Γερμανία: η κάλπη που ράγισε το πολιτικό κέντρο

Η ιστορική κατάρρευση των Χριστιανοδημοκρατών του Φρίντριχ Μερτς, η πρωτιά της AfD στην ανατολική Γερμανία και η εντυπωσιακή άνοδος της Αριστεράς στο Βερολίνο αποκαλύπτουν μια χώρα που πολώνεται — και ένα πολιτικό σύστημα που δυσκολεύεται όλο και περισσότερο να παράγει σταθερές πλειοψηφίες

Οι περιφερειακές εκλογές της Κυριακής 20 Σεπτεμβρίου στη Γερμανία δεν ήταν απλώς δύο ακόμη αναμετρήσεις στα κρατίδια. Αποκάλυψαν με ασυνήθιστη καθαρότητα τη διάβρωση του πολιτικού κέντρου της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρώπης.

Στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία η δεξιά λαϊκιστική AfD αναδείχθηκε πρώτη δύναμη με πάνω από 38%, ενώ οι Χριστιανοδημοκράτες του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς υπέστησαν μια ιστορική ήττα: περιορίστηκαν στο 4,9% και δεν πέρασαν καν το όριο του 5% για την είσοδο στο τοπικό κοινοβούλιο. Στο Βερολίνο συνέβη κάτι διαφορετικό αλλά πολιτικά συγγενές: η Die Linke κατέκτησε την πρώτη θέση με περίπου 25,7%, η CDU υποχώρησε στο 18,8% και η AfD ανέβηκε στο 16,3%.

Η συμμετοχή ήταν επίσης εντυπωσιακή. Στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία ψήφισε το 78,1% των εγγεγραμμένων, σύμφωνα με την επίσημη εκλογική αρχή, ενώ στο Βερολίνο η συμμετοχή έφθασε το 74,2%, αυξημένη κατά 11,3 ποσοστιαίες μονάδες. Πρόκειται επομένως δύσκολα για ένα αποτέλεσμα που μπορεί να αποδοθεί απλώς στην αδιαφορία ή στην αποχή των μετριοπαθών ψηφοφόρων.

Το κοινό νήμα των δύο εκλογών βρίσκεται αλλού: οι παραδοσιακές δυνάμεις του γερμανικού κέντρου χάνουν έδαφος ταυτόχρονα προς διαφορετικές κατευθύνσεις.

Και αυτό είναι πιθανώς σημαντικότερο από την επίδοση οποιουδήποτε μεμονωμένου κόμματος.

Η πανωλεθρία της CDU

Για τη CDU, το 4,9% στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία δεν είναι μια συνηθισμένη εκλογική ήττα. Το Reuters το χαρακτηρίζει τη χειρότερη επίδοση του κόμματος σε περιφερειακές εκλογές στη μεταπολεμική Γερμανία. Η CDU έμεινε εκτός Landtag σε ένα κρατίδιο στο οποίο επί δεκαετίες αποτελούσε μία από τις βασικές πολιτικές δυνάμεις.

Η ήττα αποκτά μεγαλύτερη σημασία επειδή είχε προηγηθεί νέα επιτυχία της AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ. Δεν πρόκειται επομένως για ένα απομονωμένο τοπικό αποτέλεσμα αλλά για σειρά εκλογικών προειδοποιήσεων προς την κυβέρνηση Μερτς, ιδιαίτερα στην ανατολική Γερμανία.

Ο ίδιος ο καγκελάριος αναγνώρισε πλέον ότι δεν μπορεί να αποδώσει την καταστροφή αποκλειστικά στις τοπικές οργανώσεις.

Όπως επισημαίνει η Le Monde, ο Μερτς παραδέχθηκε ότι η ομοσπονδιακή πολιτική έπαιξε σημαντικό ρόλο και ότι ο ίδιος φέρει μέρος της ευθύνης, χωρίς όμως να δεχθεί ότι πρέπει να εγκαταλείψει είτε την καγκελαρία είτε την ηγεσία της CDU.

Image

Image

Η πολιτική ειρωνεία είναι έντονη. Ο Μερτς είχε επενδύσει προσωπικά στην εκστρατεία στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία. Εμφανίστηκε δίπλα στον τοπικό υποψήφιο Daniel Peters και επιχείρησε να κινητοποιήσει μια CDU που έχανε σταθερά την επαφή της με τμήματα του ανατολικογερμανικού εκλογικού σώματος.

Το αποτέλεσμα ήταν το αντίθετο από το επιδιωκόμενο.

Η εκλογή μετατράπηκε ουσιαστικά σε δημοψήφισμα δυσαρέσκειας και για την ομοσπονδιακή κυβέρνηση.

Γιατί χάνει το κέντρο

Αυτό ακριβώς είναι το βασικό ερώτημα που θέτουν και τα δύο ρεπορτάζ της Deutsche Welle που έστειλες: δεν έχουμε απλώς άνοδο ενός κόμματος αλλά αυξανόμενη πόλωση του γερμανικού πολιτικού τοπίου. Η DW σημειώνει ότι οι δύο εκλογές έφεραν ήττες στον Μερτς, με την AfD να κυριαρχεί στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία και τη Linke να επικρατεί στο Βερολίνο.

Το Reuters καταλήγει σε παρόμοια διάγνωση: η διάβρωση του κέντρου γίνεται πλέον μία από τις καθοριστικές τάσεις της γερμανικής πολιτικής.

Οι λόγοι όμως δεν είναι ίδιοι παντού.

Στην ανατολική Γερμανία, η AfD αντλεί δύναμη από τη δυσαρέσκεια για το μεταναστευτικό, το κόστος της ενέργειας, την οικονομική στασιμότητα και την πολιτική απέναντι στη Ρωσία και την Ουκρανία. Το κόμμα υποστηρίζει αυστηρότερη μεταναστευτική πολιτική και επαναπροσέγγιση με τη Μόσχα, συμπεριλαμβανομένης της επιστροφής στο ρωσικό φυσικό αέριο.

Στο Βερολίνο, αντίθετα, η μεγάλη μετατόπιση πραγματοποιήθηκε προς τα αριστερά.

Η Die Linke πήρε 25,7% των δεύτερων ψήφων, κερδίζοντας περίπου 13,4 μονάδες, ενώ CDU και SPD υπέστησαν βαριές απώλειες. Η CDU έχασε περίπου 9,5 μονάδες και το SPD 6,3. Η AfD, παράλληλα, κέρδισε 7,2 μονάδες και έφθασε στο 16,3%.

Αυτό είναι ίσως το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο των εκλογών:

δεν μετακινείται ολόκληρη η Γερμανία προς μία κατεύθυνση. Μετακινείται μακριά από το κέντρο προς διαφορετικές κατευθύνσεις.

Στο Βερολίνο, ζητήματα όπως τα ενοίκια και το κόστος στέγασης ενίσχυσαν τη Linke. Στην ανατολική επαρχία, η οικονομική ανασφάλεια, η μετανάστευση και η εξωτερική πολιτική λειτουργούν διαφορετικά και ευνοούν περισσότερο την AfD.

Η οικονομία πίσω από την πολιτική κρίση

Η πολιτική αναταραχή δύσκολα αποσυνδέεται από την οικονομική κατάσταση.

Η Γερμανία προσπαθεί να βγει από μια παρατεταμένη περίοδο αδύναμης ανάπτυξης, με προβλήματα ανταγωνιστικότητας, υψηλό ενεργειακό κόστος και πίεση στη βιομηχανική της βάση.

Υπάρχουν πλέον ορισμένες ενδείξεις ανάκαμψης. Το οικονομικό ινστιτούτο RWI αναθεώρησε προς τα πάνω την πρόβλεψή του για το 2026, στο 1,3%, αλλά ταυτόχρονα προειδοποιεί ότι παραμένουν τα διαρθρωτικά προβλήματα: υψηλό ενεργειακό κόστος, γραφειοκρατία και προβλήματα ανταγωνιστικότητας.

Και η Bundesbank διαπιστώνει ότι η ανάπτυξη επιβραδύνθηκε το καλοκαίρι, ενώ ο πληθωρισμός βρισκόταν τον Αύγουστο στο 2,9% και οι νέες ενεργειακές πιέσεις επιβαρύνουν τις προοπτικές.

Αυτή η απόσταση ανάμεσα στη μακροοικονομική προοπτική και στην καθημερινή εμπειρία των πολιτών έχει πολιτική σημασία.

Μια οικονομία μπορεί να αρχίζει να ανακάμπτει στους δείκτες και ταυτόχρονα οι ψηφοφόροι να αισθάνονται φτωχότεροι, ανασφαλέστεροι και περισσότερο εκτεθειμένοι.

Αυτό είναι το περιβάλλον μέσα στο οποίο ο Μερτς επιχειρεί να προωθήσει μεταρρυθμίσεις στις συντάξεις, στην υγεία, στη φορολογία και στη λειτουργία της οικονομίας.

Και εκεί βρίσκεται το δεύτερο πρόβλημά του.

Ο Μερτς ανάμεσα στην CDU και στο SPD

Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση στηρίζεται στη συνεργασία CDU/CSU και SPD. Όμως οι δύο πλευρές έχουν διαφορετικές αντιλήψεις για το πώς πρέπει να αντιμετωπιστούν τα δημοσιονομικά και κοινωνικά προβλήματα.

Ο Μερτς επιμένει ότι η Γερμανία χρειάζεται μεταρρυθμίσεις για να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητά της. Το SPD αντιδρά σε μέτρα που θεωρεί ότι μεταφέρουν δυσανάλογο βάρος στους εργαζομένους και στους συνταξιούχους. Μετά τις εκλογές, οι Σοσιαλδημοκράτες ενέτειναν την κριτική τους προς την καγκελαρία.

Και η αριθμητική στο Bundestag δεν αφήνει μεγάλα περιθώρια: σύμφωνα με το AP, η κυβερνητική πλειοψηφία είναι μόλις 12 έδρες.

Ο Μερτς επομένως βρίσκεται μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα.

Εάν επιμείνει στις μεταρρυθμίσεις, κινδυνεύει να οξύνει τη σύγκρουση με το SPD και να επιβαρύνει περαιτέρω τη δημοτικότητά του.

Εάν υποχωρήσει, κινδυνεύει να εμφανιστεί ως καγκελάριος που δεν μπορεί να υλοποιήσει το πρόγραμμα με το οποίο ανέλαβε την εξουσία.

Η «Brandmauer» και το μεγάλο πρόβλημα της AfD

Υπάρχει όμως ένα ακόμη βαθύτερο πρόβλημα για τη CDU.

Είναι η περίφημη Brandmauer — το «τείχος προστασίας» απέναντι στην AfD.

Τα παραδοσιακά γερμανικά κόμματα αρνούνται να σχηματίσουν κυβερνητικές συμμαχίες με την AfD. Όσο όμως αυξάνεται το ποσοστό της, τόσο δυσκολότερη γίνεται η συγκρότηση πλειοψηφιών χωρίς αυτήν.

Στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία η AfD έφθασε περίπου στο 38%. Αυτό σημαίνει ότι ένα πολύ μεγάλο τμήμα των ψήφων βρίσκεται εκτός του πεδίου των συνηθισμένων κυβερνητικών συνεργασιών.

Το αποτέλεσμα είναι παράδοξο.

Όσο ισχυρότερη γίνεται η AfD χωρίς να συμμετέχει σε συνασπισμούς, τόσο περισσότερα κόμματα χρειάζεται να συνεργαστούν μεταξύ τους για να σχηματίσουν κυβέρνηση.

Έτσι μπορεί να βρεθούν στην ίδια κυβερνητική συμμαχία κόμματα με μεγάλες ιδεολογικές διαφορές. Και αυτό, με τη σειρά του, μπορεί να δυσκολεύει την παραγωγή καθαρής πολιτικής και να ενισχύει την εικόνα ενός αδιαφοροποίητου «κατεστημένου» που η AfD χρησιμοποιεί στη δική της πολιτική επιχειρηματολογία.

Το Reuters θεωρεί ότι η νέα κατανομή δυνάμεων αυξάνει ακριβώς αυτή την πίεση πάνω στη στρατηγική της Brandmauer.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η εγκατάλειψη της Brandmauer είναι δεδομένη. Σημαίνει ότι το πολιτικό κόστος της διατήρησής της αυξάνεται όσο μεγαλώνει εκλογικά η AfD.

Ανατολή και Δύση: η παλιά διαίρεση επιστρέφει

Τριάντα έξι χρόνια μετά την επανένωση, η γεωγραφία εξακολουθεί να έχει πολιτική σημασία.

Η ισχύς της AfD είναι ιδιαίτερα μεγάλη στα ανατολικά κρατίδια. Οι αιτίες δεν μπορούν να περιοριστούν σε μία εξήγηση: διαφορετική οικονομική ιστορία μετά το 1990, δημογραφική συρρίκνωση πολλών περιοχών, αίσθημα πολιτικής περιθωριοποίησης, διαφορετικές στάσεις απέναντι στη Ρωσία και μεγαλύτερη δυσπιστία προς τα παραδοσιακά κόμματα συνυπάρχουν σε διαφορετικούς βαθμούς.

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο σύνθετη επειδή η δυσαρέσκεια δεν οδηγεί αποκλειστικά στην AfD.

Η επιτυχία της Linke στο Βερολίνο δείχνει ότι η κρίση αντιπροσώπευσης μπορεί να παράγει εντελώς διαφορετικές πολιτικές απαντήσεις ανάλογα με την κοινωνική σύνθεση και τα προβλήματα κάθε περιοχής.

Γι’ αυτό ο χαρακτηρισμός της DW για μια « increasingly polarized country» είναι χρήσιμος: το κεντρικό φαινόμενο δεν είναι απλώς η άνοδος της δεξιάς ή της αριστεράς, αλλά η συρρίκνωση του χώρου που επί δεκαετίες καταλάμβαναν CDU/CSU και SPD.

Μπορεί να πέσει ο Μερτς;

Προς το παρόν, δεν υπάρχει οργανωμένη εσωκομματική εξέγερση που να έχει ανατρέψει την ηγεσία του.

Το Associated Press αναφέρει ότι οι οκτώ πρωθυπουργοί κρατιδίων που προέρχονται από τη CDU εξακολουθούν να τον στηρίζουν και ότι δεν έχει εμφανιστεί ένας αδιαμφισβήτητος διάδοχος. Στη συζήτηση ακούγονται ονόματα όπως ο Hendrik Wüst, ο Markus Söder και ο Boris Rhein, αλλά αυτό δεν ισοδυναμεί με ενεργή διαδικασία διαδοχής.

Η Le Monde περιγράφει πάντως την κατάσταση ως αγώνα πολιτικής επιβίωσης. Ο Μερτς δηλώνει ότι δεν πρόκειται να παραιτηθεί και ότι θα συνεχίσει τόσο ως καγκελάριος όσο και ως αρχηγός της CDU.

Το επόμενο κρίσιμο τεστ αναμένεται το 2027, όταν θα ακολουθήσουν νέες σημαντικές περιφερειακές αναμετρήσεις. Ιδιαίτερο βάρος θα έχει η Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία, το πολυπληθέστερο κρατίδιο της χώρας και πολιτική βάση του Hendrik Wüst.

Επομένως, δεν προκύπτει σήμερα ότι η αποχώρηση του Μερτς είναι προδιαγεγραμμένη. Προκύπτει όμως ότι η πολιτική του εξουσία έχει αποδυναμωθεί αισθητά.

Το γερμανικό πρόβλημα είναι μεγαλύτερο από τον Μερτς

Αν δούμε τα αποτελέσματα μόνο ως προσωπική αποτυχία του καγκελαρίου, χάνουμε ίσως το σημαντικότερο μήνυμα.

Η CDU βρίσκεται σε κρίση. Αλλά και το SPD βρίσκεται υπό πίεση. Οι Πράσινοι έχασαν έδαφος στο Βερολίνο. Ταυτόχρονα η AfD ενισχύεται θεαματικά στην ανατολική Γερμανία και η Linke κατακτά την πρωτεύουσα.

Η γερμανική πολιτική αρχιτεκτονική γίνεται περισσότερο κατακερματισμένη και οι κυβερνητικοί συνασπισμοί δυσκολότεροι.

Αυτό έχει συνέπειες πολύ πέρα από το Βερολίνο.

Η Γερμανία βρίσκεται ταυτόχρονα αντιμέτωπη με την αναδιάρθρωση της βιομηχανίας της, το ενεργειακό κόστος, την άμυνα, τη σχέση με τις ΗΠΑ, τη Ρωσία και την Κίνα, τη χρηματοδότηση της Ουκρανίας και τις μεγάλες δημοσιονομικές αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ήδη οι Financial Times επισημαίνουν ότι η αποδυνάμωση του Μερτς δημιουργεί αβεβαιότητα στις Βρυξέλλες ενόψει των διαπραγματεύσεων για τον επόμενο πολυετή προϋπολογισμό της ΕΕ, ύψους περίπου 2 τρισ. ευρώ.

Γι’ αυτό οι εκλογές της 20ής Σεπτεμβρίου έχουν ευρωπαϊκή σημασία.

Δεν έκριναν την ομοσπονδιακή κυβέρνηση και δεν αποτελούν από μόνες τους πρόβλεψη για τις επόμενες ομοσπονδιακές εκλογές. Έδειξαν όμως μια μεταβολή που δύσκολα αγνοείται:

η μεταπολεμική γερμανική πολιτική σταθερότητα, η οποία στηριζόταν σε δύο μεγάλους πόλους γύρω από CDU/CSU και SPD και σε σχετικά προβλέψιμους συνασπισμούς, βρίσκεται υπό αυξανόμενη πίεση.

Η AfD στα ανατολικά και η Linke στο Βερολίνο εκφράζουν διαφορετικά πολιτικά ρεύματα. Η ταυτόχρονη ενίσχυσή τους, όμως, υποδεικνύει ένα κοινό φαινόμενο: ένα αυξανόμενο τμήμα του εκλογικού σώματος δεν θεωρεί πλέον ότι το παραδοσιακό κέντρο δίνει επαρκείς απαντήσεις στα προβλήματα της χώρας.

Και γι’ αυτό το ουσιαστικό ερώτημα μετά την Κυριακή δεν αφορά μόνο το εάν ο Φρίντριχ Μερτς θα αντέξει στην καγκελαρία.

Αφορά το εάν το γερμανικό πολιτικό κέντρο μπορεί να ανασυγκροτηθεί σε μια περίοδο οικονομικής ανασφάλειας, κοινωνικής δυσαρέσκειας και εντεινόμενου κομματικού κατακερματισμού — ή εάν οι εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2026 αποτελούν ακόμη ένα στάδιο μιας βαθύτερης αναδιάταξης του γερμανικού κομματικού συστήματος. 

 

spot_img

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
50,600ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα