Τι μπορούν να κάνουν οι κεντρικές τράπεζες στην αντιμετώπιση της παρούσας υγειονομικής κρίσης;

1/4/20 | 0 | 0 | 737 εμφανίσεις

Μωϋσής Σιδηρόπουλος

Καθηγητής Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Η υγειονομική κρίση που έχει προκληθεί από την πανδημία του κορονοϊού,  σε συνδυασμό με μια χρηματοπιστωτική κρίση  την οποία θα μπορούσε να εμβαθύνει, εγείρει φόβους για μια παγκόσμια ύφεση.

Πιο συγκεκριμένα, στην ευρωζώνη, διαφαίνεται ότι η παρούσα υγειονομική κρίση θα οδηγήσει σε ύφεση το 2020. Είναι δύσκολο σήμερα να προβλέψουμε ποιος θα είναι ο ρυθμός ύφεσης, αλλά μπορεί να εκτιμηθεί μεταξύ – 2% και – 5%. Όλες οι χώρες της ευρωζώνης θα απαιτηθεί να αυξήσουν τις δημόσιες δαπάνες τους ακολουθώντας γενναίες επεκτατικές δημοσιονομικές πολιτικές, με σαφή στόχο την αποφυγή πτώχευσης πολλών επιχειρήσεων, μετατοπίζοντας στο μέλλον ή και ακυρώνοντας την φορολόγησή τους, ή ακόμα αναλαμβάνοντας το βάρος ενός μέρος των μισθών τους και ενδεχομένως την ανακεφαλαιοποίηση ευάλωτων στην παρούσα κρίση επιχειρήσεων.

Στο στάδιο που βρισκόμαστε, και έχοντας επίσης η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναστείλει τους σφικτούς της δημοσιονομικούς κανόνες σταθερότητας, θα μπορούσαμε να εκτιμήσουμε ότι τα δημόσια ελλείμματα των κρατών θα αυξηθούν κατά 2 έως 3 μονάδες του ΑΕΠ. Ως εκ τούτου, η Γερμανία θα έχει ένα δημόσιο έλλειμμα από 2 έως 3% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ) της, ενώ στη Γαλλία, στην Ισπανία και την Ιταλία το δημόσιο έλλειμμα θα φθάσει από 4 έως 5 μονάδες. Αλλά εάν η κρίση αποδειχθεί πολύ μεγαλύτερη και πιο σοβαρή από ό, τι αναμένεται σήμερα, τα ελλείμματα αυτά θα είναι σίγουρα ακόμη υψηλότερα.

Κατά συνέπεια, όπως και το 2010, η προοπτική αυτή κινδυνεύει και πάλι να οδηγήσει σε μια κρίση δημόσιου χρέους τις πιο ευάλωτες οικονομίες των χωρών μελών της ευρωζώνης. Και πράγματι, μόνον με την αναμονή μιας τέτοιας αύξησης των δημοσίων ελλειμμάτων, τα μακροπρόθεσμα επιτόκια του δημόσιο χρέος της Ιταλίας πήγαν από το 1% σε σχεδόν 3%, ενώ στην Ελλάδα από το 1% σε σχεδόν 5%.

Στο περιβάλλον αυτό, και ενώ έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις για την αντιμετώπιση των συνεπειών της κρίσης, μεταξύ των οποίων η πλέον αξιόπιστη που έχει προταθεί να είναι αυτή του «αμοιβαίου ευρωπαϊκού ομολόγου» ή  ευρωομολόγου (ή “coronabonds”), ωστόσο, η απάντηση της ευρωζώνης στην κρίση ήταν και παραμένει προς το παρόν πρωτίστως μια απάντηση μέσω της νομισματικής της πολιτικής.

Το ερώτημα που όμως εύλογα τίθεται σήμερα είναι: τι παραπάνω μπορούν να κάνουν οι κεντρικές τράπεζες, και ειδικά η ΕΚΤ, εν όψη της παρούσας υγειονομικής κρίσης;

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι : πολύ λίγα πράγματα, εάν οι κεντρικές τράπεζες αρκεστούν μόνον στο να ανανεώσουν (έστω και στο πολλαπλάσιο) τα εργαλεία της νομισματικής τους πολιτικής των τελευταίων δέκα ετών. Αντίθετα, οι κεντρικές τράπεζες μπορούν να κάνουν πολλά,  εάν αλλάξουν τα εργαλεία της νομισματικής τους πολιτικής και συντονίσουν τις ενέργειές τους αφενός μεταξύ τους και αφετέρου με τα κράτη τους.

Μετά την χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, οι κεντρικές τράπεζες βρίσκονται στο τιμόνι: καθόρισαν πρώτα τα επιτόκια στο επίπεδο μηδέν και στη συνέχεια άρχισαν να αγοράζουν χρηματοπιστωτικούς τίτλους, ιδίως κρατικά ομόλογα, αυξάνοντας όλο και πιο πολύ τις ποσότητες. Ανταποκρινόμενες στις πιθανές οικονομικές και χρηματοπιστωτικές συνέπειες της πανδημίας του Covid-19, οι κεντρικές τράπεζες έχουν κάνει βήματα που είχαν ήδη ενεργοποιήσει ως απάντηση στην χρηματοπιστωτική κρίση του 2007-2008. Εν ολίγοις, τα μηδενικά επιτόκια και, πάνω από όλα, οι αγορές τίτλων στις χρηματοπιστωτικές αγορές, οι οποίες, παρόλο που έγιναν και πιο μαζικές, υπό τις παρούσες συνθήκες, δεν θα μπορέσουν να κάνουν σχεδόν τίποτα για να στηρίξουν την πραγματική οικονομία!

Για παράδειγμα, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) και η Τράπεζα της Αγγλίας θεώρησαν ότι ενέργησαν δυναμικά, με τη μείωση κατά 0,5 ή 1 πόντο του επιτοκίου. Οι αγορές αντέδρασαν θετικά καταρχάς αλλά και πάλι υπέστησαν καθίζηση. Η ΕΚΤ, η οποία δεν διέθετε το ίδιο περιθώριο ελιγμών, με βασικό επιτόκιο ανα-χρηματοδότησης ήδη κοντά στο 0%,  μείωσε κατά κάποιο τρόπο, το κόστος της ανα-χρηματοδότησης των τραπεζών, στις 12 Μαρτίου, επιδοτώντας τες για να μπορέσουν να διατηρήσουν το επίπεδο των πιστώσεών τους στην οικονομία. Οι ευρωπαϊκές αγορές δεν «χαλάρωσαν» σχεδόν καθόλου, αλλά αντίθετα, μόλις οι ανακοινώσεις έγιναν γνωστές, αυτές βυθίστηκαν και πάλι. Τα μηδενικά επιτόκια, τα οποία δεν κατάφεραν να τονώσουν τις επενδύσεις κατά την περίοδο της «αποθεραπείας» των οικονομιών μετά από την κρίση των subprimes, θα καταγράψουν δυστυχώς ακόμα πιο πενιχρά αποτελέσματα εν μέσω μιας επιδημίας η οποία θα παραλύσει τόσο την προσφορά των επιχειρήσεων όσο και τη ζήτηση των νοικοκυριών.

Ωστόσο, οι κεντρικές τράπεζες επέκτειναν τη δράση τους με νέα προγράμματα αγοράς τίτλων (ιδίως ομολόγων) στις χρηματοπιστωτικές αγορές με στόχο να διευκολύνουν τη χρηματοδότηση με χαμηλότερα επιτόκια τη δημοσιονομική δράση ορισμένων κρατών, αλλά και ιδιωτών, καθησυχάζοντας τις αγορές και στηρίζοντας τις οικονομίες στη διάρκεια της πανδημίας.  Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΚΤ χρειάστηκε να επαναλάβει δύο φορές το ίδιο εγχείρημα. Καθώς, η ανακοίνωση στις 12 Μαρτίου της αγοράς πρόσθετων τίτλων ποσού 120 δισ. Ευρώ, δεν προκάλεσε τα αναμενόμενα αποτελέσματα στις χρηματιστηριακές αγορές της Ευρωζώνης και διεύρυνε τα spreads μεταξύ των επιτοκίων του κρατικού (δημόσιου) δανεισμού, χρειάστηκε μια δεύτερη ανακοίνωση ενός επείγοντος και πολύ πιο φιλόδοξου σχεδίου αγοράς τίτλων.  Έτσι, η ΕΚΤ ανακοίνωσε στις 18 Μαρτίου τη δημιουργία ενός νέου προγράμματος αγοράς ομολόγων με ανώτατο ποσό 750 δισ. Ευρώ στο πλαίσιο του οποίου «θα μπορούσε να αγοράσει συγκεκριμένα τα δημόσια χρέη των ευάλωτων χωρών των οποίων το δημόσιο χρέος θα αυξηθεί σημαντικά», ενώ το προηγούμενο πρόγραμμα διευκόλυνσης της ρευστότητας (ή «ποσοτικής χαλάρωσης») την υποχρέωνε να αγοράζει τα χρέη όλων των χωρών σύμφωνα με τους συντελεστές στάθμισης που αντιστοιχούν στη συμμετοχή τους στο κεφάλαιο της ΕΚΤ . Αυτό είχε ως αποτέλεσμα άμεση μείωση των επιτοκίων των χωρών της περιφέρειας της ευρωζώνης (το επιτόκιο της Ιταλίας υποχώρησε στο 1,5%).

Αυτή η αντίδραση της ΕΚΤ μπορεί να χαρακτηριστεί ως μια «νομισματική αλληλεγγύη», δεδομένου ότι οι ευρωπαϊκές χώρες έχουν δεχθεί ότι η ΕΚΤ μπορεί να ρευστοποιεί ορισμένα δημόσια χρέη. Αλλά αυτό για πόσο καιρό; Τι θα συμβεί όταν οι αγορές συνειδητοποιήσουν την απότομη αύξηση του δημόσιου χρέους των χωρών  που, αν δεν διαγραφούν σε ένα τελικό σχέδιο έκτακτης ανάγκης, θα οδηγήσουν την ευρωζώνη σε μια νέα κρίση χρέους; Παράλληλα, όσον αφορά τον συντονισμό των κεντρικών τραπεζών, αυτός παραμένει πολύ ανεπαρκής. Αυτό που παρουσιάστηκε ως «συντονισμένη δράση» την Κυριακή 15 Μαρτίου δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια συμφωνία ανταλλαγής μεταξύ της Fed και των ομολόγων της, έτσι ώστε οι τελευταίες να μπορούν να παρέχουν δολάρια εκτός από το νόμισμά τους που οι εμπορικές τους τράπεζες ενδέχεται να στερούνται. Και πάλι, τίποτα το νέο: χρησιμοποιήθηκε επίσης κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης 2007-2008, με κάποια αποτελεσματικότητα στην περίπτωση αυτή. Αλλά αυτό δεν είναι ικανό να ανατρέψει τις προσδοκίες της αγοράς.

Με βάση τα παραπάνω στοιχεία, θα μπορούσαμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι οι κεντρικές τράπεζες δεν μπορούν να κάνουν και πολλά πράγματα για να αμβλυνθούν τις επιπτώσεις ενός οικονομικού σοκ που οφείλεται σε μια υγειονομική κρίση όπως αυτή της πανδημίας Covid-19. Ωστόσο, γνωρίζουμε ότι οι κεντρικές τράπεζες έχουν την δυνατότητα (που κανένα άλλο θεσμικό όργανο δεν έχει) να ενεργούν παρέχοντας τελική ρευστότητα δημιουργώντας χρέη στον εαυτό τους και όχι στους φορολογούμενους. Κάτι τέτοιο, με κανέναν τρόπο, δεν αποκλείει τα κράτη και τον προϋπολογισμό τους από τη διαχείριση της παρούσας κρίσης, αλλά υποθέτει ότι οι κεντρικές τράπεζες μπορούν να παρέχουν άμεση στήριξη.

Συγκεκριμένα, ο μηχανισμός της προσφοράς «χρήματος  ελικόπτερου» είναι περισσότερο από ποτέ μία από τις λύσεις στις οποίες θα μπορούν να στραφούν τα κράτη για να στηρίξουν ενεργά τις οικονομίες τους μπροστά σε αυτό το σοκ που απειλεί να τις αφανίσει. Η παροχή χρημάτων απευθείας στους καταναλωτές, χωρίς να γίνεται τραπεζική πίστωση, είναι η αρχή του «χρήματος ελικοπτέρου». Σύμφωνα με την περιγραφή του Milton Friedman το 1969 (“ας φανταστούμε ότι μια μέρα ένα ελικόπτερο πετά πάνω από μια κοινότητα και μοιράζει  τραπεζογραμμάτια 1000 δολαρίων”), αυτό συνεπάγεται τη δημιουργία χρήματος από την κεντρική τράπεζα μιας χώρας και τη διανομή του απευθείας στους πολίτες. Η ιδέα αυτή, η οποία φαινόταν μακρινή πριν από μερικά χρόνια, συζητείται τώρα πολύ σοβαρά.

Αντί να εισάγονται τα χρήματα αυτά στο χρηματοπιστωτικό κύκλωμα, ελπίζοντας ότι οι τράπεζες θα επιφέρουν τα επιθυμητά αποτελέσματα, δεν θα ήταν προτιμότερο να τα καταβάλλονται απευθείας στους πολίτες; Ορισμένοι υποστηρίζουν σθεναρά την ιδέα αυτή, τονίζοντας ότι η «απίστευτη βαρβαρότητα» του παρόντος οικονομικού σοκ δικαιολογεί το να βρεθούν νέες λύσεις, όπως την “διανομή μετρητών απευθείας στους πολίτες και όχι μόνο στις επιχειρήσεις”.

Υπό αυτή την έννοια, το μέτρο που προτάθηκε από τον πρόεδρο Τράμπ και ψηφίσθηκε από το Κογκρέσο των Ηνωμένων Πολιτειών δεν είναι «χρήμα ελικοπτέρου” υπό την αυστηρή του έννοια, αφού τα χρήματα θα προέρχονται από τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό και όχι από την Federal Reserve (Κεντρική Τράπεζα). Ο Paul Tucker, υποδιοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας κατά τη διάρκεια της κρίσης του 2008, υποστηρίζει ότι το «χρήμα ελικοπτέρου» είναι δυνητικά χρήσιμο “αλλά δεν είναι μια απόφαση η οποία μπορεί να ληφθεί ελαφρά”. “Θα πρέπει να γίνει μόνο ως έσχατη λύση». Και πρέπει να είναι ξεκάθαρο ότι δεν μπορεί να είναι μόνιμη παρέμβαση. Διαφορετικά, ο κίνδυνος είναι ότι οι κυβερνήσεις θα το συνηθίσουν. Τελικά, ακόμα και αν η προοπτική φαίνεται πολύ απομακρυσμένη, αυτό μπορεί να οδηγήσει σε υπερπληθωρισμό.

Επίσης, ο Xavier Ragot, διευθυντής του Γαλλικού Παρατηρητηρίου Οικονομικής Συγκυρίας (OFCE), πιστεύει ότι «επί του παρόντος, το χρήμα ελικοπτέρου μπορεί να είναι μια καλή ιδέα», αλλά ότι η εφαρμογή του θα δημιουργήσει πολλά ερωτήματα, ξεκινώντας από αυτό της νομιμότητας της κεντρικής τράπεζας : Είναι υπέρ της χορήγησης – παραχώρησης των χρημάτων από την ΕΚΤ στα κράτη, τα οποία θα τα διανέμουν μέσω της δημοσιονομικής τους πολιτικής και σύμφωνα με τους δημοκρατικούς κανόνες. Τέλος, ο οικονομολόγος στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο των Βρυξελλών André Sapir, προσθέτει ότι “δεν είναι σαφές ότι αυτό το μέτρο είναι το σωστό για το είδος της κρίσης που αντιμετωπίζουμε”, διότι σήμερα, περισσότερο από τα νοικοκυριά, είναι οι επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν δυσκολίες. Πρόκειται επίσης για ένα μη αναδιανεμητικό μέτρο, καθώς, για παράδειγμα, ένας μισθωτός που έχει στερηθεί το εισόδημά του θα λάβει τον ίδιο βοήθημα με έναν ανώτερο διευθυντή.

Ωστόσο, όντας αντιμέτωποι με ένα διπλό σοκ τόσο από την πλευρά της προσφοράς όσο και από την πλευρά της ζήτησης, θα πρέπει να επεκταθεί ο μηχανισμό αυτός πέραν της μεταφοράς χρηματικών πόρων προς τα νοικοκυριά, στηρίζοντας την πλευρά της προσφοράς, ανακουφίζοντας τις επιχειρήσεις, όχι μόνο δίνοντάς τους πρόσβαση σε χαμηλότοκα δάνεια, αλλά και επιτρέποντας τους υπεραναλήψεις και αναβάλλοντας τις φορολογικές τους προθεσμίες ή κοινωνικές επιβαρύνσεις και αντισταθμίζοντας το έλλειμμα τους, τουλάχιστον για τον χρόνο του περιορισμού κυκλοφορίας και της καραντίνας.

Οι κεντρικές τράπεζες μπορούν να το κάνουν καλύτερα από τα κράτη, μεταφέροντας «νόμισμα κεντρικής τράπεζας» που δεν θα επιβαρύνει τα δημόσια οικονομικά. Αν οι κεντρικές τράπεζες αρνούνται να το πράξουν, με τυφλό συντηρητισμό, θα πρέπει τουλάχιστον να εξετάσουν το ενδεχόμενο να διαθέσουν άμεσα το δικαίωμα τους δημιουργίας «νομίσματος κεντρικής τράπεζας» στα κράτη, έτσι ώστε η διαχείριση αυτής της άνευ προηγουμένου κρίσης να μην επιβαρύνει τα δημόσια οικονομικά. Στην περίπτωση αυτή, δεν πρόκειται για αγορά των χρεογράφων του δημοσίου, αλλά για την απευθείας μεταφορά «νομίσματος κεντρικής τράπεζας» χωρίς να περιμένουμε την εξόφληση, με την εγγραφή στο ενεργητικό της κεντρικής τράπεζας ενός είδους «διηνεκούς» δανείου για ένα ποσό και μια διάρκεια που θα καθορίζεται σε συνεννόηση με τα κράτη. Η μεταφορά «νομίσματος κεντρικής τράπεζας» σε επιχειρήσεις και σε νοικοκυριά θα μπορούσε να οδηγήσει στον ίδιο λογιστικό χειρισμό.

Και αν, για να γίνει αυτό, οι συμβάσεις πρέπει να τροποποιηθούν, ας γίνει! Η στιγμή είναι τόσο κρίσιμη, ώστε μια μη συμβατική δράση είναι αναγκαία ως μια εξαιρετική απάντηση σε μια εξαιρετική κατάσταση.

 

Category: Διπλωματία, Κυριο Θεμα

Leave a Reply

 characters available

 


Το σχόλιο της ημέρας

    Η είδηση που δημοσιεύει το ιστολόγιο της Deutsche Welle στα ελληνικά λέει πως η Γερμανική προεδρία θέλει να εμβαθύνει το διάλογο με την Τουρκία. Ο διάλογος, γενικώς, είναι καλός. Μπορεί να λύσει προβλήματα και να εκτονώσει εντάσεις. Για την Ελλάδα, ...

Ροή Ειδήσεων


Εορτολόγιο

Φωτογραφία της ημέρας