του Αχιλλέα Ταουξή, Υποστρατήγου ε.α.Υπάρχει ένας τρόπος να μετρήσεις τον πολιτισμό ενός κράτους που δεν βρίσκεται στα μουσεία του, αλλά στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τα μνημεία που κληρονόμησε από έναν άλλο λαό. Και εδώ η ιστορία γίνεται αποκαλυπτική.
Στο βορειοδυτικό Ιράν βρίσκεται το μοναστήρι του Αγίου Θαδδαίου, η περίφημη «Μαύρη Εκκλησία». Για τους Αρμενίους δεν είναι απλώς ένα παλιό εκκλησάκι στα σύνορα. Είναι ο τόπος όπου, κατά την παράδοση, κήρυξε και τάφηκε ο απόστολος Θαδδαίος, ένας από τους πρώτους φωτιστές της Αρμενίας και η ίδια η αφετηρία της χριστιανικής τους ταυτότητας. Εδώ για αιώνες, Αρμένιοι προσκυνητές από την Περσία, τον Καύκασο και την Οθωμανική Αυτοκρατορία έβρισκαν καταφύγιο, γράμματα και ελπίδα.
Και όταν ήρθε η γενοκτονία, το Ιράν, παρά τις δικές του εσωτερικές αναταράξεις και τον σκληρό του θεοκρατικό χαρακτήρα ,δεν έκλεισε τα σύνορα σε όσους Αρμενίους κατάφεραν να φτάσουν ως εκεί. Πολλοί που επέζησαν, βρήκαν προσωρινή ασφάλεια στην περσική πλευρά, μακριά από τις σφαγές και τους εξαναγκαστικούς εκτοπισμούς. Το μοναστήρι του Αγίου Θαδδαίου, σε μια χώρα όπου οι Αρμένιοι ήταν και παραμένουν μειονότητα, συνέχισε να λειτουργεί ως τόπος πίστης και στήριγμα μιας διασπαρμένης, πληγωμένης κοινότητας.
Επίσης υπάρχει ακόμη ένα παράδειγμα, διαφορετικό αλλά εξίσου χαρακτηριστικό. Η Μονή της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά, ένα από τα αρχαιότερα εν λειτουργία χριστιανικά μοναστήρια στον κόσμο, που επί αιώνες διατηρεί την πίστη και τον χαρακτήρα της μέσα σε ένα ισλαμικό περιβάλλον. Παρά τις πρόσφατες εξελίξεις και τις σοβαρές ανησυχίες που προκάλεσαν οι δικαστικές και διοικητικές εξελίξεις γύρω από το καθεστώς της, η διεθνής προσπάθεια για τη διαφύλαξη της Μονής και της μοναδικής κληρονομιάς της συνεχίζεται.
Απέναντι σε όλα αυτά βρίσκεται η Τουρκία. Η δημοκρατική κατά τα άλλα Τουρκία. Εδώ λοιπόν το 2020 η Αγία Σοφία, ένα από τα κορυφαία σύμβολα του βυζαντινού πολιτισμού, έπαψε να λειτουργεί ως μουσείο και μετατράπηκε ξανά σε τζαμί. Τα ανεκτίμητα χριστιανικά ψηφιδωτά και άλλα στοιχεία του βυζαντινού διακόσμου καλύπτονται κατά τη διάρκεια της μουσουλμανικής προσευχής. Η πρακτική αυτή, σε συνδυασμό με τη λειτουργία ενός τόσο ευαίσθητου μνημείου ως ενεργού χώρου λατρείας, έχει προκαλέσει σοβαρές ανησυχίες για την προστασία και τη μακροχρόνια διατήρηση των ψηφιδωτών.
Δεν πρόκειται για λεπτομέρεια. Ένα ψηφιδωτό που άντεξε αιώνες πολέμων, σεισμών και αλλαγών αυτοκρατοριών δεν θα έπρεπε σήμερα να κινδυνεύει από τον τρόπο με τον οποίο αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν το ίδιο το μνημείο.
Το 2024 ακολούθησε η Μονή της Χώρας. Η Παναγία Σουμελά, το Αχταμάρ και άλλα μνημεία της ελληνικής και αρμενικής χριστιανικής κληρονομιάς συνεχίζουν να βρίσκονται μέσα σε ένα πλαίσιο, όπου η θρησκευτική τους ταυτότητα και χρήση εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις αποφάσεις της τουρκικής πολιτείας.
Η διεθνής αντίδραση ήταν άμεση και απολύτα χαρακτηριστική της εποχής μας. Η UNESCO «λυπήθηκε βαθιά», το ICOMOS «ανησύχησε», η Ευρωπαϊκή Ένωση «καταδίκασε», το Βατικανό «θρήνησε». Όλοι όσοι επί δεκαετίες αδυνατούσαν να αρθρώσουν μια λέξη για γενοκτονίες, εκτοπισμούς και κατεδαφίσεις εκκλησιών, ξαφνικά βρήκαν το θάρρος να εκδώσουν χλιαρές ανακοινώσεις. Σαν να πίστευαν ότι μια διπλωματική έκφραση θλίψης μπορεί να προστατεύσει τα ψηφιδωτά. Σαν να αρκεί μια ανακοίνωση για να αναιρεθεί το μήνυμα, ότι η ιστορία, όταν δεν σε βολεύει, απλώς τη σκεπάζεις.
Εδώ δεν μιλάμε πλέον μόνο για διαφορετικές χρήσεις κτηρίων. Μιλάμε για διαφορετική αντίληψη της ιστορίας.
Για τους Αρμενίους η μνήμη είναι συνδεδεμένη με τη γενοκτονία, τον ξεριζωμό και την απώλεια της ιστορικής τους πατρίδας. Για τους Έλληνες του Πόντου και της Μικράς Ασίας, με τον δικό τους ξεριζωμό και την καταστροφή κοινοτήτων που υπήρχαν επί αιώνες. Για τον κυπριακό ελληνισμό, με την εισβολή, την κατοχή και την καταστροφή ή μετατροπή πολλών χριστιανικών μνημείων στα κατεχόμενα.
Οι τραγωδίες αυτές δεν είναι ίδιες. Έχουν όμως έναν κοινό πυρήνα: την απώλεια ανθρώπων, τόπων και της συνέχειας της παρουσίας τους.
Η Τουρκία δεν χρειάζεται να αρνηθεί την οθωμανική της κληρονομιά για να σεβαστεί την ελληνική προυπάρχουσα πολιτιστική κληρονομιά. Το Ιράν δεν χάνει την ισλαμική του ταυτότητα επειδή προστατεύει ένα αρμενικό μοναστήρι.
Η πραγματική πολιτιστική αυτοπεποίθηση αρχίζει εκεί όπου ένα κράτος δεν φοβάται την ιστορία των ανθρώπων που ήταν εκεί πριν από αυτό. Ο Άγιος Θαδδαίος, το Σινά και η Αγία Σοφία μας δείχνουν τρεις διαφορετικές εκδοχές της ίδιας πρόκλησης. Τι κάνει ένας λαός όταν κληρονομεί κάτι που δημιουργήθηκε από έναν άλλον.
Τελικά, το ζήτημα δεν είναι ποιος έχει σήμερα την κυριότητα ενός μνημείου.Η πολιτιστική κληρονομιά δεν κρίνεται από το ποιος την κατέχει, αλλά από το αν την προστατεύει.
Αχιλλεύς Ταουξής
Ο Αχιλλέας Ταουξής είναι Υποστράτηγος ε.α. του Ελληνικού Στρατού, με πολυετή εμπειρία στους τομείς της αμυντικής πολιτικής, της στρατηγικής και των διεθνών σχέσεων. Έχει διατελέσει Αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής Πολιτικής Εθνικής Άμυνας και Διεθνών Σχέσεων του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, καθώς και Διευθυντής της ελληνικής Προεδρίας της Συντονιστικής Επιτροπής της Διαβαλκανικής Υπουργικής Άμυνας (SEDM-CC/PMSC). Το 2023, ως στέλεχος του ΓΕΕΘΑ, διηύθυνε τη Γραμματεία Συντονισμού Διασκέψεων Διεθνών Οργανισμών και εκπροσώπησε τον Αρχηγό ΓΕΕΘΑ στην έναρξη του NATO Training Technology Conference στην Αθήνα. Έχει επίσης συμμετάσχει ως ομιλητής σε ημερίδες για τη διεθνή ασφάλεια, το ΝΑΤΟ, την Ευρωπαϊκή Ένωση και την ελληνική εξωτερική πολιτική.



-Προέλευση των Περσών-Ιρανών από μετανάστες Ινδοευρωπαϊκών φύλων -κάτι έσπειραν εκεί και Μακεδόνες και οι άλλοι -πλην (δεν το γράφω)-Έλληνες, όταν τους πήγε ο Μέγας Αλέξανδρος ,ο Μακεδών- με τους γηγενείς πληθυσμούς.
-Προέλευση των Τούρκων από μετακινούμενους Τούρκους από την Κεντρική Ασία με τους γηγενείς πληθυσμούς της Ανατολίας .
Δεν συγκρίνονται ανόμοια ,στρατηγέ ΚΑΙ
Πρόεδρος του Ιράν ο κ. Πεζεσκιάν (όλα τα με κατάληξη -ιαν είναι Αρμένικα επίθετα ) .