του Ελευθερίου ΤζιόλαΟι συνομιλίες που είχαν προκαλέσει έκπληξη -με την έννοια ότι η πρωτοβουλία προήλθε από την πλευρά του θιγόμενου/απειλούμενου (της Δανίας)- με τον αντιπρόεδρο των ΗΠΑ JD Vance και τον υπουργό Εξωτερικών Marco Rubio, πριν από μία εβδομάδα, αντί προόδου ανέδειξαν και επίσημα μια «θεμελιώδη διαφωνία με τις ΗΠΑ», όπως δήλωσε, μετά τις συνομιλίες, ο ίδιος ο υπουργός Εξωτερικών της Δανίας Lars Lokke Rasmussen. Και παρότι εγκαινιάσθηκε μια ομάδα εργασίας για να γεφυρώσει το χάσμα, κανείς δεν μπορεί να περιμένει πολλά με δεδομένη τη θέση Τραμπ. Είναι χαρακτηριστική η δήλωση της γραμματέως του Λευκού Οίκου Karoline Leavitt ότι η ομάδα εργασίας «στην πραγματικότητα συστάθηκε για τεχνικές συνομιλίες σχετικά με την απόκτηση της Γροιλανδίας»!!
Ενώ, λοιπόν, οι Ευρωπαίοι ηγέτες έχουν συσπειρωθεί γύρω από την άποψη ότι οι απειλές του Τραμπ προς τη Γροιλανδία είναι σοβαρές, αλλά και απαράδεκτες, το κρίσιμο ερώτημα είναι: αν υπάρχει πιθανότητα/δυνατότητα στην αποτροπή του σεναρίου εσωτερικής ρήξης στο ΝΑΤΟ. Δηλαδή, αν υπάρχουν περιθώρια ενός αμοιβαία αποδεκτού συμβιβασμού.
-
Ποια λύση συμφωνίας θα μπορούσε να υπάρξει;
Η έντονη ρητορική Τραμπ, λένε ψυχραιμότεροι αναλυτές, εκτός από ιδιαίτερο χαρακτηριστικό ενός εγωπαθούς ηγέτη, δεν πρέπει να βρίσκει την ανάλογη κλιμάκωση, όταν απαιτείται προσήλωση στους δύσκολους στόχους αντί για υπεροψία και εντυπώσεις ακροατηρίων.
Τον περασμένο Νοέμβριο, το ρωσικό υπουργείο Άμυνας ανακοίνωσε και εγκαινίασε σχέδια για τη δημιουργία ενός νέου αρκτικού στόλου για να διασφαλίσει και υποστηρίξεις την ασφάλεια της Βόρειας Θαλάσσιας Διαδρομής, η οποία ως Διαδρομή κινείται στη βόρεια ζώνη του Αρκτικού Κύκλου. Περιπλέοντας βορειότερα τη Σιβηρία και τις Νορβηγικές ακτές, δηλαδή ενώνοντας θαλάσσια το ανατολικό άκρο του Ειρηνικού με το άκρο -δίπλα στις ΗΠΑ- του Ατλαντικού ωκεανού. Ταυτόχρονα, η Κίνα έχει σχεδιάσει και προωθεί συγκεκριμένα μια επέκταση των υποδομών του Πολικού Δρόμου του Μεταξιού κατά μήκος αυτής της Διαδρομής.
Ένα πιο ισχυρό ρωσικό στρατιωτικό αποτύπωμα στην Αρκτική θα μπορούσε να αυξήσει τον κίνδυνο εχθρικών ενεργειών γύρω από το κενό GIUK της Γροιλανδίας, να διαταράξει σοβαρά και να αποδιοργανώσει στις διατλαντικές αλυσίδες εφοδιασμού. Το ιστορικό και η συμπεριφορά της Κίνας, επίσης, υποδηλώνει ότι μπορεί να μετατρέψει τις επενδύσεις που πραγματοποιεί σε πολιτικές υποδομές σε εγκαταστάσεις διπλής χρήσης που πραγματοποιούν κατασκοπεία και στρατιωτικές αναγνωρίσεις (για την προετοιμασία δράσεων).
Βασιζόμενη στις διατάξεις της συνθήκης ΗΠΑ-Δανίας του 1951, η ΕΕ (και προφανώς και η Δανία) μπορεί να ενθαρρύνει τη Γροιλανδία να ανανεώσει ή/και σε περιπτώσεις να επεκτείνει τον χρονικό ορίζοντα των αμερικανικών-ΝΑΤΟικών βάσεων. Η αεροπορική βάση Sondrestom στο Kangerlussaq βοήθησε τις προσπάθειες έγκαιρων προειδοποιήσεων των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και η αεροπορική βάση Narsarsuaq βοήθησε σημαντικά τις προσπάθειες ανεφοδιασμού κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Θα ήταν σχετικά απλό να επιστρέψουν οι ΗΠΑ σε μία τουλάχιστον από αυτές τις εγκαταστάσεις. Μια τέτοια κίνηση θα αφαιρούσε από τον Τραμπ τα επιχειρήματα και την εθνικιστική του ρητορική περί εθνικής ασφάλειας για τις ΗΠΑ και θα μπορούσε, επίσης, να βοηθήσει δυνάμεις επιρροής εντός των ΗΠΑ να κινηθούν θετικά και όχι συγκρουσιακά.
Σε απάντηση στον ενισχυμένο συντονισμό της Ρωσίας και της Κίνας στην Αρκτική, η Ευρώπη θα πρέπει να εξετάσει νέες προσαρμοσμένες ασκήσεις στρατιωτικής και τεχνολογικής ετοιμότητας με τις ΗΠΑ και να αυξήσει -αντί να ακυρώσει- την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τις προθέσεις της Μόσχας και του Πεκίνου. Οι σκέψεις για την αποσύνδεση ή/και ρήξη στην εταιρική/συμμαχική σχέση ασφαλείας μπορεί, τότε, να αντικατασταθούν από στάσεις για νέα, ποιοτική συνεργασία.
Ενώ ο Τραμπ δεν έχει συνδέσει δημόσια τις φιλοδοξίες του για εξαγορά/απόκτηση της Γροιλανδίας με κρίσιμα ορυκτά, ωστόσο, βαθύτερες στα συστήματα εξουσίας συζητήσεις δεν εξαιρούν μια τέτοια προοπτική. Η Γροιλανδία διαθέτει στο σκληρό της έδαφος/υπέδαφος τουλάχιστον 25 από τα 34 κρίσιμα ορυκτά (Κρίσιμες Ορυκτές Πρώτες Ύλες-ΚΟΠΥ). Η λύση εδώ θα ήταν μια συμφωνία σπάνιων γαιών που θα σέβονταν την κυριαρχία της Γροιλανδίας στον εδαφικό της πλούτο, θα απέτρεπε μονομερή αμερικάνικη δράση και θα περιλάμβανε σταθμισμένα αμοιβαιότητα συμφερόντων στην τεχνολογία και στις εξορύξεις. Μια τέτοια συμφωνία δεν θα μπορούσε να είναι αρνητική ούτε για τη Γροιλανδία/Δανία (και σε προέκταση ΕΕ) ούτε για τις ΗΠΑ.
Η Γροιλανδία διαθέτει επίσης τεράστια αποθέματα πετρελαίου στα ανατολικά και δυτικά σύνορά της. Ένα Σύμφωνο Ελεύθερης Σύνδεσης μεταξύ ΗΠΑ και Γροιλανδίας, θα μπορούσε -μετά από διάλογο και ισορροπία- να επιτρέψει μια αμοιβαία επωφελή ανταλλαγή προτιμησιακής πρόσβασης για τις αμερικανικές εταιρείες, η οποία έτσι κι αλλιώς θα συμβεί, στην περίπτωση εκμετάλλευσης των πετρελαϊκών κοιτασμάτων. Καθώς και κατοχυρωμένα οφέλη για την Γροιλανδία και ρήτρες σεβασμού για το αρκτικό περιβάλλον, στα πλαίσια ενός τέτοιου Συμφώνου Σύνδεσης.
-
Είναι, άραγε, εφικτό -αντί της εναγώνιας αναμονής για την ολοκλήρωση της τετραετίας Τραμπ- να υπάρξει υπέρβαση και να προωθηθεί με επιτυχία μια ρεαλιστική συμφωνία με την Ουάσινγκτον που θα έσωζε και το ΝΑΤΟ, την ίδια στιγμή που η ΕΕ πρέπει, παράλληλα, να σχεδιάσει και να εφαρμόσει μια νέα στρατηγική αυτοδυναμίας;
-
Ιδού, πάντως, το μεγάλο ερώτημα: θα βγει η Δυτική Συμμαχία, τραυματισμένη μεν, αλλά ανθεκτική, από το «ζήτημα της Γροιλανδίας» ή όχι;


