του Δρ. Ηρακλή Γωνιάδη, Οικονομολόγου
Υπάρχει κάτι σχεδόν παράδοξο στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε το ψέμα στην πολιτική. Όταν ένας κοινός άνθρωπος εξαπατά κάποιον για να αποκομίσει όφελος, δεν δυσκολευόμαστε ιδιαίτερα να περιγράψουμε αυτό που συνέβη αποκαλώντας τον ψεύτη. Αν η εξαπάτηση είναι συστηματική και ιδιοτελής τον λέμε απατεώνα, εκτός κι αν αποκτήσει πολιτικό αξίωμα, οπότε η ίδια συμπεριφορά εξωραΐζεται μετατρέποντας το ψέμα σε «πολιτική επικοινωνία», την ανακολουθία σε «πολιτικό ρεαλισμό» και την εξαπάτηση σε «αναγκαία στρατηγική» όχι μόνο «πολιτικής επιβίωσης», αλλά και ανώδυνου πλουτισμού. Δηλαδή αλλάζει η ηθική φύση μιας πράξης μόνο και μόνο επειδή ο δράστης απέκτησε τίτλο, γραφείο, μικρόφωνο και υποστηρικτές (αρχικούς χρηματοδότες της καμπάνιας του) που τον θέλουν ως «καλό παιδί και μπροστινό» για τα συμφέροντά τους.
Ο πολιτικός δεν είναι ένα διαφορετικό είδος ανθρώπου απαλλαγμένο από τις στοιχειώδεις απαιτήσεις της εντιμότητας και του αυτοσεβασμού. Αντιθέτως, από τη στιγμή που ζητά από τους πολίτες να του εμπιστευθούν την ψήφο τους και, μαζί με αυτήν, ένα μέρος της εξουσίας πάνω στη ζωή τους, η απαίτηση για ειλικρίνεια γίνεται αυστηρότερη. Δεν μπορείς να ζητάς εμπιστοσύνη και ταυτόχρονα να θεωρείς ότι έχεις δικαίωμα να μην την καλλιεργείς, ή να απαιτείς από τον πολίτη να σε πιστέψει και την ίδια στιγμή να θεωρείς αποδεκτό να του λες ό,τι σε εξυπηρετεί κάθε φορά ή και από άλλο κομματικό μετερίζι.
Επειδή πάντα ισχύει ότι «ανθρώπινον το λανθάνειν», ακόμη και ένας πολιτικός μπορεί να κάνει λάθος στην εκτίμηση μιας κατάστασης, να αποτύχει σε μια πολιτική ή να αθετήσει μια υπόσχεση λόγω αλλαγής των συνθηκών. Η πολιτική δεν είναι επιστήμη των «άσφαλτων» ανθρώπων, αλλά η διαφορά ανάμεσα στην αποτυχία και στην εξαπάτηση είναι θεμελιώδης. Όποιος αποτυγχάνει μπορεί να κάνει λάθος, όχι, όμως, κι εκείνος που εξαπατά γνωρίζοντας ότι παραπλανά και το κάνει συνειδητά υπερβαίνοντας το όριο.
Και εδώ ακριβώς αρχίζει η δική μας ανοχή να γίνεται επικίνδυνη συγχωρώντας, από συνήθεια, στον πολιτικό πράγματα τα οποία δεν θα ανεχόμασταν από κανέναν άλλον. Ένας επιχειρηματίας που παραπλανά τους πελάτες του δεν θα δικαιολογούνταν λέγοντας ότι «έτσι λειτουργεί η αγορά». Ένας επαγγελματίας που εξαπατά τους συνεργάτες του δεν θα αντιμετωπιζόταν ως στρατηγικά ευφυής. Γιατί λοιπόν, όταν η εξαπάτηση γίνεται με πολιτικό σκοπό, πρέπει ξαφνικά να θεωρείται μέρος του παιχνιδιού; Έχουμε τόσες ενοχές επειδή «φάγαμε κρυφά μισό αυγό» ή λόγω κάποιου ρουσφετιού νοιώθουμε υποχρεωμένοι;
Κατά συνέπεια, η απάντηση «έτσι είναι η πολιτική» δεν είναι επιχείρημα, αλλά παραίτηση και ανοχή προς ανθρώπους με τους οποίους, πιθανώς, δεν θα έπινες ούτε καφέ παρέα τους κι όμως σε εκπροσωπούν στη βουλή. Και, τελικά, είναι ο τρόπος με τον οποίο μια κοινωνία συνηθίζει στην ανεντιμότητα μέχρι να πάψει να την αναγνωρίζει πια ως τέτοια. Ωστόσο, υπάρχει κάτι ακόμη χειρότερο καθώς φτάσαμε να μη μας ενοχλεί το ψέμα αλλά μόνο το ποιος το λέει. Αν το πει ο πολιτικός τον οποίο υποστηρίζουμε, θα βρούμε μια εξήγηση, ενώ αν το πει ο αντίπαλός του θα το ονομάσουμε σκάνδαλο.
Κατόπιν τούτου, η ηθική μετατρέπεται σε κομματικό εργαλείο και η αλήθεια παύει να είναι κοινό μέτρο, εξετάζοντας μόνο αν είναι «δικός μας» και όχι ποιος είπε ψέματα. Με μια τέτοια αντιμετώπιση έχουμε χάσει ως κοινωνία κάτι πολύ σημαντικότερο από την εμπιστοσύνη της σε έναν πολιτικό. Χάσαμε την ικανότητά μας να διακρίνουμε το έντιμο από το ανέντιμο, το καιροσκόπο από τον οραματιστή, τον πατριώτη από τον πατριδοκάπηλο και τον βολεμένο από τον υποταγμένο.
Γι’ αυτό και ο χαρακτηρισμός «πολιτικός απατεώνας» δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ελαφρά ούτε και να αποφεύγεται από φόβο μήπως είναι πολύ σκληρός. Πρέπει να εξετάζεται με το ίδιο κριτήριο που θα χρησιμοποιούσαμε για οποιονδήποτε άλλο άνθρωπο, δηλαδή αν υπήρξε συνειδητή εξαπάτηση; Αν υπήρχε σκοπός ιδιοτελούς οφέλους ή διατήρησης της εξουσίας; Αν υπήρξε εκμετάλλευση της εμπιστοσύνης των άλλων; Αν υπήρξε επανάληψη και μεθόδευση, όπως το βιώνουμε με τις κυβερνήσεις Μητσοτάκη.
Αν η απάντηση είναι καταφατική, τότε το γεγονός ότι η εξαπάτηση πραγματοποιήθηκε μέσα στην πολιτική δεν την κάνει ηθικά αθώα. Αντίθετα, η πολιτική ιδιότητα μπορεί να καθιστά τις συνέπειές της πολύ σοβαρότερες, ακριβώς επειδή δεν εξαπατάται ένας άνθρωπος αλλά μια κοινωνία που έχει παραδώσει στον συγκεκριμένο άνθρωπο μέρος της εξουσίας της. Ως εκ τούτου, πόσο συνταγματικό μπορεί να είναι το άρθρο 86 (περί ευθύνης υπουργών) μέσα στο οποίο δεν «χώρεσαν» μόνο πολιτικοί αλλά και άλλοι συνοδοιπόροι της εκτελεστικής εξουσίας η οποία, αλίμονο, μεταλλάχθηκε σε υπέρτατη, λίγο πιο κάτω από τον θεό!
Και εδώ βρίσκεται ίσως η πιο άβολη αλήθεια, καθώς ο πολιτικός δεν χρειάζεται να είναι άγιος (άλλωστε δεν υπάρχει στην πολιτική χώρος για αναμάρτητους), αλλά οφείλει να γνωρίζει ότι η εξουσία δεν τον απαλλάσσει από την ευθύνη, ούτε και το «να τον στείλουν στο σπίτι του» αντί της φυλακής είναι ποινή. Δεν του επιτρέπεται να θεωρεί το ψέμα προσόν, την εξαπάτηση τεχνική και την έλλειψη αυτοσεβασμού επαγγελματική αναγκαιότητα. Μολονότι, ένα τέτοιο προφίλ πολιτικού προτιμάται από τους επικεφαλής των κομμάτων στο πλαίσιο της «ηγεσίας» τους για να διατηρούν τον έλεγχο της κομματικής τους αγέλης.
Η βολική δικαιολογία «έτσι κάνουν όλοι» δεν είναι και ηθική, γιατί –τελικά- το ζήτημα δεν είναι αν ο πολιτικός έχει δικαίωμα να λέει ψέματα, αλλά αν εμείς έχουμε αποφασίσει να του αναγνωρίσουμε αυτό το δικαίωμα. Στον βαθμό δε, στον οποίο το έχουμε αποφασίσει, τότε το πρόβλημα δεν βρίσκεται πλέον μόνο σ’ αυτόν που χρησιμοποιεί το ψέμα για καριέρα και πλουτισμό, αλλά και σ’ εμάς που μάθαμε να το αποδεχόμαστε.
Το αξίωμα δεν καθαγιάζει τον άνθρωπο, ούτε η ψήφος εξαγνίζει την πράξη, αλλά και το κοστούμι δεν μετατρέπει τον απατεώνα σε πολιτικό. Αντίθετα, όταν η εξαπάτηση γίνεται συνειδητή μέθοδος άσκησης και διατήρησης της εξουσίας, τότε η πολιτική ιδιότητα δεν αποτελεί ελαφρυντικό. Αποτελεί επιβαρυντική ευθύνη και η φυλακή είναι η μόνη οδός προς την εξιλέωση.



Εξαιρετικό άρθρο που παρουσιάζει την ωμή αλήθεια. Συγχαρητήρια στον αρθρογράφο.