Η κλιματική κρίση δεν έρχεται πια ως προειδοποίηση. Έρχεται ως θερμόμετρο. Ως κλειστό σχολείο. Ως νοσοκομείο που δεν αντέχει τη ζέστη. Ως ποτάμι που στερεύει, ως πόλη που δεν κοιμάται επειδή η νύχτα δεν δροσίζει. Οι μεγάλες ζέστες που χτυπούν την Ευρώπη δεν είναι ένα ακόμη «δύσκολο καλοκαίρι». Είναι η νέα πολιτική πραγματικότητα της ηπείρου.
Η κλιματική συζήτηση μπορεί να υποχωρεί πολιτικά, να θάβεται από κυβερνήσεις, πετρελαϊκά συμφέροντα ή επικοινωνιακούς μηχανισμούς, όμως η πραγματικότητα δεν διαπραγματεύεται.
Η τωρινή ευρωπαϊκή ζέστη το δείχνει με ωμότητα. Σύμφωνα με ανάλυση του World Weather Attribution που μετέδωσε το Reuters, ο πρόσφατος ακραίος καύσωνας στη Δυτική Ευρώπη θα ήταν «σχεδόν αδύνατος» χωρίς την ανθρωπογενή κλιματική αλλαγή, ενώ τέτοια επεισόδια είναι σήμερα περίπου 100 φορές πιθανότερα απ’ ό,τι πριν από δύο δεκαετίες. Δεν μιλάμε λοιπόν για «φυσιολογική ζέστη». Μιλάμε για κλιματικό καθεστώς που μεταβάλλεται μπροστά στα μάτια μας.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η θερμοκρασία. Είναι η απροετοιμασία. Στη Γαλλία, μεγάλο μέρος των κατοικιών δεν προστατεύει επαρκώς από τις υψηλές θερμοκρασίες, ενώ τα φτωχότερα προάστια πλήττονται περισσότερο από τα «θερμικά παγιδευμένα» σπίτια. Στη Βρετανία, νοσοκομεία αναγκάστηκαν να αντιμετωπίσουν βλάβες σε εξοπλισμό, εργαστήρια και συστήματα πληροφορικής λόγω υπερθέρμανσης. Η ζέστη δεν είναι απλώς μετεωρολογικό φαινόμενο· είναι τεστ κοινωνικής αντοχής.
Και αυτό το τεστ η Ευρώπη το περνά δύσκολα. Το Reuters κατέγραψε ότι η ροή του ποταμού Πάδου στην Ιταλία έπεσε από περίπου 1.000 κυβικά μέτρα το δευτερόλεπτο σε κάτω από 300 μέσα σε δύο εβδομάδες, επιτρέποντας στο θαλασσινό νερό να εισχωρήσει 18 χιλιόμετρα στην ενδοχώρα και να απειλήσει καλλιέργειες. Αυτό σημαίνει ότι ο καύσωνας δεν μένει στην πόλη. Περνά στο χωράφι, στο νερό, στο ψωμί, στην τιμή των τροφίμων.
Εδώ αρχίζει το πραγματικό ερώτημα: θα συνεχίσουμε να μιλάμε για το κλίμα σαν να είναι θέμα ευαισθησίας ή θα το αντιμετωπίσουμε ως θέμα εθνικής ασφάλειας, δημόσιας υγείας και κοινωνικής δικαιοσύνης; Γιατί ο καύσωνας δεν πλήττει όλους το ίδιο. Ο πλούσιος αγοράζει κλιματισμό. Ο φτωχός εγκλωβίζεται στο διαμέρισμα. Ο τουρίστας αλλάζει πρόγραμμα. Ο εργάτης δουλεύει στον ήλιο. Ο ηλικιωμένος κινδυνεύει σιωπηλά.
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μόνο «προσοχή στις μετακινήσεις» και «πίνετε νερό». Χρειάζονται πόλεις με σκιά, δέντρα, νερό και δροσερά δημόσια κτίρια. Χρειάζονται σπίτια μονωμένα για τον 21ο αιώνα. Χρειάζονται νοσοκομεία που λειτουργούν στους 42 βαθμούς. Χρειάζεται ενεργειακή μετάβαση όχι ως σύνθημα, αλλά ως άμυνα απέναντι σε έναν κόσμο που υπερθερμαίνεται.
Το κλίμα επιστρέφει στην πολιτική ατζέντα όχι επειδή το θέλουν οι οικολόγοι, αλλά επειδή το επιβάλλει η πραγματικότητα. Η πολιτική του κλίματος αρχίζει από το ίδιο το κλίμα. Η Ευρώπη βράζει. Και όταν βράζει η Ευρώπη, κανείς δεν δικαιούται να κάνει πως δεν καταλαβαίνει.


