του Δημήτρη Τσαϊλά, Υποναυάρχου ε.α.
Εδώ και μήνες επισημαίνω ότι η κρίση στα Στενά του Ορμούζ δεν θα κριθεί από τον αριθμό των πυραύλων που θα εκτοξευθούν ούτε από την ένταση των αεροπορικών πληγμάτων, αλλά από το κατά πόσο η στρατιωτική ισχύς υπηρετεί έναν σαφώς καθορισμένο πολιτικό σκοπό. Οι τελευταίες εξελίξεις επιβεβαιώνουν αυτή τη θεμελιώδη αρχή της στρατηγικής.
Ο Θουκυδίδης είχε επισημάνει ότι στον πόλεμο η ισχύς από μόνη της δεν αρκεί, αλλά εκείνο που καθορίζει την έκβαση είναι η σχέση μεταξύ ισχύος, πολιτικού σκοπού και στρατηγικής βούλησης. Δύο χιλιετίες αργότερα, ο Carl von Clausewitz θα διατύπωνε την ίδια αρχή με διαφορετικά λόγια: «Ο πόλεμος αποτελεί συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα». Όταν όμως τα μέσα υποκαθιστούν την πολιτική, τότε η στρατηγική παύει να καθοδηγεί τις επιχειρήσεις και αρχίζει να ακολουθεί τις εξελίξεις. Αυτό ακριβώς διακρίνει κανείς σήμερα στην αμερικανική εκστρατεία κατά του Ιράν.
Η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται γύρω από το αν η Ουάσιγκτον πρέπει να κλιμακώσει ή να αποκλιμακώσει τις επιχειρήσεις της. Πρόκειται όμως για ένα δευτερεύον δίλημμα. Το ουσιώδες ερώτημα είναι διαφορετικό, υπάρχει ένα σαφώς προσδιορισμένο πολιτικό τέλος της σύγκρουσης;
Μέχρι στιγμής, η εικόνα παραπέμπει περισσότερο σε μια αλληλουχία μέτρων παρά σε μια συνεκτική στρατηγική. Ο πρώτος ναυτικός αποκλεισμός των ιρανικών λιμένων επιχείρησε να μετατρέψει την οικονομική πίεση σε πολιτική διαπραγμάτευση. Ακολούθησε η προσωρινή αναστολή του στο πλαίσιο του Μνημονίου του Ισλαμαμπάντ, η κατάρρευση των μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης, η επαναφορά του αποκλεισμού και στη συνέχεια η κλιμάκωση των αεροπορικών επιχειρήσεων.
Κάθε νέο μέσο εμφανίσθηκε τη στιγμή που το προηγούμενο δεν απέδωσε το επιδιωκόμενο πολιτικό αποτέλεσμα. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι επιλογές ήταν λανθασμένες. Στη ναυτική στρατηγική, οι αποκλεισμοί, οι οικονομικές κυρώσεις και οι αεροπορικές επιχειρήσεις αποτελούν συμπληρωματικά εργαλεία ισχύος. Ο Alfred Thayer Mahan υποστήριζε ότι ο έλεγχος των θαλασσίων γραμμών επικοινωνίας αποτελεί βασική προϋπόθεση για την άσκηση εθνικής ισχύος. Ο Sir Julian Corbett, όμως, υπενθύμιζε ότι η θαλάσσια ισχύς δεν αποτελεί αυτοσκοπό, υπάρχει μόνο για να υπηρετεί έναν πολιτικό σκοπό. Εδώ ακριβώς εντοπίζεται το στρατηγικό κενό.
Ποιο ακριβώς μέσο καλείται να παράγει την αποφασιστική πίεση;
Ποια συγκεκριμένη παραχώρηση της Τεχεράνης θα θεωρηθεί επαρκής;
Πότε η Ουάσιγκτον θα θεωρήσει ότι οι στρατιωτικοί στόχοι έχουν μετατραπεί σε πολιτική επιτυχία;
Καμία από αυτές τις απαντήσεις δεν έχει διατυπωθεί με σαφήνεια.
Η πρόσφατη απόφαση του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να αναστείλει τις αμερικανικές αεροπορικές επιχειρήσεις στην περιοχή των Στενών του Ορμούζ, έπειτα από την εισήγηση του Διοικητή της CENTCOM, Ναυάρχου Μπραντ Κούπερ, αποτελεί πρωτίστως στρατηγική και όχι επιχειρησιακή επιλογή.
Η αμερικανική στρατιωτική ηγεσία εκτίμησε ότι οι δύο εβδομάδες εντατικών πληγμάτων είχαν επιτύχει τον άμεσο επιχειρησιακό τους σκοπό, περιορίζοντας σημαντικά την ικανότητα του Ιράν να επιτίθεται στην εμπορική ναυσιπλοΐα. Ταυτόχρονα όμως διαπίστωσε ότι οι στόχοι υψηλής αξίας είχαν ουσιαστικά εξαντληθεί και ότι η συνέχιση των βομβαρδισμών δεν θα παρήγαγε αντίστοιχο στρατηγικό όφελος.
Η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί ένδειξη αδυναμίας. Αντιθέτως, επιβεβαιώνει μια διαχρονική αρχή της στρατηγικής, ότι η στρατιωτική ισχύς έχει όρια ως μέσο εξαναγκασμού. Όταν οι επιχειρήσεις παύουν να παράγουν νέο πολιτικό ή στρατηγικό αποτέλεσμα, η παράτασή τους αυξάνει το κόστος χωρίς να αυξάνει την πιθανότητα επιτυχίας.
Τα στοιχεία της ναυσιπλοΐας αποδεικνύουν ότι ο αποκλεισμός επέβαλε σημαντικό οικονομικό κόστος. Η εμπορική κίνηση τρίτων χωρών μέσω των Στενών του Ορμούζ μειώθηκε δραστικά, ενώ σημαντικό μέρος της διεθνούς ναυτιλίας απέφυγε την περιοχή. Την ίδια στιγμή, όμως, η ιρανική ναυτιλία συνέχισε να λειτουργεί μέσω δικτύων «σκιώδους στόλου», εναλλακτικών διαδρομών και μηχανισμών ελέγχου που εγκατέστησε η ίδια η Τεχεράνη.
Ο αποκλεισμός, επομένως, επιβάλλει οικονομικό κόστος. Δεν είναι όμως βέβαιο ότι παράγει πολιτικό εξαναγκασμό.
Η ιστορία βρίθει ανάλογων παραδειγμάτων. Οι στρατηγικοί βομβαρδισμοί του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου προκάλεσαν τεράστιες καταστροφές χωρίς να κάμψουν από μόνοι τους τη βούληση του αντιπάλου. Η Γερμανία δεν κατέρρευσε εξαιτίας των βομβαρδισμών, αλλά λόγω της συνολικής στρατιωτικής ήττας. Αντίστοιχα, δεκαετίες οικονομικών κυρώσεων κατά της Κούβας, του Ιράκ και της Βόρειας Κορέας δεν οδήγησαν πάντοτε στα πολιτικά αποτελέσματα που επιδίωκαν οι εμπνευστές τους.
Η οικονομική πίεση δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε πολιτική υποχώρηση.
Το Ιράν, αξιοποιώντας τους Χούθι στην Ερυθρά Θάλασσα, επέκτεινε το πεδίο της αντιπαράθεσης, υποχρεώνοντας τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους τους να προστατεύουν ταυτόχρονα δύο από τους σημαντικότερους θαλάσσιους διαδρόμους του κόσμου. Αυτή είναι η ουσία της ασύμμετρης στρατηγικής. Με σχετικά περιορισμένο κόστος, η Τεχεράνη επιβάλλει στον αντίπαλό της δυσανάλογη διάθεση ναυτικών, αεροπορικών και οικονομικών πόρων.
Παράλληλα λειτουργούν τρεις διαφορετικοί «χρόνοι»:
ο επιχειρησιακός των στρατιωτικών επιχειρήσεων,
ο πολιτικός των δημοκρατικών κυβερνήσεων
και ο διπλωματικός των διαπραγματεύσεων.
Η στρατηγική επιτυχία προϋποθέτει τον συγχρονισμό και των τριών.
Από ναυτικής πλευράς, η θαλάσσια ισχύς εξακολουθεί να αποτελεί θεμελιώδη πυλώνα της διεθνούς ασφάλειας. Η προστασία των θαλασσίων γραμμών επικοινωνίας, η ελευθερία της ναυσιπλοΐας και η αποτροπή παραμένουν οι βασικές αποστολές κάθε ναυτικής δύναμης.
Όμως ούτε ο Mahan ούτε ο Corbett υποστήριξαν ποτέ ότι η ναυτική ισχύς μπορεί να υποκαταστήσει τη στρατηγική.
Η στρατιωτική ισχύς δημιουργεί ευκαιρίες.
Η πολιτική αποφασίζει πώς θα αξιοποιηθούν.
Εάν δεν έχει καθοριστεί ποια ακριβώς ιρανική παραχώρηση θα οδηγούσε στον τερματισμό της εκστρατείας, τότε κάθε νέα κλιμάκωση κινδυνεύει να μετατραπεί σε αυτοσκοπό.
Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι εάν οι επόμενες αεροπορικές επιδρομές θα προκαλέσουν μεγαλύτερες καταστροφές. Πιθανότατα θα το κάνουν. Το ερώτημα είναι αν αυτές οι καταστροφές φέρνουν την πολιτική λύση πιο κοντά. Εάν η απάντηση παραμένει ασαφής, τότε δεν πρόκειται για μια στρατηγική που εξελίσσεται βάσει σχεδίου. Πρόκειται για μια διαδοχή μέσων, όπου κάθε νέο εργαλείο επιστρατεύεται επειδή το προηγούμενο απέτυχε να παράγει το επιδιωκόμενο πολιτικό αποτέλεσμα.
Οι πρόσφατες εξελίξεις επιβεβαιώνουν όσα εδώ και μήνες έχω υποστηρίξει, ότι η στρατηγική δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στη διαδοχική χρήση στρατιωτικών εργαλείων, αλλά μόνο πάνω σε έναν σαφώς καθορισμένο πολιτικό σκοπό. Όταν αυτός απουσιάζει, ακόμη και η μεγαλύτερη στρατιωτική υπεροχή κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε έναν πόλεμο φθοράς χωρίς σαφή προοπτική εξόδου.
Η ισχύς πυρός μπορεί να διαμορφώσει το πεδίο της μάχης. Δεν μπορεί όμως, από μόνη της, να διαμορφώσει την ειρήνη.
Και όπως μας διδάσκει ο Θουκυδίδης, η πραγματική νίκη δεν μετριέται από το μέγεθος της καταστροφής που επιβάλλεις στον αντίπαλο, αλλά από την πολιτική τάξη που κατορθώνεις να εγκαθιδρύσεις όταν σιγήσουν τα όπλα.
Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι Αντιναύαρχος ε.α. του Πολεμικού Ναυτικού. Δίδαξε επί σειρά ετών Επιχειρησιακή Σχεδίαση, Στρατηγική και Ασφάλεια στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security (INIS), του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS).



Η Τζιχαντιστικη ισλαμική Τεχερανη αναγνωρίζει μόνο την ισχύ.
Οπότε εξοπλισμός των Ιρανών αντιφρονούντων με αεροπορική κάλυψη θα φέρει την απελευθέρωση των Ιρανών από το τυρρανικό καθεστως των Μουλάδων κάτι που υποσχέθηκε ο Τραμπ τον Ιανουάριο του 2026 στους εξεγερθέντες άοπλους Ιρανούς!