
πηγή:εφημερίδα “Θεσσαλονίκη”
Του Παντελή Σαββίδη
Ο αιφνίδιος θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη και η διαμάχη για τη συναυλία του Αντώνη Ρέμου μπροστά στο άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου στη Θεσσαλονίκη μοιάζουν, εκ πρώτης όψεως, δύο ασύνδετα γεγονότα. Το πρώτο αφορά το συλλογικό πένθος για έναν δημοφιλή τραγουδιστή. Το δεύτερο τα όρια χρήσης ενός δημόσιου μνημείου. Συνδέονται, όμως, από ένα κοινό νήμα: τη δύναμη των συμβόλων. Οι κοινωνίες δεν κινητοποιούνται μόνο γύρω από συμφέροντα και ιδέες. Κινητοποιούνται επίσης γύρω από πρόσωπα, τραγούδια, τόπους και εικόνες στα οποία αναγνωρίζουν ένα κομμάτι του εαυτού τους.
Στην πολιτική και κοινωνική κοινωνιολογία «φαινόμενο» δεν είναι απλώς κάποιος πολύ γνωστός. Είναι ένα πρόσωπο ή γεγονός που ξεπερνά τα όρια της συνηθισμένης δημοσιότητας, κινητοποιεί μαζικά συναισθήματα και γίνεται καθρέφτης συλλογικών αναγκών. Ο Μαζωνάκης απέκτησε αυτή τη θέση επειδή για μεγάλο μέρος του κοινού έγινε οικείο πρόσωπο, σχεδόν μέλος μιας διευρυμένης λαϊκής οικογένειας.
Προσωπικά, δεν γνώριζα αυτή τη σχέση. Όπως, υποθέτω, δεν τη γνώριζαν πολλοί από όσους δεν ανήκαν στο κοινό του. Τη συνειδητοποιήσαμε μετά τον θάνατό του, βλέποντας την έκταση της συγκίνησης και μαθαίνοντας πλευρές της προσωπικότητάς του που μας ήταν άγνωστες.
Ορισμένοι, ωστόσο, από εκείνους που τον αγαπούσαν επιτέθηκαν με μεγάλη δριμύτητα σε όσους δήλωσαν ότι δεν τον γνώριζαν, παρότι λυπήθηκαν από τον θάνατό του και συγκινήθηκαν από όσα έμαθαν αργότερα γι’ αυτόν. Η αντίδραση είναι ίσως ανθρώπινα εξηγήσιμη, αλλά δεν είναι δικαιολογημένη. Το πένθος δεν μπορεί να μετατρέπεται σε εξέταση αυθεντικότητας ούτε η αγάπη σε απαίτηση καθολικής αναγνώρισης. Δεν είναι υποχρεωμένοι όλοι να γνωρίζουν έναν καλλιτέχνη, όσο σημαντικός και αν υπήρξε για το κοινό του. Και η λύπη δεν είναι λιγότερο ειλικρινής επειδή γεννήθηκε εκ των υστέρων.
Η λαϊκή αγρυπνία που οργανώθηκε για τον Μαζωνάκη έδειξε ότι το πένθος είχε υπερβεί τον στενό κύκλο των συγγενών και των συνεργατών του. Η λέξη «αγρυπνία» έχει ιδιαίτερο βάρος: συνδέει τη λαϊκή κουλτούρα με το θρησκευτικό τελετουργικό.
Οι άνθρωποι συγκεντρώθηκαν για να μείνουν μαζί απέναντι στην απώλεια, να τραγουδήσουν, να προσευχηθούν και να μετατρέψουν το ατομικό σοκ σε κοινή εμπειρία.
Αυτό θυμίζει τη «συλλογική έξαρση» του Εμίλ Ντυρκέμ. Στις τελετές το κοινό συναίσθημα ενισχύεται επειδή βιώνεται ταυτόχρονα από πολλούς. Η συγκίνηση περνά από άνθρωπο σε άνθρωπο και το πλήθος αισθάνεται προσωρινά σαν ενιαίο σώμα. Η αγρυπνία ήταν ένας τρόπος να αποκτήσει μορφή το πένθος, σε μια εποχή κατά την οποία οι παραδοσιακοί δεσμοί έχουν αδυνατίσει και οι άνθρωποι αναζητούν νέες τελετουργίες κοινότητας.
Σε αυτό το πλαίσιο αποκτά νόημα και η σχέση του τραγουδιστή με το Άγιον Όρος. Ο Μαζωνάκης είχε επισκεφθεί τον Άθω και, σε μία από τις επισκέψεις του, εμφανίστηκε να μαγειρεύει στην κουζίνα μονής. Δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε τη βαθύτερη πίστη ενός ανθρώπου από δημόσιες εικόνες. Μπορούμε, όμως, να παρατηρήσουμε ένα ευρύτερο μοτίβο: καλλιτέχνες της νυχτερινής διασκέδασης προσφεύγουν συχνά στο Άγιον Όρος ή σε άλλα θρησκευτικά καταφύγια. Υπήρξαν ακόμη και περιπτώσεις ανθρώπων του θεάματος που έγιναν μοναχοί.
Ο κόσμος της πίστας χαρακτηρίζεται από έκθεση, θόρυβο, χειροκρότημα και διαρκή επιβεβαίωση. Το μοναστήρι αντιπροσωπεύει τη σιωπή, την ανωνυμία, την πειθαρχία και την απομάκρυνση από το βλέμμα του κοινού. Για τον διάσημο καλλιτέχνη μπορεί να λειτουργεί ως προσωρινή έξοδος από τον ρόλο που είναι υποχρεωμένος να παίζει. Πρόκειται για έναν μεταιχμιακό χώρο —όπως θα έλεγε ο ανθρωπολόγος Βίκτορ Τέρνερ— όπου η συνηθισμένη κοινωνική ταυτότητα αναστέλλεται και ο άνθρωπος αναζητεί επανασύνδεση με κάτι βαθύτερο.
Η λαϊκή αγρυπνία και η αναφορά στο Άγιον Όρος συναντώνται έτσι στο ίδιο σημείο. Αποκαλύπτουν ότι το λαϊκό τραγούδι στην Ελλάδα δεν είναι μόνο βιομηχανία ψυχαγωγίας. Ακουμπά τη θρησκευτικότητα, το μοιρολόι, την εξομολόγηση και την ανάγκη λύτρωσης. Ο λαϊκός τραγουδιστής γίνεται φορέας ενός δημόσιου πόνου: τραγουδά όσα το κοινό δυσκολεύεται να πει με δικά του λόγια.
Υπάρχει και ιστορικό βάθος σε αυτή τη λειτουργία. Στην αρχαία τραγωδία η πόλη συγκεντρωνόταν για να δει επί σκηνής τον πόνο, την ύβρη και την απώλεια. Όταν ο Φρύνιχος παρουσίασε τη «Μιλήτου Άλωσιν», οι Αθηναίοι ξέσπασαν σε κλάματα, επειδή τους υπενθύμισε την πρόσφατη καταστροφή της συγγενικής Μιλήτου από τους Πέρσες — μια συμφορά που αισθάνονταν και ως δική τους. Χωρίς να εξισώνουμε το λαϊκό τραγούδι με την αρχαία τραγωδία, αναγνωρίζουμε μια κοινή κοινωνική λειτουργία: η σκηνή μετατρέπει τον ιδιωτικό πόνο σε κοινό βίωμα.
Τα μέσα ενημέρωσης και τα κοινωνικά δίκτυα μεγέθυναν ασφαλώς το φαινόμενο. Αυτό δεν σημαίνει ότι το πένθος ήταν κατασκευασμένο. Πιο σωστά θα μιλούσαμε για «μεσοποιημένο συλλογικό πένθος»: αυθεντικό συναίσθημα, το οποίο τα μέσα συγκεντρώνουν, οργανώνουν και κάποτε εμπορευματοποιούν. Χρειάζεται να ξεχωρίζουμε την κοινότητα που θρηνεί από τη βιομηχανία που μετατρέπει τον θρήνο σε αδιάκοπο τηλεοπτικό περιεχόμενο.
Η συναυλία του Αντώνη Ρέμου, τώρα, μπροστά στο άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου έθεσε ένα διαφορετικό ερώτημα: πρέπει τα μνημεία να μένουν «στη ναφθαλίνη» ή να συμμετέχουν στη ζωντανή πόλη; Η απάντηση δεν μπορεί να είναι η απαγόρευση κάθε σύγχρονης δραστηριότητας. Τα μνημεία που αποκόπτονται από την καθημερινότητα κινδυνεύουν να γίνουν αόρατα από υπερβολικό σεβασμό.
Άλλο, όμως, μια εκδήλωση δίπλα σε ένα μνημείο και άλλο η μετατροπή του σε σκηνικό εξάρτημα. Η αρχική εγκατάσταση περιέβαλλε το άγαλμα και το ενέτασσε οπτικά στη σκηνογραφία. Μετά τις αντιδράσεις, το στήσιμο άλλαξε. Ένα αυτοτελές έργο τέχνης και ισχυρό ιστορικό σύμβολο κινδύνευε να γίνει φόντο εμπορικού θεάματος.
Οι πολιτιστικές εκδηλώσεις μπορούν να συνομιλούν με τα μνημεία, αρκεί να προστατεύουν την υλική τους ακεραιότητα και να διατηρούν την ορατότητα και την αισθητική τους αυτονομία. Ο δημόσιος χώρος ανήκει στη ζωντανή κοινωνία, αλλά δεν είναι διαθέσιμος χωρίς όρους σε κάθε εμπορική χρήση.
Ο Μαζωνάκης έγινε, μεταφορικά, ένα μνημείο χωρίς μάρμαρο, μέσα από τη φωνή και τη στάση του και τις μνήμες που επένδυσε σε αυτήν το κοινό. Το άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου είναι υλικό μνημείο, αλλά και η δική του δύναμη πηγάζει από τα συναισθήματα που κινητοποιεί. Και στις δύο περιπτώσεις η κοινωνία υπερασπίζεται κάτι που αισθάνεται δικό της.



Συμφωνώ. Τον ίδιο τον Μαζωνάκη δεν τον ήξερα ως τραγουδιστή, καθότι εντελώς άμουσος.
Αλλα θέλω να μεταφέρω και κάποια εμπειρία που με έχει στοιχειώσει.
Όταν πέθανε ο Καζαντζιδης, είχα πάρει ένα ταξί στην Πατησίων, για επαγγελματική δουλειά. Όταν φτάσαμε στο ύψος Χαλκοκονδύλη, τα ραδιόφωνα μετέδωσαν τον θάνατο. Τότε για πρώτη και μοναδική φορά στην ζωή μου, μου σηκώνεται η τρίχα ακόμη και σήμερα, άκουσα έναν θρήνο να βγαίνει από όλη την Πατησίων. Ακινητοποιήθηκαν τα αμάξια, οι πεζοί, όλα μα όλα, και έβγαινε μια βοή, λες και ξεσκιζόντουσαν τα σωθικά του πλήθους.
Από την πλευρά μου, πάλι, νομίζω πως περισσότερο πρέπει να μας προβληματίσει η παρέμβαση της Αφροδίτης Μάνου.
https://www.facebook.com/permalink.php?story_fbid=4504164276528836&id=100008059247161
https://www.facebook.com/permalink.php?story_fbid=4505657509712846&id=100008059247161
Την οποία όλοι έσπευσαν ασμένως να καταδικάσουν, μην κατανοώντας ενδεχομένως ότι δεν στρεφόταν κατά του τεθνεώτος, αλλά στηλίτευε το κατάντημα μιας κοινωνίας, που κάποτε ετέρπετο με Χατζιδάκι, Ξαρχάκο, Θεοδωράκη και τώρα ακούει “καψουροτράγουδα” και… “τραπ”!
Στο ίδιο μήκος κύματος ήταν το – λησμονημένο πια – τραγούδι του Σαββόπουλου για τους… “τσιφτετέλληνες” (του 1989).
https://www.youtube.com/watch?v=NeMM7bJ9ppU
Ενώ ο προφητικός Κ. Καββαθάς ακόμη νωρίτερα είχε καυτηριάσει την σύγχρονη ανεμελιά μας, που μας έστρεφε στην ενασχόληση με τα κατά Ε. Γιαννόπουλο “πολιτιστικά κέντρα”, αντί να μας απασοχλεί πώς θα καταφέρουμε να συμβαδίσουμε με την πρωτοπορία της επιστήμης και της τεχνολογίας (άρθρο “Το σύνδρομο του Μητροπάνου και η επίδρασή του στον ελλαδικό χώρο”, στην “Πτήση & Διάστημα” των μηνών Ιουλίου-Αυγούστου 1983).
Δυστυχώς δεν μπορώ να αναρτήσω ολόκληρο το – προφητικό – άρθρο του Καββαθά, καθώς το έχω σε έντυπη μορφή και δεν υπάρχει κάπου ψηφιοποιημένο, αντιγράφω μόνο ένα μέρος του, κάτωθι, ενδεικτικό του πνευματός του.
Με σκυμμένο το κεφάλι παρακολουθεί κανείς την ΑΡΠΑΓΗ του πολύτιμου χρόνου από τη νεολαία, αλλά και από τους πολίτες της Ελλάδας που δεν λικνίζονται όταν ακούνε τον Αγγελόπουλο ή τον Μητροπάνο και που δεν εκστασιάζονται στα σανίδια των “σκηνών” που στήνονται σε πόλεις και χωριά.
Αντί ο χρόνος να διατίθεται για τη ΜΟΡΦΩΣΗ του κόσμου, αντί οι κινηματογραφικές μηχανές των εξωτερικών συνεργείων να σκοπεύουν τα πρόσωπα των ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΩΝ δημιουργών, των επιστημόνων και των ερευνητών, των ερευνητών και πραγματικών καλλιτεχνών (ποιός θα ξεχάσει ποτέ τη σειρά των συνεντεύξεων του Ρουμπινστάιν στην τηλεόραση) ολόκληρο το ΣΥΣΤΗΜΑ σκοπεύει το πρόσωπο του Αγγελόπουλου και της ξανθιάς ύπαρξης που τον συνοδεύει και τα μικρόφωνα μεταφέρουν σ’ ολόκληρη τη χώρα τους μελιστάλλακτους λαρυγγισμούς του ‘τραγουδιών’ που μιλάνε για “κακούργες κενονίες” και “εγκαταλειμένες μανούλες” και διάφορα άλλα ασήμαντα πράγματα.
…
Κανείς δεν ασχολείται ΣΟΒΑΡΑ με τα προβλήματα της παιδείας, των επιστημών, της τεχνολογίας, του περιβάλλοντος.
…
Η Ελλάδα δεν είναι όμως μόνο Μητροπάνος και Αγγελόπουλος και φεστιβάλ. Είναι και οι Έλληνες επιστήμονες που εργάζονται στο πρόγραμμα ‘Δελφοί’ (και που δεν έχουν λεφτά να ταξιδέψουν στο εξωτερικό), είναι και οι ερευνητές που δουλεύουν στο CERN (από το οποίο ΠΑΡΑΛΙΓΟ να αποχωρήσει η Ελλάδα, σίγουρα διότι ο “αρμόδιος” θα νόμιζε ότι εκεί κατασκευάζονται… ατομικές βόμβες), είναι και οι άνθρωποι που δουλεύουν σιωπηλά στα εργαστήρια των Πολυτεχνείων και των Πανεπιστημίων, χωρίς να ξοδεύουν τον καιρό τους σε ατελείωτες συζητήσεις για το υπαρξιακό πρόβλημα του… φαραμπούντο μαρτί!
Ο 21ος αιώνας πλησιάζει και μαζί του φέρνει τη θύελλα μιας αλλαγής, που όμοιά της έχει να δει ο πλανήτης από την εποχή που ανακαλύφθηκε η φωτιά.
…
Με λύπη μας λοιπόν βλέπουμε την Ελλάδα να προχωρεί κυριολεκτικά προς το στόμα του λύκου, προς το μάτι της καταιγίδας, λικνιζόμενη στα υπαίθρια θέατρα, ακούγοντας ανατολίτικους λαρυγγισμούς και παρακολουθώντας περιέργες εκπομπές στην τηλεόραση…
Προσυπογράφω (ανώνυμα, επιτρέψτε μου) και με πόνο καρδιάς τις απόψεις σας.
Συμφωνώ και με τον αρθογράφο στο ακροτελεύτιο σχόλιό του πως η “κοινωνία υπερασπίζεται κάτι που αισθάνεται δικό της”. Όμως, τι ακριβώς είναι αυτό που υπερασπίζεται; Και ποια η σημασία του για την επιβίωση του ελληνισμού; Είναι παρακμιακό δείγμα, είναι δείγμα βαθιάς αλλοτρίωσης αξιών, δίνει ελπίδα για το μέλλον, ή επιταχύνει το τέλος;
Προσωπικά με θλίβει. Έχω το προνόμιο ίσως της μακρόθεν ενατένισης: η Ελλάδα της νιότης μου, με όλα τα στραβά της, έχει αλλάξει προς το χειρότερο. Αν υπάρχει ο “Θεός της Ελλάδος” ίσως επιβιώσει, γιατί, αλλιώς, οι τεχνητοί ημίθεοι της κοινωνίας της την βυθίζουν κάθε μέρα και βαθύτερα.
«όπου η συνηθισμένη κοινωνική ταυτότητα αναστέλλεται και ο άνθρωπος αναζητεί επανασύνδεση με κάτι βαθύτερο»
Ἡ κοινωνικὴ ταυτότητα μπορεῖ νὰ εἶναι ἕνας ψευδὴς ἑαυτὸς φτιαγμένος ἀπὸ τὶς μόδες, τοὺς συμβιβασμούς, τὶς ἐπιρροές, τὸ νὰ εἶσαι ἀρεστός, τὸ νὰ λέγεσαι ἐπαναστάτης, προοδευτικός, τὸ νὰ αἰσθάνεσαι κάτι μέσα σὲ κάποιες ὁμαδοποιήσεις ἢ ἀντίθετα μὲ ἄλλες κλπ. Πῶς βρίσκεται ὁ ἀληθὴς ἑαυτός; Οἱ ψυχολόγοι μπορεῖ νὰ ἀπαντήσουν καί ἡ Ὀρθοδοξία γνωρίζει. Τί εἶναι ἡ ταυτότητα τοῦ ἀνθρώπου; Εἶναι τὸ μοναδικὸ ἀποτύπωμά του, οἱ ρίζες του, τὸ φῦλο του, τὰ ταλέντα του, τὰ ἔργα του, ἡ πορεία του. Εἶναι ὑπαρξιακὸ ζήτημα καὶ χωρὶς τὴν ἀκριβὴ ταυτότητά του δὲν μπορεῖ οὔτε νὰ ἐρωτευτεῖ πραγματικά. Ὁ ἔρωτας εἶναι ζήτημα ὑπαρξιακό, ἐκ Θεοῦ δοσμένο, τό ἀντίδωτο στήν μοναξιά. Ὁ Ὀδυσσέας στὶς περιπέτειές του ἀγωνιζόταν νὰ μὴν χάσει τὸν ἑαυτό του καὶ νὰ ξαναβρεῖ την Πηνελόπη.
Ἡ σύγχρονη κοινωνικὴ ταυτότητα εἶναι γεμάτη ἀποδομήσεις, ἀποδομήσεις φύλων, ἐθνοτήτων, συναισθημάτων, ἀξιῶν, θρησκειῶν, κοινωνικῶν κατακτήσεων.
Τὴν ἐποχὴ ποὺ ἔγραφε τραγούδια ὁ Μίκης Θεοδωράκης ὑπῆρχαν καὶ ἐρωτικὲς ἀνησυχίες καὶ κοινωνικὲς ἀνησυχίες καὶ ἔγραψε καὶ ἐρωτικὰ τραγούδια καὶ ἐπαναστατικά. Ὑπάρχει χῶρος καὶ γιὰ τὸν ἔρωτα καὶ γιὰ τὶς κοινωνικὲς ἀνησυχίες, τὸ ἕνα δὲν ἀναιρεῖ τὸ ἄλλο μάλιστα καὶ τὰ δύο ἐμπίπτουν στὴν κατηγορία τοῦ αὐθεντικοῦ. Καὶ τὰ δύο ἔχουν ὑμνηθεῖ ἀνὰ τοὺς αἰῶνες ἀπὸ μεγάλους ποιητές, μουσουργούς, συγγραφείς. Ἀλλὰ ὅπως ἡ ὁποιαδήποτε ἕλξη δὲν μπορεῖ νὰ χαρακτηρισθεῖ σὰν μεγάλος ἔρωτας, ἔτσι ἡ ὁποιαδήποτε `φτιαχτὴ ` καὶ ὄχι αὐθεντικὴ κινητοποίηση δὲν μπορεῖ νὰ δημιουργήσει ἱστορικὸ ἀποτύπωμα. Οἱ ἰνφλουένσερς κάθε εἴδους, τὰ τραγούδια καὶ οἱ ταινίες γραμμένα βάσει συνταγῶν, οἱ πολιτικὲς ποὺ στηρίζονται σὲ ἐπικοινωνιακὰ τεχνάσματα, τὸ ἐκπαιδευτικὸ σύστημα τῆς χώρας μας ποὺ δὲν στηρίζει πραγματικὴ μόρφωση παντὸς καιροῦ ἀλλὰ ἐπαγγελματικὴ προώθηση τῆς ἐποχῆς, ἀπομακρύνουν τὸν κόσμο ἀπὸ τὸ ἔνστικτό του. Ὁ ἀρχιτέκτων Δημήτρης Πικιώνης ἔχει πεῖ: «ἡ διάνοια δὲν ἐξαρκεῖ νὰ βρεῖ αὐτὸ ποὺ βρίσκει τὸ ἔνστικτο». Τὸ ἔνστικτο μπορεῖ νὰ φθάσει νὰ τὸ ἑρμηνεύσει ἡ κβαντικὴ φυσική, δὲν μπορεῖ νὰ τό `κατασκευάσει ` ἢ νὰ τὸ ὑποκαταστήσει μία μὴ φυσική.
Αὐτὸ τὸ βαθύτερο ποὺ ἀναζητᾶ ὁ ἄνθρωπος, αὐτὸ τό `ἀνήκω σὲ μένα καὶ στὸν ἑαυτό μου ` ποὺ τραγουδήθηκε ἀπὸ τὸν Μαζωνάκη, ὅπως καί ἡ μοναξιά πού ἐξέπεμπαν οἱ στίχοι, εἶναι ἀπό τούς λόγους ποὺ ἄγγιξαν τὸ κοινὸ αἴσθημα.
Ήταν σπουδαίος τραγουδιστής και ”τηλεπερσόνα ελληνιστί-”ο εν Χριστώ αδελφός Γεώργιος Μαζωνάκης και από μικρός ήταν ”παππαδάκι” , και όταν ”έπιασε πολλά λεφτά στα χέρια του” εισέφερε στα Φιλόπτωχα Ταμεία της Μητροπόλεως Νικαίας και του Ιερού Ναού Αγίας Τριάδος της Ενορίας του ,σωρός -η σωρός του – σε εκκλησία -Αγίας Τριάδος- αποβραδύς και εκεί τον προσκύνησαν και του άναψαν ένα κερί ”φίλοι και γνωστοί” -φυσικά χριστιανοί-.
Ο πρόωρος και περίεργος θάνατος του ,μαζί με το μεγάλο κοινό, που τον τίμησε εντυπωσίασε και τα ΜΜΕ και γιαυτό διέθεσαν περισσότερο του αναμενομένου χρόνου και μεγένθυναν την προσωπικότητά του.
Ίσως είναι η πρώτη φορά που ένας Μητροπολίτης -ο Νικαίας εδώ-εκφώνησε επικήδειο για καλλιτέχνη.
Στον κ. Ρέμο -τον δεξιό (τι τραβάνε οι δεξιοί), οφείλει χάριτες η Θεσσαλονίκη μας ,γιατί την προέβαλε ”σε όλο τον κόσμο ” και όσο για τις σκηνικές εγκαταστάσεις , που κάλυψαν το υπέροχο άγαλμα του Μεγάλου Έλληνος Μακεδόνος Αλεξάνδρου με τον ”υπομονετικό” Βουκεφάλα του ,την άδεια έδωσε ο Δήμος Θεσσαλονίκης -άνευ αντιλογίας στην αρχή – αλλά ”έκανε πίσω ” όταν ”τηον όρμησαν” οι φιλότεχνοι αριατεροπροδευτικοί φίλοι της και οι απανταχού αυτόκλητοι υπερασπιστές του Μ. Αλεξάνδρου .
Ο άνθρωπος-Μέγας Αλέξανδρος- έφτασε με όλους τους Έλληνες-πλην κάποιων-μέχρι την Ινδία.
Δύσκολα θα χάσει την υστεροφημία του επειδή τραγούδησε λαϊκά τραγούδια ο Μακεδόνας Ρέμος με την παρέα του .
ΛΙΓΗ ΨΥΧΡΑΙΜΙΑ ΑΔΕΡΦΙΑ.
Σταύρος Αθαν. Ναλμπάντης
¨Υπομονετικός ¨ ὁ Βουκεφάλας τό ἀτίθασο ἄλογο τοῦ Μεγαλέξανδρου δέν μοιάζει, ὑπομονετικός ὁ πασίγνωστος ´δεξιός ´ Ρέμος πού περίμενε 30 χρόνια γιά νά ΄προβάλει τήν Θεσσαλονίκη καί νά στήσει σκελετό στόν Μεγαλέξανδρο ΄, μπορεῖ. Ἤ μήπως ὄχι; Τά τραγούδια γιά τήν Θεσσαλονίκη ὅμως ἦταν γνωστά ἀπό πιό πρίν, ὅπως καί ἡ πόλη πού ἔχτισε ὁ Μέγας ᾿Αλέξανδρος γιά τόν Βουκεφάλα του.
Στους δεξιούς όλα πειράζουν ”φανερωθήκατε” και εσείς αγαπητή κυρία Ελένη , που θα έπρεπε να ήσασταν υπεράνω μικροπολιτικών και κομματικών σκοπιμοτήτων .
”Κάθε θάμα και τρεις μέρες” πέρασαν αυτές και οι αριστεροί -και άλλοι αρκετοί- έκαναν το κομματικό τους καθήκον ,αλλά δεν κέρδισαν πολιτικά ,
Η ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΜΑΣ ΜΠΡΟΣΤΑ.
Μήν φαντάζεστε ὅτι ἔχω κάτι νὰ κρύψω καὶ τὸ τί πρέπει νὰ τὸ ἀπευθύνετε σὲ ἐσᾶς. Ἡ ὁμαδοποίηση σὲ δεξιοὺς καὶ ἀριστεροὺς δὲν ἰσχύει πιὰ, ὁ κόσμος ἔχει προχωρήσει σέ ἄλλα κεφάλαια, οὔτε σᾶς βοηθάει σὲ κάτι. Ἡ Θεσσαλονίκη ἔχει τήν δική της θέση.
Γιατί όμως σήμερα οι ”χαμένοι στο ίσιωμα” αριστεροί στην Ελλάδα γιορτάζουν την νίκη των Αριστερών στο Βερολίνο.
Σας διαψεύσει και η ίδρυση της Αριστερής Συσπείρωσης του κ. Τσίπρα. Πολλά αλλάζουν στον άλλο κόσμο αλλά στην Ελλάδα μας παραμένουμε πολιτικά με την πολύχρωμη Αριστερά στο 1944-1949 .
Υ.Γ Τη Θεσσαλονίκη σε λίγα χρόνια θα την ζηλεύουν όλοι σε Ελλάδα και Βαλκάνια.
Ἀναμασημένα θέματα ποὺ τίποτα καινούργιο δὲν ἀφουγκράζονται, ἔνδεια πολιτικῆς μακριὰ ἀπὸ τοὺς πολίτες, τίποτα ἐμπνευσμένο καὶ αὐθεντικό.
Ἡ Ἑλλάδα ὁλόκληρη κάτι αὐθεντικὸ καὶ σύγχρονο ἀναζητᾶ γιὰ νὰ ἔχει πραγματικὴ πρόοδο.
“Γεώργιος Μαζωνάκης”
Στους καλλιτέχνες, ποιητές και συγγραφείς είσαι υποχρεωμένος να χρησιμοποιείς το όνομα, όπως αυτοί το ήθελαν/θέλουν. Δεν υπάρχει “Γιώργος Δροσίνης”, ούτε “Νικόλαος Καζαντζάκης”. Ούτε ασφαλώς … “Μαρίκα Κάλλας”, ή “Κωνσταντίνος Παλαμάς”.
Δυστυχώς, πολλοί αγράμματοι κάνουν αυτό το λάθος. Μόλις προχθές τα εξηγούσα σ’ έναν δημοσιογράφο, ο οποίος “Γιώργο Σουρή” μού τον ανεβάζει, παρομοίως μού τον κατεβάζει.
Αν και παρακινδυνευμένο να πας κόντρα στο κύμα, κάποιοι μιλούν για υστερικές εκδηλώσεις ενός μαζοχυλού. Ότι γίνεται και στην Αμερική με ελληνόφωνη βλαχογκλαμουριά. Και τα κανάλια βοήθησαν σε αυτό, αφού στήθηκαν για μέρες σαν βρικόλακες στα σπίτια των εμπλεκομένων θεραπευτών, βγάλαν κρίσεις, διέγειραν το πλήθος.
Βαθιά παρακμιακή(τραγική) και η κατάσταση στο ναό και τα κοιμητήρια. Βγήκε και ο Επικεφαλής ως μαϊντανός να παρέμβει κι αυτός και να φανεί, δεν κοιτά την θρησκευτική κατάπτωση του ποιμνίου του.
Αν κάποιος λάνσαρε κουκλάκια “Μαζώ” στα σουπερμάρκετ αυτή τη στιγμή, αυτά θα γινόντουσαν ανάρπαστα. Ο δε Ρέμος με τις δηλώσεις του περί Ατατούρκ, τον Μπουτάρη θυμίζει. Χαμός έγινε για μια πρώτη θέση στη συναυλία του.
Δυστυχώς όσοι ζουν μέσα στην παρακμή, όχι μόνο δεν την αντιλαμβάνονται αλλά επαίρονται για την φανταστική ακμή τους. Και είναι όλοι μες τον χορό. Η ελληνική παρακμή χρήζει περαιτέρω μελέτης και εξηγήσεως.
Παρά τις δηλώσεις περί του αντιθέτου, στην πραγματικότητα αποκαλύφθηκε ο ξεπεσμός της Εκκλησίας σε ένα απλό χριστιανικό ντεκόρ.
Χαμπάρι δεν πήραν γι’αυτό οι επαΐοντες.
Κατά τα άλλα, καλούτσικα τα τραγούδια του καλλιτέχνη.
Ο εν Χριστώ αδελφός ονομάζεται με το βαφτιστικό του -όχι φυσικά υποχρεωτικά -.
Τον Μαζωνάκη δεν τον βάφτισαν Γιώργο αλλά Γεώργιο .
Τι μαθαίνει ο άνθρωπος όσο ζει και δεν είναι υπερόπτης .