ΗΠΑ: από εγγυητής της ελεύθερης ναυσιπλοΐας, εισπράκτορας των Στενών του Ορμούζ

Η πρόθεση του Ντόναλντ Τραμπ να επιβάλει τέλος στα πλοία που διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη οικονομική επιβάρυνση. Συνιστά θεμελιώδη αντιστροφή μιας αρχής την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες επικαλούνται επί δύο αιώνες: ότι οι διεθνείς θαλάσσιες οδοί δεν αποτελούν ιδιοκτησία της ισχυρότερης στρατιωτικής δύναμης ούτε μπορούν να μετατρέπονται σε σταθμούς είσπραξης διοδίων.

Η ιστορική αναφορά στους Πολέμους της Μπαρμπαριάς καθιστά την αντίφαση ακόμη εντονότερη. Στις αρχές του 19ου αιώνα, οι Ηνωμένες Πολιτείες πολέμησαν τα κράτη της βορειοαφρικανικής ακτής, τα οποία απαιτούσαν φόρους υποτέλειας από τα εμπορικά πλοία και χρησιμοποιούσαν βία εναντίον όσων αρνούνταν να πληρώσουν. Η επίσημη αμερικανική ιστορική αφήγηση παρουσιάζει αυτούς τους πολέμους ως την απαρχή της μακρόχρονης υπεράσπισης της ελεύθερης ναυσιπλοΐας από το αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό.

Το βιβλίο The United States of War του David Vine, όμως, μας βοηθά να δούμε πίσω από αυτή την εξιδανικευμένη αφήγηση. Ο Vine επισημαίνει ότι η αμερικανική στρατιωτική επέμβαση στη Μεσόγειο δεν αποσκοπούσε μόνο στην υπεράσπιση μιας αφηρημένης ελευθερίας. Προστάτευε συγκεκριμένα εμπορικά και επιχειρηματικά συμφέροντα των ΗΠΑ και ενίσχυε την αμερικανική πολιτικοοικονομική επιρροή μακριά από τις ακτές τους. Παράλληλα, χαρακτηρίζει το σύστημα των πληρωμών που επέβαλλαν τα κράτη της Μπαρμπαριάς ως ένα είδος εκβιαστικής «προστασίας», επειδή συνοδευόταν από την απειλή στρατιωτικής βίας.

Ακριβώς γι’ αυτό η σημερινή πρόταση είναι τόσο προβληματική. Η Ουάσινγκτον δηλώνει ουσιαστικά προς τη διεθνή ναυτιλία: «Εμείς ελέγχουμε στρατιωτικά αυτή τη θαλάσσια οδό, εμείς αποφασίζουμε ποιος περνά και πρέπει να μας πληρώσετε για να σας προστατεύσουμε». Η λογική αυτή αρχίζει να μοιάζει επικίνδυνα με το ίδιο σύστημα καταβολής χρημάτων για ασφαλή διέλευση, εναντίον του οποίου υποτίθεται ότι πολέμησαν κάποτε οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Η «προστασία» παύει έτσι να αποτελεί εγγύηση ενός κοινού διεθνούς δικαιώματος και μετατρέπεται σε εμπόρευμα που πουλά η ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη. Και μάλιστα σε μια περιοχή όπου η ίδια δύναμη συμμετέχει ενεργά στον πόλεμο που δημιούργησε την ανασφάλεια. Η Αμερική θα ζητά, επομένως, να πληρώνεται για την αντιμετώπιση ενός κινδύνου στη δημιουργία και στην κλιμάκωση του οποίου έχει συμβάλει και η ίδια.

Υπάρχει επίσης μια βαθύτερη νομική και πολιτική αντίφαση. Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας αναγνωρίζει στα πλοία δικαίωμα συνεχούς και ταχείας διέλευσης από τα στενά διεθνούς ναυσιπλοΐας. Ορίζει ακόμη ότι η διέλευση δεν πρέπει να παρεμποδίζεται και ότι τα παράκτια κράτη δεν μπορούν να την αναστείλουν. Η μετατροπή αυτού του δικαιώματος σε υπηρεσία που παρέχεται μόνο έναντι πληρωμής υπονομεύει την ίδια την έννοια της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας.

Εξίσου επικίνδυνο είναι το προηγούμενο που δημιουργείται. Με ποιο επιχείρημα θα μπορούσαν στο μέλλον οι Ηνωμένες Πολιτείες να καταγγείλουν το Ιράν, την Κίνα ή οποιαδήποτε άλλη χώρα εάν επιχειρήσει να επιβάλει αντίστοιχα τέλη σε μια στρατηγική θαλάσσια δίοδο; Όταν ένας κανόνας ισχύει μόνο όσο εξυπηρετεί τον ισχυρότερο, παύει να είναι διεθνής κανόνας και μετατρέπεται σε εργαλείο ισχύος.

Η απόφαση του Τραμπ δεν προστατεύει, επομένως, την ελευθερία της ναυσιπλοΐας. Την ιδιωτικοποιεί, τη στρατιωτικοποιεί και την υποτάσσει σε μια συναλλαγή: πληρώστε εκείνον που ελέγχει τα όπλα, ώστε να σας επιτρέψει ασφαλή διέλευση. Αντί οι Ηνωμένες Πολιτείες να εμφανίζονται ως εγγυητής μιας ανοικτής διεθνούς θαλάσσιας οδού, κινδυνεύουν να εμφανιστούν ως ο νέος εισπράκτορας των Στενών του Ορμούζ.

Η ιστορική ειρωνεία είναι δύσκολο να αγνοηθεί: η χώρα που οικοδόμησε ένα μέρος της ναυτικής της ταυτότητας αρνούμενη να καταβάλλει χρήματα για ασφαλή διέλευση προτείνει τώρα να απαιτεί η ίδια τέτοιες πληρωμές από ολόκληρο τον κόσμο.

spot_img

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
50,700ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα