του Αχιλλέα Ταουξή, Υποστρατήγου ε.α.
Όταν υπογράφηκε η ελληνοαιγυπτιακή συμφωνία ΑΟΖ τον Αύγουστο του 2020, τη θεώρησα ένα σημαντικό διπλωματικό βήμα. Η Ελλάδα απαντούσε στο τουρκολιβυκό μνημόνιο και η Αίγυπτος αποδεχόταν στην πράξη ότι τα ελληνικά νησιά έχουν θαλάσσια δικαιώματα. Ήταν όμως μια δύσκολη συμφωνία και ένας σημαντικός συμβιβασμός. Το ερώτημα για μένα δεν είναι αν έπρεπε να υπάρξει συμβιβασμός, αλλά αν αξιοποιήσαμε στη συνέχεια το τίμημα που καταβάλαμε.
Η οριοθέτηση ήταν μερική και η συμφωνημένη γραμμή δεν αντανακλούσε σε κάθε σημείο την πάγια ελληνική θέση για την πλήρη επήρεια των νησιών. Η ελληνική κυβέρνηση υπογράμμιζε τότε ότι η συμφωνία αφορούσε συγκεκριμένο τμήμα και ότι θα ακολουθούσε διαπραγμάτευση για τις υπόλοιπες περιοχές. Το στρατηγικό ζήτημα παραμένει όμως στο τι ακριβώς εξασφαλίσαμε ως μακροπρόθεσμο αντάλλαγμα.
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι απλώς η καλή σχέση με το Κάιρο. Στις διεθνείς σχέσεις οι σχέσεις μεταβάλλονται όταν μεταβάλλονται τα συμφέροντα. Και αυτό ακριβώς βλέπουμε σήμερα.
Η Τουρκία, όταν άρχισε να αποκαθιστά τις σχέσεις της με την Αίγυπτο, δεν περιορίστηκε στη διπλωματική επαναπροσέγγιση. Η διαδικασία κορυφώθηκε με την επίσκεψη Ερντογάν στο Κάιρο στις 4 Φεβρουαρίου 2026, όπου υπογράφηκαν 18 συμφωνίες και συμφωνία στρατιωτικού πλαισίου. Παράλληλα, η τουρκική MKE προχώρησε σε συμφωνία περίπου 350 εκατ. δολαρίων για αμυντικές εξαγωγές και παραγωγικές υποδομές στην Αίγυπτο, ενώ τον Σεπτέμβριο ίδρυσε στο Κάιρο την εταιρεία «Zafer», με στόχο την κοινή παραγωγή και την αξιοποίηση της Αιγύπτου ως βάσης για την Αφρική και τον Κόλπο.
Εδώ βρίσκεται η ουσία. Η Τουρκία δεν επιδιώκει μόνο καλύτερες πολιτικές σχέσεις με την Αίγυπτο. Δημιουργεί κοινά συμφέροντα στην άμυνα, στην παραγωγή, στην τεχνολογία και στις περιφερειακές αγορές. Όταν δύο χώρες αποκτούν τέτοιους δεσμούς, η σχέση τους παύει να εξαρτάται αποκλειστικά από τη συγκυρία ή από την προσωπική σχέση των ηγετών.
Επίσης η Αίγυπτος δεν κινείται μόνο διμερώς. Στις 21 Ιουνίου 2026 φιλοξένησε στο Κάιρο τη συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών του R4, με τη συμμετοχή Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν, επιβεβαιώνοντας τη συνέχιση του μεταξύ τους συντονισμού για περιφερειακά ζητήματα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Αίγυπτος επέλεξε την Τουρκία αντί της Ελλάδας. Η Αθήνα και το Κάιρο εξακολουθούν να έχουν ουσιαστική αμυντική και στρατηγική συνεργασία. Το ζήτημα είναι ότι η Τουρκία πρόσθεσε στη σχέση της με την Αίγυπτο νέα επίπεδα αμοιβαίου συμφέροντος, ενώ εμείς δεν φαίνεται να κινηθήκαμε με αντίστοιχη ένταση.
Μετά το 2020 επενδύσαμε περισσότερο στη διπλωματική κατοχύρωση και λιγότερο στη δημιουργία ενός αντίστοιχου πλέγματος στην αμυντική βιομηχανία, στην ενέργεια, στις υποδομές, στη ναυτική συνεργασία και στις παραγωγικές επενδύσεις.
Ακόμη περισσότερο, δεν προχωρήσαμε στην οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών με την Κύπρο, παρότι η ελληνοκυπριακή σχέση θα μπορούσε να αποτελέσει έναν ισχυρότερο στρατηγικό πυρήνα στην Ανατολική Μεσόγειο.
Μια τέτοια εξέλιξη δεν θα καθιστούσε την Αίγυπτο περιττή. Θα έδινε όμως στην Ελλάδα μεγαλύτερο στρατηγικό βάθος και θα περιόριζε την ανάγκη να στηρίζεται τόσο μεγάλο μέρος του σχεδιασμού μας στην εξασφάλιση ενός τρίτου εταίρου.
Το στρατηγικό μάθημα λοιπόν δεν είναι ότι η συμφωνία του 2020 ήταν λάθος. Είναι ότι ένας συμβιβασμός αποκτά πραγματική αξία μόνο όταν ακολουθείται από στρατηγική συνέχεια.
Η Ελλάδα απέκτησε το 2020 σημαντικό διπλωματικό κεφάλαιο. Η Τουρκία δεν προσπάθησε απλώς να το ακυρώσει. Δημιούργησε ένα διαφορετικό κεφάλαιο με την Αίγυπτο, βασισμένο σε άμυνα, παραγωγή, εμπόριο και κοινά περιφερειακά συμφέροντα.
Στη γεωπολιτική δεν αρκεί να κερδίζεις μια συμφωνία. Πρέπει να γνωρίζεις πόσο σου κόστισε, τι ακριβώς αγόρασες και κυρίως αν δημιούργησες τις προϋποθέσεις για να το κρατήσεις.
Υποστράτηγος ε.α. Αχιλλεύς Ταούξης
Απόφοιτος της Σχολής Ευελπίδων και με 43 χρόνια υπηρεσίας στις Ένοπλες Δυνάμεις, υπηρέτησε σε επιχειρησιακές και επιτελικές θέσεις στην Ελλάδα, στο ΝΑΤΟ και σε διεθνείς αποστολές. Διετέλεσε Εκπαιδευτής και Διευθυντής Σπουδών στη ΣΕΘΑ, Διευθυντής Κέντρου Επιχειρήσεων στο ΝΑΤΟϊκό Στρατηγείο Σκοπίων και στέλεχος του ΓΕΣ, του ΓΕΕΘΑ και του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, με αντικείμενο την άμυνα, την αμυντική πολιτική, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις διεθνείς σχέσεις.
Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στην Εφαρμοσμένη Στρατηγική και Διεθνείς Σχέσεις από το University of Plymouth και έχει συμμετάσχει ως ομιλητής σε ημερίδες και εκδηλώσεις. Αρθρογραφεί για θέματα εθνικής ασφάλειας, άμυνας, στρατηγικής και γεωπολιτικής.


