Ανδρέας Θεοφάνους*
10/7/2026
Η τουρκική πλευρά είχε κατ’ επανάληψιν εγείρει το ζήτημα του γεωγραφικού διαχωρισμού της Κύπρου και της ομοσπονδίας. Η ελληνοκυπριακή πλευρά δεν αποδεχόταν μια τέτοια προσέγγιση. Και επί τούτου υπήρχε συναντίληψη. Στην Έκθεσή του το 1965 ο Γκάλο Πλάζα, Ειδικός Αντιπρόσωπος του ΓΓ του ΟΗΕ, υπογράμμιζε ότι στην Κύπρο δεν υπήρχαν προϋποθέσεις για ομοσπονδία. Ταυτόχρονα καλούσε τις δύο κοινότητες και όλα τα εμπλεκόμενα μέρη να εργασθούν για την οικοδόμηση ενός ενοποιημένου κράτους.
Η ελληνοκυπριακή πλευρά δεν αξιοποίησε επαρκώς αυτή την εξέλιξη καθώς το κυρίαρχο αφήγημα ήταν η ένωση. Αρχές του 1968 ο Πρόεδρος Μακάριος διακήρυξε, λαμβάνοντας υπ’ όψιν όλα τα δεδομένα, την πολιτική του εφικτού. Στόχος πλέον δεν ήταν η ένωση, το ευκταίο, αλλά το ενιαίο κράτος, το εφικτό. Θεωρώ ότι ο στόχος αυτός θα επιτυγχάνετο εάν δεν υπήρχε η αποσταθεροποιητική δράση της ΕΟΚΑ Β’ και της Χούντας.
Μετά το πραξικόπημα και την εισβολή τα δεδομένα διαφοροποιήθηκαν άρδην. Και οι τρεις εγγυήτριες δυνάμεις έκαναν λόγο για την ύπαρξη δυο αυτόνομων κοινοτικών διοικήσεων στο νησί. Κατά τη διάρκεια των συνομιλιών στη Γενεύη η τουρκική πλευρά κατέθεσε τις προτάσεις της που ισοδυναμούσαν με όρους παράδοσης.
Μετά την ολοκλήρωση της δεύτερης φάσης της τουρκικής εισβολής η Κύπρος αντιμετώπιζε τον κίνδυνο της πλήρους κατάρρευσης. Παρά τις αντιξοότητες η Κυπριακή Δημοκρατία επιβίωσε.
Παράλληλα, οι αντεγκλήσεις μεταξύ των Ελληνοκυπρίων συνεχίζοντο για την πολιτική στο Κυπριακό. Στη σύσκεψη των Αθηνών 30/11-1/12/1974 των ηγεσιών της Κύπρου και Ελλάδας αποφασίστηκε η αποδοχή της ομοσπονδίας. Η συζήτηση μεταγενέστερα επεκτάθηκε στο κατά πόσον ο στόχος έπρεπε να ήταν η διπεριφερειακή ή η πολυπεριφερειακή ομοσπονδία. Υπήρχε επίσης και μια μικρότερη μερίδα πολιτών η οποία δεν αποδεχόταν την ομοσπονδία και επικεντρωνόταν στον στόχο της απελευθέρωσης. Εν πολλοίς ήταν η ΕΔΕΚ που ηγείτο αυτής της θέσης.
Στις 4 Νοεμβρίου 1974 ο Προεδρεύων Κληρίδης σε ομιλία του στη Γκαλερί Αργώ υπογράμμισε ότι υπό τις περιστάσεις «η μόνη ρεαλιστική λύση ήταν η δικοινοτική διπεριφερειακή ομοσπονδία». Υπήρχαν προτροπές προς αυτή την κατεύθυνση από τις ΗΠΑ, τη Βρετανία, τη Γερμανία και την Ελλάδα.
Στις 12 Φεβρουαρίου 1977 υπήρξε η συμφωνία υψηλού επιπέδου Μακαρίου – Ντενκτάς η οποία αναφερόταν σε δικοινοτική ομοσπονδία σε γεωγραφική βάση. Δεν ξεκαθαριζόταν όμως κατά πόσον θα ήταν διπεριφερειακή ή πολυπεριφερειακή. Λίγες εβδομάδες αργότερα ο Τάσσος Παπαδόπουλος εκ μέρους της ελληνοκυπριακής πλευράς κατέθεσε προτάσεις καθώς και χάρτη στη βάση δυο περιφερειών.
Υπήρχαν προσδοκίες και διαβεβαιώσεις ότι η τουρκοκυπριακή πλευρά θα ανταποκρινόταν θετικά. Αυτό δεν συνέβηκε ποτέ. Υπήρχε τεράστια απογοήτευση.
Στην τελευταία του ομιλία ο Πρόεδρος Μακάριος στις 20 Ιουλίου 1977 αναφέρθηκε στις εξελίξεις και στη στάση της Τουρκίας. Λαμβάνοντας όλα τα δεδομένα υπ’ όψιν, ο Κύπριος Πρόεδρος διακήρυξε την αναγκαιότητα ενός μακροχρόνιου αγώνα ο οποίος καθίστατο επιβεβλημένος εξαιτίας της αδιάλλακτης πολιτικής της Άγκυρας. Ο Μακάριος απεβίωσε λίγες μέρες αργότερα, στις 3 Αυγούστου 1977.
Ο Σπύρος Κυπριανού και μεταγενέστερα ο Τάσσος Παπαδόπουλος προσπάθησαν να προωθήσουν ένα υποφερτό συμβιβασμό στη βάση των συμφωνιών υψηλού επιπέδου 1977 και 1979. Η προσπάθεια αυτή δεν απέδωσε καρπούς. Ούτε οι προσπάθειες των άλλων Προέδρων καρποφόρησαν παρά την επιπρόσθετη ευελιξία τους.
Ο μακροχρόνιος αγώνας δεν διεξήχθη ποτέ. Αντίθετα στην πορεία του χρόνου υπήρξαν πολλές παραχωρήσεις. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το διαπραγματευτικό πλαίσιο από το 1977 μέχρι σήμερα μετακινήθηκε προς τις θέσεις της τουρκικής πλευράς. Παρά ταύτα δεν υπήρξε διευθέτηση του Κυπριακού.
Αποτελεί μύθο ότι η πολιτική του μακροχρόνιου αγώνα (που δεν διεξήχθη ποτέ) είναι υπαίτιος για τη σημερινή κατάσταση και τη μη λύση του Κυπριακού. Εκείνο το οποίο δοκιμάσθηκε και απέτυχε είναι η πολιτική των συνεχών υποχωρήσεων.
Με τα υφιστάμενα δεδομένα η Τουρκία θα συγκατατεθεί σε μια διευθέτηση η οποία κατοχυρώνει και νομιμοποιεί το στρατηγικό της έλεγχο στην Κύπρο. Γι’ αυτό απαιτείται μια νέα στρατηγική προσέγγιση η οποία να έχει ως ελάχιστο στόχο την προάσπιση της ελεύθερης Κύπρου και ως μέγιστο την αποκατάσταση της ενότητας της χώρας. Εισηγήσεις προς αυτή την κατεύθυνση έχω καταθέσει.
Ο Πόλυς Πολυβίου αξιολογεί την αποδοχή της ομοσπονδίας ως λάθος. Επιπρόσθετα, επί τούτου ασκεί κριτική και στον Μακάριο και στον Κληρίδη. Θεωρώ ότι για μια τέτοια υποχώρηση θα έπρεπε να υπάρχουν τουλάχιστον κάποια ανταλλάγματα (π.χ. επιστροφή των Βαρωσίων) καθώς και σαφής προσδιορισμός του περιεχόμενου μιας διπεριφερειακής ή πολυπεριφερειακής δικοινοτικής ομοσπονδιακής διευθέτησης.
Όταν η ελληνική πλευρά αποδέχθηκε κατ’ αρχήν την ομοσπονδία δεν υπήρχε επαρκής γνώση επί του αντικειμένου ούτε στην Αθήνα ούτε στην Λευκωσία. Είναι το λιγότερο ατυχές ότι 52 χρόνια μετά το κενό αυτό δεν έχει καλυφθεί επαρκώς. Πρέπει επιτέλους να κατανοηθεί ότι υπάρχουν κατηγορίες ομοσπονδιακών πολιτευμάτων που οι πιθανότητες βιωσιμότητας είναι από ελάχιστες έως μηδαμινές και άλλα τα οποία υπό προϋποθέσεις είναι δυνατόν να είναι λειτουργικά.
Εν κατακλείδι, υπογραμμίζω ότι κατά τις διάφορες φάσεις του Κυπριακού δεν υπήρξε ολοκληρωμένη κατανόηση των δεδομένων του διεθνούς περιβάλλοντος. Δεν είναι επίσης υπερβολή να λεχθεί ότι υπήρχε και εξακολουθεί να υπάρχει η ιδεολογικοποίηση του Κυπριακού σε μεγάλο βαθμό. Ολοένα και περισσότερο διαφαίνεται ότι το κόστος της απουσίας της γνώσης και του πραγματισμού στη διαδικασία λήψης αποφάσεων δεν είναι ευκαταφρόνητο.
* Ο Ομότιμος Καθηγητής Ανδρέας Θεοφάνους είναι Πρόεδρος του Κυπριακού Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων το οποίο είναι διασυνδεδεμένο με το Πανεπιστήμιο Λευκωσίας.



“κυρίαρχο αφήγημα ήταν η ένωση”
“Όχι άλλα αφηγήματα!
Το αφήγημα (από το αφηγούμαι) «η έκθεση ή εξιστόρηση πραγματικών ή φανταστικών γεγονότων σε γραπτό συνήθ. λόγο» (ορισμός στο λεξικό μου) έφτασε να γίνει «ψωμοτύρι» στη γλώσσα των ασχολουμένων με την πολιτική (πολιτικών, δημοσιογράφων, πολιτειολόγων, αναλυτών κ.ά.). Χρησιμοποιείται με τις σημασίες «θέση, απόψεις, ισχυρισμός, λεγόμενα/λεχθέντα κ.λπ.» συνήθως με αρνητική χροιά, στο πλαίσιο μιας χρήσιμης (και επιδιωκόμενης συχνά) πολυσημίας που την περιβάλλουν μια αχλύς αοριστίας και μια αίγλη δήθεν γλωσσικής κουλτούρας.
Οι νεολογισμοί δεν βλάπτουν (στη γλώσσα χρησιμοποιούνται νεολογισμοί) αλλά υπάρχουν και «όρια χρήσεως» μιας λέξης ως νεολογισμού, ώστε να μη περιπίπτει σε λέξη-φάντασμα, κενή δηλωτικότητας με οιονεί κρυπτική περιβολή.” (Γ. Μπαμπινιώτης).
Ας σταματήσει πια αυτή η δθαστρέβλωση τής γλώσσας μας!
______________________________________________________
Νομίζω ότι η ζημιά έγινε από την στιγμή που Μακάριος και Καραμανλής δέχτηκαν κάτι άλλο, εκτός από το πάγιο αίτημα τής ΕΝΩΣΕΩΣ κι επέτρεψαν στους Τούρκους να καθίσουν στο τραπέζι. Αυτό ήταν μία ανεπίτρεπτη υποχώρηση, που ουσιαστικά έφερε τούς Τούρκους στην Κύπρο, όπως είχε σωστά προβλέψει και προειδοποιήσει ο τότε (1958) εν Λονδίνω πρέσβυς τής Ελλάδος Γ. Σεφεριάδης. Ο Καραμανλής, όπως άλλωστε φάνηκε από τις δηλώσεις του στην Βουλή στις 14.12.1958, ήθελε να κλείσει το Κυπριακό άρον-άρον: «το Κυπριακό έχει μεταβληθεί σε εθνική γάγγραινα και αποτελεί εθνική περιπέτεια στην οποία σύρεται η Ελλάς και η μόνη λύση που απομένει είναι μια απ’ ευθείας συνεννόηση με τους Τούρκους».
Για τον Καραμανλή Ελλάδα σήμαινε το ελλαδικό κράτος και Έλληνες οι υπήκοοι τού κράτους αυτού. Απλά πράγματα!
Συμφωνώ με το σχόλιο σχετικά με το κατάχρηση πλέον της λέξεως “αφηγημα” και θα πρόσθετα και το ιδιο για τη λέξη “αποτυπωμα”. Είναι ξένες μεταφράσεις οι οποίες δεν ειναι απαραίτητες στη γλώσσα μας. Όσον αφορά το θέμα, ομοσπονδιακό συστημα πρέπει να εφαρμοσθεί στο ελλαδικό κρατος με πολιτιστικά κριτήρια (Μωριας,Ρούμελη, Μακεδονια Επτάνησα…) Η Κύπρος θα μπορούσε να είχε γίνει μέρος αυτού αλλά οπως απεδειχθεί καλύτερα διότι ο Ελλαδικος χώρος δεν έγινε ομοσπονδία αλλά αποικία των Αθηνών και κάτι τετοιο θα γινόταν και στη Κύπρο. Το τίμημα της ανεξάρτητης Κύπρου ηταν το Βορειο μέρος όπου πήγαν οι Τ/Κ ενω σε μια ενωση αυτοί θα ηταν διάσπαρτος σε όλη τη νήσο. Η Κυπρος, αφού ξεκαθαρισε και σωστά οτι δεν θελει να αλλάξει την αποικιοκρατια του Λονδίνου με αυτή των Αθηνών ( η όποία εξελιχθεί τουλαχιστον γλωσσολογικά σε αγγλοφωνικη αποικία του Λονδινου-εξ ου και “αφηγημα” και “αποτυπωμα” στο λόγο και ενα σωρό άλλες αγγλικές εκφρασεις) πρέπει να εκπονήσει σχέδιο απελευθέρωση. Είναι λάθος να νομίζουμε οτι οι μικρές χωρες ειναι αδύναμες. Η Αθήνα πλέον δεν ενδιαφέρεται για τον ελληνισμό παροτι..μητρόπολη (;) αυτού. Αυτόν τον ρόλο πρέπει να διεκδικήσει η Λευκωσία ίσως (και εαν ξεφύγει της προσοχής της Αθηνας) μαζί με άλλες πόλεις οπως η Θεσσαλονίκη Κέρκυρα ή Ιωάννινα.