του Αχιλλέα Ταουξή, Υποστρατήγου ε.α.
Η σχέση μου με τη ναυτιλία δεν ξεκίνησε από τα βιβλία. Η οικογενειακή επιχείρηση του πατέρα μου, την οποία συνεχίζει σήμερα ο αδελφός μου, δραστηριοποιείται εδώ και χρόνια στο εμπόριο ναυτιλιακών ειδών, κυρίως σε άγκυρες και αλυσίδες και πιο παλιά σε διαλύσεις πλοίων . Μέσα από αυτή την καθημερινή επαφή με έναν χώρο που κινείται αθόρυβα, αλλά αποτελεί βασικό κομμάτι της ελληνικής ναυτιλιακής παρουσίας, μου γεννήθηκε η σκέψη να ψάξω λίγο περισσότερο τι δυνατότητες υπάρχουν για την Ελλάδα.
Έτσι έφτασα στην ελληνοϊνδική σχέση και ειδικότερα στη ναυπηγοεπισκευή. Δεν γράφω ως ειδικός στη ναυτιλία. Το βλέπω από τη σκοπιά της στρατηγικής και της οικονομίας και κυρίως από την απορία αν η Ελλάδα αξιοποιεί όσο θα μπορούσε τη γεωγραφική της θέση.
Η απάντηση, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται σε μια ιδέα που δεν χρειάζεται τεράστιες κρατικές επενδύσεις για να δοκιμαστεί. Η Ελλάδα θα μπορούσε να επιδιώξει να γίνει ο προτιμησιακός κόμβος ναυπηγοεπισκευής για πλοία ινδικών συμφερόντων που κινούνται στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ένας ελληνοϊνδικός διάδρομος ναυπηγοεπισκευής, ένα Greece–India Ship Repair Corridor, θα μπορούσε να συνδέσει την ελληνική ναυπηγοεπισκευαστική υποδομή με τον τεράστιο ινδικό ναυτιλιακό ορίζοντα. Δεν χρειάζεται να μιλάμε για αποκλειστικότητα. Πολύ περισσότερο δεν χρειάζεται να ζητηθεί από την Ινδία να επιλέξει ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία.
Η λογική είναι πολύ απλούστερη. Όταν ένα πλοίο ινδικών συμφερόντων βρίσκεται στην Ανατολική Μεσόγειο και χρειάζεται επισκευή, συντήρηση, δεξαμενισμό, ανταλλακτικά ή τεχνικές εργασίες, η Ελλάδα να αποτελεί μία από τις πρώτες και προτιμησιακές επιλογές του.
Δεν πρόκειται για θεωρητική συζήτηση. Τον Φεβρουάριο του 2026 οι πρωθυπουργοί Ελλάδας και Ινδίας επιβεβαίωσαν τη στρατηγική σχέση των δύο χωρών και εξέφρασαν την πρόθεση να την εμβαθύνουν ειδικά στους τομείς της ναυτιλίας, της ναυπήγησης και της ναυπηγοεπισκευής. Η ελληνική πλευρά επανέλαβε επίσης ότι η Ελλάδα μπορεί να λειτουργήσει ως πύλη της Ινδίας προς την Ευρώπη.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι η συνεργασία έχει ήδη αρχίσει να αποκτά πρακτική μορφή. Ελληνική ναυπηγοεπισκευαστική τεχνογνωσία μεταφέρεται στην Ινδία μέσω συνεργασίας για τη δημιουργία νέας μονάδας ναυπήγησης και επισκευής στον Κόλπο του Κατς. Τον Ιούνιο του 2026 η συνεργασία αυτή πέρασε από το επίπεδο του μνημονίου σε συμφωνία τεχνικής συνεργασίας.
Αυτό δείχνει κάτι σημαντικό. Η Ελλάδα και η Ινδία δεν χρειάζεται να περιοριστούν σε μια σχέση όπου η μία πλευρά προσφέρει τεχνογνωσία και η άλλη αναπτύσσει υποδομές. Μπορούν να δημιουργήσουν ένα ευρύτερο θαλάσσιο δίκτυο, στο οποίο η Ινδία θα έχει παραγωγική και εμπορική παρουσία και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η συγκυρία αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν δούμε τι συμβαίνει γύρω από την Ινδία. Οι σχέσεις της με την Τουρκία δεν έχουν πάψει να είναι σημαντικές. Υπάρχει οικονομική συνεργασία και σημαντικό διμερές εμπόριο. Όμως η Τουρκία συμμετείχε τον Αύγουστο του 2026 μαζί με τη Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν στη Συμφωνία Κοινής Άμυνας της Μέκκας. Η συμφωνία προβλέπει ότι επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη θα θεωρείται επίθεση εναντίον όλων.
Για την Ινδία αυτό δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο, κυρίως επειδή το Πακιστάν αποτελεί τον βασικό στρατηγικό της αντίπαλο. Δεν σημαίνει ότι το Νέο Δελχί θα εγκαταλείψει τις σχέσεις του με την Άγκυρα. Σημαίνει όμως ότι η γεωπολιτική εικόνα προς δυσμάς γίνεται πιο σύνθετη και ότι οι σχέσεις της Ινδίας με χώρες όπως η Ελλάδα αποκτούν πρόσθετη αξία μέσα σε ένα ευρύτερο θαλάσσιο και ευρωπαϊκό πλαίσιο. Ινδικές αναλύσεις έχουν ήδη εξετάσει τη Συμφωνία της Μέκκας ακριβώς ως εξέλιξη που χρειάζεται να παρακολουθείται από το Νέο Δελχί.
Εδώ βρίσκεται και η ελληνική ευκαιρία. Όχι στο να ζητήσουμε από την Ινδία να διαλέξει πλευρά, αλλά στο να της προσφέρουμε περισσότερες επιλογές.
Η Ελλάδα έχει γεωγραφικό πλεονέκτημα. Βρίσκεται στο σημείο όπου οι θαλάσσιες διαδρομές από τη Μεσόγειο συναντούν την ευρωπαϊκή αγορά. Διαθέτει λιμάνια, ναυπηγεία, τεχνικό προσωπικό, ναυτιλιακές επιχειρήσεις και μια παράδοση που δύσκολα δημιουργείται από την αρχή.
Η πρώτη συζήτηση Ελλάδας–Ινδίας για θαλάσσια θέματα είχε ήδη πραγματοποιηθεί τον Δεκέμβριο του 2025 και περιέλαβε τη θαλάσσια ασφάλεια, τη συνδεσιμότητα, την ανάπτυξη λιμένων και τη γαλάζια οικονομία. Οι δύο πλευρές συμφώνησαν να συνεχίσουν τον διάλογο.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι το ίδιο το ινδικό National Maritime Foundation έχει παρουσιάσει το 2026 την ιδέα ενός «Mediterranean Arc», με την Ινδία, την Ελλάδα, την Κύπρο και το Ισραήλ, θεωρώντας την Ελλάδα σημαντικό στρατηγικό και θαλάσσιο κόμβο της ινδικής παρουσίας στη Μεσόγειο.
Η ναυπηγοεπισκευή μπορεί να αποτελέσει το πιο πρακτικό κομμάτι αυτής της σχέσης. Δεν χρειάζεται να ξεκινήσουμε με ένα μεγαλεπήβολο κρατικό σχέδιο. Χρειάζεται να δούμε τι υπάρχει ήδη και τι πρέπει να βελτιωθεί ώστε ένα πλοίο να μπορεί να μπει στην Ελλάδα, να επισκευαστεί γρήγορα και αξιόπιστα και να επιστρέψει στη θάλασσα χωρίς περιττές καθυστερήσεις.
Εκεί βρίσκεται το πραγματικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Στη ναυτιλία δεν μετρά μόνο η τιμή μιας επισκευής. Μετρά ο χρόνος, η αξιοπιστία, η διαθεσιμότητα ανταλλακτικών, η τεχνική υποστήριξη και η δυνατότητα να ολοκληρωθεί μια εργασία χωρίς απρόβλεπτες καθυστερήσεις.
Αν η Ελλάδα μπορέσει να δημιουργήσει ένα τέτοιο περιβάλλον, τότε κάθε πλοίο που έρχεται για επισκευή δεν θα αφήνει μόνο χρήματα στο ναυπηγείο. Θα δημιουργεί δουλειά σε δεκάδες άλλες επιχειρήσεις, από ανταλλακτικά και μεταφορές μέχρι τεχνικές υπηρεσίες, εφοδιασμό, επιθεωρήσεις και λιμενικές δραστηριότητες. Το σημαντικότερο όμως είναι άλλο. Θα ενισχύει τη θαλάσσια παρουσία της Ελλάδας χωρίς να χρειάζεται κάθε φορά μια νέα μεγάλη κρατική επένδυση.
Η Ελλάδα συχνά αναζητά τον ρόλο της μέσα από μεγάλα έργα και μεγάλες συμφωνίες. Ίσως όμως ορισμένες φορές η στρατηγική να βρίσκεται σε κάτι πολύ πιο πρακτικό. Σε μια υπηρεσία που χρειάζεται η αγορά και την οποία μπορούμε να προσφέρουμε καλύτερα.
Η Ινδία αναζητά δρόμους προς την Ευρώπη. Η Ελλάδα βρίσκεται στην είσοδο αυτών των δρόμων. Η Ινδία θέλει να ενισχύσει τη ναυτική και ναυτιλιακή της παρουσία. Η Ελλάδα διαθέτει ένα οικοσύστημα που μπορεί να τη στηρίξει και η ευρύτερη γεωπολιτική περιοχή γίνεται όλο και πιο σύνθετη.
Δεν χρειάζεται να περιμένουμε να μας ανακαλύψουν. Χρειάζεται να πάμε εμείς με μια συγκεκριμένη πρόταση. Έναν ελληνοϊνδικό διάδρομο ναυπηγοεπισκευής στην Ανατολική Μεσόγειο, βασισμένο στην υπάρχουσα ελληνική υποδομή, στην ινδική ναυτιλιακή παρουσία και σε ένα απλό εμπορικό κίνητρο.
Να γίνει η Ελλάδα όχι απλώς ένας τόπος από τον οποίο περνούν τα ινδικά πλοία, αλλά ένας τόπος στον οποίο συμφέρει να σταματούν. Αυτό θα ήταν μια μικρή, αλλά πραγματικά στρατηγική αλλαγή.
Υποστράτηγος ε.α. Αχιλλεύς Ταούξης
Απόφοιτος της Σχολής Ευελπίδων και με 43 χρόνια υπηρεσίας στις Ένοπλες Δυνάμεις, υπηρέτησε σε επιχειρησιακές και επιτελικές θέσεις στην Ελλάδα, στο ΝΑΤΟ και σε διεθνείς αποστολές. Διετέλεσε Εκπαιδευτής και Διευθυντής Σπουδών στη ΣΕΘΑ, Διευθυντής Κέντρου Επιχειρήσεων στο ΝΑΤΟϊκό Στρατηγείο Σκοπίων και στέλεχος του ΓΕΣ, του ΓΕΕΘΑ και του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, με αντικείμενο την άμυνα, την αμυντική πολιτική, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις διεθνείς σχέσεις.
Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στην Εφαρμοσμένη Στρατηγική και Διεθνείς Σχέσεις από το University of Plymouth και έχει συμμετάσχει ως ομιλητής σε ημερίδες και εκδηλώσεις. Αρθρογραφεί για θέματα εθνικής ασφάλειας, άμυνας, στρατηγικής και γεωπολιτικής.


