Ἡ ἑνότητα τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας κατά τούς ποιητές Κ. Καβάφη, Γ. Σεφέρη καί Ὀ. Ἐλύτη

Print Friendly, PDF & Email
spot_img

Φώτης Σχοινάς 

Ὁ Ἑλληνισμός παρουσιάζει μία ἀδιάσπαστη πολιτισμική συνέχεια ἀπό τήν ἀρχαιότητα ἕως σήμερα. Ὁ Κωνσταντῖνος Γεωργούλης γράφει ὅτι «εἶναι ὁ Ἑλληνισμός ἀπό τόν Ὅμηρο ἕως τόν Κ. Παλαμᾶ ἕνα τόσο σφιχτοδεμένο σύνολο, ὥστε μόνο μία συνολική θεώρηση μᾶς ἐξασφαλίζει τήν κατανόησή του».[1] Ἡ ἀδιάσπαστη συνέχεια εἶναι πολιτισμική καί γλωσσική.Ἡ ἑλληνική γλῶσσα παρουσιάζει μία ἀναμφισβήτητη συνέχεια στά 3500 χρόνια πού μαρτυρεῖται ἡ παρουσία της στήν ἀνθρώπινη ἱστορία. Κυριολεκτικά  ὁμιλοῦμε γιά μία καί ἀδιαίρετη γλῶσσα σέ διάφορες μορφές. Ἀναντίρρητο εἶναι τό γεγονός ὅτι ἡ ἑλληνική γλῶσσα παρουσιάζει διαφορετικές μορφές στίς διάφορες ἱστορικές περιόδους της, ἀλλά πίσω ἀπό τίς διαφορετικές αὐτές μορφές ὑπάρχει ἕνας σταθερός, ἀναλλοίωτος συμπαγής πυρήνας πού μᾶς ἐπιτρέπει νά ὁμιλοῦμε γιά μία γλῶσσα.

Ὁ μεγάλος Ἱσπανός γλωσσολόγος καί ἑλληνιστής Francisco Adrados γράφει γιά τήν διαχρονική συνέχεια τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας: «Ἀκολουθεῖ τό σημαντικό θέμα τῆς ἑνότητας τῶν Ἑλληνικῶν, ἀπό τήν ἀρχή ὡς σήμερα. Βεβαίως ὑπῆρξε μία ἐξέλιξη. Ἀλλά ἄν συγκρίνουμε τίς διάφορες “Ἑλληνικές”, ἀπό τή μυκηναϊκή καί τήν ὁμηρική ὡς τή σημερινή “κοινή Ἑλληνική”, οἱ διαφορές δέν εἶναι καί τόσο οὐσιαστικές. Τό φωνηεντικό σύστημα ἁπλοποιήθηκε – δέν ὑπάρχουν μακρά καί βραχέα οὔτε δίφθογγοι, οὔτε μουσικός τόνος –, ἐξελίχτηκε λίγο τό συμφωνικό σύστημα, μειώθηκε ἡ μορφολογία: ἔλλειψη τοῦ δυϊκοῦ, τῆς δοτικῆς, τῆς δυνητικῆς, καί τοῦ ἀπαρεμφάτου, ἀπολίθωση τῆς μετοχῆς, περιορισμός τῆς ρηματικῆς κλίσης σέ δύο θέματα, ἐξέλιξη τῶν περιφραστικῶν τύπων, ὁρισμένες μορφικές ἀλλαγές. Ὡστόσο οἱ βασικές κατηγορίες καί τό βασικό λεξιλόγιο παραμένουν ἴδια. Εἶναι δυνατόν νά γραφτεῖ μία ἱστορία τῶν Ἑλληνικῶν ἀπό τήν ἀρχή μέχρι σήμερα. Ὅμως δέ θά ἦταν δυνατόν νά γραφτεῖ μία ἱστορία τῶν λατινικῶν πού νά συμπεριλαμβάνονται, π.χ., καί τά ἱσπανικά. Ἡ ἐξέλιξη τῶν λατινικῶν εἶναι μία ἱστορία ἰσχυρῆς διαφοροποίησης σύμφωνα μέ τή χρονολογία καί τή γεωγραφία, αὐτή τῶν Ἑλληνικῶν εἶναι μία ἱστορία στήν ὁποία, ὡς πρός τίς δύο αὐτές παραμέτρους, ἐπικρατεῖ μία βασική ἑνότητα. Καί αὐτό ἐπειδή κυριαρχοῦσε ἡ λόγια γλῶσσα, πού τήν ὑποστήριζε ἡ παλιά παράδοση καί τό Κράτος καί ἡ Ἐκκλησία τοῦ Βυζαντίου, ἐνῶ στή Δύση ἐπικρατοῦσαν τά λατινικά, τά ὁποῖα κατέληξαν σέ διαίρεση».[2]

Τεκμήριο τῆς ἑνότητος τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσας εἶναι ὅτι ὁ σημερινός Ἕλληνας κατανοεῖ ἄνετα τήν λαϊκή γλῶσσα τῶν μέσων τοῦ 12ου αἰῶνα (Πτωχοπροδρομικά), ἐνῶ ἕνας Γάλλος χωρίς μόρφωση δέν καταλαβαίνει τό Ἆσμα τοῦ Ρολάνδου (12ος αἰώνας).[3] Ὁμοίως ὁ Ἄγγλος ἑλληνιστής Robert Browning ὁμολογεῖ: «Τά ἀρχαῖα Ἑλληνικά δέν ἀποτελοῦν ξένη γλῶσσα γιά τόν σημερινό Ἕλληνα ὅπως συμβαίνει μέ τά Ἀγγλο-σαξωνικά γιά τόν σύγχρονο Ἄγγλο».[4]

Εἶναι μάλιστα χαρακτηριστικό ὅτι κατά τόν Φίλιππα Ἀργυριάδη «τό μέγα πάθος τῶν ἐχθρῶν τοῦ ἑλληνισμοῦ ἦταν καί εἶναι νά διαβάλλουν τήν ἑνιαία καί διαχρονική ἑνότητά μας. Καί ἡ γλῶσσα ἀποτελοῦσε τό ἀκαταμάχητο τεκμήριο αὐτῆς τῆς συνέχειας». [5] Ἐπ᾿αὐτοῦ ὁ Γερμανός ἑλληνιστής Hans Eideneier γράφει: «Σπανίζουν οἱ ἐργασίες, πού τοποθετοῦνται ἔξω ἀπό τό παντοδύναμο ρεῦμα τῆς κλασικῆς (διάβαζε:ἀρχαιοελληνικῆς) φιλολογίας καί οἱ ὁποῖες δέν ἀντιμετωπίζουν τή Νεοελληνική ὡς τό φτωχό συγγενῆ τῆς ἀρχαίας. Ὅποιος, ὅμως, ἔχει διαβάσει ἔστω καί λίγο Καβάφη ἤ Σεφέρη, γνωρίζει ὅτι ὑπάρχει μιά ὄχι ἁπλῶς γλωσσική, ἀλλά καί πνευματική συνέχεια τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ πού ἐκφράζεται μέσα ἀπό τή γλῶσσα».[6] Ὁ ἴδιος μάλιστα ἑλληνιστής μιλάει γιά «ἀδιάσπαστη μετεξέλιξη τῆς Ἑλληνικῆς ἀπό ἀρχαία σέ νέα».[7]

Στήν παροῦσα ἐργασία θά ἀναφερθοῦμε στίς ἀπόψεις τῶν τριῶν κορυφαίων νεοελλήνων ποητῶν Κωνσταντίνου Καβάφη, Γιώργου Σεφέρη καί Ὀδυσσέα Ἐλύτη γιά τήν ἀδιάσπαστη ἑνότητα τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας.

Α. Κωνσταντῖνος Καβάφης

Ἄς δοῦμε τήν μαρτυρία τοῦ Κ. Καβάφη. Ὁ Ἀλεξανδρινός ποιητής δημοσίευσε ἕνα ἄρθρο μέ τίτλο ῾῾Ὁ καθηγητής Βλάκη περί τῆς νεοελληνικῆς᾽᾽ στήν ἐφημερίδα Τηλέγραφος τῆς Ἀλεξανδρείας τό 1891· ἀποσπάσματα τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ μεταφέρουμε ἐδῶ: «Οἱ ξένοι παραγνωρίζουσι τήν γλῶσσαν μας μεγάλως. Τήν χωρίζουσιν, οὕτως εἰπεῖν, ἀπό τήν ἀρχαίαν Ἑλληνικήν. Ἀρνοῦνται ἤ ἀγνοοῦσι τήν παράδοσιν τῆς ἑνότητός της. Δέν παραδέχονται τήν προσφοράν μας. Εἶναι ὅθεν εὐχάριστον, διαπρεπής ξένος φιλόλογος ὡς ὁ καθηγητής Βλάκη, ἀνήρ εὐρωπαϊκῆς φήμης, νά λαμβάνῃ ἐν χερσί τήν ὑπεράσπισιν τῆς γλώσσης μας, καί νά δεικνύῃ αὐτήν εἰς τούς ξένους ὡς ἀληθῶς ἔχει καί ὄχι ὡς τήν φαντάζονται. Ἡ προσωπικότης τοῦ Ἰωάννου Στιούαρτ Βλάκη, τοῦ περιφανοῦς Σκώτου φιλολόγου, εἶναι τόσον γνωστή, ὥστε δέν εἶναι ἀνάγκην διά μακρῶν νά τόν συστήσω εἰς τόν ἀναγνώστην… Εἰς Ἑλλάδα ἦλθε τό 1853. Ἐξέμαθε κατά βάθος τήν νεοελληνικήν καί συνέγραψε περί αὐτῆς. Εἶναι εἷς τῶν κρατίστων ἑλληνιστῶν τῆς συγχρόνου Ἀγγλίας. Τῷ 1852 διωρίσθη καθηγητής τῆς ἑλληνικῆς ἐν τῷ πανεπιστημίῳ τοῦ Ἐδιμβούργου. Ἐξέδωκε πολλά συγγράμματα περί τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσης… Λαβών ἀφορμήν ἐκ τῆς μεταφράσεως τοῦ Ἁμλέτου ὑπό τοῦ λογίου Κερκυραίου κ. Πολυλᾶ, ὁ καθηγητής Βλάκη ἐδημοσίευσε κατ᾽ αὐτάς ἐν τῷ ἀγγλικῷ περιοδικῷ Ὁ 19ος Αἰών ἄρθρον περί τῆς μεταφράσεως ταύτης καί τῆς νεοελληνικῆς γλώσσης. Ἐκ τῶν παρατηρήσεών του ἐπί τῆς γλώσσης μας θά παραθέσω ὀλίγας ἐνταῦθα. Κατά τόν κ. Βλάκη ὁ Ἑλληνισμός οὐδέποτε ὑπέστη τάς ἰσχυράς ἐκείνας ξενικάς ἐπιρροάς αἵτινες σχηματίζουσι νέας γλώσσας. Οἱ τέσσαρες αἰῶνες οὕς τό ἑλληνικόν ἔθνος διετέλεσεν ὑπό ξενικόν ζυγόν ἦτο μικρόν χρονικόν διάστημα χρόνου διά τόν σχηματισμόν μιᾶς γλώσσης. Ἡ Νορμαννική κατάκτησις τῆς Ἀγγλίας ἔλαβεν ὀκτώ αἰῶνας διά νά μορφώσῃ τήν μεταγενεστέραν ἀγγλικήν γλῶσσαν. Οἱ δέ Νορμαννοί μέ ὅλας τάς καταπιέσεις των “ἔφεραν μετ᾽αὐτῶν στοιχεῖα κοινωνικῆς ὑπεροχῆς ἅτινα…ἐπί τέλους ἀντεκατέστησαν τήν ἐγχώριον Σαξωνικήν διάλεκτον τοῦ ἀγγλικοῦ λαοῦ διά νέας γλώσσης…Ἐν Ἑλλάδι ἐγένετο τό ἐναντίον. Ὑπό τήν ἔποψιν ἀναπτύξεως ἤ πολιτισμοῦ ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει Τουρκική κυβέρνησις οὐδέν στοιχεῖον εἶχε κοινωνικῆς ὑπεροχῆς δυνάμενον νά ἀντιπράξῃ πρός τό μῖσος ὅπερ φυσικῶς ἐμπνέει ξένη διοίκησις καί ἐξ ἄλλου ἡ ταὐτότης θρησκευτικοῦ φρονήματος ἥτις, ὑπό τήν δικαιοδοσίαν τῆς Ρώμης, συνέτεινε εἰς τήν μίξιν τοῦ Σαξωνικοῦ καί Νορμαννικοῦ στοιχείου ἐν Ἀγγλίᾳ, ἔλλειπεν ὁλοτελῶς ἐν Ἑλλάδι. Ἀπέχθεια ζωηροτάτη, ἔμφυτος εἴς τε τόν Μωαμεθανισμόν καί τόν Χριστιανισμόν, κατέστησε ἀδύνατον τήν συγχώνευσιν μεταξύ κατακτητῶν καί κατακτηθέντων”. Περί τῆς Ἑνετικῆς κυριαρχίας ἐπί διαφόρων ἑλληνικῶν χωρῶν ὁ κ. Βλάκη λέγει ὅτι ἦτο “παρά πολύ μερική, καί πάρα πολύ μακρυνή” ὥστε νά δυνηθῇ νά ἐπενεργήσῃ ἐπί τῆς γλώσσης. Ὁ καθηγητής μετά ταῦτα λαμβάνει ἕν χωρίον μεταγενεστέρου ἑλληνικοῦ συγγράμματος καί ἐξετάζει αὐτό. Τό χωρίον εἶναι ἀπό μετάφρασιν τῆς Χαλιμᾶς ἐκδοθεῖσαν ἐν Ἑνετίᾳ τῷ 1792. Τό εἶδος τῆς γλώσσης ἔχει ὡς ἑξῆς. “Εὑρίσκετο εἰς τά μέρη τῆς Περσίας ἕνας πλούσιος πραγματευτής…Καί εἶχε τοῦτο τό προτέρημα νά καταλαμβάνῃ ταῖς γλώσσαις καί τήν ὁμιλίαν τῶν ζώων. Μίαν ἡμέραν περιδιαβάζωντας…Ἦσαν δεμένα εἰς ἕνα παχνί ἕνας γάϊδαρος καί ἕνα βόϊδι κτλ. κτλ.” “Ἄς διατρέξωμεν τάς γραμμάς αὐτάς”, λέγει ὁ κ. Βλάκη, “καί ἄς παρατηρήσωμεν κατά πόσον ἡ δημώδης αὕτη ἑλληνική τῆς 18ης ἑκατονταετηρίδος διαφέρει ἀπό τήν Ἀττικήν τοῦ Ξενοφῶντος· διότι ἀναμφιβόλως εἶναι ἑλληνική κατά πάντα, καί οὐχί νέα γλῶσσα, ἔχουσα τήν αὐτήν σχέσιν πρός τήν ἀρχαίαν ἑλληνικήν οἵαν ἡ Ἰταλική πρός τήν Λατινικήν”…Ὡς βλέπομεν, τήν προσοχήν τοῦ καθηγητοῦ ἐπισύρει κυρίως ἡ δημώδης γλῶσσα. Περί τῆς καθαρευούσης δέν ἔρχεται εἰς τάς αὐτάς λεπτομερείας. Διηγεῖται πόθεν ἐπήγασε, καί ἀποδίδει  κυρίως τήν ἀνάπτυξιν αὐτῆς εἰς τήν φιλοτιμίαν τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους, ὅπερ, ἀποκτῆσαν τήν ἐλευθερίαν, ἠθέλησε νά καθαρίσῃ καί νά ἀνυψώσῃ τήν γλῶσσαν του. Ὁ κ. Βλάκη φαίνεται φίλος τῆς καθαρευούσης, λέγει δέ ὅτι ὁ μόνος τρόπος ὑπάρξεως διά τε τήν δημώδη καί τήν καθαρεύουσα ἐν Ἑλλάδι, εἶναι τό σύστημα τῶν ἀγγλικῶν βουλῶν τῶν Λόρδων καί τῶν Κοινοτήτων, ἤτοι, συνεργασία δι᾽ἀμοιβαίων παραχωρήσεων. Τόσον ὀλίγον, κατ᾽αὐτόν ἡ καθαρεύουσα διαφέρει ἀπό τήν ἀρχαίαν, ὥστε “ὁ λόγιος ὅστις εἶναι οἰκεῖος μέ τά ἄριστα κλασσικά ἑλληνικά δύναται νά περάσῃ ἀπό τόν Πολύβιον καί Διόδωρον εἰς τόν Τρικούπην (ὁμιλεῖ περί τοῦ ἱστορικοῦ), Παπαρρηγόπουλον, καί ἄλλους τῆς αὐτῆς σχολῆς ἀφ᾽ ὅ,τι δύναται” ὁ ἀναγνώστης τοῦ Βύρωνος νά συνειθίσῃ τό ὕφος τοῦ ἀρχαίου Ἄγγλου ποιητοῦ Τσῶσερ. Καί ὀλίγον κατόπιν προσθέτει ὅτι “ὁ ἀδέκαστος φιλόλογος…δέν θά δυσκολευθῇ νά ἀναγνωρίσῃ ἐν τῇ μεταγενεστέρᾳ ἑλληνικῇ, ὄχι βάρβαρον παραφθοράν…τείνουσαν εἰς νέαν γλῶσσαν, ἀλλά ἁπλῶς μίαν διαλεκτικήν τροπολογίαν οἵα ἡ ἀρχαία Δωρική καί Αἰολική”. Αἱ ἀπώλειαι καί ἐλλείψεις τῆς νέας ἀντισταθμίζονται διά χαρίτων τινῶν ἰδιαζουσῶν εἰς αὐτήν».[8]

Ἐκ τοῦ ἀνωτέρω ἄρθρου τοῦ Κ. Καβάφη φαίνεται καθαρά ὅτι ὁ Ἀλεξανδρινός ποιητής ἐπρέσβευε χωρίς ἐπιφυλάξεις τήν ἑνότητα τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας ἀπό τῆς ἀρχαιότητος μέχρι τῶν ἡμερῶν του. Ὀφείλουμε ὅμως νά κάνουμε μία μικρή ἀλλ᾽ οὐσιώδη παρατήρηση στήν ἄποψη τοῦ Καβάφη ὅτι «ἀναμφιβόλως εἶναι ἑλληνική κατά πάντα, καί οὐχί νέα γλῶσσα, ἔχουσα τήν αὐτήν σχέσιν πρός τήν ἀρχαίαν ἑλληνικήν οἵαν ἡ Ἰταλική πρός τήν Λατινικήν». Τά νεώτερα Ἰταλικά πολύ μικρότερη συγγένεια ἔχουν πρός τά Λατινικά ἀπό τήν συγγένεια πού ἔχουν τά νέα Ἑλληνικά πρός τά ἀρχαῖα Ἑλληνικά. Τήν ἄποψη αὐτή ὑποστηρίζει καί ὁ Γιῶργος Σεφέρης, ὁ ὁποῖος ἀναφερόμενος στόν ἐπιφανή γάλλο ἑλληνιστή Γουστάβο Cohen γράφει: «“Τά λατινικά καί τά ἰταλικά”, ἔγραφε τελευταῖα ὁ ἐπιφανής γάλλος οὑμανιστής Γουστάβος Cohen, “εἶναι δυό γλῶσσες ξεχωριστές, ἐνῶ τά “νεοελληνικά” ἐξακολουθοῦν νά εἶναι ἑλληνικά.Τά ζωντανά ἑλληνικά διαφέρουν λιγότερο ἀπό τά ἑλληνικά τοῦ Πλάτωνος, ἀπ᾽ ὅσο διαφέρει ὁ Πλάτων ἀπό τόν Πίνδαρο, τήν Κόριννα, ἤ τή Σαπφώ”»[9].Ἄς ἔλθουμε τώρα στόν Γ. Σεφέρη.

Β. Γιῶργος Σεφέρης

Ὁ Σεφέρης ἔχει ἐπισημάνει  τό φαινόμενο τῆς συνέχειας τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας μέ τή διαίσθηση τοῦ δημιουργοῦ: «Ἡ ἑλληνική γλώσσα, ὁ ἄνθρωπος, ἡ θάλασσα {…} Γιά κοιτάξτε πόσο θαυμάσιο πράγμα εἶναι νά λογαριάζει κανείς πώς, ἀπό τήν ἐποχή πού μίλησε ὁ Ὅμηρος ὥς τά σήμερα, μιλοῦμε, ἀνασαίνουμε καί τραγουδοῦμε μέ τήν ἴδια γλώσσα. Κι αὐτό δέν σταμάτησε ποτέ, εἴτε σκεφτοῦμε τήν Κλυταιμνήστρα πού μιλᾶ στόν Ἀγαμέμνονα, εἴτε στήν Καινή Διαθήκη, εἴτε στούς ὕμνους τοῦ Ρωμανοῦ καί τόν Διγενή Ἀκρίτα, εἴτε τό Κρητικό θέατρο καί τόν Ἐρωτόκριτο, εἴτε τό δημοτικό τραγούδι!»[10]

Θεωρεῖ ὅτι ἡ ἑλληνική γλῶσσα παρουσιάζει ἀδιάσπαστη συνέχεια στό διάβα τῶν αἰώνων. Στήν ὁμιλία του στή Στοκχόλμη ἐπί τῇ   βραβεύσει του  μέ τό βραβεῖο Νόμπελ λέγει: «Ἀνήκω σέ μία χώρα μικρή. Ἕνα πέτρινο ἀκρωτήρι στή Μεσόγειο, πού δέν ἔχει ἄλλο ἀγαθό παρά τόν ἀγώνα τοῦ λαοῦ του, τή θάλασσα καί τό φῶς τοῦ ἥλιου. Εἶναι μικρός ὁ τόπος μας, ἀλλά ἡ παράδοσή του εἶναι τεράστια καί τό πράγμα πού τή χαρακτηρίζει εἶναι ὅτι μᾶς παραδόθηκε χωρίς διακοπή. Ἡ ἑλληνική γλώσσα δέν ἔπαψε ποτέ της νά μιλιέται.Δέχτηκε τίς ἀλλοιώσεις πού δέχεται καθετί ζωντανό, ἀλλά δέν παρουσιάζει κανένα χάσμα».[11]

Μάλιστα γιά νά καταδείξει πόσο κοντά εἶναι ἡ σημερινή νεοελληνική μέ τήν ἑλληνιστική κοινή ἀναφέρεται σέ μία ἐπιστολή ἑνός ναύτη τοῦ 2ου αἰῶνα πρός τόν πατέρα του. Ἄς δοῦμε τί γράφει ὁ Γ. Σεφέρης: «Εἶχα πολύ πικρές σκέψεις ὅταν κάποτε διάβασα τό γράμμα ἑνός ναύτη στόν πατέρα του.Τελειώνει ἔτσι:“Ἐρωτῶ σε οὖν, κύριέ μου πατήρ, γράψον μοι ἐπιστόλιον πρῶτον μέν περί τῆς σωτηρίας σου, δεύτερον περί τῆς τῶν ἀδελφῶν μου, τρίτον, ἵνα σου προσκυνήσω τήν χέραν ὅτι μέ ἐπαίδευσας καλῶς καί ἐκ τούτου ἐλπίζω ταχύ προκόψαι τῶν θεῶν θελόντων. Ἄσπασαι Καπίτωνα πολλά καί τούς ἀδελφούς μου καί Σερηνίλλαν καί τούς φίλους μου. Ἔπεμψά σοι εἰκόνιν μου διά Εὐκτήμονος. Ἔστι δέ μου ὄνομα   Ἀντώνιος Μάξιμος. Ἐρρῶσθαί σε εὔχομαι.”Εἶναι ἡ “κοινή” τοῦ 2ου αἰώνα, δηλαδή πρίν χίλια  ὀχτακόσια τόσα χρόνια. Καί σέ πιάνει λύπη μεγάλη ὅταν συλλογιστεῖς πώς ἡ ἑλληνική γλώσσα ἦταν ἀπό τήν ἐποχή ἐκείνη τόσο κοντά στή σημερινή˙ πώς θά μποροῦσε, ἀπό τότε, νά καλλιεργηθεῖ,νά πλουτιστεῖ καί νά ζήσει ὄχι τή φτωχή καί παραπεταμένη ζωή πού ξέρουμε, ἀλλά ὅπως μιά λαμπρή κιβωτός πού θά ἔσωζε ἕναν κόσμο συγκινήσεις καί αἰσθήσεις τῆς φυλῆς, βουλιαγμένες καί χαμένες γιά πάντα μέσα στό ἀπύθμενο βάθος τοῦ καιροῦ»[12].

Ὁ ποιητής γράφει πώς «ἡ ἑλληνική γλώσσα, γιά καλό ἤ γιά κακό, εἶναι ἀπό τίς πιό συντηρητικές γλῶσσες τοῦ κόσμου»[13] Ἐπίσης θεωρεῖ πώς ὁ Ἑλληνισμός στίς διάφορες φάσεις του, ἀρχαία, μεσαιωνική καί νεώτερη, εἶναι ἕνα σύνολο: «Ἀκόμα, σύμφωνα μέ τή γενική ἀντίληψη τῶν ξένων, καί πολλῶν δικῶν μας ἴσως, ἡ κλασική Ἑλλάδα, ἡ βυζαντινή Ἑλλάδα, ἡ σύγχρονη Ἑλλάδα, εἶναι χῶρες ἀσύνδετες καί σάν ἀνεξάρτητες˙ καί ὁ καθένας περιορίζεται στήν εἰδικότητά του. Πρέπει νά προχωρήσουμε πολύ, πρέπει νά φτάσουμε σχεδόν ὥς τίς παραμονές τοῦ τελευταίου πολέμου, γιά νά δοῦμε νά φανερώνεται, πολύ θαμπά ἡ συνείδηση ὅτι ἡ Ἑλλάδα εἶναι ἕνα σύνολο»[14]. Τήν ἴδια ἄποψη εἴδαμε ἀνωτέρω ὅτι ἐκφράζει καί ὁ φιλόσοφος Κ. Γεωργούλης, δηλαδή ὅτι ὁ Ἑλληνισμός εἶναι ἕνα σφιχτοδεμένο σύνολο καί ὅτι ἡ κατανόησή του ἀπαιτεῖ μιά ἑνιαία θεώρηση.

Ὁ Γ. Σεφέρης μετέφερε στή νεοελληνική τήν Ἀποκάλυψη τῆς Ἀγίας Γραφῆς. Στή  μεταγραφική προσπάθειά του διεπίστωσε ὅτι ἡ γλῶσσα τῆς Ἀποκαλύψεως εἶναι πολύ κοντά στή σημερινή γλῶσσα. Στό προλόγισμά του γράφει: «Καταπιάστηκα μέ δύσκολο κείμενο˙ ὡστόσο, τίς δυσκολίες τίς ἐξαγόραζε ἡ χαρά καθώς παρατηροῦσα πόσο κοντά μπορεῖ νά εἶναι, ὕστερα ἀπό δυό χιλιάδες χρόνια, μέ τά σημερινά ἑλληνικά μας αὐτός ὁ θεόσταλτος λόγος»[15].

Ἐπίσης, ἐνῶ θεωρεῖ σημαντική τή μεταφραστική δουλειά, θεωρεῖ ὡσαύτως ἀναντικατάστατο τό πρωτότυπο στό δόγμα καί τή λατρεία τῆς Ἐκκλησίας: «Ἀφήνεται κανείς σέ πικρές σκέψεις ἄν ἀναλογιστεῖ πώς ἄν ἔλειπε ἡ παρόρμηση γιά τή μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα, ὅπως λείπει καί τώρα, καί δέν εἶχε πραγματοποιηθεῖ ἐκεῖνο τό ἔργο, θά εἶχε χάσει ἡ γλώσσα μας ἕνα κείμενο βασικά ἀποφασιστικό γιά τήν τροπή πού πῆρε ἐξαρχῆς ὁ Χριστιανισμός, ἡ μοίρα τοῦ ἑλληνισμοῦ καί ἡ ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας ὁλόκληρη. Ἔχω ἀκούσει τήν ἄποψη ὅτι ἡ μετάφραση τῶν Γραφῶν μπορεῖ νά προκαλέσει δυσχέρειες δογματικές.Ἀλλά ποτέ δέν ὑποστήριξα, οὔτε τό διανοήθηκα ποτέ, ὅτι εἶναι δυνατό ἡ μετάφραση ν᾽ ἀντικαταστήσει τό πρωτότυπο, εἴτε ὅταν πρόκειται γιά τό δόγμα, εἴτε ὅταν πρόκειται γιά τή λατρεία. Αὐτά τά θέματα ἀνήκουν ἀποκλειστικά στήν Ἐκκλησία καί  δέν πέφτει κανένας λόγος σ᾽ ἐμᾶς τούς λαϊκούς. Ὅμως ἡ φροντίδα γιά τή γλώσσα μας εἶναι πράγμα πού ἐνδιαφέρει τόν καθέναν ἀπό μᾶς, σ᾽ ὅποια γωνιά τῆς γῆς κι ἄν βρίσκεται. Ἄλλωστε δημοσιεύω, πλάι στή μεταγραφή μου, καί τό πρωτότυπο, τονίζοντας, ὄσο μπορῶ, πώς αὐτό εἶναι τό μόνο ἔγκυρο γιά τό δόγμα καί τή λατρεία»[16].Ἀκόμη θεωρεῖ ἰδιαίτερη εὐλογία τήν ἐξοικείωση μέ τά παλαιότερα ἑλληνικά:«Τώρα, τή στιγμή πού τυπώνεται τούτη ἡ μεταγραφή, νομίζω πώς ἔχω χρέος νά προσθέσω ὅτι πῆρα τήν ἀπόφαση γιατί πιστεύω πώς ἡ ἐργασία μου προσφέρει κάτι στήν κοινωνία ὅπου μ᾽ ἔταξε ὁ Θεός. Ὑπάρχουν ἴσως ἄνθρωποι πού δέν τή χρειάζουνται. Κυρίως ἐκεῖνοι πού εἶχαν τήν εὐλογία νά καταγίνουν καί νά μάθουν τέλεια τά παλαιότερα ἑλληνικά μας, ὥστε νά μήν τούς διαφεύγει καμιά ἀπόχρωση ἀπό τά νοήματά τους»[17].

Τέλος ὁ ποιητής ἀναφέρεται στόν κίνδυνο φθορᾶς, ἀκόμη καί εὐτελισμοῦ τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας: «Ὁ Θεός μᾶς χάρισε μιά γλώσσα ζωντανή, εὔρωστη, πεισματάρα καί χαριτωμένη, πού ἀντέχει ἀκόμη, μολονότι ἔχουμε ἐξαπολύσει ὅλα τά θεριά γιά νά τή φᾶνε˙ ἔφαγαν ὅσο μπόρεσαν, ἀλλά ἀπομένει μαγιά. Ἔτσι θά ᾽λεγα, παραφράζοντας τόν Μακρυγιάννη.  Δέν ξέρω πόσο θά βαστάξει ἀκόμη αὐτό. Ἐκεῖνο πού ξέρω εἶναι ὅτι ἡ μαγιά λιγοστεύει καί δέ μένει πιά καιρός γιά νά μένουμε ἀμέριμνοι.Δέν εἶναι καινούργια τά σημεῖα πού δείχνουν πώς ἄν συνεχίσουμε τόν ἴδιο δρόμο, ἄν ἀφεθοῦμε μοιρολατρικά στή δύναμη τῶν πραγμάτων, θά βρεθοῦμε στό τέλος μπροστά σέ μιά γλώσσα ἐξευτελισμένη, πολύσπερμη καί ἀσπόνδυλη. Αὐτά θά εἶχα νά πῶ στούς σημερινούς ὠτακουστές, ἄν πραγματικά ἔχουν ἀφιερωθεῖ στήν τέχνη τοῦ λόγου»[18].

Γ. Ὀδυσσέας Ἐλύτης

    Ὁ Ὀδυσσέας Ἐλύτης ἔχει τήν ἄποψη ὅτι ἡ ἑλληνική γλῶσσα εἶναι μία καί ἑνιαία ἀπό τήν ἀρχαιότητα ὡς τήν σημερινή μορφή της Μάλιστα ἡ ἀναπόφευκτη, λόγῳ τῆς μεγάλης χρονικῆς ἐκτάσεως της, πολυμορφία της δέν εἶναι μειονέκτημα, ὅπως νομίζουμε, ἀλλά πλεονέκτημά της: «Ἡ γλώσσα μας εἶναι μία καί ἑνιαία ἀπό τήν ἀρχαιότητα ἴσαμε σήμερα. Κι ἀκριβῶς ἐπειδή εἶναι ἡ μόνη μέσα στίς ὑπόλοιπες εὐρωπαϊκές πού ἔχει τόσο μεγάλη ἐνδοχώρα, εἶναι ἡ μόνη πού μπορεῖ νά παρουσιάζει πολλές κλίμακες, πολλά “κλαβιέ”, ὅπως θά λέγαμε. Εἶναι  μία ἰδιοτυπία πού ἐμεῖς τή βαφτίσαμε “πολυγλωσσία” καί τήν κάναμε πρόβλημα. Κάκιστη ὑπηρεσία προσφέρουμε ὅταν παρουσιάζουμε αὐτή τήν εἰκόνα στούς ξένους, πού δέν εἶναι σέ θέση νά μᾶς ἀντιληφθοῦν σ’  αὐτό, ὅπως καί σέ πολλά ἄλλα».[19]

Ὁ  Ὀδυσσέας Ἐλύτης ἔλεγε στό λόγο πού ἐκφώνησε στήν Στοκχόλμη τό 1979, τήν ἡμέρα πού τοῦ ἀπενεμήθη τό βραβεῖο Νόμπελ: «Μοῦ δόθηκε, ἀγαπητοί φίλοι, νά γράψω σέ μιά γλώσσα πού μιλιέται μόνον ἀπό μερικά ἑκατομμύρια ἀνθρώπων. Παρ᾿ὅλα αὐτά, μιά γλώσσα πού μιλιέται ἐπί τέσσερις χιλιάδες χρόνια χωρίς διακοπή καί μέ ἐλάχιστες διαφορές…Ἡ χώρα μου εἶναι μικρή σέ ἔκταση χώρου καί ἀπέραντη σέ ἔκταση χρόνου».[20]

Εἶναι χαρακτηριστικό τῆς ποίησης τοῦ Ἐλύτη ὅτι ἐμπεριέχει στοιχεία ἀπό τήν ἀρχαία, τή μεσαιωνική, τήν καθαρεύουσα, τήν δημοτική καί τή σύγχρονη γλῶσσα: «Νομίζω ὅτι ἡ ποίηση πρέπει νά ᾽ναι μυστηριώδης, συνάμα, ὅμως, διαφανής, μέ καθαρότητα καί μέ ἕνα οἱονεί γεωμετρικό ὑπόβαθρο. Εἶναι πολύ δύσκολο τό νά ἐπιτύχεις σέ ἕνα ποίημα νά εἶναι διάφανο καί ὀργανωμένο καί ταυτοχρόνως πλῆρες μυστηρίου, ὅπως τό μυστήριον τοῦ φωτός. Ἐγώ δέν τό πέτυχα ὅλες τίς φορές κι ἔχω ποιήματα πού μένουν δέκα χρόνια στό συρτάρι, γιατί μοῦ λείπει μιά λέξη. Κι ὅπως εἶναι γνωστό, ἐγώ παίζω σέ πολλά κλαβιέ τῆς γλώσσας: στήν ἀρχαία, στή μεσαιωνική, στή σύγχρονη, στήν ἰδιωματική, στήν καθαρεύουσα, στή δημοτική. Γι’αὐτό καί πίστευα πώς τά περισσότερα ἔργα μου δέν εἶναι δυνατόν νά μεταφραστοῦν».[21]

Ὁ Ἐλύτης θεωρεῖ πώς ἡ ἑλληνική γλῶσσα εἶναι ἡ μόνη Εὐρωπαϊκή γλῶσσα πού παράγει ὑψηλή ποίηση ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Ὁμήρου μέχρι τή σύγχρονη ἐποχή, γεγονός πού δημιουργεῖ πρόσθετες ὑποχρεώσεις στόν ἑλληνόφωνο ποιητή: «…στήν Ἑλλάδα, πρέπει νά πῶ ὅτι ἐμεῖς ὅλοι, πού γράφουμε ἑλληνικά, ἔχουμε καί πρόσθετες ὑποχρεώσεις πού μᾶς τίς ἐπιβάλλουν ἡ γλώσσα μας καί ἡ παράδοσή μας. Εἴμαστε ἡ μόνη χώρα σέ ὁλόκληρο τόν δυτικό κόσμο πού δέν ἔπαψε ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Ὁμήρου ἴσαμε σήμερα, παρ’ὅλες τίς περιπέτειες τῆς φυλῆς, νά παράγει ποίηση, καί μάλιστα ὑψηλή ποίηση, σέ ὅλους τούς αἰῶνες. Κάτι τό μοναδικό πού γεννάει δέος σέ ὅποιον πιάνει τήν πένα καί ἔχει συνείδηση τῆς ἱστορικῆς του ἀποστολῆς».[22] Ἀκόμη: «Ἡ ποίηση στόν τόπο μας ἔχει πολύ βαθιές ρίζες. Παράγουμε ποίηση ἐδῶ καί τρεῖς χιλιάδες χρόνια ἀδιάσπαστα καί στήν ἴδια γλώσσα, μοναδικό παράδειγμα μέσα σ’ὁλόκληρο τόν δυτικό πολιτισμό».[23] Ἄς παραβάλουμε καί τήν ἀντίστοιχη γνώμη τοῦ Παναγιώτη Κονδύλη: «…τό μόνο προϊόν πού – ἀκριβῶς χάρη στή μοναδική δυναμική μιᾶς πολυστρώματης καί παμπάλαιας γλώσσας – ἔχει παραχθεῖ ὥς τώρα σέ ὑψηλή ποιότητα: ποίηση»[24].

Κατά τόν Ἐλύτη ὁ Ἕλληνας, ὁ σ’ὅλα ἄτυχος, σέ τοῦτο εἶναι τυχερός: διαθέτει μία γλῶσσα αἰώνων μέ ἀδιάσπαστη συνοχή: «Κάθε ποιητής πραγματώνεται μέσα ἀπό τή γλώσσα του˙ κι ἀκόμη πιό βαθιά: μέσα ἀπό τό δεύτερο καί τό τρίτο στρῶμα τῆς γλώσσας του. Στό κεφάλαιο αὐτό, εἶναι ἡ ἀλήθεια, ὁ Ἕλληνας – ὁ σέ ὅλα του ἄτυχος – βγαίνει τυχερός.Καμιά γλώσσα  δέν διαθέτει μιά τέτοιαν ἀπέραντη προοπτική πρός τά πίσω καί – τό κυριότερο – μέ ἀδιάσπαστη συνέχεια. Δέν τό λέω μέ ὑπερηφάνεια, τό λέω μέ δέος, ἀφοῦ οἱ εὐθύνες τοῦ ποιητῆ, σέ μιά τέτοια περίπτωση, πολλαπλασιάζονται».[25] Καί ὅπως λέει:  «Ὤ ναί, δέν εἶναι μικρό πράγμα νά ᾽χεις τούς αἰῶνες μέ τό μέρος σου».[26]

Εἶναι χαρακτηριστικά τῆς μοναδικότητας καί τοῦ ἀναντικατάστατου τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας στήν ποίηση τοῦ Ἐλύτη τά παρακάτω λόγια του: «Αὐτό πού ὁ κόσμος θεωροῦσε σάν μειονέκτημα ἦταν γιά μένα πλεονέκτημα, νά χρησιμοποιῶ ὡς ὄργανό μου τήν ἑλληνική γλώσσα. Ἡ ἀντίληψη ὅτι ἡ ἑλληνική γλώσσα ἔχει μικρό βεληνεκές, ἐπειδή σήμερα μιλιέται μόνον ἀπό ἐννέα ἑκατομμύρια Ἕλληνες εἶναι γιά γέλια. Ἡ ἑλληνική γλώσσα κρατάει ἀπό τόν Ὅμηρο ἴσαμε σήμερα. Νομίζουνε ὅτι ἄλλο πράγμα εἶναι ἡ ἀρχαία γλώσσα κι ἄλλο ἡ σημερινή.Καθόλου. Ὅταν λέω οὐρανός καί θάλασσα καί ἔρωτας, εἶναι τά ἴδια πού ἔλεγε καί ὁ Ὅμηρος καί ἡ Σαπφώ. Ἔλεγα μιά φορά τοῦ Σεφέρη: Ἄν δέν ἤμουν Ἕλληνας, πιθανῶς δέν θά ᾽μουνα ποιητής”. Θυμᾶμαι τήν ἀπάντησή του: “Μπράβο. Καί μόνο αὐτό πού μοῦ ᾽πες, μέ παρηγορεῖς”. Ἔτσι εἶναι».[27] Καί αὐτή ἡ μοναδικότητα καί τό ἀναντικατάστατο τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας στήν ποιητική συνείδηση καί παραγωγή τοῦ Ἐλύτη, ὀφείλεται, ὅπως λέει ὁ ἴδιος, στή τρισχιλιετή ἑνότητα καί συνέχειά της. Γεγονός πού τοῦ δίνει τή δυνατότητα, ὅπως λέει ὁ ἴδιος καί σημειώσαμε παραπάνω, νά χρησιμοποιεῖ  γλωσσική στοιχεῖα ἀπό τήν ἀρχαία, τήν μεσαιωνική, τήν λόγια καί τή σύγχρονη φάση τῆς ἑνιαίας ἑλληνικῆς γλώσσας.Βέβαια αὐτή ἡ ἰδιοτυπία τῆς γραφῆς τοῦ Ἐλύτη καθιστᾶ τήν ποίησή του μή μεταφράσιμη, ὅπως λέει ὁ ἴδιος: «Ἐγώ, ἀπό μιά ἄποψη, ἀπορῶ πῶς μοῦ ἔδωσαν οἱ Σουηδοί  τό Νόμπελ, γιατί τά βιβλία μου μεταφράζονται πολύ δύσκολα, ἐνῶ εἶναι ἄλλοι ποιητές, πού ἐπειδή τό ὕφος τους εἶναι πιό κοντά στήν πρόζα, μεταφράζονται πιό εὔκολα. Ἐγώ χάνω τρομερά, δηλαδή ἕνα 10-20% σώζεται καί στίς καλές μεταφράσεις πού ἐγώ ὅταν τίς βλέπω, ἄν ξέρω τή γλώσσα, μέ πιάνει ἀπελπισία»[28]. Ἐπίσης γράφει γιά τή μετάφραση τῆς ποιήσεώς του: «Ὅσο πιό πολύ εἰσχωρήσεις στά μυστικά τῆς γλώσσας σου καί κάνεις μετουσίωση στό κείμενο πού γράφεις, τόσο πιό δύσκολο εἶναι νά μεταφραστεῖ. Ἐγώ, μέχρι τινός, ἤμουν ἀπαισιόδοξος. Ἔλεγα ὅτι ἡ ποίηση δέν μεταφράζεται, ὅτι ἀποστολή μου εἶναι νά γράψω καί ἀπό κεῖ καί πέρα “γαία πυρί μιχθήτω”. Σιγά–σιγά, ὅμως, ἔχω καταλήξει στό συμπέρασμα ὅτι γίνεται, ἀλλά εἶναι λίγο λαχεῖο. Δηλαδή, πρέπει νά βρεθεῖ μεταφραστής πού νά εἶναι ποιητής καί νά ξέρει τή γλώσσα σου. Καί τώρα βλέπω ὅτι, ὅπου ἀστοχεῖ ἡ μετάφραση (διότι κι αὐτά τά ποιήματά μου, πού βγῆκαν τελικά στά γαλλικά, δέν ἦταν αὐτό πού ἔπρεπε), εἶναι διότι δέν κατάλαβε ὁ μεταφραστής τό βαθύτερο πνεῦμα. Διότι, ἄν τό καταλάβαινε, θά μποροῦσε νά κάνει κάτι καλύτερο, νά πλησιάσει τό ποίημα σέ ἕνα 70%, ἐνῶ οἱ   συνήθεις μεταφράσεις δέν φτάνουν τό 50%.Ἐγώ τόλμησα καί μόνος μου, πολλές φορές. Μετέφρασα ἐκφράσεις καί στίχους ἀπό τόν ἑαυτό μου καί βρίσκω ὅτι γίνονται πολύ ὡραῖοι».[29] Καί προσθέτει τελικά: «Ἄν εἶναι εὐσυνείδητες (οἱ μεταφράσεις), παρ’ὅλα αὐτά ὠφελοῦν. Δίνουν μιά ἰδέα γιά τό τί θέλησε νά κάνει ὁ ποιητής»[30].  Βέβαια διατηρεῖ τίς ἐπιφυλάξεις του γιά τό τελικό ἀποτέλεσμα τῆς μεταφράσεως τῆς ποίησης: «Τελικά, νομίζω ὅτι σέ μετάφραση, μόνον ἕνα 20% τοῦ ἔργου φτάνει στόν ξένο ἀναγνώστη».[31]

Γιά τή στενή συνάφεια γλώσσας καί ποίησης ὁ Ἐλύτης λέει: «Ἡ Ποίηση, βέβαια, μπορεῖ νά εἶναι οἰκουμενική στήν ἀποστολή της. Ὅμως, ἡ γέννησή της καί ἡ λειτουργία της γίνεται μέσα ἀπό τήν γλώσσα. Καί ἡ γλώσσα δέν εἶναι μία μηχανή πού τήν βάζεις μπροστά γιά νά ἐκφράσεις, ἁπλά καί μόνο, τά διανοήματά σου. Εἶναι ἕνα ὄργανο εὐαίσθητο, πού ἄν τό χειρισθεῖς ἐπιδέξια, μπορεῖ νά δονηθεῖ ἀπό τίς μυστικές δυνάμεις αἰώνων. Ἀκόμη πιό πέρα, εἶναι φορέας ἤθους πού, ἄν δέν τοῦ ὑπακούσεις, θά τιμωρηθεῖς. Τόσο πολύ πιστεύω ὅτι, ὡς ἕνα σημεῖο, ἡ φύση τῆς γλώσσας προσδιορίζει ἀκόμη καί τά διανοήματά μας»[32]. Μέ τήν ποιητική καί γλωσσική εὐαισθησία πού τόν διακρίνει, ὁ Ἐλύτης φτάνει στό ἴδιο συμπέρασμα μέ τή σύγχρονη Γλωσσολογία ἀπό ἄλλο δρόμο: ἡ γλῶσσα δέν ἔχει μόνο χρηστική, ἀλλά καί πολιτισμική ἀξία. Δέν εἶναι, δηλαδή, μόνο ἕνας κώδικας ἐπικοινωνίας, ἀλλά καί φορέας πολιτισμοῦ τῆς κοινότητας πού τήν χρησιμοποιεῖ.[33]

Εἶναι χαρακτηριστικό τῶν γλωσσικῶν ἀπόψεων τοῦ Ὀδυσσέα Ἐλύτη  ὅτι ἀντετάχθη στήν κατάργηση τῶν ἀρχαίων στό ἑλληνικό Γυμνάσιο πού θεσμοποιήθηκε ἐπί κυβερνήσεως Κ. Καραμανλή-Γ.Ράλλη τό 1976: «Ἐγώ δέν ξέρω νά ὑπάρχει, παρά μόνο μία γλῶσσα, ἡ ἑνιαία γλῶσσα, ἡ ἑλληνική, ὅπως ἐξελίχθηκε ἀπό τήν ἀρχαία, πού ἔπρεπε νά εἶναι τό μεγάλο καμάρι μας καί τό μεγάλο στήριγμα…Οἱ ρίζες μας βρίσκονται ἐκεῖ στά ἀρχαῖα.Γι’αὐτό καί λυπᾶμαι πού καταργήθηκαν ἀπό τό γυμνάσιο καί ἄς μέ ποῦνε καθυστερημένο… Ἔχω τήν ἐντύπωση ὅτι μόνο ὅποιος γνωρίζει τά ἀρχαῖα μπορεῖ νά γράψη σωστά καί τήν νεοελληνική δημοτική. Αὐτά πού βλέπουμε καί ἀκοῦμε σήμερα γύρω μας, μέ συγχωρεῖτε, εἶναι κορακίστικα».[34]

Πρέπει νά ἀναφέρουμε τήν ἀγωνία τοῦ ποιητῆ γιά τό μέλλον τῆς Ἑλλάδος, τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ καί τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας: «Τί θά γίνει ἡ Ἑλλάδα! Σάν φορέας ἑνός εἰδικοῦ πολιτισμοῦ καί μιᾶς ἔνδοξης γλώσσας. Ἔκλεισα τά ἑξήντα μου χρόνια κι ἀπό τότε πού θυμᾶμαι τόν ἑαυτό μου, μόνο καταστροφές ἔχουνε δεῖ τά μάτια μου. Καί θαυμαστές ἀντιδράσεις, πού ὅλας τους πῆγαν χαμένες ἀπό τά ἴδια μας τά χέρια. Δέν ξέρω…Θά ᾽θελα νά κοιμηθῶ μιά μέρα καί νά ξυπνήσω σ’ἕναν αἰώνα ὅπου καί τά πουλιά ἀκόμη νά κελαηδοῦν ἑλληνικά καί νικητήρια»[35].

Τέλος θά σημειώσουμε δύο χαρακτηριστικές ἀπόψεις τοῦ Ὀ. Ἐλύτη γιά τήν ποίηση:Πρῶτον:«Ὅσο πιό προηγμένος εἶναι ὁ τεχνολογικός πολιτισμός σέ μιά χώρα, τόσο τό ποιητικό πνεῦμα ὑποχωρεῖ»[36] καί δεύτερον: «Δέν λυπᾶμαι τούς ποιητές πού ἔμειναν χωρίς κοινό, λυπᾶμαι τό κοινό πού ἔμεινε χωρίς ποιητές»[37].

Ἀπό ὅσα ἀναφέραμε γιά τούς τρεῖς κορυφαίους ποιητές μας ἐξάγεται ἀβίαστα τό συμπέρασμα ὅτι δέχονταν ἀνεπιφύλακτα τήν ἑνότητα τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, τήν ἀδιάσπαστη συνέχειά της καί τήν ὑψηλή πολιτισμική ἀξία της. Θά κλείσουμε μέ τή συναφῆ γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα ἀπόφανση τοῦ Μ. Τριανταφυλλίδη. Ὁ Μανόλης Τριανταφυλλίδης, ὅπως γράφει ὁ καθηγητής Χρῖστος Τσολάκης, ἀπορρίπτει τήν ἄποψη ὅτι ἡ νεοελληνική γλῶσσα εἶναι θυγατέρα ἤ ἐγγονή τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς· ἡ νεοελληνική γλῶσσα εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἀρχαία γλῶσσα μεταπλασμένη στή σημερινή μορφή της[38]. «Ἡ γλώσσα πού μιλεῖ σήμερα ὁ ἑλληνικός λαός δέν ἦταν πάντοτε ἡ ἴδια…Εἶναι αὐτή, στή γραμματική της ὑφή, ἡ ἀρχαία γλώσσα, πού μιλημένη ἀδιάκοπα ἀπό χείλη Ἑλλήνων γιά τρεῖς καί τέσσερις χιλιάδες χρόνια ἄλλαξε ἀπό χείλη σέ χείλη καί ἀπό πατέρα σέ παιδί, γιά νά καταλήξη στή σημερινή της μορφή».[39]

Δημοσιεύθηκε στό Νέος Ἑρμῆς ὁ Λόγιος, τεῦχος 21, Β´ ἑξάμηνο 2020/antifono.gr

spot_img

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,701ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
19,600ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
- Advertisement -spot_img

Τελευταία Άρθρα