Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι: Αδερφοί Καραμαζόφ.-  Ο Μέγας Ιεροεξεταστής

Print Friendly, PDF & Email
- Advertisement -

 

Μετάφραση: Άρης Αλεξάνδρου

Το ποίημά μου ονομάζεται «Ο Μέγας Ιεροεξεταστής». Είναι κάτι τελείως ανόητο, όμως θα ήθελα να σου το διηγηθώ. Και εδώ πάλι δεν είναι καλό ν’ αρχίσω χωρίς πρόλογο, χωρίς φιλολογικό πρόλογο, εννοώ.

«Να πάρει ο διάβο­λος», διέκοψε ο Ιβάν γελώντας. «Τι ποιητής είμαι κι εγώ! Κοίτα, η υπόθεσή μου ξετυλίγεται το 16o αιώνα, και τότε -αυτό πρέπει να σου είναι γνωστό κι από το σχο­λείο- ήταν συνηθισμένο στην ποίηση να φέρνουν ουράνιες δυνάμεις στη γη.

Στη Γαλλία οι γραμματικοί των δικαστηρίων και οι καλόγηροι στα μοναστήρια έδιναν ολό­κληρες παραστάσεις, με πρωταγωνιστές στη σκηνή την Παναγία, τους αγγέλους, τους αγίους, το Χριστό και τον ίδιο το Θεό. Αυτό ίο έκαναν απλοϊκά Βέβαια, αλλά με κατάνυξη. Στην «Παναγία των Παρισίων» του Βίκτωρα Ουγκό, περιγράφεται στο Παρίσι επί Λουδοβίκου του XI, στη σάλα του δημαρχείου, για τον εορτασμό της γέννησης του διαδόχου της Γαλλίας, μια διδακτική δωρεάν παράστα­ση για το λαό με τον τίτλο «Η αδέκαστη κρίση της Υπεραγίας και Κεχαριτωμένης Παρθένου Μαρίας», όπου παρουσιάζεται η ίδια αυτοπροσώπως και δίνει άριστα δείγ­ματα της ευθυκρισίας της.

Το ίδιο και στη Μόσχα, κατά τους χρόνους του Μεγάλου Πέτρου, δίνονταν παρόμοιες σχεδόν δραματικές παραστάσεις με ιδιαίτερη προτίμηση σε θέματα από την Παλαιά Διαθήκη. Εκτός από τις παρα­στάσεις όμως, κυκλοφορούσαν παντού πολλά διηγήματα και ποιήματα, όπου ανάλογα με τις ανάγκες δρούσαν άγιοι, άγγελοι και σύσσωμος ο επουράνιος κόσμος. Αλλά και στα μοναστήρια μας υπάρχουν μεταφράσεις, αντιγρα­φές και συνθέσεις τέτοιων ποιημάτων, και σήμερα ακόμα, από τα χρόνια των Τατάρων.

Για παράδειγμα, σε μας υπάρχει ένα μικρό καλογηρικό ποίημα, μεταφρασμένο από τα ελληνικά με τίτλο «Το πέρασμα της Θεοτόκου από την κόλαση», που συναγωνίζεται σε τόλμη τις εικόνες του Δάντη. Η Μητέρα του Θεού επισκέπτεται την κόλαση και οδηγείται από τον Αρχάγγελο Μιχαήλ στα Βασανιστήρια. Βλέπει τους αμαρτωλούς και την τιμωρία τους. Εκεί μεταξύ άλλων βλέπει μια περίεργη κατηγορία αμαρτωλών σε μια φλεγόμενη λίμνη. Μερικοί απ’ αυτούς Βουλιάζουν τόσο πολύ Βαθιά στη λίμνη που είναι αδύνατο να ξαναβγούν στην επιφάνεια και τους «ξέχασε κι ο ίδιος ο Θεός», φράση με ασυνήθιστο Βάθος και δύναμη. Η Θεοτόκος γονατίζει τότε συγκινημένη και με κλάματα μπροστά στο θρόνο του Θεού και τον παρακαλεί να δώσει χάρη σε όλους, όσους είδε, σε όλους χωρίς εξαίρεση. Η συνομιλία της με το Θεό έχει τεράστιο ενδιαφέρον ικετεύει, επιμένει και όταν ο Θεός της δείχνει τα καρφωμένα χέρια και πόδια του παιδιού του στο σταυρό, και τη ρωτάει “πώς μπορώ να συγχωρήσω τους δημίους του;», εκείνη διατάζει όλους τους αγίους και όλους τους μάρτυρες, όλους τους αγγέ­λους και όλους τους αρχαγγέλους να γονατίσουν δίπλα της, μπροστά το θρόνο του Θεού και να παρακαλέσουν για την άφεση των αμαρτιών όλων χωρίς διάκριση. Τέλος αποσπά με τις ικεσίες της από το Θεό την παύση των Βασά­νων της κόλασης, κάθε χρόνο από τη Μεγάλη Παρασκευή ως την Κυριακή του Πάσχα και οι αμαρτωλοί ευχαριστούν τον Κύριο και του φωνάζουν από την κόλαση «είσαι δίκαιος Κύριε, που έτσι δίκασες».

Και το μικρό μου ποίημα, θα ήταν βέβαια αυτού του είδους, αν θα είχε δει το φως εκείνον τον καιρό. Εγώ εμφανίζω στη σκηνή Αυτόν. Βέβαια, δεν λέει ούτε λέξη’ μονάχα παρουσιάζεται και αποχωρεί. Έχουν περά­σει 15 αιώνες από τότε που υποσχέθηκε πως θα έρθει με όλη του τη λαμπρότητα «εν τη Βασιλεία Του», δεκαπέντε αιώνες από τότε που ο προφήτης του είπε: «Αλήθεια, θα έρθω γρήγορα, την ώρα όμως και τη στιγμή δεν την ξέρει κανείς, ούτε οι άγγελοι στον ουρανό, ούτε ο Υιός, αλλά μόνο ο Πατέρας», όπως και ο ίδιος είπε όταν περπατούσε ακόμα πάνω στη γη. Η Ανθρωπότητα όμως τον περιμένει με την πρώτη της πίστη και με την πρώτη της ευλάβεια. Ω, με ακόμη μεγαλύ­τερη πίστη, γιατί έχουν τώρα περάσει δεκαπέντε αιώνες από τον καιρό που ο άνθρωπος έλαβε την τελευταία υπο­θήκη από τον Ουρανό: «Πίστευε μόνο στη φωνή της καρδιά σου. Υποθήκες δεν δίνει ο ουρανός».

Απόμεινε, λοιπόν, μονάχα η πίστη στη φωνή της καρ­διάς. Και την εποχή εκείνη συνέβαιναν πράγματι, πολλά θαύματα. Πολλοί άγιοι έκαναν θαυμαστές γιατρειές. Όπως διαβάζουμε και στις βιογραφίες πολλών δικαίων, κατέβαι­νε η ίδια η Παναγία. Μα κι ο διάβολος δεν κοιμόταν και σε λίγο άρχισε η ανθρωπότητα να αμφιβάλει για τη γνη­σιότητα αυτών των θαυμάτων. Εκείνον ακριβώς τον καιρό παρουσιάστηκε στο Βορρά, στη Γερμανία, μια τρομερή αίρεση. Ένα μεγάλο άστρο, «όμοιο με λαμπάδα» (το άστρο σημαίνει την εκκλησία), έπεσε στις πηγές και τα νερά έγιναν πικρά. Οι νέες αιρέσεις αρνούνταν κάθε θαύμα με βλάσφημο τρόπο. Η πίστη όμως, όσων παρέμειναν πιστοί, έγινε ακόμα πιο φλογερή. Τα δάκρυα της ανθρωπότητας ανεβαίνουν προς Αυτόν, όπως πριν, οι άνθρωποι τον περιμένουν, τον αγαπούν, ελπίζουν σ’ Αυτόν, όπως πριν. Τόσους αιώνες τον ικέτευσε η ανθρωπότητα, με φλογερή πίστη «Κύριε και Θεέ επίφανε ημίν», του φώναζε τόσους αιώνες, ώστε αποφάσισε με την άπει­ρη ευσπλαχνία του, να κατεβεί στους προσευχόμενους. Και πριν είχε επισκεφθεί πολλούς δίκαιους, μάρτυρες, ερημίτες, της γης αυτής, όπως διαβάζουμε στις βιογραφίες τους. Ο ποιητής μας Τιούτσεφ, που πίστευε ειλικρινά στην αλήθεια των λόγων του, διακηρύσσει στους στίχους του:

Με το βάρος του Σταυρού φορτωμένος.

Και με δούλου μορφή περπατώντας.

Σε διέτρεξε, πατρίδα, παντού.

Ο Κύριος ημών, ευλογώντας.

Ότι πράγματι έτσι γινόταν, αυτό θέλω κι εγώ να σου διηγηθώ. Αποφάσισε τότε, αν και μόνο για μια στιγμή, να εμφανισθεί στο λαό —στο λαό που βασανιζόταν, που υπέ­φερε, στο λαό τον αμαρτωλό, που τον αγαπούσε με αγάπη παιδιάστικη. Η υπόθεσή μου ξετυλίγεται στην Ισπανία, στη Σεβίλλη, την τρομερή εποχή της Ιεράς Εξέτασης, όταν «προς δόξα του Θεού», έκαιγαν κάθε μέρα φωτιές σ’ όλη τη χώρα, όταν «έκαιγαν σε μεγαλόπρεπες φωτιές επάνω, τα κακά γεννήματα των αιρετικών».

Αυτή δεν είναι φυσικά η επάνοδος, που υποσχέθηκε, για την οποία είναι γραμμένο πως θα έρθει στο τέλος των χρόνων, με όλη του την ουράνια λαμπρότητα, αιφνιδιαστι­κά «σαν μια αστραπή από την ανατολή στη δύση». Όχι. Θέλει να επισκεφθεί τα παιδιά Του μόνο για μια στιγμή, και μάλιστα ακριβώς εκεί όπου λάμπουν οι φωτιές των αιρετικών.

Με την άπειρη ευσπλαχνία Του περιφέρεται ακόμη μία φορά μεταξύ των ανθρώπων, με την ίδια ανθρώπινη μορφή που Βάδιζε ανάμεσά τους για τριάντα τρία ολόκληρα χρόνια πάνω στη γη, πριν από δεκαπέντε αιώνες. Κατεβαίνει στις φλογισμένες πλατείες της αμαρ­τωλής πόλης, όπου ακριβώς μια μέρα πριν, πάνω σε μια λαμπρή φωτιά, έκαψε μονομιάς ο Καρδινάλιος Μέγας Ιεροεξεταστής, μπροστά στο Βασιλιά, την αυλή των ιππο­τών, των καρδιναλίων, τις κυρίες των τιμών και όλους τους κατοίκους της Σεβίλλης σχεδόν μια εκατοντάδα αιρε­τικών «προς μεγαλύτερη δόξα του Θεού» (ad majorem gloriam Dei).

Παρουσιάστηκε αθόρυβα, χωρίς επίδειξη και περιέρ­γως όλοι τον αναγνωρίζουν. Αυτό θα μπορούσε να γίνει το καλύτερο κομμάτι του ποιήματος μου, να ερμηνεύσω δηλαδή πως αυτοί Τον αναγνωρίζουν. Ο λαός ξεχύνεται με ασυγκράτητη ορμή προς Αυτόν, σπρώχνεται γύρω του, συρρέει κοντά Του και τον ακολουθεί. Αυτός περνά σιω­πηλός, με ένα ήρεμο χαμόγελο απέραντης ευσπλαχνίας για τους συγκεντρωμένους. Ο ήλιος της αγάπης καίει στην καρδιά του, ακτίνες φωτός και δύναμης ξεχύνονται από τα μάτια του, η Σοφία Του ακτινοβολεί πάνω στους ανθρώ­πους και τους κάνει να πάλλονται κι εκείνοι από αγάπη. Απλώνει τα χέρια Του πάνω τους, τους ευλογεί και αρκεί να Τον αγγίξουν μονάχα, να ακουμπήσουν μονάχα το φόρεμά Του για να θεραπευθούν. Τότε φωνάζει ένας γέρος απ’ το πλήθος, τυφλός εκ γενετής. «Κύριε, θερά­πευσε με για να Σε δω». Και από τα μάτια του πέφτει κάτι σαν λέπια και ο τυφλός Τον Βλέπει. Ο λαός κλαίει και φιλά το χώμα που Αυτός πατά. Παιδιά σκορπίζουν λου­λούδια στα πόδια του, ψάλλουν και ύμνους «Ωσαννά». Και όλοι φωνάζουν «είναι Αυτός, Αυτός ο ίδιος, πρέπει να είναι Αυτός και κανείς άλλος δε μπορεί να είναι παρά Αυτός».

Σταματά στα προπύλαια μπροστά του καθεδρικού ναού της Σεβίλλης, ακριβώς τη στιγμή που φέρνουν με κλάματα και μοιρολόγια στο ναό, ένα λευκό ανοιχτό παιδικό φέρετρο. Στο φέρετρο αναπαύεται ένα κορίτσι επτά χρονών, το μονάκριβο παιδί ενός άρχοντα, ανάμεσα στα νεκρικά λουλούδια. «Αυτός θα αναστήσει το παιδί σου», φωνάζει κάποιος από το πλήθος στη μητέρα που κλαίει. Ο ιερέας του ναού, που Βγαίνει για να προϋπαντήσει το φέρετρο κοιτά σαστισμένος και συνοφρυωμένος. Τότε ακούγονται οι σπαρακτικοί θρήνοι της μάνας του πεθαμέ­νου παιδιού. Πέφτει στα πόδια Του: «Αν είσαι Αυτός ανάστησε το παιδί μου». Η πομπή σταματά, κατεβάζουν το μικρό φέρετρο στα προπύλαια κοντά στα πόδια του. Εκείνος κοιτάζει με συμπόνια και τα χείλη του ψιθυρίζουν μια φορά ακόμα «σήκω παιδί μου». Το κοριτσάκι ανασηκώνεται, κάθεται και κοιτά γύρω του χαμογελώντας, με ορθάνοιχτα τα έκπληκτα μάτια του. Στα χέρια του κρατά μια ανθοδέσμη από λευκά τριαντάφυλλα, που είχαν βάλει στο φέρετρο για στόλισμα. Ο λαός συγκινείται, φωνάζει, κλαίει με αναφιλητά.

Και την ίδια αυτή στιγμή περνά από την πλατεία, μπροστά απ’ τη Μητρόπολη, ο ίδιος ο καρδινάλιος, ο Μέγας Ιεροεξεταστής. Είναι ένας γέρος σχεδόν ενενήντα χρονών, ψηλός και στητός, με σκελετωμένο πρόσωπο, με βαθουλωμένα μάτια, που μέσα τους φεγγοβολούν ακόμα κάποιες σπίθες. Σήμερα δεν φορά τη λαμπρή στολή του, με την οποία άστραφτε και εντυπωσίαζε χτες το λαό, όταν έκαιγε τους εχθρούς της ρωμαϊκής πίστης. Σήμερα φορά το παλιό, χοντρό, καλογε­ρικό ράσο του. Στην καθορισμένη απόσταση πίσω του τον ακολουθούν σκυθρωποί οι βοηθοί και οι δούλοι, «η αγία φρουρά». Σταματά μπροστά στο πλήθος και παρακολου­θεί από μακριά. Τα είδε όλα, είδε, πώς έβαλαν μπρος στα πόδια Του το φέρετρο, είδε, πώς ξανάζησε το κοριτσάκι και το πρόσωπό του σκοτείνιασε. Σμίγει τα πυκνά ασπρι­σμένα φρύδια του και στα μάτια του καίει μια δυσοίωνη φωτιά. Σηκώνει το δάχτυλο και δίνει διαταγή στους φρου­ρούς να Τον συλλάβουν. Και, να, δες, τόσο μεγάλη ήταν η δύναμη του και τόσο καλά εκπαιδευμένος, ταπει­νωμένος και φοβισμένα υπάκουος είναι ο λαός σ’ αυτόν, ώστε το πλήθος παραμερίζει για να περάσουν οι φρουροί του. Αυτοί -μέσα στη νεκρική σιωπή που απλώθηκε- Τον συλλαμβάνουν και τον οδηγούν μακριά. Αμέσως, όλο το πλήθος, σαν ένα κεφάλι υποκλίνεται μπρος τον ιεροεξετα­στή ως τη γη· και αυτός ευλογεί σιωπηλά το πλήθος και προσπερνά. Οι φρουροί φέρνουν τον συλληφθέντα σε μια στενή, σκοτεινή, θολωτή φυλακή, στο παλιό κτίριο του Άγιου Δικαστηρίου και τον κλείνουν εκεί. Η μέρα περνά και αρχίζει η σκοτεινή, άπνοη, «αγωνιώδης νύχτα της Σεβίλλης». Ο αέρας μυρίζει «δάφνη και λεμονιά».

Στο πυκνό σκοτάδι ανοίγει ξαφνικά η σιδερένια πόρτα της φυλακής, και ο γέροντας Μέγας Ιεροεξεταστής, σιγά με ένα φανάρι μπαίνει μέσα στο κελί. Είναι μόνος, αμέσως κλεί­νει πίσω του η πόρτα. Σταματά στην είσοδο και τον κοιτά προσεκτικά στο πρόσωπο για ένα με δυο λεπτά. Μετά Τον πλησιάζει αργά, βάζει το φανάρι στο τραπέζι και λέει:

«Εσύ είσαι; Είσαι εσύ Αυτός;». Όμως δεν παίρνει καμιάν απάντηση και προσθέτει γρήγορα

– «Μην απαντάς, σώπαινε. Και τι θα μπορούσες να πεις; Ξέρω πολύ καλά τι θα μπορούσες να πεις. Και δεν έχεις το δικαίωμα να προ­σθέσεις τίποτα σε εκείνα που κάποτε είχες πει. Γιατί ήρθες να μας ενοχλήσεις; Γιατί ήρθες να μας ενοχλήσεις και αυτό το ξέρεις και ο ίδιος. Ξέρεις μήπως και τι θα γίνει αύριο; Δεν ξέρω καθόλου ποιος είσαι και ούτε θέλω να ξέρω. Αν είσαι πραγματικά Αυτός ή μόνο το ομοίωμά Του, αύριο θα σε δικάσω και θα δώσω εντολή να σε κάψουν σαν το χειρότερο αιρετικό, και ο ίδιος ο λαός που σήμερα φιλούσε τα πόδια σου, θα τρέξει με ένα νεύμα μου γύρω από τη φωτιά σου, για να συνδαυλίσει τα κάρβουνα. Το ξέρεις μήπως κι αυτό; Ναι, ίσως και να το ξέρεις», πρόσθεσε σκεπτικός, χωρίς να σηκώσει ούτε στιγμή το διαπερα­στικό του βλέμμα από τον αιχμάλωτό του.

– Δεν καταλαβαίνω καλά, Ιβάν, τι είναι αυτό; Είναι αυτό προϊόν της αχαλίνωτης φαντασίας του γέροντα, καμιά παραίσθησή του ή κανένα παραλήρημά του;, τον διέκοψε χαμογελώντας ο Αλιόσα, που άκουγε προσεκτικά τη διή­γηση χωρίς να μιλά.

– Ας πούμε ότι είναι το τελευταίο, είπε ο Ιβάν γελαστά, αφού ο μοντέρνος ρεαλισμός σ’ έχει κακομάθει τόσο πολύ, ώστε να μη μπορείς να δεχτείς πια κάτι εντελώς φανταστικό. Εάν επιμένεις, έστω, ας είναι παραλήρημα. Και βέβαια ο γέρος είναι ενενήντα χρόνων και μπορεί να έχει χάσει και τα λογικά του. Τον τάραξε όμως και το πρόσωπο του φυλακισμένου. Μπορεί επιτέλους να το πάρει κανείς και για μια παραζά­λη, ένα όραμα του ενενηντάχρονου προ του θανάτου του, που είναι ακόμα ερεθισμένος από τους εκατό αιρετικούς που κάηκαν χτες σε μια φωτιά. Για μας όμως τους δυο δεν είναι τελείως αδιάφορο τι είναι εδώ παραλήρημα ή αχαλί­νωτη φαντασία; Εδώ μας ενδιαφέρει μόνον αυτό, ότι ο γέροντας πρέπει να μιλήσει, πρέπει επιτέλους να μας πει εκείνο που κράταγε ενενήντα ολόκληρα χρόνια μέσα του.

– Και ο φυλακισμένος σωπαίνει; Τον κοιτά και δεν λέει λέξη;

– Ούτε λέξη. Κι έτσι είναι απαραίτητο να γίνει, ξαναγέλασε ο Ιβάν. Ο ίδιος ο γέροντας του είπε, πως δεν έχει το δικαίωμα να προσθέσει ούτε μία λέξη σε ό,τι είχε ειπωθεί. Εδώ άλλωστε θα δούμε επικεντρωμένη και τη φιλοσοφία του ρωμαϊκού καθολικισμού· έτσι τουλάχιστον εγώ τον αντιλαμβάνομαι. Με άλλα λόγια: Τα μεταβίβασες όλα στον Πάπα, άρα ο Πάπας ξέρει τα πάντα· καλά θα κάνεις να μην ξανάρθεις πια, τουλάχιστον να μη μας ενοχλείς σε ακατάλληλο χρόνο. Με αυτό τo πνεύμα μιλούν και κυρίως γράφουν οι Ιησουίτες τουλάχιστον: Αυτό το διάβασα ο ίδιος στα βιβλία των θεολόγων τους:

«Έχεις το δικαίωμα τάχα, να μας γνωστοποιήσεις (αποκαλύψεις) έστω κι ένα από τα μυστικά του κόσμου, από τον οποίο έρχεσαι;» τον ρωτά ο γέρος μας, και απαντά ο ίδιος μόνος του.

– «Όχι, δεν το έχεις και δεν θα προσθέσεις τίποτα σε ό,τι είπες κάποτε μια φορά και δεν σου επιτρέπεται να πάρεις από τους ανθρώπους την ελευθερία, για την οποία τόσο αγωνίστη­κες όταν ήσουν ακόμα στη γη. Κάθε τι νέο που μπορείς να διακηρύξεις, θα σήμαινε μια προσβολή κατά της ελευ­θερίας της πίστης των ανθρώπων, γιατί θα φαινόταν ως θαύμα. Η ελευθερία της πίστης σου ήταν τότε ακόμη, εδώ και χίλια πεντακόσια χρόνια το πολυτιμότερο απ’ όλα. Μήπως δεν τους έλεγες ο ίδιος τόσο συχνά; «Θέλω να σας κάνω ελεύθερους»; Λοιπόν τους βλέπεις αυτούς τους «ελεύθε­ρους ανθρώπους»», προσθέτει ο γέροντας με βαθυστόχα­στο χαμόγελο: «Ναι, το πληρώσαμε ακριβά, αλλά επιτέλους το φέραμε σε πέρας εν ονόματί Σου. Δεκαπέντε αιώνες βασανιστήκαμε με αυτήν την ελευθερία, και τώρα το έργο μας τελείωσε και τελείωσε καλά. Δεν το πιστεύεις ότι τελει­ώσαμε για πάντα; Με κοιτάς τόσο ήρεμα και δε με αξιώνεις ούτε με την οργή σου. Μάθε όμως: Τώρα, ακριβώς τώρα, οι άνθρω­ποι είναι περισσότερο από κάθε άλλη φορά πεπεισμένοι ότι είναι ελεύθεροι, τελείως ελεύθεροι, κι όμως μας φέρα­νε οι ίδιοι την ελευθερία τους και την κατέθεσαν δουλοπρεπώς στα πόδια μας. Αυτό ίσα-ίσα είναι το έργο μας. Αυτή όμως είναι η ελευθερία που θέλησες Εσύ;».

– Πάλι δεν καταλαβαίνω. Ειρω­νεύεται; Τον περιγελά; τον διέκοψε ο Αλιόσα.

– Αντίθετα. Το αναγνωρίζεις ως επιτυχία στον εαυτό του και στους ομοίους του, ως εκδούλευση, ότι κατόρθω­σαν επιτέλους να κατανικήσουν την ελευθερία και να κάνουν τους ανθρώπους με αυτόν τον τρόπο ευτυχισμέ­νους. Γιατί μόνον τώρα είναι δυνατόν (εννοεί φυσικά την Ιερή Εξέταση) να σκεφθεί κανείς για πρώτη φορά την ευτυχία των ανθρώπων. Ο άνθρωπος γεννήθηκε επανα­στάτης. Μπορούν όμως οι επαναστάτες να ’ναι ευτυχείς; Του λέει: «Σε προειδοποιούσα. Έδινες άφθονες παραι­νέσεις και συμβουλές, δεν ήθελες όμως και να ακούσεις. Απέρριψες το μοναδικό δρόμο που θα μπορούσε να ’χε κάνει τους ανθρώπους ευτυχείς. Τον απέκρουσες. Αλλά, ευτυχώς, μας μεταβίβασες το έργο σου, όταν έφυγες από μας, το υποσχέθηκες, μας έδωσες το δικαίωμα «του δεσμείν και λύειν» και δεν επιτρέπεται ούτε να το σκέφτε­σαι να μας το πάρεις πίσω. Γιατί ήρθες λοιπόν να μας ενο­χλήσεις;»

– Τι σημαίνει «έδινες άφθονες παραινέσεις και συμ­βουλές;», ρώτησε ο Αλιόσα.

– Αυτό είναι το σπουδαιότερο απ’ όλα, όσα έχει να πει ο γέρος, που συνεχίζει λέγοντας:

– «Το τρομερό και πονηρό πνεύμα, το πνεύμα του αυτομηδενισμού και της ανυπαρξίας μίλησε μαζί Σου στην έρημο και μας παραδόθηκε στις γραφές πως σε έβαλε σε πειρασμό. Έγινε έτσι; Και θα μπορούσε τάχα να ειπωθεί κάτι πιο αληθινό, από το περιεχόμενο των τριών ερωτημάτων, που Σου έθεσε το πνεύμα, που Συ απέκρουσες και που στις γρα­φές ονομάζονται «πειρασμοί»; Αν έγινε ποτέ στη γη ένα πραγματικό, σαν κεραυνός συγκλονιστικό θαύμα, αυτό ήταν μόνον εκείνη την ημέρα, την ημέρα των τριών πειρα­σμών. Το θαύμα ήταν ακριβώς αυτό, ότι τα τρία ερωτήμα­τα τέθηκαν.

Αν θα θέλαμε, δοκιμαστικά και παραδειγματικά να φανταστούμε, ότι τα τρία εκείνα ερωτήματα χάθηκαν, εξα­φανίστηκαν από τα βιβλία και ότι πρέπει να τα συντάξουμε και να τα διατυπώσουμε από την αρχή για να τα προσθέ­σουμε και πάλι στο κείμενο, και αν γι’ αυτό το σκοπό μαζεύαμε όλους τους σοφούς της γης, τους ηγεμόνες, τους αρχιερείς, τους διανοούμενους, τους φιλοσόφους, τους ποιητές και δίναμε σ’ αυτούς το θέμα: «Επινοήστε και συντάξτε τρία ερωτήματα, που να ανταποκρίνονται, όχι μόνο στο άφθαρτο ύψος εκείνης της στιγμής, αλλά και να εκφράζουν σε τρεις λέξεις, τρεις φράσεις, ολόκληρη τη μελλοντική ιστορία της γης και της ανθρωπότητας», πιστεύ­εις Εσύ, ότι ολόκληρη η σοφία της γης μαζεμένη θα μπο­ρούσε να συλλάβει κάτι ισάξιο σε δύναμη και βάθος με τα τρία ερωτήματα, που Σου τέθηκαν τότε από το κραταιό και πονηρό πνεύμα της ερήμου; Από αυτά μόνο τα ερωτήματα και από το θαύμα ότι τέθηκαν μια φορά, μπορεί κανείς να νιώσει πως εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με πρόσκαιρες διανοητικές εκλάμψεις, αλλά με έναν αιώνιο και απόλυτο νου.

Γιατί, σ’ αυτά τα τρία ζητήματα συνοψίζεται κατά κάποιον τρόπο η μελλοντική ανθρώπινη ιστορία και προφητεύεται και δίνονται τρεις εικόνες όπου συναντώνται όλες οι άλυτες αντιφάσεις που υπήρξαν ποτέ στον κόσμο. Τότε δεν ήταν αυτό τόσο φανερό, γιατί το μέλλον ήταν άγνωστο. Τώρα όμως μετά δεκαπέντε αιώνες, βλέπουμε πως όλα έχουν τόσο σωστά προφητευτεί με εκείνα τα τρία ερωτήματα και τόσο πολύ επαληθεύτηκαν, ώστε δε μπορούμε εμείς σήμερα να τους προσθέσουμε ή να τους αφαιρέσουμε κάτι.

Κρίνε τώρα και μόνος σου, ποιος είχε τότε δίκιο. Εσύ ή εκείνος που Σε ρωτούσε τότε; Θυμήσου το πρώτο ερώτη­μα, αν και δεν στο λέω κατά λέξη, το νόημα ήταν περίπου: Θέλεις να πας στον κόσμο και πηγαίνεις με αδειανά τα χέρια, με κάποιαν αόριστη υπόσχεση ελευθερίας, που οι άνθρωποι -με την απλοϊκότητα και τη μικρόνοιά τους, στοι­χεία της φύσης τους- δεν μπορούν να καταλάβουν και που τη φοβούνται – γιατί για τους ανθρώπους και την κοινωνία τους δεν δόθηκε ποτέ τίποτα πιο αφόρητο από την ελευθερία. Βλέπεις όμως τις πέτρες σ’ αυτή τη γυμνή και φλογισμένη έρημο; Κάνε τες ψωμιά και η ανθρωπότητα θα σε ακολουθήσει σαν κοπάδι, γεμάτη ευγνωμοσύνη και υποταγή, αν και πάντα θα ζει με την αγωνία, ότι θα μπο­ρούσες κάποτε να αποτραβήξεις το χέρι Σου από πάνω της και να σταματήσεις να της δίνεις τα ψωμιά Σου.

Δεν ήθε­λες όμως να πάρεις από τους ανθρώπους την ελευθερία και απέρριψες την πρόταση: γιατί, τι είδους ελευθερία είναι αυτή, σκέφθηκες, όταν η υποταγή εξαγοράζεται με ψωμιά. Του απάντησες (του πειρασμού), «ουκ επ’ άρτω μόνο ζήσεται άνθρωπος». Ξέρεις όμως ότι στο όνομα αυτού του επίγειου ψωμιού, το πνεύμα της γης θα εξεγερθεί εναντίον Σου, θα Σε πολεμήσει και θα Σε νικήσει, και ότι όλοι θα το ακολουθήσουν με την κραυγή: «Ποιος μοιάζει με αυτό το τέρας που μας έδωσε τη φωτιά απ’ τον ουρανό;». Ξέρεις ακόμα ότι η ανθρωπότητα με το στόμα των σοφών και των διανοουμένων της θα διακηρύξει ύστερα από αιώνες ότι δεν υπήρξαν ούτε εγκλήματα, άρα ούτε αμαρτίες, υπήρξαν μόνον πεινασμένοι άνθρωποι – «Χόρτασέ τους και τότε μόνο να απαιτείς απ’ αυτούς τόσην αρετή». Αυτό θα είναι γραμμένο στη σημαία που θα σηκωθεί εναντίου Σου και με την οποία θα θελήσουν να γκρεμίσουν το ναό Σου.

Στη θέση του ναού Σου θα σηκώσουν ένα νέο οικοδόμημα, ένα νέο τερατώδη πύργο της Βαβέλ. Και επειδή κι αυτός θα μείνει ατελείωτος, όπως κι ο πρώτος, θα μπορούσες να τους λυπηθείς λίγο και να ελαττώσεις τα βάσανά τους κατά χίλια χρόνια, γιατί αφού βασανιστούν με τον πύργο τους θα έρθουν πάλι σε μας. Και θα μας ξαναβρούν κάτω από τη γη στις κατακόμβες, γιατί θα διωκόμαστε πάλι και θα ταλαιπωρούμαστε, και θα πρέπει να κρυβόμαστε, θα μας βρουν και θα μας φωνάζουν: «Χορτάστε μας, γιατί εκείνοι που μας υποσχέθηκαν τη φωτιά απ’ τον ουρανό δεν μας την έδωσαν».

Και τότε θα τους τελειώσουμε εμείς τον πύργο τους, γιατί μόνον εκείνος μπορεί να τους τον τελειώσει, εκείνος που «θα τους χορτάσει».  Και μόνο εμείς θα τους χορτάσουμε εν ονόματί Σου, γιατί θα τους πούμε ψέματα, ότι αυτό γίνεται εν ονοματί Σου. Όχι ποτέ, δεν θα χορτά­σουν δίχως εμάς. Καμιά επιστήμη δεν θα τους δώσει ψωμί όσο μένουν ελεύθεροι, και στο τέλος θα καταθέσουν στα πόδια μας την ελευθερία τους και θα μας πουν: «Κάντε μας δούλους, αλλά χορτάστε μας». Στο τέλος θα καταλάβουν μόνοι τους ότι η ελευθερία και το επίγειο ψωμί, δεν είναι δυνατόν ούτε κατά διάνοια να επαρκέσουν για όλους, γιατί δε θα μπορέσουν ποτέ να τα μοιρά­σουν. θα καταλάβουν ακόμα, ότι δεν μπορούν να είναι ποτέ ελεύθεροι, γιατί είναι αδύνατοι γεμάτοι ελαττώματα, τιποτέ­νιοι, ταραχοποιοί. 

Τους υποσχέθηκες ουράνιο ψωμί, αλλά Σε ξαναρωτώ: Μπορεί αυτό το ψωμί, στα μάτια αυτού του αδύνατου, αιώνια ελαττωματικού και αιώνια αχάριστου γένους να συγκριθεί με το επίγειο;

Και αν στο όνομα του ουράνιου ψωμιού θα Σε ακολουθήσουν χιλιάδες και ακόμα περισσότεροι, τί θα γίνει με τα εκατομμύρια και δισεκατομμύρια της ύπαρξης, που δεν έχουν τη δύναμη να καταφρονήσουν το επίγειο ψωμί χάριν του επουράνιου. Ή σου είναι μόνον αγαπητοί οι δεκάδες των ισχυρών και μεγάλων;

Και πρέπει τα υπόλοιπα εκατομμύρια, που είναι αναρίθμητα σαν την άμμο της θάλασσας και αδύναμα, αλλά που Σε αγαπούν, να χρησιμεύσουν μόνον ως υλικό στους μεγάλους και ισχυρούς. Όχι, σε μας είναι και οι αδύναμοι αγαπητοί· είναι ελαττωματικοί και ταραχοποιοί, μα στο τέλος θα γίνουν ακριβώς αυτοί οι πλέον υπάκουοι.

Θα μας θαυμάζουν και θα μας θεωρούν θεούς, γιατί μόλις γίναμε αρχηγοί τους δεχτήκαμε να σηκώσουμε το ζυγό της ελευθερίας που μπροστά του αυτοί τρομάζουν και να γίνουμε δυνάστες· τους, τόσο τρομερή θα τους γίνει στο τέλος η ελευθερία. Εμείς όμως θα τους λέμε ότι υπακούμε σε Σένα και ότι εξουσιάζουμε στο όνομά Σου. Θα τους εξαπατήσουμε πάλι, γιατί δε θα σε ξαναφήσουμε να ’ρθεις πια σε μας. Σ’ αυτήν την απάτη θα είναι και το μαρτύριό μας, γιατί θα πρέπει να λέμε ψέματα.

Αυτό το νόημά είχε το πρώτο ερώτημα στην έρημο και αυτό το απέρριψες στο όνομα της ελευθερίας που την έβαζες πάνω απ’ όλα. Σ’ αυτό το ερώτημα περιέχεται το μεγάλο μυστήριο αυτού του κόσμου. Αν είχες δεχθεί τα ψωμιά, θα είχες απαντήσει στο κοινό και αιώνια βασανιστικό ερώτημα της ανθρωπότητας, τόσο του ατόμου, όσο και του συνόλου, το ερώτημα: Τι πρέπει να λατρεύουμε; Ο άνθρωπος, όταν ελευθερωθεί, δεν έχει καμιά διαρκέστερη και πιο βασανι­στική φροντίδα, παρά μόνον πώς θα βρει όσο γίνεται πιο γρήγορα κάποιον που θα μπορεί να τον λατρεύει. Και θέλει να είναι ικέτης σε εκείνο μόνο που είναι αναμφισβή­τητο, τόσο αναμφισβήτητο που όλοι από κοινού να το λατρεύουν. Γιατί, η φροντίδα αυτών των αξιοθρήνητων πλασμάτων δεν είναι να βρουν κάτι, που εγώ ή ένας άλλος μπορεί να λατρεύει, αλλά να βρει κάτι που όλοι πιστεύουν και όλοι λατρεύουν.

Αυτή η ανάγκη της συμφωνίας στη λατρεία είναι το μεγαλύτερο βασανιστήριο και του ανθρώπου χωριστά, αλλά και της ανθρωπότητας στο σύνολό της από την αρχή του κόσμου. Γι’ αυτήν την κοινή λατρεία, αλληλοεξοντωνονταν με το σπαθί. Δημιούργησαν για τους εαυτούς τους θεούς και φώναζαν ο ένας στον άλλο: «Πετάξτε τους δικούς σας θεούς, ελάτε να προσκυνήσετε τους δικούς μας, διαφορετικά θα πεθάνετε και σεις και οι θεοί σας». Κι αυτό θα γίνεται ως το τέλος του κόσμου, ακόμα κι όταν εξαφανιστούν από τον κόσμο οι θεοί: και τότε ακόμα θα γονατίζουν μπροστά σε είδωλα.

Το γνώριζες αυτό το μυστικό της ανθρώπινης φύσης και δεν είναι δυνατό να μη σου είχε αποκαλυφθεί. Αρνήθηκες όμως τη μοναδική αλάνθαστη σημαία που Σου είχε προταθεί για να εξανα­γκάσεις όλους να Σε προσκυνήσουν ασυζητητί, τη σημαία του επίγειου άρτου. Και την καταφρόνησες στο όνομα της ελευθερίας και του επουράνιου άρτου. Κοίτα λοιπόν τι έκανες. Και όλα πάλι στο όνομα της ελευθερίας.

Σου λέω, λοιπόν, ότι ο άνθρωπος δε γνωρίζει καμιά πιο βασανιστι­κή φροντίδα, απ’ το να βρει κάποιον, που να μπορεί να του παραδώσει όσο γίνεται γρηγορότερα το δώρο της ελευθερίας με το οποίο αυτό το δυστυχισμένο πλάσμα έρχεται στον κόσμο. Μα κύριος της ελευθερίας των ανθρώπων γίνεται μονάχα εκείνος που μπορεί να καθη­συχάσει τη συνείδησή τους. Με το ψωμί Σου δινόταν μια ακαταμάχητη σημαία: Θα έδινες ψωμί και ο άνθρωπος θα Σε προσκυνούσε, γιατί δεν υπάρχει τίποτα πιο αδιαφιλονί­κητο από το ψωμί. Μα, αν εκείνη την ίδια στιγμή, κατα­κτούσε κανείς τη συνείδησή του, εκτός από Σένα, τότε θα ’φτάνε στο σημείο και να πετάξει το ψωμί Σου για ν’ ακολουθήσει εκείνον που γοήτευσε τη συνείδησή του. Σ αυτό είχες δίκιο. Γιατί το μυστικό της ανθρώπινης ύπαρξης είναι τούτο: Δε θέλει μονάχα να ζει, μα και να ξέρει γιατί ζει. Αν ο άνθρωπος δεν έχει μια σταθερή φαντασίωση του σκο­πού για τον οποίο ζει, θα αρνηθεί να ζήσει, θα προτιμήσει να αυτοεκμηδενιστεί, έστω κι αν όλα γύρω του είναι ψωμιά. Αυτό είναι σωστό, ως εκτίμησή Σου.

Μα τι βγήκε απ’ αυτό; Μα τι έκανες κι Εσύ; Αντί να γίνεις κύριος της ελευθερίας των ανθρώπων, μεγάλωσες πιο πολύ την ελευθερία τους. Ή σου διέφυγε πως ο άνθρωπος προτι­μάει την ησυχία ακόμα και το θάνατο, παρά την ελεύθερη εκλογή εν γνώσει του καλού και του κακού; Δεν υπάρχει τίποτα πιο ελκυστικό για τον άνθρωπο από την ελευθερία της συνείδησής του, αλλά και τίποτα πιο βασανιστικό.

Και Εσύ αντί να βάλεις σταθερές βάσεις για τον εφησυχασμό της ανθρώπινης συνείδησης μια για πάντα, τους πρόσφερες ό,τι πιο ασυνήθιστο, ενδεχόμενο και αόριστο, όλα εκείνα που ήταν ανώτερα από τις δυνάμεις των ανθρώπων, φέρ­θηκες λοιπόν σα να μην τους αγαπούσες καθόλου. Εσύ, που ήρθες για να θυσιάσεις τη ζωή Σου για χάρη τους. Αντί να γίνεις κύριος της ελευθερίας του ανθρώπου, τους την πολλαπλασίασες, και βάρυνες την ψυχή του στον αιώνα τον άπαντα με τα βάσανα τούτης της ελευθερίας. Ζητούσες την ελεύθερη αγάπη του ανθρώπου για να τον παρασύρεις και να τον δελεάσεις να Σε ακολουθήσει θεληματικά.

Αντί να υπακούσει στον παλιό αυστηρό νόμο, ο άνθρωπος έπρεπε με ελεύθερη καρδιά να αποφασίζει ο ίδιος, τί είναι καλό και τί είναι κακό και για την εκλογή του είχε μόνον Εσένα για υπόδειγμα. Δεν σκέφτηκες ότι στο τέλος θα πετάξει και τη δική Σου εικόνα και θα αρνηθεί την αλήθειά Σου, όταν τον συντρίψει το τρομερό βάρος της ελευθερίας της εκλογής; Θα φωνάξουν στο τέλος πως η αλήθεια δεν βρίσκεται σε Σένα, γιατί θα ’ταν αδύνατο να τους αφήσει κανείς σε μεγαλύτερη σύγχυση και αγωνία απ’ όσο τους άφησες Εσύ, με τόσες έγνοιες και τόσα άλυτα αινίγματα. Έτσι έβαλες ο ίδιος τη βάση της καταστροφής της βασιλείας Σου και δεν Σου επιτρέπεται να κατηγορείς γι’ αυτό κανέναν άλλο. Και όμως, τι Σου είχε προσφερθεί.

Υπάρχουν τρεις δυνάμεις, μόνο τρεις δυνάμεις στη γη, με τις οποίες μπορεί κανείς να κατανικήσει και να αιχμαλωτίσει για πάντα τη συνείδηση αυτών των αδυνάτων ταραχοποιών, για τη δική τους την ευτυχία. Αυτές οι δυνάμεις είναι: το θαύμα, το μυστήριο και η εξου­σία. Απέρριψες και τις τρεις, με το λόγο Σου και το παράδειγμά Σου. Όταν το τρομερό και πάνσοφο πνεύμα Σε έβαλε στην κορυφή του ναού και Σου είπε: «Θέλεις να μάθεις αν είσαι γιος του Θεού; Άφησε τον εαυτό Σου να πέσει κάτω, γιατί είναι γραμμένο: θα διατάξει από ψηλά τους αγγέλους Του, κι αυτοί θα Σε πάρουν στα χέρια, ώστε το πόδι Σου να μη σκοντάψει σε πέτρα. Τότε θα μάθεις να είσαι Υιός Θεού και θα αποδεί­ξεις πόσο μεγάλη είναι η πίστη Σου προς τον Πατέρα Σου». Άκουσες αυτήν την προσφορά και την απέρριψες. Δεν υπέκυψες στον πειρασμό και δεν πήδησες κάτω. Ναι, φέρθηκες υπερήφανα και μεγαλόπρεπα ως Θεός.

Είναι όμως και οι άνθρωποι, αυτά τα ατίθασα, επαναστατι­κά πλάσματα Θεοί; Βέβαια, γνώριζες τότε, ότι αν θα έκα­νες έστω και ένα βήμα μόνο, θα έβαζες σε δοκιμασία τον Κύριο και θα έχανες ακόμη ολόκληρη την πίστη Σου προς Αυτόν, ώστε στη γη που είχες έρθει για να την απολυτρώ­σεις, θα γινόσουν κομμάτια και το πονηρό πνεύμα που Σε υπέβαλε σε πειρασμό θα πετούσε από χαρά. Αλλά εγώ επαναλαμβάνω: Είναι κι άλλοι τέτοιοι σαν και Σένα; Και μπόρεσες να πιστέψεις έστω και για λίγο ότι οι άνθρωποι θα μπορούσαν να αντέξουν σε ένα τέτοιον πειρασμό; Είναι η ανθρώπινη φύση έτσι πλασμένη, ώστε να μπορεί να απορρίπτει το θαύμα και στις πλέον τρομερές στιγμές της ζωής. τις στιγμές των πιο τρομακτικών, των πιο σπου­δαίων, των πιο βασανιστικών ψυχικών ερωτημάτων και ικανοποιείται με την ελεύθερη απόφαση της καρδιάς, Ήξερες ότι τα έργα Σου θα επιζήσουν στα βιβλία και ότι θα φθάσουν τα βάθη των αιώνων και τα έσχατα όρια της γης. Και ήλπιζες ότι ο άνθρωπος, ακολουθώντας το παρά­δειγμά Σου, θα διατηρήσει την πίστη του προς το Θεό και δίχως θαύματα. Δεν ήξερες όμως ότι ο άνθρωπος μόλις απορρίψει το θαύμα, απορρίπτει και το Θεό, γιατί ο άνθρωπος ζητά λιγότερο τον Θεό από το θαύμα;

Και επειδή ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει δίχως θαύμα, θα δημιουργήσει για τον εαυτό του ένα πλήθος θαύματα, τα δικά του θαύματα, και θα λατρεύει κάθε μαγεία και κάθε μαγγανεία και ας είναι και χίλιες φορές επαναστάτης, αιρετικός, αρνητής του Θεού.

Δεν κατέβηκες από το Σταυρό, όταν Σου φώναζαν χλευαστικά: «Κατέβα από το σταυρό και θα πιστέψουμε ότι είσαι ΕΣΥ». Δεν κατέβηκες, γιατί και πάλι δεν ήθελες να υποδουλώσεις τον άνθρωπο με ένα θαύμα και διψούσες για ελεύθερη πίστη και όχι πίστη στο θαύμα. Διψούσες για αγάπη και ελευθερία και όχι για τη δουλοπρεπή γοητεία ενός σκλάβου μπροστά σε μια δύναμη που τον υποδου­λώνει για πάντα. Αλλά και στο ζήτημα αυτό υπερεκτίμησες τους ανθρώπους, γιατί, μα την αλήθεια, δεν είναι τίποτα άλλο παρά σκλάβοι, αν και γεννημένοι για επανα­στάτες. Κοίτα γύρω Σου και κρίνε. Πέρασαν ήδη δεκαπέ­ντε αιώνες. Δες τους ανθρώπους Σου. Ποιον εξύψωσες ως τον εαυτό Σου;

Ορκίζομαι πως ο άνθρωπος πλάστηκε πιο αδύναμος και πιο ταπεινός απ’ ό,τι τον νόμισες. Μπορεί λοιπόν να επιτελέσει ό,τι εσύ κατάφερες; Εκτιμώντας τις δυνάμεις του τόσο πολύ, του φέρθηκες σα να μην τον συμπονάς πια και γι’ αυτό του ζήτησες πάρα πολλά. Εσύ που τον αγαπούσες περισσότερο κι απ’ τον εαυτό Σου. Αν τον εκτιμούσες λιγότερο θα ζητούσες λιγότερα απ’ αυτόν και τότε θα έδειχνες ότι τον αγαπάς πιο πολύ και το φορτίο που θα του ζητούσες να σηκώσει θα ήταν μικρότερο. Είναι αδύναμος και ποταπός ο άνθρωπος.

Τι σημαίνει, βέβαια, ότι επαναστατεί παντού ενάντια στην εξουσία μας και καυχιέται κιόλας ότι είναι επαναστάτης; Αυτό είναι η περηφάνια ενός παιδιού, ενός μαθητή. Είναι η περηφάνια των μικρών παιδιών που ξεσηκώθηκαν κι έδιωξαν το δάσκαλό τους. Ο παιδιάστικος ενθουσιασμός τους θα πάρει γρήγορα τέλος και θα τους στοιχίσει ακριβά. Θα γκρεμίσουν τους ναούς και θα γεμίσουν τη γη με αίμα. Μα στο τέλος τα ανόητα παιδιά θ’ αντιληφθούν πως αν και είναι στασιαστές, είναι αδύναμοι στασιαστές που δεν μπορούν να αντέξουν ούτε τη δική τους ανταρσία. Χύνοντας αθώα δάκρυα, θα παραδεχτούν στο τέλος πως Εκείνος που τους έφτιαξε επαναστάτες, ήθελε να παίξει μαζί τους. Αυτό θα πούνε μέσα στην απόγνωσή τους, και η λέξη θα είναι μια βλασφημία που θα τους κάνει πιο δυστυ­χισμένους, γιατί η ανθρώπινη φύση δεν ανέχεται τη βλα­σφημία κατά του θεού, και στο τέλος θα εκδικηθεί η ίδια τον εαυτό της γι’ αυτήν.

Ανησυχία, σύγχυση και δυστυχία, αυτή είναι η μοίρα των ανθρώπων ύστερα από όσα υπέφερες για την ελευθε­ρία τους. Ο μεγάλος Σου προφήτης μέσα στο όραμά του λέει αλληγορικά ότι είδε όλους της πρώτης ανάστασης και πως ήταν από κάθε φυλή δώδεκα χιλιάδες. Αλλά, αν ήταν μόνο τόσοι, τότε αυτοί δεν ήταν άνθρωποι, ήταν άγιοι, ήταν Θεοί. Είχαν κρατήσει το Σταυρό Σου, είχαν κάνει υπομονή σε άγονες και στέρφες ερήμους, τρώγοντας ακρίδες και ρίζες. Και φυσικά μπορεί να ’σαι περήφανος για αυτά τα παιδιά τη ελευθερίας, της αγάπης και της αυτό­βουλης και υπέροχης αυτοθυσίας για το όνομά Σου. Μα μην ξεχνάς ότι ήταν μόνο λίγες χιλιάδες και ήταν και Θεοί. Αλλά οι άλλοι; Τι φταίνε οι άλλοι αδύναμοι άνθρωποι, αν δε μπορούν να υπομείνουν τα ίδια που υπέφεραν οι δυνα­τοί; Και τι φταίει η αδύναμη ψυχή αν δε μπορέσει να χωρέσει μέσα της τα τρομερά δώρα; Ήρθες λοιπόν πραγματικά μόνο για τους εκλεκτούς; Αν είναι έτσι, τότε κρύβεται κάποιο μυστήριο που εμείς αδυνατούμε να καταλάβουμε.

 Κι αν υπάρχει μυστήριο, τότε παίρνουμε κι εμείς το δικαίω­μα να διδάσκουμε το Μυστήριο και να διακηρύσσουμε ότι δεν έχει αξία η ελεύθερη απόφαση της καρδιάς και η αγάπη, αλλά το Μυστήριο, που πρέπει ν’ ακολουθούν τυφλά, ακόμα κι όταν έρχεται σε αντίθεση με τη συνείδησή τους. Αυτό και κάναμε. Διορθώσαμε το έργο Σου και το θεμελιώσαμε στο Θαύμα, στο Μυστήριο και στην Αυθεντία. Και οι άνθρωποι χάρηκαν, γιατί ακολουθούσαν πάλι σαν ένα κοπάδι και τους αφαιρέθηκε επιτέλους από την καρδιά τους το τρομερό δώρο που τους έφερνε βάσανα. Πες μας κι Εσύ. Δεν είχαμε δίκιο πράττοντας έτσι; Δεν αγαπούσαμε εμείς την ανθρωπότητα όταν την αλαφρώσαμε από το ζυγό της, αφού γνωρίσαμε την απογοήτευση της αδυνα­μίας της και όταν συγχωρήσαμε τα αμαρτήματά της, αρκεί να γίνονταν με τη συγκατάθεσή μας;

 Γιατί άραγε, ήρθες να μας ενοχλήσεις; Και τι με κοιτάς βουβά και συλλογισμένα με τα τρυφερά μάτια Σου; Θύμωσε, εξεγέρσου· Δε θέλω την αγάπη Σου, γιατί δεν Σ’ αγαπώ. Γιατί να στο κρύψω; Μήπως δεν ξέρω με ποιον μιλάω. Όλα, όσα έχω να Σου πω. Σου είναι ήδη γνωστά, το διαβάζω στα μάτια Σου. Θα κρύψω λοιπόν από Σένα το μυστικό μας; Ίσως θέλεις να το ακούσεις ακριβώς απ’ το στόμα μου;

Λοιπόν άκουσέ το: Δεν είμαστε με Σένα, αλλά με Αυτόν. Αυτός είναι το Μυστήριό μας. Πάει καιρός τώρα, που δεν είμαστε με Σένα, πάνε οκτώ αιώνες, που είμαστε με Αυτόν. Ακριβώς πριν από οκτώ αιώνες δεχτήκαμε από Αυτόν, εκείνο που εσύ αγανακτισμένος απέκρουσες, εκείνο το τελευταίο δώρο που Σου προσέφερε, όταν Σου έδειχνε όλα τα βασίλεια της Γης. Πήραμε απ’ αυτόν τη Ρώμη και το σπαθί του Καίσαρα και κηρύξαμε τους εαυτούς μας επί­γειους βασιλιάδες, μοναδικούς βασιλιάδες, αν και αυτό το έργο δεν το τελειώσαμε ακόμα. Όμως ποιος φταίει γι’ αυτό; Το έργο αυτό είναι ακόμα στην αρχή του, ωστόσο άρχισε. Θα κρατήσει ακόμα πολύ, ώσπου να ολοκληρωθεί και η γη θα υποφέρει ακόμα πολλά, εν τούτοις θα το τελει­ώσουμε, και θα είμαστε Καίσαρες και μόνο τότε θα σκεφθούμε για την παγκόσμια ευτυχία των ανθρώπων.

Εσύ όμως θα μπορούσες από τότε να έχεις το σπαθί του Καίσαρα. Γιατί απέκρουσες αυτό το τελευταίο δώρο; Αν είχες δεχτεί την τρίτη συμβουλή του ισχυρού πνεύμα­τος, θα είχες πραγματοποιήσει όλα όσα αποζητά ο άνθρωπος στη ζωή. Θα τους είχες δείξει μπροστά σε ποιον να υποκλίνονται, σε ποιον να παραδίνουν τη συνεί­δησή τους, με ποιον τρόπο μπορούν να ενώνονται μονια­σμένοι σα μυρμήγκια στη φωλιά τους. Γιατί η τάση προς μια ενότητα που να περιλαμβάνει όλον τον κόσμο είναι το τρίτο και τελευταίο μαρτύριο της ανθρωπότητας. Η ανθρωπότητα ως σύνολο τείνει πάντα να οργανωθεί παγκόσμια.

Υπήρξαν πολλοί μεγάλοι λαοί, με μεγάλη ιστορία που όμως όσο ψηλότερα στέκονται αυτοί οι λαοί, τόσο ήταν πιο δυστυχισμένοι, γιατί τόσο περισσότερο έβλεπαν τη μεγάλη τάση της ανθρωπότητας προς μια ένωση παγκό­σμια και γενική. Οι μεγάλοι κατακτητές, όπως ο Τιμούρ και ο Τσέγκις-Χαν, πέρασαν από τη γη σα λαίλαπα, γεμάτοι θέληση να κατακτήσουν όλον τον κόσμο· και αυτοί ακόμα έδειχναν -αν και ασυνείδητα- τη μεγάλη ανάγκη της ανθρωπότητας για μια ένωση παγκόσμια και γενική.

Αν είχες δεχτεί τη δύναμη πάνω σε τούτον τον κόσμο και την πορφυρά του Καίσαρα θα είχες θεμελιώσει την παγκόσμια κυριαρχία και θα είχες δώσει σε ολόκληρο τον κόσμο την ειρήνη. Γιατί ποιος θα κυριαρχούσε πάνω στους ανθρώπους αν όχι εκείνοι που κυριεύουν τη συνεί­δησή τους και κρατούν στο χέρι τα ψωμιά τους;

Εμείς όμως δεχτήκαμε το ξίφος του Καίσαρα, απορρίψαμε Εσένα και ακολουθήσαμε Αυτόν. Θα περάσουν αιώνες κι αιώνες σύγχυσης της λογικής τους και της επιστήμης, αιώ­νες αλληλοφαγίας, γιατί άρχισαν να οικοδομούν τον δικό τους πύργο της Βαβέλ χωρίς εμάς, κι έτσι θα τελειώσουν με ανθρωποφαγία. Τότε το Τέρας θα έρθει έρποντας σε εμάς, θα μας γλείψει τα πόδια και θα τα βρέξει με ματωμέ­να δάκρυα. Και θ’ ανέβουμε στο Τέρας, θα σηκώσουμε το κύπελλο, που θα γράφει «Μυστήριο». Τότε θα είναι η απαρ­χή για τους ανθρώπους, του κράτους της ειρήνης και της ευδαιμονίας.

Είσαι περήφανος για τους εκλεκτούς σου· αλλά έχεις μόνο αυτούς τους εκλεκτούς, ενώ εμείς θα δώσουμε την ειρήνη σε όλους. Ποιος ξέρει πόσοι απ’ αυτούς τους εκλεκτούς, από τους δυνατούς που μπορούν να είναι εκλεκτοί, δεν κουράστηκαν να Σε περιμένουν και δεν έφεραν τις δυνάμεις του πνεύματός τους και τη φλόγα της καρδιάς τους σε ξένο χωράφι και θα σηκώσουν και την ελεύθερη σημαία τους εναντίον  Σου; Αυτήν όμως τη σημαία τη σήκωσες ο ίδιος.

Ενώ σε μας θα ναι όλοι ευτυ­χισμένοι, δεν θα στασιάζουν, ούτε θα αλληλοτρώγονται, όπως συμβαίνει παντού στο ελεύθερο κράτος Σου. Θα τους πείσουμε ότι μόνον τότε θα είναι ελεύθεροι, όταν παραιτηθούν από την ελευθερία τους για χάρη μας, και όταν μας είναι αφοσιωμένοι. Για πες μου θα έχουμε δίκιο ή θα εξαπατούμε; Θα πειστούμε οι ίδιοι γι’ αυτό, ότι έχου­με δίκιο, γιατί θα θυμηθούν σε ποιες δίνες δουλείας και σύγχυσης τους οδήγησε η ελευθερία τους. Η ελευθερία, το αδέσμευτο πνεύμα και η επιστήμη θα τους σύρουν σε τέτοιους λαβυρίνθους, θα τους φέρουν μπροστά σε τέτοια θαύματα, σε τόσα άλυτα μυστήρια, ώστε άλλοι απ’ αυτούς -οι πείσμονες και άγριοι- θα αυτοαναιρεθούν, άλλοι -οι πείσμονες και αδύναμοι – θα αλληλοφαγωθούν,  και  άλλοι -οι αδύναμοι και δυστυχισμένοι- θα έρθουν έρποντας στα πόδια μας και θα μας φωνάζουν: “Ναι, είχατε δίκιο, εσείς μονάχα κατέχετε το μυστικό Του, και γυρίζουμε σε σας για να μας σώσετε από τον ίδιο μας τον εαυτό».

 Όταν πάρουν από μας ψωμί, φυσικά, θα κατα­λάβουν ότι εμείς τους αφαιρέσαμε το ψωμί τους, αυτό που έκαναν με τα χέρια τους για να τους το ξαναδώσουμε και ότι σ’ αυτήν την υπόθεση δεν υπάρχει καθόλου θαύμα.

Θα δουν ότι εμείς δεν κάναμε τις πέτρες ψωμί, αλλά περισσότερο κι απ’ το ψωμί, θα χαρούν γιατί το παίρνουν απ’ τα χέρια μας Θα καταλάβουν και θα θυμούνται καλά πως πριν, όταν δεν ήμασταν εμείς, τα ψωμιά που έφτια­χναν με τα χέρια τους γίνονταν πέτρες στα ίδια του τα κου­ρασμένα χέρια, μα όταν υποτάχθηκαν σε μας οι πέτρες πια γίνονται στα χέρια τους ψωμιά. Θα μάθουν να το εκτιμούν αυτό πια καλά, το να υποταχτούν δηλ. σε μας, πόση σημα­σία έχει για πάντα. Και όσο δεν θα το κατανοούν αυτό οι άνθρωποι, θα είναι δυστυχισμένοι.

Ποιος όμως έφταιγε που δεν το καταλάβαιναν αυτό; Πες. Ποιος έκανε το κοπά­δι να σκορπιστεί σε άγνωστους δρόμους; Το κοπάδι θα μαζευτεί πάλι, θα υποταχθεί και πάλι, αλλά αυτή τη φορά στον αιώνα τον άπαντα. Τότε θα τους δώσουμε εμείς μια ήσυχη, ταπεινή ευτυχία, την ευτυχία των αδύνατων πλα­σμάτων, μια ευτυχία στα μέτρα τους. Θα τούς αφαιρέσουμε την υπερηφάνεια, γιατί Εσύ τους εξύψωσες και τους έκανες αλαζόνες. Θα τους δείξουμε ότι είναι αδύναμοι, ότι είναι μόνο φτωχά παιδία, αλλά και ότι η ευτυχία τους η παιδιάστικη είναι πιο γλυκιά από κάθε άλλη ευτυχία. Θα τρομάξουν, θα ντραπούν και θα μας κοιτάνε με σεβασμό ενώ θα μαζεύονται γύρω μας, όπως τα κλωσόπουλα στην κλώσα. Θα μας θαυμάζουν και θα μας τρέ­μουν, αλλά θα είναι υπερήφανοι, γιατί είμαστε τόσο δυνα­τοί και τόσο έξυπνοι που κατορθώσαμε να δαμάσουμε ένα τόσο μεγάλο κοπάδι από πολλά εκατομμύρια κεφάλια.

Στην αδυναμία τους θα τρέμουν μπροστά στην οργή μας, το πνεύμα τους θα γίνει μικρόψυχο και τα μάτια τους θα δακρύζουν, σαν τα μάτια των παιδιών και των γυναικών. Μα επίσης εύκολα θα περνούν με μια κίνηση του χεριού μας στη χαρά και στο γέλιο, στην ευθυμία και στα χαρού­μενα παιδικά τραγούδια.

 Θα τους αναγκάζουμε να εργά­ζονται, αλλά στις ελεύθερες ώρες τους θα διαμορφώσου­με τη ζωή τους σε ένα παιδικό παιχνίδι, με παιδικά τρα­γούδια, ψαλμωδίες κι αθώους χορούς. Θα τους επιτρέ­πουμε ακόμη και τα σφάλματα, γιατί είναι αδύναμοι και ανίσχυροι και θα μας αγαπούν γι’ αυτό όπως τα παιδιά, γιατί τους συγχωρούμε τα λάθη. Θα τους πούμε ότι όλα τα λάθη σβήνονται όταν γίνο­νται με τη συγκατάθεσή μας, ότι εμείς τους επιτρέπουμε να αμαρτάνουν μόνο, γιατί τους αγαπάμε -όμως, την εκδίκαση αυτών των αμαρτιών θέλουμε να την πάρουμε ευχαρίστως πάνω μας. Και θα την πάρουμε πραγματικά πάνω μας, κι αυτοί θα μας θεοποιήσουν σαν ευεργέτες τους, γιατί εμείς μπροστά στο θεό αναλαμβάνουμε τις αμαρτίες τους. Και δε θα έχουν μυστικά από μας.

 Θα τους επιτρέπουμε ή θα τους απαγορεύουμε να συζούν με τις γυναίκες τους ή με τις ερωμένες τους, να γεννούν παιδιά ή να μη γεννούν  -ανάλογα με την υπακοή τους- και θα υποτάσσονται σε μας με χαρούμενη διάθεση. Τις πιο μυστικές, τις πιο βασανιστικές αμφιβολίες της συνείδησής τους, όλες θα τις φέρνουν σε μας και θα τις λύνουμε όλες και αυτοί θα εμπιστεύονται τις λύσεις μας, γιατί θα τους απαλλάσσουμε από τη μεγάλη έγνοια και το βαρύ βασανιστήριο της προ­σωπικής και ελεύθερης απόφασης. Και θα είναι όλοι ευτυ­χισμένοι. Όλα τα εκατομμύρια των πλασμάτων, με εξαίρε­ση τις εκατό χιλιάδες, που θα κυριαρχούν πάνω σ’ αυτά. Γιατί μόνον εμείς που συντηρούμε το Μυστήριο, μόνον εμείς θα είμαστε δυστυχισμένοι. Θα υπάρχουν χιλιάδες εκατομμύρια ευτυχισμένα τέκνα και εκατό χιλιά­δες μάρτυρες, που πήραν πάνω τους τη κατάρα της γνώ­σης του καλού και του κακού. Ήσυχοι θα πεθαίνουν, ήσυχοι θα σβήνουν εν ονόματί Σου, και πέρα από τον τάφο θα κατακτούν μόνον το θάνατο.

Εμείς όμως θα κρατάμε το μυστικό και για το καλό τους θα τους δελεάζουμε με την ουράνια ανταμοιβή. Γιατί, κι αν υπάρχει κάτι πέραν του θανάτου, υπάρχει βέβαια για άλλα πλάσματα όχι γι αυτούς. Διακηρύττουν και προφητεύουν πως θα ξανάρθεις και θα νικήσεις, πως θα έρθεις με τους δυνατούς Σου, με τους περήφανους Σου και τους ισχυρούς Σου. Τότε εμείς θα πούμε ότι αυτοί λύτρωσαν μόνον τους εαυτούς τους, ενώ εμείς τους λυτρώσαμε όλους. Λέγεται, ότι η πόρνη που κάθεται στο Τέρας και έχει στα χέρια της το Μυστήριο, θα ανατραπεί, ότι οι αδύνατοι θα επαναστατήσουν πάλι και θα ξεσκίσουν την πορφύρα της πόρνης και θα γυμνώσουν το σιχαμένο της κορμί. Τότε όμως θα σηκωθώ και θα Σου δείξω χιλιάδες εκατομμύρια ευτυχισμένα τέκνα, που δεν ξέρουν τι θα πει αμαρτία. Και εμείς -που για τη σωτηρία τους, πήραμε πάνω μας τις αμαρτίες τους- θα σηκωθούμε μπροστά Σου και θα Σου πούμε: «Καταδίκασέ μας, αν τολμάς και μπορείς». Μάθε πως δεν Σε φοβάμαι. Μάθε πως κι εγώ ήμουν στην έρημο, πως κι εγώ τράφηκα με ακρίδες και ρίζες, πως κι εγώ ευλόγησα την ελευθερία, με την οποία ευλόγησες Εσύ τους ανθρώπους, ότι κι εγώ προετοιμαζόμουν για να προσχωρήσω στους εκλεκτούς Σου, στους δυνατούς και ισχυρούς, εμψυχωμένος απ’ την επιθυμία «να συμπληρώσω τον αριθμό». Όμως, σκέφτηκα και δεν ήθελα να υπηρετήσω την τρέλα. Γύρισα πίσω και εντάχθηκα στην ομάδα εκείνων, που βελτίωναν το έργο Σου. Άφησα τους υπερή­φανους και γύρισα στους απογοητευμένους, για να σώσω αυτούς τους απογοητευμένους.

Όλα, όσα Σου λέω, θα γίνουν και το κράτος μας θα θεμελιωθεί. Σου το ξαναλέω. Αύριο θα δεις αυτήν την υποτακτική αγέλη, που με μια κίνηση του χεριού μου, θα ξεχυθεί γύρω στη φωτιά Σου, για να συνδαυλίσει τη φωτιά, όπου θα σε κάψω, γιατί ήρθες να μας ενοχλήσεις. Αύριο θα σε κάψω. Είπα».

Ο Ιβάν σταμάτησε. Μίλησε με ενθουσιασμό και έξαψη. Όταν τέλειωσε, γέλασε απότομα.

Ο Αλιόσα, που τον άκουγε σιωπηλός, με προσοχή και ασυνήθιστη ένταση, ήθελε πολλές φορές να διακόψει τον αδελφό, αλλά προφανώς πίεζε τον εαυτό του να κρα­τηθεί, άρχισε ξαφνικά τόσο ορμητικά, σαν άνθρωπος που υποχρεώθηκε να συγκρατηθεί για πολύ.

– «Αλλά, αυτό είναι… είναι τρέλα» φώναξε κατακόκκινος. «Το ποίημά σου είναι ένας ύμνος του Χριστού και όχι λίβελλος. όπως το θέλησες. Και ποιος θα πιστέψει αυτά που λες για την ελευθερία; Πρέπει λοιπόν έτσι να την αντιλαμβάνεται κανείς: Έτσι την αντιλαμβάνεται η Ορθόδοξη Εκκλησία μας; Αυτό γίνεται στη Ρώμη, κι ούτε σε όλη τη Ρώμη -αυτό δεν είναι αλήθεια, έτσι σκέπτονται οι χειρότεροι του καθο­λικισμού, οι ιεροεξεταστές κι οι Ιησουίτες. Και είναι αδύνα­το να υπάρξει ένα τέτοιο φανταστικό πρόσωπο σαν τον ιεροεξεταστή σου. Τι είδους ανθρώπινες αμαρτίες παίρ­νουν αυτοί πάνω τους; Τι πάει να πει αυτό; Φορείς του μυστηρίου, που φορτώθηκαν πάνω τους κάποια κατάρα για τη σωτηρία της ανθρωπότητας. Ποιος είδε ποτέ τέτοι­ους ανθρώπους; Ξέρουμε τους Ιησουίτες. Μιλούν γι’ αυτούς άσχημα. Είναι όμως έτσι όπως τους παριστάνεις; Δεν είναι καθόλου τέτοιοι… Είναι απλώς ο Ρωμαϊκός στρατός για το μελλοντικό επίγειο κοσμοκρατορικό καθεστώς, με ένα Καίσαρα. το Ρωμαίο αρχιερέα επικεφαλής… Αυτό είναι το ιδεώδες τους, απολύτως χωρίς μυστήρια και χωρίς καμιά ιδιαίτερη θλίψη. Είναι μια συνηθισμένη τάση για απόκτηση δύναμης, για γήινα χυδαία αγαθά, για την υποδούλωση, ένα είδος μελλοντικής δουλοπαροι­κίας, με τον όρο να γίνουν αυτοί τσιφλικάδες. Αυτό θέλουν όλο κι όλο. Πιθανόν δεν πιστεύουν ούτε καν στο Θεό. Ο πάσχων Ιεροεξεταστής σου είναι αποκύημα της φαντασίας σου.

– «Αλλά, περίμενε, περίμενε λοιπόν», τον διέκοψε γελώ­ντας ο Ιβάν. «Πώς ταράχτηκες τόσο; Λες ότι είναι φαντασία; Ας είναι. Φυσικά και είναι φαντασία. Όμως σε παρακαλώ: Πιστεύεις ότι ολόκληρη η καθολική κίνηση των τελευταίων αιώνων -από τον Μεσαίωνα και μετά- σημαίνει πράγματι μόνο την τάση για εξουσία και τα ποταπά γήινα αγαθά; Γιατί πιστεύεις ότι οι Ιησουίτες σου και οι ιεροεξεταστές σου ενωθήκαν για τα και χάριν των γήινων αγαθών; Γιατί δε θα μπορούσε να γεννηθεί ανάμεσά τους κι ένας μάρτυρας, που να σφαδάζει από τον πόνο και που ν’ αγαπά την ανθρωπότητα;

Βλέπεις, υπόθεσε τουλάχιστον, ότι μεταξύ όλων αυτών που αποβλέπουν μόνο σε ταπεινά υλικά αγαθά να βρέθηκε ένας και μόνο άνθρωπος, που σαν το γερο-ιεροεξεταστή μου, έφαγε ρίζες στην έρημο και σκου­λήκια και αγωνίστηκε παράφορα ενάντια στη σάρκα του, για να κάνει τον εαυτό του ελεύθερο και τέλειο, και ο οποίος αγάπησε σ’ όλη του τη ζωή την ανθρωπότητα και ξαφνικά είδε και κατάλαβε ότι είναι μόνο μια μικρή ηθική ευτυχία, το να φτάσουμε την τελειότητα της θέλησης και να πρέπει να πείσουμε ταυτόχρονα τον εαυτό μας, ότι η ζωή των υπολοίπων πλασμάτων του Θεού φτιάχτηκε μόνο για κοροϊδία, ότι αυτοί ποτέ δεν θα έχουν τη δύναμη ποτέ ν’ αρχίσουν κάτι με την ελευθερία τους, ότι απ’ τους άθλιους επαναστάτες δεν θα γίνουν ποτέ γίγαντες -όπως χρειάζεται για το τελείωμα της οικοδομής του πύργου- και ότι ο Μεγάλος Ιδεαλιστής δεν ονειρεύτηκε την αρμονία του για τέτοια κουτάβια. Αφού τα ένιωσε καλά όλα αυτά, γύρισε πίσω και προσχώρησε στους… έξυπνους. Δε μπορούσε να συμβεί έτσι;»

– «Σε ποιον προσχώρησε, σε ποιους έξυπνους;», φώνα­ξε ο Αλιόσα σχεδόν αλλόφρων. «Δεν είναι καθόλου έξυ­πνοι, δεν κατέχουν κανένα ιδιαίτερο μυστήριο. Όλο τους το μυστήριο είναι η υπέρτατη αθεΐα τους. Ο ιεροεξεταστής σου δεν πιστεύει σε Θεό και αυτό είναι όλο κι όλο το μυστήριό του».

– «Έστω, ας πούμε ότι το ανακάλυψες. Έτσι είναι, εκεί βρίσκεται το μυστήριο. Μα δεν είναι λυπηρό, τουλάχι­στον για ένα τέτοιον άνθρωπο καθώς Αυτός που όλη Του τη ζωή την πέρασε στην έρημο για να γίνει εκλεκτός και όμως δε γιατρεύτηκε ακόμα απ’ την αγάπη του για την ανθρωπότητα; Τις τελευταίες του μέρες βλέπει πλέον ξεκάθαρα πως μόνον οι συμβουλές του μεγάλου τρομε­ρού πνεύματος θα μπορούσαν να κάνουν υποφερτή τη ζωή των αδύναμων ανταρτών, αυτών των χυδαίων προπλασμάτων που φτιάχτηκαν για χλευασμό. Και αφού έπει­σε τον εαυτό του γι’ αυτό, νιώθει καλά, γιατί πρέπει ν’ ακο­λουθήσουμε το δρόμο που μας δείχνει το πονηρό πνεύμα, το τρομερό πνεύμα του θανάτου και της εκμηδένισης.

Γιατί πρέπει κανείς να δεχτεί ακόμα και το ψέμα και την άπατη και συνειδητά να οδηγεί τους ανθρώπους στο θάνατο και την εκμηδένιση και καθ’ οδό να τους εξαπα­τά, ώστε να μην ξέρουν οι ταλαίπωροι τυφλοί πού οδηγούνται και να νομίζουν τον εαυτό τους -τουλάχιστον κατά την πορεία τους- ευτυχή. Και πρόσεξε, αυτό είναι στο όνομα Εκείνου, του Οποίου το ιδεώδες ο γέροντας το πίστεψε σε όλη του τη ζωή με τόσο πάθος. Δεν είναι αυτό δυστυχία; Και αν ένας άνθρωπος αυτού του είδους έφτανε στην αρχηγία όλου αυτού του στρατού που τείνει προς την εξου­σία μόνο για χάρη των υλικών αγαθών, δεν θα ήταν αρκετός ακόμα και ένας, για να γεννηθεί απ’ αυτή την υπόθεση μια τραγωδία; Και, κάτι επιπλέον, ένας μόνο άνθρωπος αυτού του είδους, επικεφαλής, θα ήταν αρκετός, για να δώσει σε όλο το έργο της Ρώμης με τους στρατούς της και τους Ιησουίτες της επιτέλους μια γνήσια κατευθυντήρια ιδέα, την υπέρτατη ιδέα όλου του έργου. Στο λέω καθαρά: πιστεύω αμετακίνητα ότι μεταξύ εκείνων που στέκονται στην κεφαλή αυτής της κίνησης ασφαλώς υπήρξε ένας τέτοιος μοναδικός άνθρωπος. Ποιος ξέρει, ίσως ζει αυτός ο καταραμένος γέροντας, που αγαπά τόσο επίμονα, και τόσο παράξενα την ανθρωπότητα, ακόμη και σήμερα σε μια ολόκληρη στρατιά τέτοιων μοναδικών γερόντων και μάλιστα όχι τυχαία, αλλά σαν ένα είδος αίρεσης, σα μια μυστική ένωση, που έχει από καιρό ιδρυθεί, για να διαφυλάξει το Μυστήριο από τους δυστυχείς και αδύνατους, για να τους κάνει ευτυχείς με αυτό τον τρόπο. Μάλλον, κάπως έτσι είναι και έτσι πρέπει να είναι. Έχω μάλιστα το αίσθημα ότι και αυτοί οι μασόνοι κατέχουν κάτι σχετικό με αυτό το Μυστήριο και ότι οι καθολικοί τους μισούν τόσο, μόνο για το λόγο ότι βλέπουν σ’ αυτούς τους ανταγωνιστές τους και φοβούνται το διασκορπισμό της ιδέας, τη διάλυσή της, ενώ πρέπει να υπάρχει μόνο ένα κοπάδι κι ένας αρχηγός. Και, τέλος, με μια λέξη: εάν υπερασπίζω την ιδέα μου, είμαι δω σαν ένας συγγραφέας που δεν μπορεί να αντέξει την κριτική σου γι’ αυτό σταμάτα».

– «Ίσως να είσαι κι εσύ μασόνος;» ρώτησε ξαφνικά ο Αλιόσα. «Δεν πιστεύεις στο Θεό», πρόσθεσε με βαθιά θλίψη. Του φάνηκε πως τον κοίταζε ο αδελφός του με σκεπτικισμό. «Πώς τελειώνει το ποίημά σου, ή τελείωσε ήδη;», ρώτησε κοι­τάζοντας το πάτωμα.

– Ήθελα να το τελειώσω έτσι: Ο ιεροεξεταστής τελείω­σε το λόγο του και περιμένει λίγο ν’ απαντήσει σ’ αυτό ο φυλακισμένος. Η σιωπή Του τον πιέζει βαριά. Είχε παρα­τηρήσει ότι ο φυλακισμένος τον άκουγε ολόκληρο το διά­στημα προσεκτικά, τον κοίταζε βαθιά και διαπεραστικά στα μάτια, προφανώς χωρίς διάθεση να του απαντήσει. Ο γέροντας όμως θέλει να του πει κάτι κι Αυτός, κι ας είναι πικρό και τρομερό. Ξαφνικά προχωρά αμίλητος προς το γέροντα, τον πλησιάζει και τον φιλά σιγανά στα αναιμικά και ρυτιδιασμένα χείλη του. Αυτή είναι όλη η απάντησή του. Ο γέροντας συνταράσσεται, κάτι τρέμει στις γωνιές των χειλιών του. Πηγαίνει στην πόρτα, την ανοίγει και του λέει: «Πήγαινε και μην ξανάρθεις ποτέ! Ποτέ μην έρθεις. Ποτέ, ποτέ, ποτέ». Τον αφήνει να βγει έξω, στις σκοτεινές, έρημες πλατείες της πόλης και ο φυλακισμένος φεύγει.

– Και ο γέροντας;

– «Το φιλί Του τού καίει την καρδιά, εν τούτοις μένει στην πρώτη ιδέα».

– «Και είσαι με κείνον, και συ;» φώναξε ο Αλιόσα περί­λυπος. Ο Ιβάν γέλασε.

– «Μα αυτό είναι μια ανοησία, Αλιόσα. Είναι ένα ανόητο ποίημα, ενός απλοϊκού φοιτητή, που στη ζωή του δεν ταίριαζε ποτέ ούτε δυο στίχους. Γιατί το παίρ­νεις τόσο σοβαρά; Δεν πιστεύεις βέβαια, ότι εγώ τώρα αμέ­σως θα πάω στους Ιησουίτες, για να προστεθώ στο σμήνος των ανθρώπων πού βελτιώνουν το έργο Του; Θεέ μου, αυτό τί με νοιάζει! Σου είπα και άλλοτε: θέλω μόνο όπως-όπως να ζήσω τριάντα χρόνια και να σας αποχαιρετήσω».

ΤΕΛΟΣ

 

spot_img

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
30,900ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
- Advertisement -

Τελευταία Άρθρα