεί αποφασιστική στρατηγική ήττα.
Αυτή και μόνο η πραγματικότητα αλλάζει τους υπολογισμούς αποτροπής διεθνώς.
Τα Όρια της Στρατιωτικής Υπεροχής
Ο πόλεμος αυτός αποκάλυψε επίσης μια ευρύτερη αλήθεια για τις σύγχρονες συγκρούσεις, και αυτό είναι ότι η τεχνολογική υπεροχή δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε γρήγορα πολιτικά αποτελέσματα. Η Ουκρανία διέλυσε ήδη την ψευδαίσθηση των σύντομων πολέμων. Το Ιράν την επιβεβαιώνει.
Η παραδοχή ότι η συντριπτική αεροπορική ισχύς, η ναυτική κυριαρχία και η οικονομική πίεση θα ανάγκαζαν γρήγορα την Τεχεράνη να υποχωρήσει, υποτίμησε τη βασική λογική του σύγχρονου ασύμμετρου πολέμου. Το Ιράν δεν χρειάζεται να νικήσει στρατιωτικά τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αρκεί να διατηρήσει την αστάθεια αρκετό καιρό ώστε να αυξήσει το πολιτικό, οικονομικό και επιχειρησιακό κόστος της σύγκρουσης.
Και πουθενά αυτή η μόχλευση δεν είναι ισχυρότερη από ό,τι στα στρατηγικά θαλάσσια περάσματα.
Τα Στενά του Ορμούζ μεταφέρουν περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας ενεργειακής ροής. Κάθε διακοπή προκαλεί αλυσιδωτές επιπτώσεις στις ασφαλιστικές αγορές, στο κόστος μεταφοράς, στη βιομηχανική παραγωγή, στον πληθωρισμό και στα στρατηγικά αποθέματα.
Το δίδαγμα είναι βαθύ, η παγκοσμιοποίηση δεν εξαρτάται μόνο από το εμπόριο, αλλά από την ασφαλή πρόσβαση. Και πλέον, αυτή η πρόσβαση μπορεί να αμφισβητηθεί.

Η Άνοδος του Πολέμου στους Θαλάσσιους Διαύλους
Αυτό που αναδύεται είναι μια νέα μορφή στρατηγικού ανταγωνισμού. Ο πόλεμος των θαλάσσιων σημείων ελέγχου. Σε αυτό το περιβάλλον, οι στενοί θαλάσσιοι διάδρομοι μετατρέπονται σε εργαλεία εξαναγκασμού ικανά να προκαλέσουν δυσανάλογες παγκόσμιες συνέπειες. Το Ορμούζ είναι απλώς το πιο ορατό παράδειγμα.
Το Μπαμπ ελ Μαντέμπ, η Διώρυγα του Σουέζ, ο Βόσπορος, τα Στενά της Μαλάκκας και το Γιβραλτάρ αποτελούν όλα αλληλένδετες ευπάθειες του παγκόσμιου εμπορικού συστήματος. Διαταραχή στο ένα σημαίνει επιπτώσεις σε όλα.
Η σύγχρονη διεθνής οικονομία οικοδομήθηκε πάνω στην παραδοχή ότι η θαλάσσια πρόσβαση θα παραμείνει ανοικτή, προβλέψιμη και προστατευμένη από συντριπτική ναυτική ισχύ. Αυτή η παραδοχή καθίσταται ολοένα και πιο ξεπερασμένη.
Η σύζευξη drones, πυραύλων, κυβερνοπολέμου, οικονομικής αλληλεξάρτησης και γεωγραφικής μόχλευσης έχει μεταβάλει θεμελιωδώς την ισορροπία μεταξύ επιθετικής διατάραξης και αμυντικού ελέγχου. Η θαλάσσια κυριαρχία σήμερα δεν σημαίνει πλέον απόλυτη κυριαρχία. Σημαίνει ικανότητα διατήρησης επιχειρήσεων υπό συνθήκες διαρκούς διατάραξης. Και αυτή η διάκριση έχει τεράστια σημασία. Διότι σημαίνει ότι ακόμη και οι ισχυρότερες δυνάμεις πρέπει πλέον να προετοιμάζονται όχι για ανεμπόδιστο έλεγχο, αλλά για συνεχή αμφισβήτηση.
Το Ευρωπαϊκό Τυφλό Σημείο
Για την Ευρώπη, οι επιπτώσεις είναι άμεσες και σοβαρές. Οι ευρωπαϊκές οικονομίες παραμένουν βαθιά εξαρτημένες από το θαλάσσιο εμπόριο και τις ενεργειακές ροές μέσω ευάλωτων διαδρόμων, και όμως η Ευρώπη συνεχίζει να συμπεριφέρεται στρατηγικά σαν να μπορεί επ’ αόριστον να αναθέτει τη θαλάσσια ασφάλεια σε εταίρους. Η κρίση του Ορμούζ αποδεικνύει πόσο επικίνδυνη είναι αυτή η παραδοχή.
Η ναυτική ισχύς δεν αποτελεί πλέον δευτερεύον ζήτημα. Είναι η ραχοκοκαλιά της οικονομικής σταθερότητας, της στρατηγικής αυτονομίας και της πολιτικής ανθεκτικότητας.
Ως μία από τις σημαντικότερες ναυτιλιακές δυνάμεις του κόσμου, η Ελλάδα κατανοεί αυτή την πραγματικότητα με ιδιαίτερη σαφήνεια. Η ελληνική ναυτιλία αποτελεί κρίσιμο στοιχείο του παγκόσμιου εμπορίου. Η αστάθεια στο Ορμούζ δεν είναι ένα αφηρημένο γεωπολιτικό πρόβλημα για την Ελλάδα. Είναι μια άμεση στρατηγική και οικονομική απειλή.
Γι’ αυτό η Ελλάδα και συνολικά η Ευρώπη οφείλουν να επαναπροσδιορίσουν τη θαλάσσια ασφάλεια όχι ως συμπληρωματική αποστολή, αλλά ως κεντρικό πυλώνα της εθνικής και ευρωπαϊκής αμυντικής στρατηγικής.

Αυτό απαιτεί:
- διαρκή ευρωπαϊκή ναυτική παρουσία σε κρίσιμες θαλάσσιες οδούς,
- πολυεπίπεδη θαλάσσια αεράμυνα και αντιπυραυλική προστασία,
- ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανικής βάσης,
- ανθεκτικές εφοδιαστικές αλυσίδες και αποθέματα,
- και βαθύτερο επιχειρησιακό συντονισμό μεταξύ εταίρων.
Διότι οι σύγχρονοι πόλεμοι δεν κρίνονται πλέον μόνο από τις νίκες στο πεδίο της μάχης.
Κρίνονται από την αντοχή.
Μια Νέα Στρατηγική Εποχή
Το σημαντικότερο δίδαγμα του Ορμούζ δεν είναι αν τελικά θα ανοίξουν ξανά τα Στενά. Είναι ότι η εποχή της ανεμπόδιστης θαλάσσιας παγκοσμιοποίησης τελειώνει. Ο κόσμος εισέρχεται σε μια περίοδο όπου η πρόσβαση σε στρατηγικούς διαδρόμους μπορεί να εργαλειοποιηθεί τόσο από κράτη όσο και από μη κρατικούς δρώντες. Η γεωγραφία, που κάποτε θεωρούνταν δευτερεύουσα έναντι της τεχνολογίας, επιστρέφει ως κεντρικός παράγοντας γεωπολιτικής ισχύος.
Αυτό σημαίνει ότι η ίδια η αποτροπή μεταβάλλεται.
Η στρατιωτική υπεροχή από μόνη της δεν εγγυάται πλέον στρατηγική συμμόρφωση όταν οι αντίπαλοι μπορούν να αξιοποιούν ταυτόχρονα οικονομική ευαλωτότητα, πολιτική κόπωση και γεωγραφική πίεση.
Αυτή είναι η πραγματική σημασία της κρίσης στα Στενά του Ορμούζ.
Δεν πρόκειται απλώς για μια αντιπαράθεση με το Ιράν.
Πρόκειται για μια προειδοποίηση σχετικά με τη μελλοντική μορφή της ισχύος στον 21ο αιώνα.
Και αυτό το μέλλον δεν θα ανήκει απλώς στα ισχυρότερα κράτη, αλλά σε εκείνα που θα είναι ικανά να προστατεύσουν τις αρτηρίες από τις οποίες εξαρτάται το παγκόσμιο σύστημα.
Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS), και του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS).



Στενό πορθμό διεθνούς βαρύτητας ελέγχει και η Ελλάδα. Ο Ελλήσποντος είναι ο φυσικός πλους προς την Μεσόγειο, όχι μόνο των τουρκικών αλλά και άλλων πλοίων, π.χ. των ρωσσικών. Κανένα πλοίο δεν μπορεί να φτάσει στο Αιγαίο μέσω του Ελλησπόντου, αν δεν το επιτρέψει η Ελλάδα. Για αυτό και δεν πρέπει ούτε καν υπόνοιες να δεχτεί η Ελλάδα από το Ερντογανιστάν, περι μέσης γραμής στο Αιγαίο και τα παρόμοια. Με το που θα κατατεθεί στο τουρκικό κοινοβούλιο το νομοσχέδιο, το οποίο θα επιτρέπει στον ανθέλληνα Ερντογάν να επεκτείνει τις θαλάσσιες ζώνες της Τουρκίας, πρέπει, χωρίς περιστροφές, να κατατεθεί και στο ελληνικό κοινοβούλιο το νομοσχέδιο για την επέκταση των χωρικών υδάτων σε 12 ναυτικά μίλια, για κάθε νησί της ελληνικής επικράτειας.