του Δημήτρη Τσαϊλά, Υποναυάρχου ε.α.
Η άποψη ότι ο μοναδικός αποτελεσματικός τρόπος αντιμετώπισης της ιρανικής απειλής στη θάλασσα είναι η ανάπτυξη αμερικανικών χερσαίων δυνάμεων επί ιρανικού εδάφους αποτελεί μια κατεξοχήν χερσοκεντρική προσέγγιση ενός προβλήματος που είναι πρωτίστως ναυτικό και απαιτείται ναυτική στρατηγική.
Η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν έχει αποδείξει επανειλημμένα ότι είναι πρόθυμη να απειλήσει τη διεθνή ναυσιπλοΐα και να αμφισβητήσει την ελευθερία της διέλευσης στο Στενό του Ορμούζ. Ωστόσο, δεν πρέπει να συγχέεται ο στρατηγικός σκοπός με τα μέσα που απαιτούνται για την επίτευξή του.
Το ζητούμενο δεν είναι η κατοχή ιρανικού εδάφους. Είναι η διασφάλιση της Ελευθερίας της Ναυσιπλοΐας και της αδιάλειπτης λειτουργίας μιας από τις σημαντικότερες θαλάσσιες αρτηρίες του πλανήτη.
Επί δεκαετίες, το Ιράν έχει αναπτύξει μια ολοκληρωμένη στρατηγική Anti-Access/Area Denial (A2/AD), σχεδιασμένη ώστε να αντισταθμίζει τη συμβατική στρατιωτική υπεροχή των αντιπάλων του. Αντί να επιδιώκει τον έλεγχο της θάλασσας, επιδιώκει να αυξήσει το κόστος της ναυσιπλοΐας μέσω κινητών αντιπλοϊκών πυραύλων, ναρκοθέτησης, μη επανδρωμένων συστημάτων, ταχυπλόων σκαφών, κυβερνοεπιθέσεων και ψυχολογικής αποτροπής. Η στρατηγική αυτή δεν απαιτεί νίκη στη θάλασσα, αρκεί να δημιουργήσει επαρκή αβεβαιότητα ώστε να μεταβάλει τη συμπεριφορά των ναυτιλιακών εταιρειών και των ασφαλιστικών οργανισμών.
Η εμπειρία της Ερυθράς Θάλασσας επιβεβαιώνει αυτή την πραγματικότητα. Οι Χούθι δεν χρειάστηκε να αποκλείσουν στρατιωτικά το Bab el-Mandeb ούτε να βυθίσουν μεγάλο αριθμό εμπορικών πλοίων. Ένας περιορισμένος αριθμός επιθέσεων και, κυρίως, η αντίληψη αυξημένου κινδύνου ήταν αρκετά ώστε μεγάλοι ναυτιλιακοί όμιλοι να ανακατευθύνουν τα πλοία τους μέσω του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας. Το αποτέλεσμα ήταν σημαντική αύξηση του κόστους μεταφοράς, των ασφαλίστρων πολέμου, των χρόνων μεταφοράς και, τελικά, των πληθωριστικών πιέσεων στην παγκόσμια οικονομία. Η στρατηγική επιτυχία δεν επιτεύχθηκε μέσω ναυτικής υπεροχής, αλλά μέσω οικονομικής αποσταθεροποίησης.
Το Στενό του Ορμούζ παρουσιάζει ακόμη μεγαλύτερη στρατηγική σημασία, καθώς από αυτό διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου πετρελαίου. Το Ιράν γνωρίζει ότι δεν χρειάζεται να αποκλείσει φυσικά το Στενό. Αρκεί να δημιουργήσει την εντύπωση ότι η ναυσιπλοΐα καθίσταται επισφαλής, ώστε να επηρεαστούν οι διεθνείς αγορές ενέργειας και οι θαλάσσιες μεταφορές.
Υπό αυτό το πρίσμα, η κατάληψη νησιών όπως το Κέσμ, το Αμπού Μούσα ή τα νησιά Τούνμπ δεν θα εξουδετέρωνε κατ’ ανάγκην την ιρανική απειλή. Παρότι τέτοιες καταδρομικές επιχειρήσεις θα μπορούσαν να πλήξουν επιμέρους υποδομές των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης, οι δυνατότητες του Ιράν με πυραυλικά συστήματα, μη επανδρωμένα αεροσκάφη, δίκτυα διοίκησης και ελέγχου και μέσα ναρκοθέτησης είναι διασπαρμένες κατά μήκος των ακτών και μπορούν να αναπτυχθούν εκ νέου σε σύντομο χρονικό διάστημα. Η γεωγραφία ευνοεί τον αμυνόμενο, ενώ μια περιορισμένη απόβαση θα μπορούσε εύκολα να εξελιχθεί σε παρατεταμένη στρατιωτική εμπλοκή, χωρίς να διασφαλίσει την ελευθερία της ναυσιπλοΐας.
Η ιστορία της ναυτικής στρατηγικής αποδεικνύει ότι η ασφάλεια των θαλάσσιων συγκοινωνιών σπανίως επιτυγχάνεται μέσω κατοχής εδαφών. Η προστασία των θαλάσσιων γραμμών επικοινωνίας προϋποθέτει μόνιμη ναυτική παρουσία, επίγνωση της θαλάσσιας κατάστασης, ολοκληρωμένη αντιαεροπορική και αντιπυραυλική άμυνα, ικανότητες αντιμετώπισης ναρκών, ανταλλαγή πληροφοριών και αποτελεσματικές πολυεθνικές δομές διοίκησης. Αυτά είναι τα πραγματικά εργαλεία που διασφαλίζουν την ελευθερία της ναυσιπλοΐας και ενισχύουν την εμπιστοσύνη της διεθνούς ναυτιλιακής κοινότητας.
Η συζήτηση, ωστόσο, δεν μπορεί να περιοριστεί αποκλειστικά στο Στενό του Ορμούζ. Το Ορμούζ αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου γεωστρατηγικού πλέγματος που περιλαμβάνει το Bab el-Mandeb, τη Διώρυγα του Σουέζ, την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα. Οι θαλάσσιοι αυτοί διάδρομοι συγκροτούν αυτό που έχω χαρακτηρίσει ως το «Τρίγωνο του Διαβόλου» της παγκόσμιας οικονομίας. Η διατάραξη ενός μόνο θαλάσσιου περάσματος προκαλεί αλυσιδωτές επιπτώσεις στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες, στην ενεργειακή ασφάλεια, στον πληθωρισμό και στη διεθνή σταθερότητα.
Κατά συνέπεια, η απάντηση δεν μπορεί να είναι αποκλειστικά στρατιωτική ούτε να περιορίζεται σε χερσαίες επιχειρήσεις. Απαιτείται η συγκρότηση μιας ολοκληρωμένης Αρχιτεκτονικής Θαλάσσιας Ασφάλειας, η οποία θα συνδυάζει ναυτικές δυνάμεις συμμάχων και εταίρων, ανταλλαγή πληροφοριών, προστασία κρίσιμων θαλάσσιων υποδομών, αντιπυραυλική άμυνα και συντονισμένη αποτροπή. Μια τέτοια αρχιτεκτονική δεν θα προστατεύει μόνο την εμπορική ναυτιλία, αλλά θα ενισχύει και την αξιοπιστία της διεθνούς τάξης που βασίζεται στους κανόνες.
Για την Ευρώπη και ιδιαίτερα για την Ελλάδα, η πρόκληση αυτή έχει άμεση στρατηγική σημασία. Ως κορυφαία ναυτιλιακή δύναμη, η Ελλάδα έχει ζωτικό συμφέρον να διατηρηθούν ασφαλείς οι Θαλάσσιες Γραμμές Επικοινωνίας που συνδέουν τον Ινδο-Ειρηνικό, την Ερυθρά Θάλασσα, την Ανατολική Μεσόγειο και τις ευρωπαϊκές αγορές. Παράλληλα, το ΝΑΤΟ και η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτουν τις επιχειρησιακές δυνατότητες να διαδραματίσουν ουσιαστικότερο ρόλο στην προστασία των θαλάσσιων κοινών αγαθών.
Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι εάν οι χερσαίες δυνάμεις μπορούν να επιτύχουν μια στρατιωτική νίκη κατά του Ιράν. Είναι εάν αποτελούν το καταλληλότερο μέσο για την επίτευξη του στρατηγικού σκοπού.
Η απάντηση είναι αρνητική.
Ο αντικειμενικός σκοπός δεν είναι ούτε η κατοχή εδαφών ούτε η αλλαγή καθεστώτος. Είναι η διατήρηση της ελεύθερης και ασφαλούς διέλευσης της διεθνούς ναυσιπλοΐας από έναν από τους σημαντικότερους θαλάσσιους διαδρόμους του κόσμου.
Η ναυτική ισχύς δεν μετριέται από τα εδάφη που καταλαμβάνει, αλλά από την ικανότητά της να διασφαλίζει την ελευθερία της ναυσιπλοΐας, να προστατεύει το διεθνές εμπόριο και να διατηρεί τη σταθερότητα του διεθνούς συστήματος.
Στον 21ο αιώνα, η νίκη στη θάλασσα δεν θα κριθεί από την κατάκτηση ακτών, αλλά από την ικανότητα των κρατών να προστατεύσουν τα θαλάσσια κοινά αγαθά από τα οποία εξαρτάται η λειτουργία της παγκόσμιας οικονομίας.
Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS), και του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS).


