Από την παραμάνα του πανκ στο hashtag του TikTok: Η υποκουλτούρα και το νόημα του στιλ από το 1979 έως σήμερα
Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, ένας νεαρός Βρετανός θεωρητικός των πολιτισμικών σπουδών επιχείρησε να διαβάσει τα σκισμένα ρούχα, τις μπότες, τα ξυρισμένα κεφάλια και τις παραμάνες των νεανικών υποκουλτουρών σαν να ήταν λέξεις ενός πολιτικού κειμένου. Ο Dick Hebdige δεν αντιμετώπισε το πανκ, το reggae, τους mods ή τους skinheads ως γραφικές νεανικές μόδες. Τα είδε ως συμβολικές απαντήσεις στις κοινωνικές συγκρούσεις της μεταπολεμικής Βρετανίας.
Το βιβλίο του Subculture: The Meaning of Style κυκλοφόρησε το 1979, την ίδια χρονιά που η
Μάργκαρετ Θάτσερ ανέλαβε την πρωθυπουργία. Στα ελληνικά εκδόθηκε με τον τίτλο Υποκουλτούρα: Το νόημα του στιλ, από τις εκδόσεις Γνώση, σε μετάφραση της Έφης Καλλιφατίδη.
Σχεδόν μισό αιώνα αργότερα, η κεντρική ιδέα του βιβλίου παραμένει οικεία: οι άνθρωποι χρησιμοποιούν την εμφάνισή τους για να πουν ποιοι είναι, σε ποιους ανήκουν και απέναντι σε τι τοποθετούνται. Το κοινωνικό περιβάλλον, όμως, έχει αλλάξει ριζικά. Η παραμάνα του πανκ αντικαταστάθηκε από το hashtag, το δισκοπωλείο από την πλατφόρμα και η τοπική παρέα από την αλγοριθμικά συγκροτημένη ψηφιακή κοινότητα.
Η υποκουλτούρα δεν εξαφανίστηκε. Μεταμορφώθηκε — και μαζί της άλλαξαν τόσο το νόημα όσο και η πολιτική δύναμη του στιλ.
Η Βρετανία μέσα στην οποία γράφτηκε το βιβλίο
Το έργο του Hebdige γεννήθηκε σε μια κοινωνία που βρισκόταν στο τέλος μιας ιστορικής περιόδου. Η μεταπολεμική Βρετανία είχε οικοδομηθεί γύρω από το κράτος πρόνοιας, τη σχετικά σταθερή βιομηχανική εργασία και την πεποίθηση ότι κάθε νέα γενιά θα ζούσε καλύτερα από την προηγούμενη. Μέχρι τη δεκαετία του 1970, αυτή η αισιοδοξία είχε αρχίσει να καταρρέει.
Η αποβιομηχάνιση έπληττε τις εργατικές συνοικίες. Η ανεργία των νέων αυξανόταν. Οι πόλεις παρουσίαζαν εμφανή σημάδια εγκατάλειψης. Η οικονομική κρίση, ο πληθωρισμός και οι απεργίες υπονόμευαν την εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Ταυτόχρονα, η μετανάστευση από την Καραϊβική, την Αφρική και τη Νότια Ασία άλλαζε τη σύνθεση των βρετανικών πόλεων, δημιουργώντας νέες πολιτιστικές ανταλλαγές αλλά και έντονες φυλετικές συγκρούσεις.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον εμφανίστηκαν διαδοχικές νεανικές ομάδες: Teddy boys, mods, rockers, skinheads, punks. Καθεμία είχε τη δική της μουσική, εμφάνιση, στάση σώματος, γλώσσα και γεωγραφία. Οι ομάδες αυτές γεννιούνταν σε δρόμους, εργατικές συνοικίες, δισκοπωλεία, γήπεδα, κλαμπ και αίθουσες συναυλιών.
Για τη σχολή των Πολιτισμικών Σπουδών του Μπέρμιγχαμ, από την οποία προερχόταν ο Hebdige, αυτές οι υποκουλτούρες ήταν τρόποι με τους οποίους οι νέοι επεξεργάζονταν συλλογικά κοινωνικά προβλήματα που δεν μπορούσαν να επιλύσουν πραγματικά. Δεν μπορούσαν να αναστρέψουν την αποβιομηχάνιση ή να καταργήσουν τις ταξικές ανισότητες. Μπορούσαν, όμως, να δημιουργήσουν έναν χώρο, μια εικόνα και μια κοινότητα μέσα στην οποία θα αποκτούσαν προσωρινά έλεγχο της ταυτότητάς τους.
Η υποκουλτούρα ήταν, επομένως, μια «φαντασιακή λύση» σε πραγματικές κοινωνικές αντιφάσεις.

Το στιλ ως συμβολική ανταρσία
Η πιο γνωστή θέση του Hebdige είναι ότι το στιλ μιας υποκουλτούρας αποτελεί μορφή συμβολικής αντίστασης.
Η κυρίαρχη κοινωνία παρουσιάζει τις αξίες της σαν να είναι φυσικές: συγκεκριμένα ρούχα είναι «κανονικά», ορισμένες συμπεριφορές είναι «ευπρεπείς» και κάποιοι τρόποι ζωής θεωρούνται αυτονόητοι. Η υποκουλτούρα διαταράσσει αυτήν τη φυσικοφάνεια.
Οι πανκ έπαιρναν καθημερινά ή ευτελή αντικείμενα —παραμάνες, αλυσίδες, σακούλες απορριμμάτων, σκισμένα υφάσματα— και τα τοποθετούσαν πάνω στο σώμα με τρόπο που παραβίαζε τον συνηθισμένο τους ρόλο. Το αντικείμενο δεν άλλαζε υλικά, άλλαζε όμως κοινωνικό νόημα.
Η παραμάνα δεν ήταν πλέον μόνο εργαλείο για να ενώνει δύο κομμάτια υφάσματος. Μπορούσε να γίνει κόσμημα, σκουλαρίκι ή σύμβολο μιας κοινωνίας που φαινόταν και η ίδια πρόχειρα συναρμολογημένη.
Ο Hebdige ονόμασε αυτήν τη διαδικασία «μπρικολάζ»: την κατασκευή ενός νέου κώδικα από αντικείμενα και σημεία που είχαν προηγουμένως διαφορετική χρήση. Η ανατροπή δεν βρισκόταν στο κάθε αντικείμενο ξεχωριστά, αλλά στη σύνδεσή τους μέσα σε ένα παράταιρο σύνολο.
Το πανκ στιλ έμοιαζε με θόρυβο μέσα σε ένα οργανωμένο μήνυμα. Έλεγε ότι η κοινωνική τάξη δεν είναι ούτε φυσική ούτε αδιαμφισβήτητη.

Φυλή, reggae και η μαύρη βρετανική εμπειρία
Το Υποκουλτούρα δεν είναι μόνο βιβλίο για το πανκ. Ένα από τα σημαντικότερα επιχειρήματά του αφορά την επιρροή της τζαμαϊκανής κουλτούρας στη λευκή βρετανική νεολαία.
Τα sound systems, το ska, το dub, το reggae και ο ρασταφαριανισμός έδωσαν στη μαύρη βρετανική νεολαία ένα σύστημα συλλογικής ταυτότητας. Απέναντι σε μια κοινωνία που τη θεωρούσε ξένη ή κατώτερη, μπορούσε να κατασκευάσει μια εναλλακτική ιστορική αφήγηση με αναφορές στην Αφρική, στην Αιθιοπία, στη δουλεία, στην αποικιοκρατία και στη «Βαβυλώνα» της δυτικής εξουσίας.
Η πολιτιστική αντίσταση εδώ ήταν περισσότερο από εμφάνιση. Περιλάμβανε μουσική παραγωγή, αυτόνομους χώρους διασκέδασης, γλωσσικούς κώδικες, θρησκευτικές αναφορές και μια διαφορετική ανάγνωση της ιστορίας.
Το λευκό πανκ άντλησε στοιχεία από αυτό το περιβάλλον. Δανείστηκε τον ήχο της αστικής έντασης, την καχυποψία απέναντι στην αστυνομία και την ιδέα ότι η μουσική μπορεί να δημιουργήσει μια παράλληλη κοινότητα αποκλεισμένων.
Αυτή η σχέση δεν ήταν ούτε απλή ούτε πάντοτε ισότιμη. Περιλάμβανε αλληλεγγύη και δημιουργική ανταλλαγή, αλλά και πολιτιστική οικειοποίηση. Η βρετανική νεολαία μπορούσε να υιοθετεί τα σημεία της μαύρης αντίστασης χωρίς να βιώνει τον ίδιο φυλετικό αποκλεισμό.
Η αντίφαση αυτή παραμένει κεντρική και σήμερα: ποιος έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί ένα πολιτιστικό σύμβολο, πότε η χρήση αποτελεί διάλογο και πότε μετατρέπεται σε εκμετάλλευση;

Το πανκ και η πολιτική του αμφισημία
Το πανκ συχνά παρουσιάζεται εκ των υστέρων σαν ένα ενιαίο αριστερό ή αναρχικό κίνημα. Η πραγματικότητα ήταν πιο αντιφατική.
Ένα μέρος του συνδέθηκε με τον αναρχισμό, τον αντιρατσισμό, το Rock Against Racism και την αντίσταση στην άκρα δεξιά. Άλλα τμήματά του ενδιαφέρονταν περισσότερο για την πρόκληση, τον μηδενισμό ή την προσωπική αυτοέκφραση. Κάποιοι χρησιμοποιούσαν φασιστικά σύμβολα όχι επειδή ήταν φασίστες, αλλά για να σοκάρουν· αυτή η αμφίσημη χρήση, όμως, μπορούσε να κανονικοποιήσει τα ίδια τα σύμβολα που υποτίθεται ότι απογύμνωνε από το νόημά τους.
Οι skinheads παρουσιάζουν ακόμη πιο καθαρά αυτήν την πολυπλοκότητα. Η αρχική τους κουλτούρα ήταν βαθιά επηρεασμένη από την τζαμαϊκανή μουσική και τη λευκή εργατική ταυτότητα. Αργότερα, τμήματα της σκηνής συνδέθηκαν με την άκρα δεξιά, ενώ άλλα οργανώθηκαν ρητά εναντίον του ρατσισμού. Η ερευνητική βιβλιογραφία επισημαίνει ότι η αυτόματη ταύτιση όλων των skinheads ή του Oi! με τον φασισμό παραγνωρίζει τις εσωτερικές πολιτικές συγκρούσεις της σκηνής.
Το σημαντικό είναι ότι το στιλ δεν διαθέτει μία αιώνια και σταθερή πολιτική σημασία. Το ίδιο ξυρισμένο κεφάλι, το ίδιο μπουφάν και οι ίδιες μπότες μπορούν να χρησιμοποιηθούν από διαφορετικές ομάδες για αντίθετους σκοπούς.
Το νόημα του στιλ είναι πεδίο σύγκρουσης.

Από την κρίση της δεκαετίας του 1970 στον θατσερισμό
Το βιβλίο κυκλοφόρησε στο κατώφλι του θατσερισμού. Η άνοδος της Θάτσερ σηματοδότησε τη μετάβαση από τη μεταπολεμική κοινωνική συναίνεση σε μια νέα πολιτική τάξη που έδινε έμφαση στην αγορά, στις ιδιωτικοποιήσεις, στην ατομική ευθύνη και στην αποδυνάμωση των συνδικάτων.
Η παραδοσιακή εργατική κοινότητα, πάνω στην οποία βασιζόταν μεγάλο μέρος της θεωρίας του Hebdige, άρχισε να διαλύεται ακόμη ταχύτερα. Η πολιτική γλώσσα της συλλογικής τάξης υποχωρούσε μπροστά στην ιδέα του ατόμου που κατασκευάζει μόνο του την επιτυχία και την ταυτότητά του.
Οι υποκουλτούρες της δεκαετίας του 1980 αντανακλούσαν αυτήν τη μετάβαση. Το post-punk, το goth, οι New Romantics, η synth-pop και οι διαφορετικές εκδοχές του metal δεν περιορίζονταν πια στην κλασική εργατική πολιτική.
Το γκοθ κατασκεύασε μια σκοτεινή, θεατρική κοινότητα γύρω από τη μελαγχολία, τη λογοτεχνία και την αμφισβήτηση των έμφυλων προτύπων. Οι New Romantics μετέτρεψαν το σώμα σε πεδίο εκκεντρικής αυτοδημιουργίας. Η queer κουλτούρα, το clubbing και η επιδημία του AIDS έδωσαν στην εμφάνιση, στο μακιγιάζ και στη νυχτερινή ζωή έντονη πολιτική σημασία.
Η πολιτική δεν εκφραζόταν πάντοτε με διακηρύξεις. Μπορούσε να βρίσκεται στο δικαίωμα ενός άνδρα να φοράει μακιγιάζ, μιας γυναίκας να απορρίπτει τη συμβατική θηλυκότητα ή ενός queer ατόμου να καταλαμβάνει δημόσιο χώρο χωρίς να κρύβεται.
Εδώ εμφανίζεται και ένα από τα όρια του Hebdige. Το βιβλίο επικεντρώνεται κυρίως σε νεαρούς άνδρες και υποτιμά την εμπειρία των γυναικών, τη σεξουαλικότητα και τις πολιτιστικές πρακτικές που αναπτύσσονταν έξω από τον δρόμο και το μουσικό κλαμπ. Η φεμινιστική κριτική έδειξε ότι τα υπνοδωμάτια, τα περιοδικά, η μόδα, τα fandoms και οι παρέες κοριτσιών ήταν επίσης σημαντικοί χώροι πολιτιστικής δημιουργίας.

Η αγορά μαθαίνει να πουλάει την εξέγερση
Ο Hebdige περιέγραψε με μεγάλη οξυδέρκεια τον τρόπο με τον οποίο η κυρίαρχη κοινωνία εξουδετερώνει μια υποκουλτούρα.
Η πρώτη διαδικασία είναι η εμπορευματοποίηση. Ένα στιλ εμφανίζεται σε μικρούς, σχετικά κλειστούς κύκλους. Τα μέσα ενημέρωσης το κάνουν ορατό. Η βιομηχανία της μόδας αντιγράφει τα πιο αναγνωρίσιμα στοιχεία του και τα διαθέτει στην αγορά.
Η εμφάνιση που αρχικά απαιτούσε γνώση, χειροποίητη κατασκευή και συμμετοχή σε μια κοινότητα μπορεί πλέον να αγοραστεί έτοιμη.
Η δεύτερη διαδικασία είναι η ιδεολογική ενσωμάτωση. Τα μέσα παρουσιάζουν τα μέλη της υποκουλτούρας είτε ως επικίνδυνα τέρατα είτε ως ακίνδυνα, παράξενα παιδιά. Στην πρώτη περίπτωση νομιμοποιείται η καταστολή· στη δεύτερη η εξέγερση μετατρέπεται σε γραφικό θέαμα.
Στη δεκαετία του 1980, η σχέση ανάμεσα στην υποκουλτούρα και στην αγορά έγινε ακόμη στενότερη. Η μόδα δεν περίμενε πλέον να πεθάνει μια σκηνή για να την αντιγράψει. Σχεδιαστές, περιοδικά, δισκογραφικές εταιρείες και τηλεοπτικά κανάλια άρχισαν να αναζητούν ενεργά το επόμενο περιθωριακό στιλ.
Η αντίσταση μπορούσε πλέον να αποτελεί προϊόν από τη στιγμή της γέννησής της.

Η δεκαετία του 1990: από τη φυλή στη rave «νεοφυλή»
Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και στις αρχές του 1990, η rave κουλτούρα πρότεινε μια διαφορετική μορφή συλλογικότητας.
Σε μια εγκαταλειμμένη αποθήκη ή σε ένα παράνομο υπαίθριο πάρτι, οι παραδοσιακές διακρίσεις μπορούσαν προσωρινά να υποχωρήσουν. Η ηλεκτρονική μουσική, ο συνεχής χορός, ο DJ, τα ψυχοδραστικά ναρκωτικά και η απόκρυψη του ατομικού ερμηνευτή δημιουργούσαν την αίσθηση μιας οριζόντιας κοινότητας.
Το rave εξέφραζε ταυτόχρονα τον νεοφιλελεύθερο ατομισμό και την επιθυμία υπέρβασής του. Ήταν μια αγορά εμπειριών, αλλά και μια προσωρινή συλλογικότητα. Επαινούσε την προσωπική ελευθερία, αλλά μέσα από την ένωση του πλήθους.
Η πολιτική του δύναμη έγινε εμφανής όταν το βρετανικό κράτος επιχείρησε να το περιορίσει. Ο Νόμος περί Ποινικής Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης του 1994 έδωσε στην αστυνομία αυξημένες εξουσίες εναντίον παράνομων πάρτι, καταλήψεων και συγκεντρώσεων. Έγινε γνωστός επειδή περιέγραφε τη μουσική των rave μέσω των «επαναλαμβανόμενων χτύπων». Η νομοθεσία προκάλεσε ένα ευρύτερο κίνημα διαμαρτυρίας που συνέδεσε ravers, καταληψίες, ταξιδιωτικές κοινότητες και πολιτικούς ακτιβιστές.
Η rave κουλτούρα έδειξε ότι μια σκηνή δεν χρειάζεται ενιαία ιδεολογία για να γίνει πολιτική. Μπορεί να πολιτικοποιηθεί όταν το κράτος επιδιώξει να ελέγξει τους χώρους, τους ήχους, τις μετακινήσεις και τους τρόπους συνάντησής της.
Την ίδια περίοδο, ο κοινωνιολόγος Andy Bennett πρότεινε ότι ο όρος «υποκουλτούρα» δεν περιέγραφε πλέον επαρκώς τις ρευστές νεανικές ταυτότητες. Μίλησε για «νεοφυλές»: προσωρινές κοινότητες γύρω από μουσικές και αισθητικές προτιμήσεις, στις οποίες οι άνθρωποι εισέρχονται και εξέρχονται χωρίς ισόβια δέσμευση.
Ο νέος δεν ήταν πλέον υποχρεωμένος να είναι μόνο πανκ, γκοθ ή μεταλλάς. Μπορούσε να κινείται ανάμεσα σε διαφορετικούς χώρους και να διαθέτει πολλαπλές ταυτότητες.

Παγκοσμιοποίηση, hip-hop και υβριδικές ταυτότητες
Στις δεκαετίες του 1980 και του 1990, το hip-hop εξελίχθηκε από τοπική κουλτούρα των μαύρων και λατινοαμερικανικών κοινοτήτων της Νέας Υόρκης σε παγκόσμια πολιτιστική γλώσσα.
Η μουσική, το DJing, το graffiti, το breakdance, τα αθλητικά παπούτσια και η ιδιαίτερη χρήση της γλώσσας δημιούργησαν ένα εξαιρετικά ισχυρό σύστημα σημείων. Το hip-hop μπορούσε να εκφράζει φυλετική συνείδηση, κοινωνική καταγγελία, τοπική υπερηφάνεια, καταναλωτική φιλοδοξία ή επιχειρηματική επιτυχία — συχνά όλα αυτά ταυτόχρονα.
Η παγκοσμιοποίησή του επιβεβαίωσε αλλά και περιέπλεξε τον Hebdige. Ένα στιλ μπορούσε να ξεκινήσει ως έκφραση συγκεκριμένης κοινωνικής εμπειρίας και να υιοθετηθεί από νέους στην Θεσσαλονίκη, στο Παρίσι, στη Σεούλ ή στο Ντακάρ. Στις νέες τοποθεσίες δεν αντιγραφόταν απλώς. Συνδεόταν με τοπικές γλώσσες, ταξικές εντάσεις και πολιτικές συγκρούσεις.
Η υποκουλτούρα δεν ήταν πλέον μόνο κάτω από μία εθνική κυρίαρχη κουλτούρα. Γινόταν παγκόσμιο δίκτυο τοπικών παραλλαγών.
Η άφιξη του διαδικτύου
Το διαδίκτυο μείωσε δραστικά το κόστος εισόδου σε μια υποκουλτούρα.
Παλαιότερα, η σχετική γνώση μεταδιδόταν μέσα από φίλους, δισκοπωλεία, συναυλίες, περιοδικά, fanzines και μικρές τοπικές σκηνές. Έπρεπε να γνωρίζεις πού θα βρεις έναν σπάνιο δίσκο, ποιο κλαμπ δεχόταν τη συγκεκριμένη κοινότητα και ποιος διέθετε την απαιτούμενη γνώση.
Με το Napster, τα μουσικά forums, το Myspace και αργότερα το YouTube, οποιοσδήποτε μπορούσε να ακούσει μουσική που προηγουμένως ήταν σχεδόν απρόσιτη. Οι τοπικές σκηνές απέκτησαν παγκόσμιο κοινό. Ένας έφηβος σε μια μικρή πόλη μπορούσε να ανακαλύψει ότι υπήρχαν χιλιάδες άνθρωποι με παρόμοια ενδιαφέροντα.
Αυτό υπήρξε απελευθερωτικό, ιδιαίτερα για όσους ζούσαν απομονωμένοι λόγω φύλου, σεξουαλικότητας, φυλής ή γεωγραφίας. Οι ψηφιακές κοινότητες πρόσφεραν αναγνώριση, γλώσσα και αλληλεγγύη.
Ταυτόχρονα, κατέρρευσε μέρος της παλιάς υποπολιτισμικής μυστικότητας. Ο κώδικας που προηγουμένως χρειαζόταν χρόνια για να διδαχθεί μπορούσε πλέον να παρουσιαστεί σε έναν διαδικτυακό οδηγό.
Η πολιτιστική γνώση εκδημοκρατίστηκε, αλλά μετατράπηκε επίσης σε περιεχόμενο.

Ο χίπστερ και η υποκουλτούρα χωρίς όνομα
Στις αρχές του 21ου αιώνα εμφανίστηκε η φιγούρα του χίπστερ. Δεν επρόκειτο για υποκουλτούρα με σαφές πολιτικό πρόγραμμα ή ενιαία μουσική. Ήταν περισσότερο ένας τρόπος κατανάλωσης πολιτισμού: αναζήτηση του άγνωστου, του ανεξάρτητου, του χειροποίητου, του ρετρό και του «αυθεντικού».
Ο χίπστερ εξέφραζε την οικονομία της μεταβιομηχανικής πόλης. Οι παλιές εργατικές γειτονιές μετατρέπονταν σε κέντρα δημιουργικής εργασίας, καφέ, γκαλερί και ακινήτων υψηλότερης αξίας. Η εναλλακτική κουλτούρα μπορούσε να λειτουργήσει ως προπομπός εξευγενισμού μιας περιοχής.
Η υποκουλτούρα δεν αντιστεκόταν απλώς στην αγορά· γινόταν μέρος της αστικής οικονομικής ανάπτυξης. Η «αυθεντικότητα» μετατράπηκε σε ισχυρό εμπορικό σήμα.
Ταυτόχρονα, ο όρος «χίπστερ» χρησιμοποιούνταν σχεδόν πάντοτε για κάποιον άλλον. Λίγοι αυτοπροσδιορίζονταν έτσι. Αυτό δείχνει μια νέα συνθήκη: οι άνθρωποι επιθυμούσαν τη διαφορά, αλλά φοβούνταν ότι μια σταθερή ετικέτα θα αποκάλυπτε πως η διαφορά τους ήταν μαζικά αναπαραγόμενη.

Από τα κοινωνικά κινήματα στην πολιτική του hashtag
Η δεκαετία του 2010 έφερε μια νέα σύνδεση πολιτισμού, στιλ και πολιτικής. Το Occupy, η Αραβική Άνοιξη, το Black Lives Matter, το #MeToo, τα κινήματα για τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ+ και ο κλιματικός ακτιβισμός χρησιμοποίησαν τα κοινωνικά δίκτυα για να οργανώσουν κοινότητες και να διαδώσουν σύμβολα.
Το hashtag λειτουργούσε κάπως όπως το υποπολιτισμικό σημάδι του Hebdige. Δήλωνε συμμετοχή, δημιουργούσε αναγνωρισιμότητα και συνέδεε διαφορετικά άτομα με μια κοινή αφήγηση.
Υπήρχε, όμως, μια κρίσιμη διαφορά. Η παραμάνα του πανκ γινόταν αντιληπτή στον δρόμο από όσους βρίσκονταν κοντά. Το hashtag μπορούσε να διαδοθεί παγκόσμια μέσα σε λίγες ώρες, αλλά η κυκλοφορία του εξαρτιόταν από ιδιωτικές πλατφόρμες.
Η σύγχρονη πολιτιστική αντίσταση χρησιμοποιεί υποδομές που δεν της ανήκουν. Ο αλγόριθμος μπορεί να ενισχύσει ένα μήνυμα, να το περιορίσει, να το αποσυνδέσει από το αρχικό του πλαίσιο ή να το μετατρέψει σε διαφημιστική κατηγορία.
Η πολιτική ταυτότητα γίνεται ταυτόχρονα δεδομένο για εμπορική αξιοποίηση.

TikTok και η γέννηση της αλγοριθμικής αισθητικής
Το TikTok επιτάχυνε αυτήν τη μεταμόρφωση. Η πλατφόρμα δεν περιμένει από τον χρήστη να αναζητήσει μια κοινότητα. Παρατηρεί τη συμπεριφορά του και του προτείνει περιεχόμενο που θεωρεί πιθανό να τον κρατήσει στην οθόνη.
Έτσι δημιουργούνται αισθητικές κατηγορίες όπως:
-
dark academia,
-
cottagecore,
-
coquette,
-
clean girl,
-
goblincore,
-
normcore,
-
medievalcore,
-
poetcore.
Καθεμία προσφέρει ένα οπτικό λεξιλόγιο: συγκεκριμένα ρούχα, χρώματα, βιβλία, δωμάτια, μουσική, τοπία και φανταστικούς τρόπους ζωής.
Το cottagecore, για παράδειγμα, προβάλλει μια εξιδανικευμένη αγροτική ζωή με κήπους, χειροποίητα αντικείμενα και αργούς ρυθμούς. Μπορεί να εκφράζει αντίδραση στην αστική πίεση, στην ψηφιακή εργασία και στην κλιματική ανασφάλεια. Μπορεί όμως να είναι και απλώς ένα φίλτρο εικόνας, ένα φόρεμα γρήγορης μόδας και μια εμπορική καμπάνια.
Το dark academia μετατρέπει τη γνώση, την κλασική λογοτεχνία και την πανεπιστημιακή αρχιτεκτονική σε μελαγχολικό στιλ. Εκφράζει νοσταλγία για έναν κόσμο πνευματικής συγκέντρωσης, αλλά συχνά εξιδανικεύει θεσμούς ιστορικά κλειστούς και ταξικά προνομιούχους.
Αυτές οι αισθητικές είναι τρόποι απόδρασης από το παρόν, αλλά και προϊόντα του ίδιου ψηφιακού συστήματος από το οποίο επιχειρούν να αποδράσουν.
Η έρευνα για τις διαδικτυακές αισθητικές επισημαίνει ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ενισχύουν την ποικιλία των κοινοτήτων γούστου, ενώ ταυτόχρονα επιταχύνουν την εμπορευματοποίησή τους.

Η εμπορευματοποίηση σε πραγματικό χρόνο
Στον κόσμο του Hebdige, μια υποκουλτούρα εμφανιζόταν, γινόταν ορατή και στη συνέχεια απορροφούνταν από τη βιομηχανία.
Σήμερα τα στάδια αυτά συμπίπτουν.
Μόλις μια αισθητική αρχίσει να αποκτά προβολή, οι πλατφόρμες την ταξινομούν, οι influencers την αναπαράγουν, οι εταιρείες παράγουν αντίστοιχα ρούχα και οι διαδικτυακές αγορές γεμίζουν με προϊόντα που χρησιμοποιούν το όνομά της.
Η υποκουλτούρα δεν διαθέτει πλέον απαραίτητα μια περίοδο σχετικής αυτονομίας πριν από την εμπορευματοποίηση. Μπορεί να γεννηθεί εξαρχής μέσα σε ένα σύστημα μετρήσεων, χορηγιών και συνδέσμων αγοράς.
Ο ίδιος ο χρήστης γίνεται μικρή επιχείρηση. Η εμφάνιση δεν δηλώνει μόνο «σε ποια ομάδα ανήκω», αλλά και «ποια είναι η προσωπική μου επωνυμία». Η ταυτότητα πρέπει να είναι αναγνωρίσιμη, φωτογραφίσιμη και κατάλληλη για ταξινόμηση.
Η αντίσταση κινδυνεύει να μετατραπεί σε content strategy.
Οι πολιτικές ψηφιακές υποκουλτούρες
Οι ψηφιακές υποκουλτούρες δεν είναι όλες δημιουργικές ή απελευθερωτικές. Οι ίδιες τεχνικές που συγκροτούν κοινότητες queer νέων, μουσικών ή ακτιβιστών μπορούν να δημιουργήσουν περιβάλλοντα μισογυνισμού, συνωμοσιολογίας και ακροδεξιάς ριζοσπαστικοποίησης.
Η alt-right ανέπτυξε δικό της χιούμορ, memes, γλωσσικούς κώδικες, σύμβολα και εσωτερικές ιεραρχίες. Πολλές από τις αναφορές της παρουσιάζονταν αρχικά ως ειρωνικά αστεία, επιτρέποντας στους χρήστες να αρνούνται ότι υποστηρίζουν πραγματικά το περιεχόμενο.
Εδώ επανεμφανίζεται το πρόβλημα του πανκ που χρησιμοποιούσε απαγορευμένα σύμβολα «μόνο για να σοκάρει». Η ειρωνική χρήση δεν εξουδετερώνει αναγκαστικά ένα σύμβολο. Μπορεί να διευκολύνει την κυκλοφορία και την κανονικοποίησή του.
Η έρευνα για την «αλγοριθμική άνοδο» της alt-right δείχνει ότι οι πλατφόρμες δεν λειτουργούν ως ουδέτεροι αγωγοί. Τα συστήματα προτάσεων, η οικονομία της προσοχής και η επιβράβευση του προκλητικού περιεχομένου μπορούν να ενισχύσουν ξενοφοβικές και ρατσιστικές κοινότητες.
Το ίδιο ισχύει για τμήματα της λεγόμενης manosphere. Η αισθητική της σωματικής πειθαρχίας, του οικονομικού πλούτου και της «απόλυτης αρρενωπότητας» συνδυάζεται με αφηγήσεις περί απώλειας ελέγχου, κοινωνικής παρακμής και εχθρότητας προς τις γυναίκες.
Η σημερινή υποκουλτούρα μπορεί επομένως να λειτουργεί ως καταφύγιο για περιθωριοποιημένους ανθρώπους, αλλά και ως μηχανισμός ριζοσπαστικοποίησης.
Πανδημία, απομόνωση και επιστροφή στην υλικότητα
Η πανδημία επιτάχυνε τη μεταφορά των νεανικών κοινοτήτων στο διαδίκτυο. Συναυλίες, κλαμπ, σχολεία και δημόσιοι χώροι έκλεισαν. Η ταυτότητα έπρεπε να εκφραστεί μέσα από την οθόνη, το υπνοδωμάτιο και το προφίλ.
Η εξέλιξη αυτή ενίσχυσε τις αισθητικές που πρόσφεραν φανταστική απόδραση, οικειότητα και έλεγχο. Παράλληλα, δημιούργησε ισχυρή επιθυμία επιστροφής στο υλικό και στο συλλογικό:
-
βινύλια και κασέτες,
-
αναλογική φωτογραφία,
-
χειροποίητα fanzines,
-
μικρές συναυλίες,
-
ανταλλαγές ρούχων,
-
λέσχες ανάγνωσης,
-
τοπικά εργαστήρια,
-
υπαίθρια πάρτι.
Η αναβίωση του αναλογικού δεν αποτελεί απλώς νοσταλγία. Είναι αντίδραση σε έναν κόσμο όπου η πολιτιστική εμπειρία περνά από πλατφόρμες, συνδρομές και αλγορίθμους.
Η υλικότητα γίνεται ξανά μορφή αντίστασης.
Υπάρχουν ακόμη πραγματικές υποκουλτούρες;
Οι ιστορικές υποκουλτούρες δεν εξαφανίστηκαν. Το γκοθ, το πανκ, το metal, το hardcore, το skate και η rave κουλτούρα εξακολουθούν να διαθέτουν μουσικό κανόνα, χώρους συνάντησης, εσωτερικούς κώδικες και διαγενεακή μνήμη.
Το ενδιαφέρον είναι ότι δεν είναι πλέον αποκλειστικά νεανικές. Οι πρώτοι πανκ, γκοθ και ravers έχουν φτάσει στη μέση ή ακόμη και στην τρίτη ηλικία. Συνεχίζουν να ακούν τη μουσική, να συμμετέχουν σε εκδηλώσεις και να αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλον μέσα από μικρές ενδυματολογικές λεπτομέρειες.
Η υποκουλτούρα μπορεί να γίνει μακροχρόνια πολιτιστική ταυτότητα, όχι απλώς εφηβικό στάδιο.
Παράλληλα, υπάρχουν νέες κοινότητες γύρω από το gaming, το cosplay, τα anime, την K-pop, τα sneakers, το streetwear, το drag, τη ballroom κουλτούρα, την οικολογία και διαφορετικές μορφές τεχνολογικού πειραματισμού.
Δεν εκφράζονται όλες μέσα από καθημερινά ρούχα. Μπορεί να διακρίνονται από τη γλώσσα, τα memes, τις τεχνικές γνώσεις, τα ψηφιακά αντικείμενα ή τη συμμετοχή σε συγκεκριμένα γεγονότα.
Πότε μια αισθητική γίνεται υποκουλτούρα;
Δεν αποτελεί κάθε «-core» υποκουλτούρα. Η οπτική ομοιότητα δεν αρκεί.
Για να μιλήσουμε ουσιαστικά για υποκουλτούρα, χρειάζεται ένας συνδυασμός στοιχείων:
Κοινότητα: Υπάρχουν πραγματικές, επαναλαμβανόμενες σχέσεις μεταξύ των μελών;
Κοινές πρακτικές: Δημιουργούν μουσική, οργανώνουν εκδηλώσεις, ανταλλάσσουν γνώσεις ή απλώς αγοράζουν παρόμοια προϊόντα;
Συμβολικός κώδικας: Διαθέτουν ιδιαίτερη γλώσσα, μουσική, εικόνες και εσωτερικές αναφορές;
Αξίες: Υπάρχει κάποια κοινή αντίληψη για την κοινωνία ή τον τρόπο ζωής;
Διάρκεια: Επιβιώνει η κοινότητα πέρα από έναν κύκλο μόδας;
Υποδομή: Υπάρχουν χώροι, ανεξάρτητες εκδόσεις, labels, forums, servers ή δίκτυα αλληλοϋποστήριξης;
Όρια: Έχει σημασία για τα μέλη ποιος συμμετέχει ουσιαστικά και ποιος απλώς αντιγράφει την εμφάνιση;
Τριβή με την κανονικότητα: Υπάρχει κάποια πραγματική απόσταση από τον κυρίαρχο τρόπο ζωής;
Όταν υπάρχει μόνο εικόνα, έχουμε κυρίως αισθητική ή microtrend. Όταν υπάρχουν κοινότητα, μνήμη, πρακτική και δέσμευση, μπορούμε να μιλήσουμε για υποκουλτούρα.
Από τη συλλογική αντίσταση στην ατομική επιμέλεια του εαυτού
Η ιστορική μεταβολή μπορεί να συνοψιστεί ως μετάβαση από τη συλλογική υποκουλτούρα στην ατομικά επιμελημένη ταυτότητα.
Στη δεκαετία του 1970, το στιλ έλεγε συχνά: «Εμείς, τα παιδιά αυτής της τάξης ή αυτής της γειτονιάς, δεν αποδεχόμαστε όσα μας προσφέρετε».
Σήμερα λέει συχνότερα: «Αυτή είναι η δική μου, μοναδική σύνθεση αναφορών».
Η αλλαγή συνδέεται με τον νεοφιλελευθερισμό. Όσο η κοινωνία αντιμετωπίζει την εργασία, την επιτυχία, την αποτυχία και την ταυτότητα ως ατομικά σχέδια, τόσο το άτομο καλείται να γίνει επιμελητής και επιχειρηματίας του εαυτού του.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η συλλογικότητα εξαφανίστηκε. Σημαίνει ότι πρέπει να οικοδομηθεί μέσα σε ένα περιβάλλον που ανταμείβει την προσωπική προβολή, την ταχύτητα και τη διαρκή αλλαγή.
Τι παραμένει ζωντανό από τον Hebdige
Ο Hebdige παραμένει πολύτιμος επειδή μας έμαθε να μην αντιμετωπίζουμε την εμφάνιση ως επιφάνεια χωρίς κοινωνικό βάθος.
Τα ρούχα, τα κουρέματα, η μουσική και τα αντικείμενα εξακολουθούν να αποτελούν κοινωνική γλώσσα. Η αγορά εξακολουθεί να απορροφά την εξέγερση. Τα μέσα εξακολουθούν να μετατρέπουν τις περιθωριακές ομάδες είτε σε απειλή είτε σε θέαμα.
Το μοντέλο του, όμως, χρειάζεται διεύρυνση.
Η τάξη παραμένει σημαντική, αλλά δεν είναι η μόνη δομή. Το φύλο, η φυλή, η σεξουαλικότητα, η μετανάστευση και η γεωγραφία διαμορφώνουν επίσης το ποιος μπορεί να συμμετέχει και ποιος έχει την οικονομική δυνατότητα να κατασκευάσει ένα συγκεκριμένο στιλ.
Επιπλέον, δεν είναι κάθε πολιτιστική επιλογή αντίσταση. Οι άνθρωποι ντύνονται και δημιουργούν κοινότητες για διασκέδαση, φιλία, ερωτική επιθυμία, αισθητική απόλαυση ή αίσθηση ασφάλειας. Η θεωρία δεν πρέπει να μετατρέπει κάθε παντελόνι σε πολιτική διακήρυξη.
Το σημαντικότερο νέο στοιχείο είναι η πλατφόρμα. Σήμερα, ανάμεσα στην ομάδα και στην κοινωνία παρεμβάλλεται ένας αλγόριθμος που επιλέγει τι θα γίνει ορατό, τι θα συνδεθεί με διαφήμιση και ποιο περιεχόμενο θα οδηγήσει τον χρήστη βαθύτερα σε μια κοινότητα.

Από την παραμάνα στο hashtag
Το 1979, η υποκουλτούρα δημιουργούσε ένα δυσανάγνωστο μήνυμα και η κοινωνία προσπαθούσε να το αποκωδικοποιήσει.
Σήμερα, η ταυτότητα κατασκευάζεται συχνά δημόσια. Συνοδεύεται από hashtag, επεξηγηματικό βίντεο, σύνδεσμο αγοράς και αλγοριθμική κατηγορία. Μπορεί να διαδοθεί σε ολόκληρο τον κόσμο μέσα σε ώρες και να ξεχαστεί μέσα σε εβδομάδες.
Η παραμάνα του πανκ άλλαζε το νόημα ενός καθημερινού αντικειμένου. Το hashtag αλλάζει την κλίμακα και την ταχύτητα με την οποία συγκροτείται μια κοινότητα. Το πρώτο έπρεπε να το δεις στον δρόμο. Το δεύτερο σε βρίσκει μόνο του στην οθόνη.
Και όμως, πίσω από τη διαφορά παραμένει η ίδια ανθρώπινη ανάγκη: να μετατρέψουμε την εμφάνιση, τον ήχο και τα αντικείμενα σε απάντηση στο ερώτημα ποιοι είμαστε και με ποιους θέλουμε να μοιραστούμε τον κόσμο.
Η υποκουλτούρα δεν πέθανε. Έχασε συχνά τα σαφή της σύνορα, έγινε παγκόσμια και δικτυωμένη, απέκτησε μικρότερη διάρκεια και μεγαλύτερη ταχύτητα. Άλλοτε λειτουργεί ως κοινότητα αντίστασης και άλλοτε ως κατάλογος προϊόντων. Άλλοτε προστατεύει τους αποκλεισμένους και άλλοτε οργανώνει νέες μορφές μίσους.
Αυτό που άλλαξε περισσότερο δεν είναι η επιθυμία των ανθρώπων να διαφέρουν. Είναι οι δυνάμεις που οργανώνουν, ταξινομούν και εμπορεύονται αυτήν τη διαφορά.
Στην εποχή του Hebdige, η υποκουλτούρα πάλευε να κερδίσει χώρο μέσα στην πόλη και στα μέσα ενημέρωσης. Σήμερα παλεύει να διατηρήσει νόημα μέσα σε ένα σύστημα που μπορεί να μετατρέψει κάθε διαφοροποίηση σε δεδομένο, κάθε ταυτότητα σε αγορά και κάθε εξέγερση σε αισθητική.





Ένα είναι βέβαιο .
Οι Πανκ και οι άλλες ”Συλλογικότητες ”των νέων μετά το θρυλικό πάρτι των νέων στο ΓΟΥΝΤΣΤΟΚ της Νέας Υόρκης στις 18 Αυγούστου 1969 μέχρι και σήμερα
είχαν και έχουν γονείς εύπορους και οι ίδιοι προτιμούσαν και προτιμούν την αεργία (αεργίη δε τ’όνειδος, κατά τον Ησίοδό μας) .
Τώρα ,
πως επιβίωναν και επιβιώνουν και πως οργάνωναν και οργανώνουν -αυτές οι Συλλογικότητες-μεγάλες και προσεγμένες εκδηλώσεις ,ας απαντήσουν οι νοήμονες ΟΛΟΥ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ και φυσικά της Ελλάδος μας.
Ε.. . μετά από αυτά -ψήφο έχουν όλοι οι ”υποκουλτουριάρηδες”-και είναι φανατικά εναντίον των κάθε κατεστημένων , να μη τους χειραγωγήσουν τα κόμματα, που και αυτά είναι εναντίον του λεγόμενου Νεοφιλελευθερισμού και της Δεξιάς ,”με τα εννιά κεφάλια” σαν την Λερναία Ύδρα της μυθολογίας μας;;;.
Υ.Γ Θέλω πολύ -και μαζί μου θαρρώ πολλοί-να αναζητήσουμε την προσωπική, κοινωνική και πολιτική εξέλιξη του καθενός από αυτούς ,που τους βλέπαμε και τους βλέπουμε σαν εξωγήϊνους κατώτερων πολιτισμών. Περιμένουμε κανένα ξένο ερευνητή να το αποτολμήσει .
Πόσα λεφτά ξοδεύονται από τους ”πεινασμένους” Έλληνες για τατουάζ και πόσες και πόσοι σύζυγοι και ”σύντροφοι” θα ανεχθούν ισοβίως τα ”ορνιθοσκαλίσματα” των τατουάζ;;;.ΚΑΙ
ΜΕΡΙΚΟΙ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΠΟΛΕΜΗΣΟΥΜΕ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΒΕΒΑΙΟΙ ΠΩΣ ΘΑ ΝΙΚΗΣΟΥΜΕ. Βόηθα Παναγιά μας.
Ησίοδό μας, Ελλάδος μας, Ευρώπη μας, ΑΝΙΧΝΕΥΣΕΙΣ μας και δεν συμμαζεύεται. Γιατί αυτή η κατάχρηση τής προσωπικής αντωνυμίας, που είναι συνήθης στα παιδιά, για λόγους ανασφαλείας; Δεν χρειάζεται να σού το εξηγήσω περισσότερο.
Δεν προτιμούν την αεργία. Οι χίπις, για παράδειγμα, ήσαν όλοι παιδιά πλουσίων οικογενειών, τα οποία απλώς είχαν μπουχτίσει ν’ ακούνε σε κάθε συζήτηση των γονιών/φίλων για οικονομία, χρηματηστήριο, λεφτά και απέδρασαν. Γράφεις, ως συνήθως, για πράγματα που δεν γνωρίζεις καλά.
Τα τατουάζ είναι θέμα προσωπικού γούστου τού καθενός και δεν σού πέφτει λόγος. Εσύ έχεις χαραγμάνο εντονότερα στο κούτελο το ΝΔ, απ’ ότι ένα κοριτσάκι μία καρδούλα στο χέρι του.
“ΚΑΙ (πάτα σωστά το enter,)
ΜΕΡΙΚΟΙ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΠΟΛΕΜΗΣΟΥΜΕ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΒΕΒΑΙΟΙ ΠΩΣ ΘΑ ΝΙΚΗΣΟΥΜΕ”
Εδώ είναι όλα τα λεφτά (λογικής). Όποιος έχει τατουάζ είναι ακατάλληλος για πόλεμο και ηττάται.
Πώς να σε βοηθήσει η Παναγία που επικαλείσαι, όντας 83 με μυαλό παιδιού 13; Θα κάμει το θαύμα της; Α, να δούμε.