του Δημήτρη Τσαϊλά, Υποναυάρχου ε.α.
Τρεις μήνες μετά την έναρξη της σύγκρουσης με το Ιράν, οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται αντιμέτωπες με μια στρατηγική πραγματικότητα που υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια του Περσικού Κόλπου. Παρά τη συντριπτική στρατιωτική ισχύ που κινητοποίησαν η Ουάσιγκτον και το Ισραήλ, το βασικό πολιτικό ζητούμενο παραμένει ανεκπλήρωτο. Το ιρανικό καθεστώς εξακολουθεί να υφίσταται, η πολιτική του ηγεσία διατηρεί τον έλεγχο και η στρατηγική του βούληση δεν έχει καμφθεί.
Την ίδια στιγμή, το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ έχει μετατραπεί από περιφερειακή κρίση ασφαλείας σε παγκόσμιο οικονομικό και γεωπολιτικό πρόβλημα. Η σημασία του δεν περιορίζεται στη διακίνηση πετρελαίου και φυσικού αερίου. Οι αλυσίδες εφοδιασμού, το διεθνές εμπόριο, η βιομηχανική παραγωγή και η ενεργειακή ασφάλεια τριών ηπείρων εξαρτώνται από τη διατήρηση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας σε αυτό το κρίσιμο θαλάσσιο πέρασμα.
Η Ουάσιγκτον βρίσκεται πλέον ενώπιον ενός δύσκολου στρατηγικού διλήμματος: κλιμάκωση, αποχώρηση ή παρατεταμένη αναμονή. Καμία από αυτές τις επιλογές δεν προσφέρει εύκολη διέξοδο.
![]()
Μια ενδεχόμενη αμερικανική υποχώρηση δεν θα αποτελούσε απλώς στρατιωτική αναδίπλωση. Θα συνιστούσε έμμεση αναγνώριση ότι το Ιράν κατάφερε να αμφισβητήσει αποτελεσματικά την αμερικανική κυριαρχία σε μια περιοχή που επί δεκαετίες θεωρούνταν ζωτικός χώρος των αμερικανικών συμφερόντων. Το Δόγμα Κάρτερ, το οποίο καθόρισε τον Περσικό Κόλπο ως περιοχή άμεσου στρατηγικού ενδιαφέροντος των Ηνωμένων Πολιτειών, θα είχε ουσιαστικά αποδυναμωθεί.
Οι συνέπειες θα ήταν ευρύτερες. Τα κράτη του Κόλπου θα αναζητούσαν εναλλακτικές εγγυήσεις ασφαλείας, ενώ η Κίνα και η Ρωσία θα αξιοποιούσαν πολιτικά και διπλωματικά κάθε ένδειξη αμερικανικής αναδίπλωσης. Η αξιοπιστία της αμερικανικής δέσμευσης απέναντι στους συμμάχους της θα δεχόταν σοβαρό πλήγμα.
Από την άλλη πλευρά, η στρατιωτική κλιμάκωση ενέχει κινδύνους εξίσου σημαντικούς.
Η ιστορία έχει αποδείξει επανειλημμένα ότι η τακτική υπεροχή δεν συνεπάγεται αυτομάτως στρατηγική επιτυχία. Οι συζητήσεις περί κατάληψης ιρανικών νησιών, όπως το Χαργκ, το Αμπού Μούσα ή το Κεσμ, μπορεί να εμφανίζονται ως λογικές επιχειρησιακές επιλογές. Ωστόσο, η μετάβαση από την επιχειρησιακή δυνατότητα στη στρατηγική σκοπιμότητα είναι πάντοτε το πιο δύσκολο βήμα.
Οποιαδήποτε αμερικανική δύναμη αναπτυσσόταν σε ιρανικό έδαφος ή σε νησιά πλησίον των ιρανικών ακτών θα βρισκόταν υπό συνεχή απειλή από πυραύλους, drones, πυροβολικό και ασύμμετρες επιθέσεις. Η γεωγραφία θα λειτουργούσε υπέρ του αμυνόμενου. Η εγγύτητα των ιρανικών δυνάμεων στο θέατρο επιχειρήσεων θα περιόριζε σημαντικά τα παραδοσιακά πλεονεκτήματα της αμερικανικής εκστρατευτικής ισχύος.
Στις Σχολές Πολέμου υπάρχει μια διαχρονική αρχή. Η εγγύτητα εξουδετερώνει την τεχνολογική υπεροχή. Όσο μικρότερη είναι η απόσταση από τον αντίπαλο, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η αποτελεσματικότητα ακόμη και απλών μέσων μάχης. Στο περιορισμένο και κορεσμένο επιχειρησιακό περιβάλλον του Περσικού Κόλπου, η αρχή αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα.β

Τα ιστορικά παραδείγματα είναι εξίσου διδακτικά.
Πολλοί αναλυτές παρομοιάζουν τη σημερινή κατάσταση με την κρίση του Σουέζ το 1956. Ωστόσο, ίσως πιο εύστοχος είναι ο παραλληλισμός με τη Σικελική Εκστρατεία των Αθηναίων κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Η Αθήνα διέθετε ναυτική υπεροχή, οικονομική ισχύ και στρατιωτική αυτοπεποίθηση. Παρ’ όλα αυτά, η στρατηγική υπερεπέκταση μετέτρεψε μια επίδειξη ισχύος σε καταστροφή που έθεσε τις βάσεις για τη μετέπειτα παρακμή της.
Η ιστορία διδάσκει ότι οι μεγάλες δυνάμεις δεν κινδυνεύουν περισσότερο όταν είναι αδύναμες, αλλά όταν υπερεκτιμούν την ικανότητα της στρατιωτικής ισχύος να επιλύσει σύνθετα πολιτικά προβλήματα.
Η πραγματικότητα αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία απέναντι σε προτάσεις για επιχειρήσεις βαθιά μέσα στο ιρανικό έδαφος. Είτε πρόκειται για εγκαταστάσεις του πυρηνικού προγράμματος είτε για στρατηγικές υποδομές, τέτοιες αποστολές ενδέχεται να επιφέρουν τακτικές επιτυχίες χωρίς να εξασφαλίζουν αντίστοιχα πολιτικά αποτελέσματα.
Διότι η ουσία της κρίσης παραμένει πολιτική και όχι στρατιωτική.
Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ αυξάνει καθημερινά το κόστος για τη διεθνή οικονομία. Τα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου και οι μηχανισμοί έκτακτης ανάγκης έχουν περιορίσει προσωρινά τις επιπτώσεις, αλλά δεν μπορούν να λειτουργούν επ’ αόριστον. Καθώς οι ενεργειακές πιέσεις εντείνονται, ο πληθωρισμός αυξάνεται και οι εφοδιαστικές αλυσίδες δοκιμάζονται, οι πολιτικές πιέσεις προς όλες τις κυβερνήσεις θα γίνονται ολοένα ισχυρότερες.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο χρόνος μετατρέπεται σε καθοριστικό στρατηγικό παράγοντα.
Η Ουάσιγκτον φαίνεται να εκτιμά ότι το Ιράν θα λυγίσει πρώτο υπό το βάρος των οικονομικών συνεπειών. Η ιστορία, όμως, προειδοποιεί ότι κράτη τα οποία θεωρούν πως διακυβεύεται η επιβίωσή τους συχνά αντέχουν πολύ μεγαλύτερες θυσίες από όσες προβλέπουν οι αντίπαλοί τους. Παράλληλα, η Τεχεράνη ενδέχεται να θεωρεί ότι η παρατεταμένη οικονομική πίεση θα αυξήσει τη διεθνή απαίτηση για συμβιβασμό, ενισχύοντας τελικά τη δική της διαπραγματευτική θέση.
Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με βεβαιότητα ποια πλευρά θα εξαντληθεί πρώτη.
Ωστόσο, πέρα από το επιχειρησιακό αδιέξοδο στον Περσικό Κόλπο, η κρίση αναδεικνύει μια βαθύτερη και ίσως σοβαρότερη στρατηγική συνέπεια, που είναι η σταδιακή διάβρωση της αμερικανικής αποτρεπτικής αξιοπιστίας.
Οι σύμμαχοι των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ευρώπη και την Ασία δεν αξιολογούν μόνο τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή. Παρακολουθούν κυρίως τι αποκαλύπτει αυτή η κρίση για τις πραγματικές δυνατότητες και την αντοχή της αμερικανικής ισχύος.
Η αδυναμία μετατροπής της στρατιωτικής υπεροχής σε ξεκάθαρο στρατηγικό αποτέλεσμα προκαλεί ήδη προβληματισμό. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι η σύγκρουση ανέδειξε τα όρια της αμερικανικής αμυντικής βιομηχανικής βάσης. Η κατανάλωση πανάκριβων αντιαεροπορικών και αντιπυραυλικών συστημάτων για την αντιμετώπιση μαζικών επιθέσεων χαμηλού κόστους καταδεικνύει ότι η οικονομία του πολέμου επιστρέφει ως κρίσιμος παράγοντας στρατηγικής ισχύος.

Η Κίνα και η Ρωσία παρακολουθούν με ιδιαίτερη προσοχή αυτά τα συμπεράσματα.
Η πιθανότητα εξάντλησης εξελιγμένων οπλικών συστημάτων από φθηνά drones και πυραύλους δεν αποτελεί πλέον θεωρητική υπόθεση. Αποτελεί επιχειρησιακή πραγματικότητα. Σε μια πιθανή κρίση στον Ινδο-Ειρηνικό, η σχέση κόστους-αποτελεσματικότητας μπορεί να αποδειχθεί εξίσου σημαντική με την τεχνολογική υπεροχή.
Οι καθυστερήσεις σε εξοπλιστικά προγράμματα συμμάχων και η μεταφορά στρατιωτικών πόρων από την Ευρώπη και την Ασία προς τη Μέση Ανατολή ενισχύουν τις αμφιβολίες για την ικανότητα των Ηνωμένων Πολιτειών να διαχειριστούν ταυτόχρονες κρίσεις σε πολλαπλά στρατηγικά μέτωπα.
Η ίδια ανησυχία εκδηλώνεται και στην Ευρώπη. Η μερική αναδιάταξη αμερικανικών δυνάμεων και οι συζητήσεις περί περιορισμού των αμερικανικών συνεισφορών στα αμυντικά σχέδια του ΝΑΤΟ δημιουργούν ισχυρούς πολιτικούς συμβολισμούς. Στη στρατηγική, οι αντιλήψεις έχουν συχνά την ίδια βαρύτητα με τις πραγματικές δυνατότητες.
Η αποτροπή δεν στηρίζεται μόνο στην ισχύ. Στηρίζεται στην πεποίθηση ότι η ισχύς αυτή θα χρησιμοποιηθεί όταν χρειαστεί. Όταν η πεποίθηση αυτή αρχίζει να αμφισβητείται, ανοίγει ο δρόμος για αναθεωρητικές δυνάμεις να δοκιμάσουν τα όρια της διεθνούς τάξης.
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο δίδαγμα της σημερινής κρίσης.
Η μεγαλύτερη απειλή για τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι μόνο η οικονομική ζημία από το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ ούτε το επιχειρησιακό κόστος ενός παρατεταμένου πολέμου. Είναι η σταδιακή φθορά της εμπιστοσύνης πάνω στην οποία οικοδομήθηκε η αμερικανική ηγεσία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Οι μεγάλες δυνάμεις σπάνια χάνουν την επιρροή τους σε μία μόνο μάχη. Τη χάνουν όταν οι σύμμαχοί τους αρχίζουν να αμφιβάλλουν και οι αντίπαλοί τους να πιστεύουν ότι η ισορροπία ισχύος μεταβάλλεται.
Η πραγματική πρόκληση για την Ουάσιγκτον δεν είναι απλώς η επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ. Είναι η αποκατάσταση της αξιοπιστίας της αποτροπής της, η διατήρηση της συνοχής των συμμαχιών της και η αποφυγή της εντύπωσης ότι η μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη του κόσμου αδυνατεί να μετατρέψει την ισχύ της σε στρατηγικό αποτέλεσμα.
Η ιστορία διδάσκει ότι οι αυτοκρατορίες δεν παρακμάζουν όταν χάνουν μία μάχη. Παρακμάζουν όταν η εικόνα της ισχύος τους παύει να πείθει φίλους και αντιπάλους. Και αυτή ακριβώς είναι η μεγαλύτερη στρατηγική πρόκληση που αναδεικνύει σήμερα η κρίση στον Περσικό Κόλπο.
Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS), και του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS).



Συμμερίζομαι κάθε γραμμή αυτού του άρθρου.
Αυτό, που ίσως αξίζει πλέον να αναρωτηθούμε, είναι αν υπάρχει ένα δεύτερο πλάνο για τη διεθνή αρχιτεκτονική ασφαλείας, που επιθυμούν οι ΗΠΑ. Δηλαδή αν πρώτος σκοπός του πολέμου ήταν ο άμεσος διαμελισμός του Ιράν, οποίος θα έδινε πολύτιμο χρόνο στις ΗΠΑ, ώστε να διατηρηθούν στην ηγεσία του παγκοσμίου συστήματος. Αυτός δεν έχει τύχη πλέον να εκπληρωθεί.
Επειδή όμως οι ΗΠΑ συνεχίζουν να είναι στην πρωτοκαθεδρία του παγκοσμίου συστήματος είναι δύσκολο να οδηγηθούν σε άτακτη υποχώρηση. Σε ένα τέτοιο σενάριο, η νέα αρχιτεκτονική θα περιλαμβάνει παίκτες, οι οποίοι θα αναλάβουν χώρους ευθύνης, θα καρπωθούν τα οφέλη, αλλά θα αλληλοεξουδετερώνονται σε περιφερειακό επίπεδο. Κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε ζώνες πρόσβασης, τις οποίες οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν, ενώ ταυτόχρονα θα περιόριζαν την πρόσβαση σε ανταγωνιστές. Πρόκειται για πολύ λεπτή άσκηση εξωτερικής πολιτικής και ιδιαιτέρως πολύπλοκη.
Κι επειδή η πολιτική σχέση, ειδικά μεταξύ κρατών, υπάρχει μόνο ως σχέση δυνάμεων, όταν η πηγή μιας δύναμης αποφασίζει να μην την ασκεί περαιτέρω, τότε νέες δυνάμεις αρχίζουν να ανταγωνίζονται, ώστε να δημιουργηθεί μια νέα πολιτική σχέση. Αν δούμε τα κατά τόπους δυναμικά, μπορούμε να παρατηρήσουμε αυτή την απόσυρση της δύναμης των ΗΠΑ από το πεδίο και την απελευθέρωση του ανταγωνισμού μεταξύ άλλων δυνάμεων. Αυτό όμως δεν θα πρέπει να μας κάνει να υποθέσουμε ότι η δύναμη των ΗΠΑ δεν υπάρχει στο πεδίο, αλλά ότι πλέον εκφράζεται μέσω άλλων πόρων.
Σε μια τέτοια περίπτωση η πατρίδα μας βρίσκεται στο κέντρο της καταιγίδας.
Καλή η ανάλυση ,αλλά βασίζεται στην ”στημένη” δημόσια βούληση-πολιτική και κυρίως στρατιωτική – των ΗΠΑ , οι οποίες -ας εξετασθεί- επειδή ”προορίζουν” το Ιράν ως προπύργιο κατά της Ανατολής
ΔΕΝ ΕΠΕΔΙΩΞΑΝ ΝΑ ΤΟ ΕΞΟΝΤΩΣΟΥΝ ,διχάζοντας τους (95) εκατομμύρια Ιρανούς και διχοτομώντας την μεγάλη χώρα τους.
Σημειώνω από το άρθρο.
1.-Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με βεβαιότητα ποια πλευρά θα εξαντληθεί πρώτη.
2.-Η Κίνα και η Ρωσία-ποια Ρωσία αυτή που ”μας τρόμαζε” με τις στρατιωτικές παρελάσεις και δεν μπορεί να ”κάνει ζάπι” την Ουκρανία εδώ και κοντά πέντε χρόνια- παρακολουθούν με ιδιαίτερη προσοχή αυτά τα συμπεράσματα ” , αλλά οι ”φοβεροί” ηγέτες τους ”σφιχταγκαλιάζονται ”με τον κ. Τραμπ , με τον οποίον στο τέλος θα τα βρουν σε νέα Γιάλτα.
Υ.Γ Μέχρι τώρα το διεθνές συμπέρασμα είναι ότι ΚΙΝΑ και ΡΩΣΙΑ αυτοαπομονώθηκαν και αφήνουν να ενεργούν οι ΗΠΑ κατά το δοκούν -κάτι που δεν είχε συμβεί στο παρελθόν -και ούτε το Συμβούλιο Ασφαλείας δεν συγκαλούν και ούτε ως μόνιμα μέλη ΒΕΤΟ δεν επιβάλλουν.
Φυσικά για τους αριστερούς και τους αντιδυτικούς ΠΑΝΤΟΥ (και φυσικά στην Ελλάδα περισσότερο ) , φταίνε οι Αμερικανοί και οι Ισραηλινοί και γιαυτό μόνο γιαυτούς γίνονται διαδηλώσεις .
Η αδρανείς Ρωσία και Κίνα μένουν στο απυρόβλητο.
ΑΦΟΠΛΙΣΤΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ για παράλογους.