Το Βαλκανικό Σύμφωνο του 1934: Η ανεπιτυχής προσπάθεια σταθεροποίησης των βαλκανικών χωρών λίγο πριν τον Β΄ΠΠ

Print Friendly, PDF & Email
- Advertisement -

Το Βαλκανικό Σύμφωνο του 1934 ή Βαλκανικό Σύμφωνο Φιλίας ή Βαλκανικό Σύμφωνο Συνεννόησης ήταν μια συνθήκη που υπογράφηκε από την Ελλάδα, την Τουρκία, τη Ρουμανία και τη Γιουγκοσλαβία, στις 9 Φεβρουαρίου 1934, στην Αθήνα, με στόχο τη διατήρηση του γεωπολιτικού στάτους κβο στην περιοχή μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο

Το σύμφωνο κρίθηκε τελικώς ως ατελές, αποτυχημένο, ενώ προκάλεσε και την σφοδρή αντίδραση των πολιτικών κομμάτων στην Ελλάδα.

Στα Βαλκάνια στις αρχές της δεκαετίας του 1930 επικρατούσε ένα κλίµα επίλυσης των διµερών διαφορών των χωρών, προ του κινδύνου αυτές να µετατραπούν σε εστίες ανάφλεξης.

Η εµπλοκή των έξι βαλκανικών κρατών (Ελλάδα, Ρουµανία,  Γιουγκοσλαβία, Βουλγαρία, Αλβανία και Τουρκία) σε δηλωτικές επαφές οδήγησε σε τέσσερις συνδιασκέψεις εκ των οποίων η τελευταία ήταν το Βαλκανικό Σύµφωνο του 1934 που υπογράφηκε στην Θεσσαλονίκη.

Η πρώτη βαλκανική συνδιάσκεψη πραγµατοποιήθηκε στην Αθήνα τον Οκτώβριο του 1930, η δεύτερη στην Κωνσταντινούπολη και την Άγκυρα τον Οκτώβριο του 1931, η τρίτη στο Βουκουρέστι τον Οκτώβριο του 1932, και η τέταρτη στη Θεσσαλονίκη τον Φεβρουάριο του 1934. Στις τρεις πρώτες ουσιαστικά προετοιµάστηκε των έδαφος για την υπογραφή του Συµφώνου.

Οι πηγές αναφορικά µε το σε ποιον ανήκει η πατρότητα του Βαλκανικού Συµφώνου διίστανται.

Άλλες πηγές αναφέρουν ως πρωτεργάτη των συνδιασκέψεων τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου ο οποίος διατέλεσε υπουργός και πρωθυπουργός σε δύο χρονικές περιόδους (1924 και 1932), ενώ άλλες αναφέρουν τον Ρουµάνο υπουργό Εξωτερικών Νικολάε Τιτουλέσκο.

Το πιθανότερο είναι να συµβαίνουν και τα δύο. Ο µεν Παπαναστασίου να εµπνεύστηκε τις βαλκανικές συνδιασκέψεις και ο Τιτουλέσκο την υπογραφή ενός Συµφώνου.

Ήδη από τον Οκτώβριο του 1929 κατά τη διάρκεια οµιλίας του στο 27ο Παγκόσµιο Συνέδριο της Ειρήνης, ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου είχε προτείνει τη  δηµιουργία µιας Βαλκανικής Ένωσης, µε τη συµµετοχή και της Τουρκίας.

Σίγουρα πεδίο άντλησης της βαλκανικής συνεργασίας αποτέλεσε το προηγούµενο των Συνθηκών του Λοκάρνο (5 έως 16 Οκτωβρίου 1925) όπου συµφωνήθηκε η οριστικοποίηση των συνόρων των εµπολέµων κρατών του Α΄ΠΠ, όπως είχαν διαµορφωθεί µε τη Συνθήκη των Βερσαλλιών.

Τι προέβλεπε το Σύµφωνο του ΄34

Το Σύµφωνο είχε την έννοια δηµιουργίας ενός συνολικού πλαισίου ασφάλειας, καθώς οι κυβερνήσεις γνώριζαν πως σε περίπτωση που θα ξεσπούσε ένας πόλεµος µεταξύ των κρατών της περιοχής, αυτός θαεξαπλωνόταν και θα συµπαρέσυρε όλα τα κράτη της Βαλκανικής Χερσονήσου. Για το λόγο αυτό ήταν, πλέον, αναγκαίο να συγκροτηθεί ένα πολυµερές σύµφωνο περιφερειακού χαρακτήρα, που θα παρείχε αµοιβαίες εγγυήσεις µεταξύ των κρατών (∆ορδανάς, 2011).

Υπήρχε όµως ένα πρόβληµα: ∆εν ήταν όλες οι χώρες πρόθυµες να συµµετάσχουν σε αυτή. Αλβανία και Βουλγαρία απείχαν από την υπογραφή του Συµφώνου.

Η πρώτη γιατί ουσιαστικά βρισκόταν υπό  ιταλική κηδεµονία και δεν µπορούσε να ασκήσει ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική και η Βουλγαρία γιατί ως αναθεωρητική δύναµη -τότε- ηθελέ διέξοδο προς το Αιγαίο εις βάρος της εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδας.

Οι διπλωµατικές προσπάθειες που υπήρξαν από τις υπόλοιπες χώρες δεν στάθηκαν ικανές να µεταβάλλουν τη γνώµη της βουλγαρικής κυβέρνησης. Κυριότερος λόγος για την βουλγαρική αντίθεση στο Σύµφωνο ήταν ο όρος περί εγγύησης του εδαφικού καθεστώτος των συµβαλλοµένων χωρών.

Η Σόφια αντιπρότεινε την υπογραφή ενός συµφώνου όπου θα ίσχυαν οι όροι της «άρσης των περιοριστικών διατάξεων για τον επανεξοπλισµό της Βουλγαρίας, (είχε συµµετάσχει στον Α΄ΠΠ στο πλευρό των ηττηµένων κεντρικών δυνάµεων) εδαφική έξοδο στο Αιγαίο και, κυρίως, προστασία των βουλγαρικών µειονοτήτων» (Σφέτας, 2011:65).

Μόνο και µόνο η εδαφική έξοδος στο Αιγαίο ήταν ικανή συνθήκη για να συναντήσει την ελληνική άρνηση. Έτσι το «Βαλκανικό Σύµφωνο» περιορίστηκε µεταξύ των τεσσάρων δυνάµεων Ελλάδας, Ρουµανία, Γιουγκοσλαβία και Τουρκία.

Το «Σύµφωνο της Βαλκανικής Συνεννόησης», υπογράφηκε τελικά στις 9 Φεβρουαρίου 1934 στην Ακαδηµία Αθηνών, από τους υπουργούς Εξωτερικών των τεσσάρων δυνάµεων. 

Κύριος στόχος του η εγγύηση της διατήρησης των υπαρχόντων συνόρων και είχε διάρκεια αρχικά δύο ετών µε δυνατότητα ανανέωσης για πέντε και, στη συνέχεια, επτά χρόνια (Βερέµης, 2007).

Οι τέσσερις χώρες  συµφώνησαν να ανασταλούν όλες οι περιφερειακές διαφορές και εδαφικές αξιώσεις του ενός κράτους έναντι του άλλου.

Υπήρξαν όµως και άλλα κράτη πλην των προαναφερθέντων που αρνήθηκαν να συνυπογράψουν στο «Σύµφωνο» πιθανότατα µε ρόλο εγγυητή. Αυτά ήταν η Ιταλία η ΕΣΣ∆ και η Ουγγαρία, η τελευταία λόγω γεωγραφικής γειτνίασης.

Οι συζητήσεις περιστράφηκαν όµως και γύρω από θέµατα, τα οποία αφορούσαν στην οικονοµική και την πολιτική συνεργασία (ίδρυση Βαλκανικού Οικονοµικού Ινστιτούτου, Βαλκανικού Εµπορικού και  Βιοµηχανικού Επιµελητηρίου, Βαλκανικής Ταχυδροµικής  Ένωσης,  Βαλκανικού Ιστορικού Ινστιτούτου).

Μια φωτογραφία χίλιες λέξεις: Ακολούθησε το pronews.gr στο Instagram για να «δεις» τον πραγματικό κόσμο!

Σφοδρή κριτική από τον Ελευθέριο Βενιζέλο – Πολιτικές ζυµώσεις

Η υπογραφή του Συµφώνου προκάλεσε την αντίδραση µεγάλου τµήµατος του πολιτικού κόσµου της Ελλάδας.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και άλλα µέλη της αντιπολίτευσης αντιτάχθηκαν τόσο στο γενικότερο πνεύµα, όσο και στους όρους του, καθώς υπήρχε ο φόβος εµπλοκής της Ελλάδας σε πολεµική σύγκρουση µε κάποια τρίτη δύναµη, για χάρη της ασφάλειας ενός βαλκανικού κράτους.

Η αντίδραση αυτή προήλθε κυρίως από το πρώτο άρθρο του Συµφώνου, όπου Γιουγκοσλαβία, Ελλάδα, Ρουµανία και Τουρκία δεσµεύονταν στην αµοιβαία προστασία των βαλκανικών συνόρων (άρ.1).

Παρόµοιες αντιδράσεις εκδηλώθηκαν όχι µόνο από πολιτικά πρόσωπα που προέρχονταν από τους κόλπους της βενιζελικής παράταξης, όπως ο Ανδρέας Μιχαλακόπουλος και ο Γεώργιος Καφαντάρης, αλλά και από τον Ιωάννη Μεταξά, ο οποίος παρείχε κοινοβουλευτική στήριξη στην κυβέρνηση Τσαλδάρη.

Κάτω από την πίεση που δεχόταν από την αντιπολίτευση, η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Παναγή Τσαλδάρη, µέσω του υπουργού  Εξωτερικών, ∆ηµήτριου Μάξιµου, προχώρησε σε διευκρινήσεις, ιδιαίτερα µετά την αποκάλυψη των επισυναπτόµενων  µυστικών  άρθρων.

Σύµφωνα µε τον Μάξιµο το Σύµφωνο αφορούσε την προστασία των ενδοβαλκανικών συνόρων και όχι την περίπτωση προστασίας των συνόρων από επίθεση κράτους εκτός των Βαλκανίων.

Καθώς σε αυτή την περίπτωση «οι συµβαλλόµενοι δεν υποχρεούντο να προστρέξουν και να το υποστηρίξουν ενόπλως».

Αυτό προέβλεπε όπως είπε και το άρθρο 3 του Μυστικού Πρωτοκόλλου. Όπως επίσης είχε πει ο ∆.Μάξιµος αυτό θα ίσχυε µόνο εάν βαλκανική δύναµη διενεργούσε επίθεση εναντίον συµβαλλόµενου κράτους, τότε θα ίσχυε το Σύµφωνο (περί προστασίας συνόρων) ως προς αυτό το βαλκανικό κράτος.

Ο Ε.Βενιζέλος όµως φοβόταν ότι σε περίπτωση που Ιταλία και Αλβανία προχωρούσαν σε συµµαχία και η πρώτη διενεργούσε επίθεση κατά της Γιουγκοσλαβίας, µέσω αλβανικού εδάφους, τότε αυτοµάτως αυτό θα έφερνε την Ελλάδα σε εµπόλεµη κατάσταση µε την Ιταλία.

Οι φόβοι της αντιπολίτευσης γενικώς αφορούσαν την θέση της Ελλάδος σε περίπτωση ενός πολέµου µεταξύ Ιταλίας και Γιουγκοσλαβίας και ΕΣΣ∆ και Ρουµανίας.

Τα παραπάνω συζητήθηκαν διεξοδικά στην σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών στις 26 Φεβρουαρίου του 1934 η οποία πραγµατοποιήθηκε «κεκλεισµένων των θυρών» και είχε διάρκεια… έξι ηµερών!

Αυτή όµως αντί να µειώσει τις ενστάσεις των πολιτικών αρχηγών, ενίσχυσε την άποψή τους ότι το Σύµφωνο εγκυµονούσε κινδύνους εµπλοκής της Ελλάδας µε την Ιταλία.

Τελικά, έπειτα από διαπραγµατεύσεις ανάµεσα στους πολιτικούς  αρχηγούς αποφασίστηκε, στις 3 Μαρτίου, να εξετασθεί η πρόταση Μεταξά, σύµφωνα µε την οποία πριν κατατεθεί το Σύµφωνο προς κύρωση από τα Νοµοθετικά Σώµατα, να προβεί ο Μάξιµος σε ερµηνευτική δήλωση που να απέκλειε το ενδεχόµενο σύγκρουσης της Ελλάδας µε µια εξωβαλκανική δύναµη.

Ο υπουργός Εξωτερικών τελικά προχώρησε στη δήλωση πως η Ελλάδα δεν θα οδηγηθεί σε πόλεµο µε µία Μεγάλη ∆ύναµη, για να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που ανέλαβε µε την υπογραφή του συµφώνου, ολιγοτοκίας το δρόµο για επικύρωση από την Βουλή (στα µέσα Μαρτίου) και στη συνέχεια, από τη Γερουσία (στις αρχές Απριλίου 1934) (Σφέτας, 2011).

Επίλογος

Η στάση όµως της Αθήνας όπως ήταν φυσικό δυσαρέστησε τις υπόλοιπες συµµαχικές χώρες, και κυρίως Γιουγκοσλαβία και Ρουµανία, καθώς αυτό σήµαινε πως η Ελλάδα δεν θα στήριζε τη Γιουγκοσλαβία και τη Ρουµανία σε περίπτωση ιταλογιουγκοσλαβικού και ρουµανοσοβιετικού πολέµου, αντίστοιχα.

Συνεπώς, θεωρούσαν πως το Σύµφωνο αυτοµάτως έπαυε να έχει αξία, όσο ένα από τα συµβαλλόµενα κράτη τηρούσε µια επισφαλή στάση.

Αυτό ήταν ουσιαστικά και το τέλος του «θνησιγενούς» Συµφώνου το οποίο ουδέποτε ανανεώθηκε πέραν της αρχικής διετούς διάρκειας.

Η Ελλάδα παρά το γεγονός ότι επιχείρησε να οικοδοµήσει την βαλκανική σταθερότητα των συνόρων, κυρίως λόγω της βουλγαρικής απειλής,  αλλά φοβούµενη πως θα βρεθεί αντιµέτωπη σε µια µεγαλύτερη σύγκρουση, κυρίως µε την Ιταλία, δυσαρέστησε τους υπόλοιπους συµβαλλόµενους, δηλαδή ουσιαστικά την Γιουγκοσλαβία και την Ρουµανία.

Τελικά οι φόβοι της Αθήνας βγήκαν αληθινοί αφού κατέληξε να δεχθεί  την επίθεση µέσω του αλβανικού εδάφους από την Ιταλία.

Το σενάριο Βενιζέλου  έµελλε να βγει αληθινό, αλλά κατά το ήµισυ.

https://www.pronews.gr/istoria/to-valkaniko-symfono-tou-1934-i-anepityxis-prospatheia-statheropoiisis-ton-valkanikon-xoron-ligo-prin-ton-v%ce%84pp/

spot_img

11 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Τα παιχνίδια της ιστορίας:
    Με τους Βουλγάρους πολεμούσαμε επί αιώνες ήδη από την εποχή του Βυζαντίου, και μάλιστα πολύ πριν την τούρκικη διείσδυση στην Μικρά Ασία. Με την Βουλγαρία σήμερα έχουμε φιλικές σχέσεις (τουλάχιστον σε επίσημο επίπεδο), ενώ η Τουρκία -μολονότι κατά τον μεσοπόλεμο φαινόταν ότι είχε ανακόψει κάπως την επιθετικότητά της- πλέον παραμένει ο κατεξοχήν εξωτερικός κίνδυνος για την Ελλάδα.
    Φαίνεται δηλαδή ότι υπό προϋποθέσεις δύο έθνη μπορούν να πάψουν να είναι προαιώνιοι εχθροί και να φτάσουν σε ένα ικανοποιητικό επίπεδο συνύπαρξης. Ωστόσο αν και πολύ θα το θέλαμε, μία ειρηνική συνύπαρξη ειδικά με την Τουρκία είναι αδύνατη, σε οποιοδήποτε βάθος χρόνου. Η επιθετικότητα είναι εγγενές στοιχείο αυτού του τούρκικου κράτους.

    ΥΓ Μιας και περί Τουρκίας ο λόγος: ο τρομερός σεισμός στην Κιλικία έφερε ως τραγικό απολογισμό χιλιάδες νεκρούς, τραυματίες και αστέγους. Λέγεται ότι κατά πλειοψηφία οι πληγέντες είναι Κούρδοι, ντόπιοι Άραβες και Σύριοι πρόσφυγες (έτσι υποστηρίζει ο τουρκολόγος Σταθακόπουλος). Εξυπακούεται ότι θλιβόμαστε βαθιά για οποιονδήποτε συνάνθρωπό μας, είτε είναι Τούρκος, είτε οποιασδήποτε άλλης εθνικότητας. Εξάλλου επικροτούμε την αποστολή συνεργείων διάσωσης, την οποία επιτάσσει ο στοιχειώδης πολιτισμός και η ανθρωπιά.
    Όμως παρατηρούμε με ενόχληση ότι ορισμένοι δημοσιογραφούντες εξυπνάκηδες του γνωστού ελλαδίτικου “προοδευτισμού” έσπευσαν να καταγγείλουν τους κακούς και ανάλγητους Έλληνες που δήθεν επιχαίρουν για το πλήγμα στους Τούρκους κλπ. Σε οποιαδήποτε περίσταση, η συκοφάντηση του ελληνικού λαού έχει γίνει δεύτερη φύση ορισμένων μέσα στην χώρα. Δεν υπάρχει χειρότερο σημάδι εθνικής παρακμής από αυτό.

    • “μολονότι κατά τον μεσοπόλεμο φαινόταν ότι είχε ανακόψει κάπως την επιθετικότητά της”

      Την είχε ανακόψει, επειδή η πολιτική τού Κεμάλ επικεντρωνόταν στο εθνικό κράτος και την ομογενοποίηση τού (ανύπαρκτου) τουρκικού έθνους, την οποία προσπάθησε να κάμει εξοντώνοντας πέντε έθνη. Όμως, η κεμαλική πολιτική δεν ενέχει το στοιχείο τού επεκτατισμού (ιμπεριαλισμού). Το σύνθημά του ήταν «Ειρήνη στο σπίτι, ειρήνη στον κόσμο». Συνεπώς, η επιθετικότητα δεν είναι εγγενές στοιχείο αυτού του τούρκικου κράτους, αλλά τού ισλαμικού κατεστημένου. Βεβαίως, εναντίον μας ήσαν και θα είναι πάντα επιθετικοί, διότι τις ζημιές που μάς προκάλεσαν (Βαρλίκι 1942-44, Σεπτεμβριανά 1955, Ίμια 1996 κλπ.), τις προκάλεσαν όταν ακόμη κυβερνούσαν οι κεμαλικοί (λέγε ο στρατός).

      • Επισκέπτης:
        Ακριβώς, ο Κεμάλ μετά την μικρασιατική καταστροφή επικεντρώθηκε στην διαμόρφωση του τουρκικού έθνους και την συγκρότηση ενός μη σουλτανικού κράτους (χάριν συζητήσεως ας το πούμε δημοκρατία). Βέβαια δεν θα μάθουμε ποτέ αν ο ίδιος ο Κεμάλ όντως εννοούσε το σύνθημα περί “ειρήνης στον κόσμο” ή αν έριχνε στάχτη στα μάτια των Δυτικών αλλά και των Ελλήνων, διατηρώντας κρυφές βλέψεις επεκτατισμού (π.χ. στην Αλεξανδρέττα, η οποία προσαρτήθηκε στην Τουρκία με δόλιο τρόπο, το 1939 επί Ινονού).
        Το σίγουρο είναι αυτό που γράφεις, ότι οι Τούρκοι αφέντες ήσαν και θα είναι πάντα επιθετικοί εναντίον μας. Οι ρίζες του φαινομένου μάλλον πρέπει να αναζητηθούν στην τουρανική προέλευση αυτού του λαού.

        • “χάριν συζητήσεως ας το πούμε δημοκρατία”

          Ήταν και είναι Δημοκρατία (Republic), έστω και χωρίς, ή με χοντρό έλλειμμα δημοκρατίας (democracy). Παρά τον πλούτο τής γλώσσας μας, δεν μπορεί να γίνει η διάκριση μεταξύ Δημοκρατίας (Republic), ενός κράτους, δηλαδή, που η κεφαλή δεν είναι κληρονομική, και δημοκρατίας (democracy), όπως τέλος πάντων την εννοούμε. Π.χ. το ΗΒ έχει δημοκρατία (democracy), αλλά δεν είναι Δημοκρατία (Republic).

          Πάντως ο Κεμάλ δεν έδειξε να έχει επεκτατικές βλέψεις, όπως σήμερα οι Ισλαμιστές. Το δόγμα τής νεκραναστάσεως τής οθωμανικής αυτοκρατορίας, έθεσε πρώτος ο Οζάλ, αρχές δεκαετίας τού ’90, το επεξεργάστηκε ο Ντα(β)ούτογλου κι άρχισε να το θέτει σε εφαρμογή ο Ερντογάν. Ειδικά εναντίον τής χώρας μας, όπως είπα, ήσαν πάντα.

          • “Vatan; Ne Türkiye’dir Türklere, Ne Türkistan, Vatan; Büyük ve müebbet bir ülkedir; Turan.”

            Αυτό έγραψε ο Ζιγιά Γκιοκάλπ (Ziya Gökalp),ο κουρδικής καταγωγής πνευματικός ταγός του Κεμάλ.
            Φρονώ ότι αν ο Ατατούρκ δεν τόλμησε να προβεί σε διείσδυση προς τους τουρανικούς λαούς, είτε στρατιωτική, είτε πολιτική, αυτό ήταν κυρίως αποτέλεσμα ότι είχε ως φραγμό την ΕΣΣΔ. Τα σύνορα με την τελευταία ήταν το απόλυτο τείχος για κάθε κεμαλική επέκταση γενικώς προς τα ανατολικά (Αρμενία, Γεωργία, Αζερμπαϊτζάν κλπ). Αν δεν ήταν οι Σοβιετικοί, ο Καζίμ Καραμπεκίρ το 1920 πιθανόν να είχε καταλάβει ως και το Γερεβάν (ή Ερεβάν). Βεβαίως η ιστορία δεν γράφεται με υποθέσεις, όμως οι ιδεολογικές καταβολές του ίδιου του Κεμάλ περιλαμβάνουν επεκτατικές βλέψεις, δυσερμήνευτες και θολές, αλλά όχι αμελητέες.

          • Δεν καταλαβαίνω τουρκικά και δεν ξέρω τι θα πει αυτό που γράφεις στην πρώτη παράγραφο. Όσον αφορά στο τι είπε ο Κεμάλ, μπορείς να διαβάσεις εδώ. Για τα υπόλοιπα, μόνον εικασίες μπορούμε να κάνομε.

  2. “Τελικά οι φόβοι της Αθήνας βγήκαν αληθινοί αφού κατέληξε να δεχθεί την επίθεση µέσω του αλβανικού εδάφους από την Ιταλία”

    Και μέσω τού βουλγαρικού από την Γερμανία, η οποία παραχώρησε στην Βουλγαρία ελληνικά εδάφη..

  3. Επισκέπτης:

    Στα αγγλικά:
    “For the Turks, Fatherland means neither Turkey, nor Turkestan; Fatherland is a large and eternal country–Turan!”
    Αποπειρώμαι μετάφραση στα ελληνικά:
    “Για τους Τούρκους, πατρίδα δεν σημαίνει ούτε Τουρκία, ούτε Τουρκιστάν. Πατρίδα είναι μία μεγάλη και αιώνια χώρα, το Τουράν!”
    (ο στίχος γράφηκε το 1911)

    https://en.wikipedia.org/wiki/Ziya_G%C3%B6kalp

    Ο Γκιοκάλπ έγραψε το θεμελιώδες έργο του κεμαλισμού “Αρχές Τουρκισμού”.
    Περί παντουρκισμού στο έργο του Γκιολάπ, αξίζει να διαβάσει κανείς το παρακάτω, περίπου στην σελ. 496:

    https://thesis.ekt.gr/thesisBookReader/id/23916?lang=el#page/506/mode/2up

    Τέλος πάντων δεν κατάλαβα αν διαφωνούμε σε κάτι επί της ουσίας και προς τι η αναζήτηση αυτής της ακριβολογίας. Εάν βάσει πολιτικών ορισμών η κεμαλική πολιτική δεν περιλαμβάνει επεκτατισμό, έστω, ας είναι έτσι, δεν έχω λόγο να επιμείνω για το αντίθετο. Κατά τα λοιπά, υποθέτω ότι δεν διαφωνείς με τον χαρακτηρισμό του Κεμάλ ως σφαγέα των Ελλήνων, των Αρμενίων και των Ασσυρίων. Αν ωστόσο έχεις κάποια άλλη οπτική για το θέμα, ευχαρίστως θα ήθελα να τη μάθω.

    • Ευχαριστώ για την μετάφραση. Δεν νομίζω ότι διαφωνούμε πάνω σε κάτι ουσιαστικό. Όσο για το σφαγέας, πώς να διαφωνήσω αφού το γράφω στο σχόλιό μου February 8, 2023 At 12:22 pm; Εκτός των αναφερομένων, έσφαξε και τούς Χαλδαίους. Τούς Κούρδους, πρώτα τούς προσεταιρίστηκε και τούς έβαλε να σφάξουν εμάς και μετά τούς έσφαζε κι αυτούς. Είπαμε, έπρεπε να φτιαχτεί τουρκικό έθνος!

      • Πράγματι το είχες αναφέρει σε προηγούμενο σχόλιό σου και κακώς δεν το συγκράτησα. Και επίσης έχεις δίκιο για τους Χαλδαίους. Σαφώς και συμφωνούμε λοιπόν.
        Η ουσία βρίσκεται στην τελική σου διατύπωση. Οι σημερινοί Τούρκοι είναι ένα φτιαχτό έθνος. Έχουν άραγε μέλλον ως ομογενοποιημένο έθνος ή οι καταχωνιασμένες επιμέρους εθνικές καταβολές θα αναδυθούν κάποια στιγμή; Άγνωστον…
        Εμείς βέβαια ως Έλληνες ας μην επαναπαυόμαστε με την ελπίδα ότι η Τουρκία θα διαλυθεί από μόνη της (δυστυχώς κυκλοφορούν πολλές τέτοιες εκτιμήσεις, τοποθετημένες σχεδόν στα επίπεδα της χρησμολογίας). Ο τούρκικος επεκτατισμός είναι παρόν.

        • Συμφωνώ απολύτως. Η διάλυση τής Τουρκίας κυκλοφορεί ακόμη πολύ και μάλιστα με … “προφητείες” γερόντων, αλλά αυτό, αν δεν είναι αφελές, είναι ύποπτο. Καλλιεργεί στον Νεοέλληνα την απραξία. Αφού ο Θεός θα μεριμνήσει για όλα, εμείς γιατί να κάνομε κάτι; Είναι το ίδιο με κείνα τα τρισάθλια παρηγορητάρια που κυκλοφορούσαν μετά την Άλωση τής Πόλης και που διαβεβαιώναμε εμείς … την Παναγία ότι πάλι με χρόνια (δεν … λέγαμε έστω κατά προσέγγιση πόσα) με καιρούς και παρόμοιες φαιδρότητες.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
30,900ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
- Advertisement -

Τελευταία Άρθρα