Ιωάννα Μαλαγαρδή: Από τα Μουδανιά στο Μοντρέ (1922–1936): Η απώλεια της Ανατολικής Θράκης, η αναθεώρηση της Λωζάνης και η ανάδειξη της Τουρκίας σε κυρίαρχη δύναμη των Στενών

της Ιωάννας Μαλαγαρδή, Δρ. Υπολογιστικής Γλωσσολογίας- Ιστορικού

Η ιστορία των διεθνών σχέσεων σπάνια καθορίζεται από μια μόνο συνθήκη ή ένα μεμονωμένο γεγονός. Οι μεγάλες γεωπολιτικές μεταβολές αποτελούν συνήθως αποτέλεσμα μιας μακράς διαδικασίας, κατά την οποία στρατιωτικές ήττες, διπλωματικοί συμβιβασμοί και μεταβολές των διεθνών συσχετισμών οδηγούν σταδιακά σε μια νέα πραγματικότητα. Η περίοδος από τη Συμφωνία των Μουδανιών το 1922 έως τη Συνθήκη του Μοντρέ το 1936 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας τέτοιας μετάβασης. Μέσα σε δεκατέσσερα χρόνια, η Ανατολική Μεσόγειος και η περιοχή των Στενών γνώρισαν μια βαθιά αναδιάταξη ισχύος. Η Ελλάδα, η οποία μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους και τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είχε διευρύνει τα εδάφη και τις προσδοκίες της, υποχρεώθηκε να αποδεχθεί την απώλεια της Ανατολικής Θράκης, ενώ η Τουρκία του Μουσταφά Κεμάλ κατόρθωσε όχι μόνο να ανατρέψει τις προβλέψεις της Συνθήκης των Σεβρών αλλά και να αναδειχθεί σε αποφασιστικό παράγοντα ελέγχου των Στενών.

Η αφετηρία αυτής της εξέλιξης βρίσκεται στη στρατιωτική κατάρρευση του ελληνικού μετώπου στη Μικρά Ασία το καλοκαίρι του 1922. Η ήττα του ελληνικού στρατού και η είσοδος των κεμαλικών δυνάμεων στη Σμύρνη δημιούργησαν μια νέα πραγματικότητα, η οποία δεν μπορούσε πλέον να αγνοηθεί από τις Μεγάλες Δυνάμεις. Η Ελλάδα, εξαντλημένη στρατιωτικά και πολιτικά απομονωμένη, βρέθηκε αντιμέτωπη με την ανάγκη να διαχειριστεί όχι μόνον την καταστροφή στη Μικρά Ασία αλλά και την απειλή απώλειας της Ανατολικής Θράκης.

Η Συμφωνία των Μουδανιών, που υπογράφηκε στις 11 Οκτωβρίου 1922, αποτέλεσε ουσιαστικά την πρώτη μεγάλη διπλωματική νίκη του κεμαλικού κινήματος. Οι διαπραγματεύσεις πραγματοποιήθηκαν μεταξύ της Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης και των Συμμάχων (Βρετανίας, Γαλλίας και Ιταλίας), ενώ η Ελλάδα συμμετείχε έμμεσα, καθώς δεν της επετράπη να διαδραματίσει ισότιμο ρόλο στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Το αποτέλεσμα ήταν η αποχώρηση των ελληνικών στρατευμάτων από την Ανατολική Θράκη και η παράδοσή της αμαχητί στην Τουρκία πριν ακόμη από την οριστική ειρηνευτική συνθήκη.

Η απώλεια της Ανατολικής Θράκης υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα πλήγματα για την Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Δεν επρόκειτο απλώς για την απώλεια ενός εδάφους με ιδιαίτερη ιστορική και οικονομική σημασία. Η Ανατολική Θράκη αποτελούσε το ευρωπαϊκό προγεφύρωμα του ελληνισμού και είχε αποκτηθεί μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους και τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η εγκατάλειψή της στα Μουδανιά έδειξε ότι η Ελλάδα δεν διέθετε πλέον τη στρατιωτική ή διπλωματική ισχύ για να υπερασπιστεί τις θέσεις που είχε κατακτήσει την προηγούμενη δεκαετία.

Η βρετανική πολιτική υπήρξε καθοριστική σε αυτήν την εξέλιξη. Η Μεγάλη Βρετανία, αν και αρχικά υποστήριζε τις ελληνικές θέσεις, ιδιαίτερα λόγω της στρατηγικής σημασίας των Στενών, βρέθηκε μετά την ελληνική ήττα αντιμέτωπη με ένα νέο δίλημμα. Η διατήρηση μιας σκληρής στάσης απέναντι στον Κεμάλ θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέα πολεμική σύγκρουση, χωρίς βεβαιότητα επιτυχίας. Παράλληλα, το Λονδίνο επιθυμούσε να διατηρήσει τον έλεγχο των εξελίξεων στην περιοχή και να αποφύγει μια κρίση με τη Γαλλία και την Ιταλία, οι οποίες είχαν ήδη αναζητήσει συμβιβασμό με την Άγκυρα.

Η Συνθήκη της Λωζάνης, που υπογράφηκε στις 24 Ιουλίου 1923, επιβεβαίωσε και νομικά τις νέες ισορροπίες. Η Τουρκία αναγνωρίστηκε ως κυρίαρχο κράτος στα εδάφη της Ανατολίας και της Ανατολικής Θράκης, ενώ η Συνθήκη των Σεβρών ουσιαστικά ακυρώθηκε. Για την Ελλάδα, η Λωζάνη σήμαινε τη διεθνή αναγνώριση μιας μεγάλης εδαφικής και δημογραφικής απώλειας, αλλά ταυτόχρονα εξασφάλιζε τα νέα σύνορα του Ελληνικού Κράτους και δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για τη σταθεροποίηση μετά από μια δεκαετία πολέμων.

Ιδιαίτερη σημασία είχε το ζήτημα των Στενών. Η Λωζάνη δεν παραχώρησε στην Τουρκία πλήρη κυριαρχία επί των Δαρδανελίων και του Βοσπόρου. Αντίθετα, καθιέρωσε ένα διεθνές καθεστώς αποστρατιωτικοποίησης και ελεύθερης ναυσιπλοΐας, με τη λειτουργία διεθνούς επιτροπής υπό την εποπτεία της Κοινωνίας των Εθνών. Η ρύθμιση αυτή αντανακλούσε τη βρετανική επιθυμία να διατηρηθεί η πρόσβαση στη Μαύρη Θάλασσα και να εμποδιστεί η επανεμφάνιση μιας αποκλειστικής τουρκικής κυριαρχίας στους θαλάσσιους δρόμους.

Ωστόσο, η Συνθήκη της Λωζάνης δεν αποτέλεσε το τέλος της διαμάχης για τα Στενά. Αντίθετα, αποτέλεσε το πρώτο στάδιο μιας διαδικασίας τουρκικής αναθεώρησης. Η κεμαλική Τουρκία, αφού εξασφάλισε τη διεθνή αναγνώριση της κυριαρχίας της, άρχισε σταδιακά να επιδιώκει την αποκατάσταση του πλήρους ελέγχου σε ζητήματα που θεωρούσε ζωτικής σημασίας για την ασφάλειά της. Η άνοδος των ολοκληρωτικών καθεστώτων στην Ευρώπη, η κρίση του συστήματος ασφαλείας της Κοινωνίας των Εθνών και η αδυναμία των Μεγάλων Δυνάμεων να επιβάλουν αποτελεσματικά τη συλλογική ασφάλεια δημιούργησαν το κατάλληλο περιβάλλον.

Η δεκαετία του 1930 χαρακτηρίστηκε από μια γενικότερη αναθεώρηση των μεταπολεμικών συνθηκών. Η Γερμανία αμφισβήτησε τους περιορισμούς της Συνθήκης των Βερσαλλιών, η Ιταλία του Μουσολίνι προχώρησε σε επιθετική πολιτική στη Μεσόγειο και η Ιαπωνία εγκατέλειψε το σύστημα συλλογικής ασφάλειας. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Τουρκία υποστήριξε ότι το καθεστώς των Στενών που είχε θεσπιστεί στη Λωζάνη δεν ανταποκρινόταν πλέον στις νέες εξελίξεις.

Η τουρκική διπλωματία αξιοποίησε με ιδιαίτερη επιδεξιότητα τη μεταβολή του διεθνούς περιβάλλοντος. Το 1933, με την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία και την κρίση του ευρωπαϊκού συστήματος ασφαλείας, η Άγκυρα άρχισε να προβάλλει εντονότερα το επιχείρημα ότι η αποστρατιωτικοποίηση των Στενών αποτελούσε πλέον κίνδυνο για την ίδια. Η τουρκική θέση βασιζόταν στην αρχή ότι ένα κράτος δεν μπορούσε να θεωρείται πραγματικά κυρίαρχο όταν δεν είχε τη δυνατότητα να προστατεύσει το πιο κρίσιμο γεωστρατηγικό σημείο της επικράτειάς του.

Η ευνοϊκή συγκυρία για την Τουρκία κορυφώθηκε μετά την ιταλική εισβολή στην Αιθιοπία το 1935. Η ενέργεια της Ιταλίας έδειξε την αδυναμία της Κοινωνίας των Εθνών να επιβάλει αποτελεσματικές κυρώσεις και ενίσχυσε τον φόβο των κρατών της Μεσογείου για μια γενικευμένη αποσταθεροποίηση. Η Τουρκία υποστήριξε ότι, εφόσον το διεθνές σύστημα ασφαλείας δεν μπορούσε πλέον να εγγυηθεί την προστασία της, είχε το δικαίωμα να ζητήσει την αναθεώρηση του καθεστώτος των Στενών.

Τον Απρίλιο του 1936 η τουρκική κυβέρνηση απέστειλε στις συμβαλλόμενες χώρες της Λωζάνης διακοίνωση με την οποία ζητούσε την αναθεώρηση των σχετικών διατάξεων. Η κίνηση αυτή ήταν μια χαρακτηριστική εφαρμογή της κεμαλικής διπλωματικής στρατηγικής. Η Τουρκία δεν αμφισβήτησε συνολικά το διεθνές σύστημα, αλλά επέλεξε να παρουσιάσει το αίτημά της ως νόμιμη προσαρμογή μιας παλαιότερης συνθήκης στις νέες διεθνείς συνθήκες.

Η Διάσκεψη του Μοντρέ συγκλήθηκε τον Ιούνιο του 1936 και ολοκληρώθηκε με την υπογραφή της ομώνυμης Συνθήκης στις 20 Ιουλίου. Συμμετείχαν η Τουρκία, η Βρετανία, η Γαλλία, η Σοβιετική Ένωση, η Ιαπωνία, η Ρουμανία, η Βουλγαρία, η Γιουγκοσλαβία και η Ελλάδα. Η νέα συμφωνία αντικατέστησε το καθεστώς της Λωζάνης για τα Στενά και εδραίωσε σε μεγάλο βαθμό την τουρκική κυριαρχία στην περιοχή.

Η σημαντικότερη αλλαγή ήταν η κατάργηση της διεθνούς επιτροπής των Στενών και η μεταβίβαση του ελέγχου στην τουρκική κυβέρνηση. Παράλληλα, επετράπη στην Τουρκία να επαναστρατιωτικοποιήσει τις ζώνες των Στενών, γεγονός που αποτελούσε ουσιαστική ανατροπή μίας από τις βασικές προβλέψεις της Λωζάνης. Η Τουρκία απέκτησε έτσι τη δυνατότητα να ελέγχει ένα από τα σημαντικότερα θαλάσσια περάσματα του κόσμου.

Η Συνθήκη του Μοντρέ υπήρξε αναμφίβολα μεγάλη διπλωματική επιτυχία για την Άγκυρα. Δεν ήταν αποτέλεσμα στρατιωτικής νίκης, αλλά προϊόν της ικανότητας της τουρκικής ηγεσίας να αξιοποιήσει τη διεθνή συγκυρία. Η Τουρκία του Κεμάλ απέδειξε ότι μπορούσε να λειτουργήσει ως ανεξάρτητος παράγοντας ισχύος και να αναθεωρήσει ειρηνικά ένα διεθνές καθεστώς που θεωρούσε περιοριστικό.

Για την Ελλάδα, το Μοντρέ είχε ιδιαίτερη σημασία, καθώς βρισκόταν αντιμέτωπη με ένα σύνθετο δίλημμα. Από τη μία πλευρά, η Αθήνα δεν επιθυμούσε μια νέα αντιπαράθεση με την Τουρκία και αναγνώριζε ότι η σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο ήταν ζωτικής σημασίας. Από την άλλη πλευρά, η ενίσχυση της τουρκικής στρατηγικής θέσης στα Στενά δημιουργούσε έναν νέο συσχετισμό δυνάμεων στην περιοχή.

Η ελληνική διπλωματία συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις του Μοντρέ με εκπρόσωπο τον πρεσβευτή στη Βέρνη και έμπειρο διπλωμάτη Νικόλαο Πολίτη, ο οποίος είχε σημαντική εμπειρία από τις διεθνείς διασκέψεις της μεταπολεμικής περιόδου. Η Αθήνα κινήθηκε κυρίως με γνώμονα τη διατήρηση της ειρήνης και την αποφυγή της απομόνωσης. Η Ελλάδα δεν διέθετε πλέον την ισχύ του 1919–1920 ούτε μπορούσε να επηρεάσει αποφασιστικά τις επιλογές των Μεγάλων Δυνάμεων.

Ωστόσο, η ελληνική πολιτική εκείνης της περιόδου πρέπει να αξιολογηθεί μέσα από τα πραγματικά δεδομένα της εποχής. Η χώρα είχε εξέλθει από μια καταστροφική πολεμική δεκαετία, είχε αντιμετωπίσει την προσφυγική κρίση μετά την ανταλλαγή πληθυσμών και προσπαθούσε να ανασυγκροτήσει την οικονομία και τους θεσμούς της. Η προτεραιότητα της ειρήνης και της σταθερότητας δεν ήταν απλώς επιλογή πολιτικής, αλλά ανάγκη επιβίωσης.

Το ζήτημα, όμως, που αναδεικνύεται ιστορικά είναι ότι η απώλεια της Ανατολικής Θράκης στα Μουδανιά και η μεταβολή του καθεστώτος των Στενών στο Μοντρέ δεν αποτελούν ανεξάρτητα γεγονότα. Συνδέονται μέσα από μια αλυσίδα εξελίξεων που ξεκίνησε με την κατάρρευση της ελληνικής εκστρατείας στη Μικρά Ασία και ολοκληρώθηκε με την ανάδειξη της Τουρκίας ως κυρίαρχης δύναμης σε μια από τις σημαντικότερες γεωπολιτικές περιοχές του κόσμου.

Η μετάβαση από τα Μουδανιά στο Μοντρέ αποκαλύπτει ένα βασικό δίδαγμα της διεθνούς πολιτικής, ότι οι συνθήκες ειρήνης δεν αποτελούν πάντοτε σταθερά και αμετάβλητα κείμενα. Εξαρτώνται από την ισορροπία ισχύος, από τις μεταβολές του διεθνούς συστήματος και από την ικανότητα των κρατών να προσαρμόζουν τη διπλωματική τους στρατηγική. Η Τουρκία του Κεμάλ κατόρθωσε μέσα σε δεκατέσσερα χρόνια να μετατρέψει μια στρατιωτική ήττα του Οθωμανικού παρελθόντος σε μια νέα θέση περιφερειακής ισχύος.

Η Συνθήκη του Μοντρέ παρέμεινε έκτοτε ένα από τα σημαντικότερα κείμενα του διεθνούς δικαίου για τη ναυσιπλοΐα και την ασφάλεια. Η σημασία της αναδείχθηκε ιδιαίτερα κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν η Τουρκία, εφαρμόζοντας τις διατάξεις της, περιόρισε τη διέλευση πολεμικών πλοίων εμπλεκομένων δυνάμεων. Αργότερα, κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και στις σύγχρονες κρίσεις της Μαύρης Θάλασσας, το καθεστώς του Μοντρέ παρέμεινε βασικός παράγοντας ισορροπίας.

Από τη σημερινή σκοπιά, η περίοδος 1922–1936 δεν αποτελεί απλώς ένα κεφάλαιο της ελληνοτουρκικής ιστορίας. Αποτελεί ένα παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η γεωγραφία μπορεί να μετατραπεί σε στρατηγικό πλεονέκτημα. Τα Στενά του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων δεν ήταν ποτέ απλώς ένα πέρασμα μεταξύ δύο θαλασσών. Υπήρξαν και παραμένουν σημείο συνάντησης αυτοκρατοριών, εμπορικών δρόμων και στρατηγικών ανταγωνισμών.

Η κληρονομιά του Μοντρέ και η σύγχρονη γεωπολιτική των Στενών

Η Συνθήκη του Μοντρέ δεν αποτελεί πλέον μόνο ένα ιστορικό κείμενο του Μεσοπολέμου, αλλά ένα ζωντανό στοιχείο της σύγχρονης γεωπολιτικής πραγματικότητας. Η ιδιαιτερότητά της βρίσκεται στο γεγονός ότι παραχώρησε στην Τουρκία έναν εξαιρετικά σημαντικό ρόλο στη διαχείριση ενός από τα σημαντικότερα στρατηγικά περάσματα του πλανήτη. Τα Στενά του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων δεν είναι απλώς θαλάσσιες οδοί επικοινωνίας, αποτελούν το μοναδικό φυσικό πέρασμα μεταξύ της Μαύρης Θάλασσας και της Μεσογείου και, κατ’ επέκταση, ένα κρίσιμο σημείο επαφής μεταξύ Ευρώπης, Ασίας και Μέσης Ανατολής.

Η Τουρκία, αξιοποιώντας το καθεστώς του Μοντρέ, απέκτησε ένα σημαντικό εργαλείο στρατηγικής επιρροής. Η δυνατότητα ελέγχου της διέλευσης πολεμικών πλοίων, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης, προσδίδει στην Άγκυρα έναν ρόλο πολύ μεγαλύτερο από το γεωγραφικό της μέγεθος. Το γεγονός αυτό έγινε ιδιαίτερα εμφανές μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022, όταν η Τουρκία ενεργοποίησε τις διατάξεις του Μοντρέ περιορίζοντας τη διέλευση πολεμικών πλοίων εμπόλεμων κρατών προς τη Μαύρη Θάλασσα. Η κίνηση αυτή ανέδειξε ότι το καθεστώς του 1936 εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους βασικούς μηχανισμούς ισορροπίας στην περιοχή.

Ωστόσο, η σημερινή κατάσταση δημιουργεί ένα σύνθετο γεωπολιτικό ζήτημα. Η Τουρκία δεν είναι πλέον το αδύναμο κράτος της δεκαετίας του 1920 που επιδίωκε την αποκατάσταση της κυριαρχίας της μετά την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Είναι μια περιφερειακή δύναμη με αυξημένες στρατιωτικές δυνατότητες, ενεργό διπλωματική παρουσία και μια εξωτερική πολιτική που συχνά χαρακτηρίζεται από αναθεωρητικές επιδιώξεις. Η Άγκυρα επιδιώκει να μετατρέψει τη γεωγραφική της θέση σε πολιτικό κεφάλαιο, προβάλλοντας τον εαυτό της ως απαραίτητο παράγοντα σε ζητήματα ασφαλείας από τη Μαύρη Θάλασσα έως τη Μέση Ανατολή.

Η έννοια της «αναθεωρητικής δύναμης» στην περίπτωση της Τουρκίας δεν αφορά μόνον τη Συνθήκη της Λωζάνης ή το Μοντρέ, αλλά μια ευρύτερη στρατηγική αντίληψη σύμφωνα με την οποία η χώρα επιδιώκει μεγαλύτερη επιρροή στο περιφερειακό της περιβάλλον. Η τουρκική πολιτική των τελευταίων δεκαετιών έχει συνδεθεί με την προσπάθεια επαναπροσδιορισμού του ρόλου της Τουρκίας ως ανεξάρτητου κέντρου ισχύος, πέραν από τον παραδοσιακό ρόλο του συμμάχου στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ. Η ισορροπία που επιχείρησε να δημιουργήσει το Μοντρέ βασίζεται στην αρχή ότι η Τουρκία έχει ειδικά δικαιώματα, αλλά αυτά συνυπάρχουν με διεθνείς υποχρεώσεις.

Η πορεία από τα Μουδανιά στο Μοντρέ και από το Μοντρέ στη σημερινή εποχή αποδεικνύει ότι οι διεθνείς συνθήκες δεν καταργούν τη γεωπολιτική. Αντίθετα, συχνά την κωδικοποιούν προσωρινά. Η ισχύς, η γεωγραφία και η στρατηγική αντίληψη των κρατών εξακολουθούν να καθορίζουν την εξέλιξη των διεθνών σχέσεων. Τα Στενά παραμένουν, όπως και πριν από έναν αιώνα, ένα σημείο όπου συναντώνται η ιστορία, η ασφάλεια και ο ανταγωνισμός των Μεγάλων Δυνάμεων.

 Από τη Συνθήκη του Μοντρέ στη σημερινή εποχή

Η Συνθήκη του Μοντρέ ως γνωστό ρυθμίζει το καθεστώς διέλευσης των πλοίων από τα Στενά των Δαρδανελίων, τη Θάλασσα του Μαρμαρά και τον Βόσπορο, αναγνωρίζοντας την πλήρη κυριαρχία της Τουρκίας πάνω σε αυτά. Η Τουρκία χρησιμοποιεί τη Συνθήκη του Μοντρέ ως το ισχυρότερο διπλωματικό της όπλο. Παρόλο που είναι μέλος του ΝΑΤΟ, αρνείται σταθερά οποιαδήποτε de facto ή de jure τροποποίηση ή παράκαμψη της συνθήκης, διαφυλάσσοντας τη δική της κυριαρχία στα Στενά.

Πριν από τρία χρόνια, όταν η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία, η διεθνής προσοχή στράφηκε κυρίως στις μάχες του Ντονμπάς, στις οικονομικές κυρώσεις και στην πρωτοφανή στρατιωτική υποστήριξη της Δύσης προς το Κίεβο. Ωστόσο, μία συνθήκη που υπογράφηκε το 1936 αποδείχθηκε εξίσου καθοριστική για την εξέλιξη του πολέμου. Η Σύμβαση του Μοντρέ, η οποία ρυθμίζει το καθεστώς των Στενών του Βοσπόρου και των Δαρδανελλίων, επανήλθε στο επίκεντρο της διεθνούς πολιτικής, αναδεικνύοντας την Τουρκία στον μοναδικό διαχειριστή της πρόσβασης προς τη Μαύρη Θάλασσα. Με την επίσημη αναγνώριση της σύρραξης ως πολέμου, η Άγκυρα ενεργοποίησε το άρθρο 19 της Σύμβασης του Μοντρέ, απαγορεύοντας τη διέλευση πολεμικών πλοίων των εμπολέμων κρατών από τα Στενά, με μοναδική εξαίρεση τα πλοία που επέστρεφαν στις μόνιμες ναυτικές τους βάσεις. Η απόφαση αυτή παρουσιάστηκε ως αυστηρή εφαρμογή του διεθνούς δικαίου και ως απόδειξη της ουδετερότητας της Τουρκίας. Στην πραγματικότητα, όμως, ανέδειξε την τεράστια γεωπολιτική ισχύ που της παρέχει η Σύμβαση του Μοντρέ.

Παρά τις εντυπώσεις που συχνά δημιουργούνται στη δημόσια συζήτηση, η Τουρκία δεν χρησιμοποιεί τη Σύμβαση για να διευκολύνει τη μεταφορά νατοϊκού πολεμικού υλικού προς την Ουκρανία. Αντιθέτως, το Μοντρέ λειτουργεί ως μηχανισμός περιορισμού της ναυτικής παρουσίας όλων των εμπλεκομένων δυνάμεων στη Μαύρη Θάλασσα. Η εφαρμογή της Σύμβασης δεν επιτρέπει ούτε στη Ρωσία να ενισχύσει τον στόλο της μέσω των Στενών ούτε στις Ηνωμένες Πολιτείες, στο Ηνωμένο Βασίλειο ή σε άλλα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ να αναπτύξουν σημαντικές ναυτικές δυνάμεις στην περιοχή.

Έτσι, η στρατιωτική βοήθεια της Δύσης προς την Ουκρανία δεν μεταφέρεται μέσω πολεμικών πλοίων από τα Στενά. Ο κύριος όγκος του στρατιωτικού εξοπλισμού διακινείται αεροπορικώς και μέσω των χερσαίων διαδρόμων της Πολωνίας, της Σλοβακίας και της Ρουμανίας. Η Μαύρη Θάλασσα δεν αποτελεί σήμερα τον βασικό άξονα ανεφοδιασμού της Ουκρανίας, ακριβώς επειδή η εφαρμογή του Μοντρέ καθιστά εξαιρετικά δύσκολη την ανάπτυξη ναυτικών δυνάμεων του ΝΑΤΟ στην περιοχή. Αντίθετα, τα εμπορικά πλοία εξακολουθούν να διέρχονται από τα Στενά, καθώς η Σύμβαση διατηρεί την αρχή της ελευθερίας της εμπορικής ναυσιπλοΐας ακόμη και σε περίοδο πολέμου. Η διάκριση αυτή μεταξύ εμπορικών και πολεμικών πλοίων αποτελεί μία από τις σημαντικότερες προβλέψεις του Μοντρέ και εξηγεί γιατί η Τουρκία δεν μπορεί να απαγορεύσει γενικώς τη διέλευση εμπορικών φορτίων, ακόμη και όταν αυτά περιλαμβάνουν υλικά διττής χρήσης ή εξυπηρετούν έμμεσα τις πολεμικές ανάγκες.

Η πρακτική εφαρμογή της Σύμβασης έγινε ιδιαίτερα εμφανής όταν η Βρετανία παραχώρησε στην Ουκρανία δύο ναρκαλιευτικά πλοία. Η Άγκυρα αρνήθηκε να επιτρέψει τη διέλευσή τους προς τη Μαύρη Θάλασσα, υποστηρίζοντας ότι κάτι τέτοιο θα παραβίαζε το καθεστώς της Σύμβασης όσο διαρκεί η ένοπλη σύγκρουση. Η απόφαση αυτή κατέδειξε ότι η Τουρκία δεν προτίθεται να δημιουργήσει προηγούμενα ή εξαιρέσεις, ακόμη και όταν πρόκειται για συμμάχους της στο ΝΑΤΟ.

Πίσω όμως από τη νομική επιχειρηματολογία βρίσκεται μια πολύ βαθύτερη γεωπολιτική πραγματικότητα. Η Άγκυρα αξιοποιεί τη Σύμβαση του Μοντρέ όχι μόνον ως διεθνή υποχρέωση αλλά και ως στρατηγικό εργαλείο ισχύος. Εμφανίζεται ταυτόχρονα ως υπεύθυνος θεματοφύλακας του διεθνούς δικαίου, ως απαραίτητος σύμμαχος της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας και ως συνομιλητής που διατηρεί ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας με τη Ρωσία. Η δυνατότητα ελέγχου των Στενών προσδίδει στην Τουρκία έναν βαθμό γεωπολιτικής επιρροής που υπερβαίνει κατά πολύ τις στρατιωτικές ή οικονομικές της δυνατότητες.

Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα. Η Σύμβαση του Μοντρέ, η οποία το 1936 θεωρήθηκε από πολλές πλευρές ως μια επιτυχής διεθνής διευθέτηση, σήμερα επιτρέπει σε μια αναθεωρητική δύναμη να ελέγχει αποκλειστικά τη μοναδική θαλάσσια δίοδο μεταξύ Μεσογείου και Μαύρης Θάλασσας. Κάθε ναυτική επιχείρηση του ΝΑΤΟ, κάθε ενίσχυση των συμμάχων στη Μαύρη Θάλασσα και κάθε στρατηγικός σχεδιασμός εξαρτώνται πλέον από την πολιτική βούληση της Άγκυρας.

Η ουκρανική κρίση απέδειξε ότι η πραγματική αξία της Σύμβασης του Μοντρέ δεν βρίσκεται μόνο στις νομικές της διατάξεις αλλά κυρίως στη γεωπολιτική ισχύ που απονέμει στον διαχειριστή των Στενών. Η Τουρκία δεν χρειάζεται να παραβιάσει τη Σύμβαση ούτε να ευνοήσει ανοικτά κάποια πλευρά. Αρκεί η αυστηρή εφαρμογή της για να μετατρέπεται σε αναντικατάστατο παράγοντα της περιφερειακής ασφάλειας, διαμορφώνοντας τις ισορροπίες μεταξύ Ρωσίας και ΝΑΤΟ.

Ίσως αυτό να αποτελεί και το σημαντικότερο δίδαγμα του πολέμου στην Ουκρανία. Μια Διεθνής Συνθήκη που υπογράφηκε πριν από ενενήντα χρόνια εξακολουθεί να καθορίζει τις στρατηγικές επιλογές των μεγαλύτερων στρατιωτικών δυνάμεων του κόσμου. Και όσο ο έλεγχος των Στενών παραμένει αποκλειστικά στα χέρια μιας χώρας που ακολουθεί ολοένα και πιο αναθεωρητική εξωτερική πολιτική, τόσο περισσότερο η Σύμβαση του Μοντρέ θα μετατρέπεται από εργαλείο διεθνούς σταθερότητας σε μοχλό γεωπολιτικής ισχύος, με συνέπειες που υπερβαίνουν κατά πολύ τα όρια της Μαύρης Θάλασσας.

Στην Αλεξανδρούπολη πραγματοποιείται μια de facto (στην πράξη) παράκαμψη των περιορισμών της Συνθήκης του Μοντρέ, όχι όμως με την είσοδο πολεμικών πλοίων από εναλλακτική θαλάσσια οδό, αλλά μέσω χερσαίας και σιδηροδρομικής παράκαμψης των Στενών. Το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης έχει μετατραπεί σε έναν από τους κρισιμότερους στρατιωτικούς και εφοδιαστικούς κόμβους του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ στην Ανατολική Ευρώπη. Αντί λοιπόν τα αμερικανικά και νατοϊκά πλοία να μεταφέρουν στρατιωτικό υλικό, άρματα μάχης και πυρομαχικά μέσα από τα ελεγχόμενα από την Τουρκία Στενά (Βόσπορος/Δαρδανέλια), αποβιβάζουν το υλικό στο Λιμάνι της Αλεξανδρούπολης.  Από την Αλεξανδρούπολη, το στρατιωτικό υλικό προωθείται άμεσα μέσω σιδηροδρόμου και αυτοκινητοδρόμων προς τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία (π.χ. στη νατοϊκή βάση Mihail Kogălniceanu) και τελικά στην Ουκρανία. Η Ελλάδα, Βουλγαρία και Ρουμανία έχουν υπογράψει συμφωνία για τη δημιουργία ενός ενιαίου διαδρόμου ταχείας στρατιωτικής κινητικότητας. Αυτό επιτρέπει τη μεταφορά στρατευμάτων χωρίς γραφειοκρατικά εμπόδια, συνδέοντας απευθείας το Αιγαίο με τη Μαύρη Θάλασσα.

Γιατί αυτό ακυρώνει την ισχύ του Μοντρέ για το ΝΑΤΟ; Μετά την εισβολή στην Ουκρανία, η Τουρκία ενεργοποίησε το Άρθρο 19 της Συνθήκης και έκλεισε τα Στενά για όλα τα πολεμικά πλοία των εμπόλεμων πλευρών, καθώς και για πολλά πλοία του ΝΑΤΟ. Η Αλεξανδρούπολη επιτρέπει στις ΗΠΑ να ενισχύουν την παρουσία τους γύρω από τη Μαύρη Θάλασσα παρακάμπτοντας εντελώς την έγκριση της Άγκυρας.

Η Άγκυρα, και προσωπικά ο Πρόεδρος Ερντογάν, έχει εκφράσει έντονη ενόχληση για την αμερικανική παρουσία στην Αλεξανδρούπολη. Η δημιουργία αυτού του κόμβου αφαιρεί από την Τουρκία το γεωπολιτικό της μονοπώλιο ως η μοναδική πύλη εισόδου προς τη Μαύρη Θάλασσα. Η Μόσχα από την άλλη πλευρά θεωρεί τη βάση της Αλεξανδρούπολης ως άμεση απειλή, καθώς επιτρέπει τη συνεχή ροή δυτικού οπλισμού προς την Ουκρανία και τις νατοϊκές χώρες της ανατολικής Ευρώπης, εξουδετερώνοντας τα πλεονεκτήματα που προσέφερε στη Ρωσία η Συνθήκη του Μοντρέ.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω ένα ερώτημα τίθεται: Η Ελλάδα για αυτήν την εξυπηρέτηση στις Νατοϊκές Δυνάμεις έχει ζητήσει κάποια ανταλλάγματα; Εξακολουθεί να υπάρχει η παράνομη κατάληψη του βορείου τμήματος της Κύπρου καθώς και οι συνεχείς οχλήσεις της Τουρκίας με παραβιάσεις, διεκδικήσεις και παράλογους αναθεωρητισμούς;;; Ή μήπως θα μας απαντήσουν με τη γνωστή έκφραση «βρείτε τα μεταξύ σας»!

Βιβλιογραφία

  • Βεντήρης, Γ. (1970). Η Ελλάς του 1910–1920. Αθήνα: Ίκαρος.
  • Δαφνής, Γ. (1955). Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων 1923–1940. Αθήνα: Ίκαρος.
  • Μαζαράκης-Αινιάν, Α. (1948). Απομνημονεύματα. Αθήνα.
  • Σβολόπουλος, Κ. (2002). Η ελληνική εξωτερική πολιτική 1900–1945. Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας.

 

Ξενόγλωσση βιβλιογραφία

  • Clark, B. (2006). Twice a Stranger: How Mass Expulsion Forged Modern Greece and Turkey. London: Granta.
  • Goldstein, E. (1992). The First World War Peace Settlements, 1919–1925. London: Longman.
  • MacMillan, M. (2001). Paris 1919: Six Months That Changed the World. New York: Random House.
  • Mango, A. (1999). Atatürk: The Biography of the Founder of Modern Turkey. London: John Murray.
  • Shaw, S. J., & Shaw, E. K. (1977). History of the Ottoman Empire and Modern Turkey, Vol. II. Cambridge: Cambridge University Press.
  • Smith, M. L. (1998). Ionian Vision: Greece in Asia Minor, 1919–1922. London: Hurst.
  • Toynbee, A. J. (1922). The Western Question in Greece and Turkey. London: Constable.

Πρωτογενείς πηγές

  • Treaty of Lausanne, 24 July 1923.
  • Convention Regarding the Regime of the Straits, Montreux, 20 July 1936.
  • British Documents on Foreign Affairs: Reports and Papers from the Foreign Office Confidential Print, Series on Turkey and the Near East.
  • League of Nations Official Journal, 1923–1936.
  • Foreign Office Archives (FO 371): Turkey and the Straits, 1922–1936.

 

Ιωάννα Δ. Μαλαγαρδή

Δρ. Υπολογιστικής Γλωσσολογίας- Ιστορικός

spot_img

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
50,700ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα