ΤΑ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΟΥΝΤΑ ΔΟΧΕΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΕΞΤΡΕΜΙΣΜΟΥ

Print Friendly, PDF & Email
spot_img

Πέτρος Παπασαραντόπουλος

  • Η κακοποίηση της θεωρίας των δύο άκρων από Νέα Δημοκρατία και ΣΥΡΙΖΑ

Στη Σοβιετική Ένωση, στην εποχή της κυριαρχίας του σταλινισμού, όποιος δεν ανέφερε στις ομιλίες του, για οποιοδήποτε θέμα, ότι «όπως πολύ ορθά έχει επισημάνει ο σύντροφος Στάλιν», κινδύνευε να βρεθεί στα Γκούλαγκ. Στην Ελλάδα, στη διάρκεια της Δικτατορίας, όποιος αριστερός ήθελε να φύγει από την εξορία έπρεπε να δηλώσει ότι αποκηρύσσει «τον κομμουνισμό και τις παραφυάδες του». Τηρουμένων των αναλογιών, κάτι ανάλογο συμβαίνει στην Ελλάδα της κρίσης με την περίφημη «θεωρία των δύο άκρων». Ανιστόρητη την αποκάλεσε ο Αλέξης Τσίπρας, ενώ η Ρένα Δούρου μίλησε για «ψυχοπαθολογία της θεωρίας των δύο άκρων». Ο Χρύσανθος Λαζαρίδης την κακοποίησε εννοιολογικά, προκειμένου να έχει μικροκομματικές προσόδους. Ακόμα και σοβαροί αναλυτές αισθάνονται την ανάγκη να την απορρίψουν μετά βδελυγμίας, ως απαραίτητο διαπιστευτήριο ορθοφροσύνης, φτάνοντας να μιλούν για «γελοίο αναμάσημα της δύσοσμης θεωρίας των δύο άκρων − μια παραλλαγή της οποίας έφερε κάποτε τον Χίτλερ στην εξουσία»[1]. Κάποιοι άλλοι, που πρόσκεινται στον ΣΥΡΙΖΑ, επισημαίνουν αυτή την τάση της αποκήρυξης, αλλά προειδοποιούν ότι «έχουμε όμως κάθε λόγο να δυσπιστούμε στις δηλώσεις μεταμέλειας, όσο εκκωφαντικές και αν είναι, πριν διαπιστώσουμε τη μονιμότητα της στροφής»[2], προφανώς με τη χρήση κάποιου είδους αριστερόμετρου.

Επειδή δε είμαστε μια δημοκρατική χώρα, ζητήσαμε και τη γνώμη των πολιτών για το ζήτημα. Σε δημοσκόπηση που παρήγγειλε ο ιστότοπος www.tvxs.gr στο ερώτημα, «εσείς προσωπικά συμφωνείτε ή διαφωνείτε με τη θεωρία των δύο άκρων», το 52% αποφάνθηκε ότι διαφωνεί, ενώ το 16% συμφωνεί. Η εκλογική βάση της ΝΔ εμφανίζεται διχασμένη, με το μεγαλύτερο μέρος να διαφωνεί. Ούτε συμφωνεί ούτε διαφωνεί το 9%[3]. Περίπου όπως παλιά στα κομμουνιστικά κόμματα οργάνωναν ψηφοφορίες περί ύπαρξης ή μη του Θεού.

Ελάχιστοι έχουν αισθανθεί την ανάγκη να τεκμηριώσουν αυτή τους την άποψη κατά της θεωρίας των δύο άκρων. Αντίθετα, ο εξορκισμός θεωρείται αρκετός και κυρίως πολιτικά ορθός.

Για τα θέματα αυτά διεξάγεται διεθνώς μια σοβαρή και τεκμηριωμένη συζήτηση, την οποία είναι λάθος να αγνοήσουμε. Στοιχεία αυτής συζήτησης θα παρουσιάσουμε στο κείμενο που ακολουθεί.

Η εννοιολόγηση του πολιτικού εξτρεμισμού

Με αυστηρή ακριβολογία, «θεωρία των δύο άκρων» δεν υφίσταται στην πολιτική επιστήμη[4]. Εκείνο που υπάρχει, στα πλαίσια της συγκριτικής πολιτικής επιστήμης, είναι η μελέτη πολιτικών πρακτικών που, ενώ εκκινούν από διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες, καταλήγουν να έχουν τα ίδια αποτελέσματα. Σύγκριση δεν σημαίνει εξομοίωση και ισοπέδωση. Αντίθετα, συγκρίνοντας, βρίσκει κανείς ελάχιστους κοινούς παρονομαστές και μέγιστους κοινούς διαιρέτες.

Ο όρος κλειδί για την κατανόηση της θεωρίας των δύο άκρων είναι ο πολιτικός εξτρεμισμός. Ως πολιτικός εξτρεμισμός νοείται ένα σύνολο θεμελιωδώς αντιδημοκρατικών ιδεολογιών –πολλές φορές αντίθετων μεταξύ τους– οι οποίες υιοθετούν μια διπολική, μανιχαϊστική, κοσμοαντίληψη η οποία θεωρεί όσους «αποκλίνουν» ότι «ανήκουν στο βασίλειο του διαβόλου», υιοθετώντας μια απολύτως ξεκάθαρη διάκριση εχθρών και φίλων[5].

Οι εξτρεμιστές θεωρούν ότι όποιος διαφωνεί μαζί τους πρέπει να εξοντωθεί. Ακριβώς για αυτό τον λόγο δεν διστάζουν να χρησιμοποιήσουν τη βία ως πολιτικό εργαλείο. Πολιτικός εξτρεμισμός και πολιτική βία είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Η ανθρώπινη ζωή έχει δευτερεύουσα, ή και καμία, αξία στην ιεράρχησή τους. Αρνούνται την ίδια τη δημοκρατία ως πολίτευμα, τις αξίες της, τις κατακτήσεις της. Είναι αντίθετοι στην έννομη συνταγματική τάξη.

Αρνούνται τους κανόνες του παιγνιδιού, την πολυμορφία των κοινωνιών[6], την προστασία της διαφορετικής άποψης. Είναι προφήτες ενός διαφορετικού μοντέλου κοινωνικής οργάνωσης.

Ο πολιτικός εξτρεμισμός απασχόλησε και απασχολεί ιδιαίτερα την πολιτική επιστήμη. Είναι χαρακτηριστικό ότι τον Οκτώβριο του 2013 κυκλοφόρησε ένα τετράτομο έργο, 1.576 (!) σελίδων, σε επιμέλεια του διακεκριμένου πολιτικού επιστήμονα Cas Mudde[7] με τίτλο Πολιτικός Εξτρεμισμός[8]. Στον πρόλογο των εκδοτών αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι «παρά το κύμα εκδημοκρατισμού κατά τις τελευταίες δεκαετίες, ο 20ός αιώνας σημαδεύτηκε από τον πολιτικό εξτρεμισμό. Ακόμα και στις ημέρες μας, η φιλελεύθερη δημοκρατία δοκιμάζεται στον σκληρό της πυρήνα, στη Βόρεια Αμερική και τη Δυτική Ευρώπη». Από τους τέσσερις τόμους, ο ένας είναι αφιερωμένος στον αριστερό εξτρεμισμό και ένας άλλος στον δεξιό εξτρεμισμό.

Από τον ορισμό και την περιγραφή των χαρακτηριστικών του πολιτικού εξτρεμισμού, είναι σαφές και αυτονόητο ότι απαντάται στα πολιτικά άκρα, αριστερά και δεξιά του πολιτικού κέντρου. Οι Herbert McClosky και Dennis Chong συμπυκνώνουν τις ομοιότητες στα ακόλουθα: «Η άκρα αριστερά και η άκρα δεξιά μοιάζουν επίσης στον τρόπο με τον οποίο επιδιώκουν τους πολιτικούς τους στόχους. Και οι δύο έχουν την τάση να λογοκρίνουν τους αντιπάλους τους, να αντιμετωπίζουν με αγριότητα τους εχθρούς τους, να θυσιάζουν την ευημερία ακόμα και των αθώων, προκειμένου να εξυπηρετήσουν έναν “υψηλότερο σκοπό”, και να χρησιμοποιούν άγριες τακτικές, αν χρειαστεί, για να “πείσουν” την κοινωνία για τη σοφία των στόχων τους. Και οι δύο τείνουν να υποστηρίζουν τις πολιτικές ελευθερίες (ή να αντιτίθενται σε αυτές) με εξαιρετικά κομματικό και αυτο-εξυπηρετικό τρόπο, υποστηρίζοντας την ελευθερία για αυτούς και τις ομάδες τους και τους σκοπούς που στηρίζουν, ενώ επιδιώκουν να την στερήσουν από τους εχθρούς τους και όσους υποστηρίζουν σκοπούς που αυτοί τους αποστρέφονται.

Συνοπτικά, όταν οι απόψεις της άκρας αριστεράς και της άκρας δεξιάς αξιολογούνται με βάση την καθιερωμένη ιδεολογική διάσταση Αριστεράς-Δεξιάς, μπορούν σωστά να ταξινομηθούν στα δύο άκρα του πολιτικού φάσματος. Όμως, όταν τα δύο στρατόπεδα αξιολογούνται αναφορικά με το πολιτικό και ψυχολογικό τους ύφος, τη μεταχείριση των πολιτικών τους αντιπάλων και τις τακτικές που επιθυμούν να χρησιμοποιούν για να επιτύχουν τους σκοπούς τους, παρουσιάζουν πολλές ομοιότητες που μπορούν σωστά να ονομαστούν αυταρχικές»[9].

Έχει διατυπωθεί βέβαια και η πολιτικά παράδοξη και θεωρητικά εκκεντρική άποψη ότι ο εξτρεμισμός χαρακτηρίζει το πολιτικό κέντρο[10], κάτι που αντιφάσκει λογικά με τα όσα έχουν καταγραφεί ανωτέρω.

Η άποψη αυτή είναι πολιτικά ιδιαίτερα επικίνδυνη επειδή θεωρώντας ως εξτρεμιστές τόσο το κέντρο (ΝΔ και ΠΑΣΟΚ) όσο και την ακροδεξιά παραπέμπει στην τριτοδιεθνιστική ρητορική την εποχή της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης που εύγλωττα περιγράφει ο Έρικ Χομπσμπάουμ: «Αρκετά μεγάλη ώστε να εμποδίσει τη δημιουργία ενός μακρόβιου καθεστώτος που θα απέκλειε τη Δεξιά, το μόνο που συνεισέφερε τελικά η Αριστερά αυτή στην πολιτική ζωή στάθηκε η απαρέσκεια για  τη Δημοκρατία»[11].

Τα δύο άκρα και οι λεπτές διακρίσεις

Το επόμενο ερώτημα, αφού προσπαθήσαμε να ορίσουμε τον πολιτικό εξτρεμισμό, είναι να εξετάσουμε εάν και στην Ελλάδα οι πρακτικές του παρατηρούνται τόσο στην άκρα αριστερά όσο και στην άκρα δεξιά. Επειδή τα γεγονότα δεν μπορούν να αγνοηθούν, δύσκολα μπορεί να αρνηθεί κανείς ότι ο εξτρεμισμός στην Ελλάδα είναι αμφίπλευρος. Έχουμε σωρεία εγκληματικών ενεργειών που έγιναν στο όνομα του Προλεταριάτου και της Επανάστασης και σωρεία παρόμοιων ενεργειών που έγιναν στο όνομα της Φυλής και του Αίματος, με αποκορύφωμα την πρόσφατη δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Η Ελλάδα είναι μια χώρα που έχει υποφέρει επί δεκαετίες από την πολιτική βία[12].

Έχουν γίνει πολλές απόπειρες ερμηνείας του φαινομένου καθώς και της εξαιρετικά παράδοξης, για μια χώρα που θέλει να λέγεται ευρωπαϊκή, κοινωνικής αποδοχής και νομιμοποίησης της πολιτικής βίας[13].

Η σύγκλισή των δύο πλευρών του πολιτικού εξτρεμισμού είναι εντυπωσιακή, με κριτήριο τις πράξεις τους[14]. Φυσικά, αυτό δεν συνεπάγεται την εξομοίωση των πολιτικών και ιδεολογικών προταγμάτων τους. Το να συγκρίνεις δεν σημαίνει ότι ταυτίζεις. Αυτά όμως, ελάχιστη σημασία έχουν μπροστά στις πράξεις. Το εάν ένα δολοφονικό χέρι ανήκει σε Χρυσαυγίτη ή ακροαριστερό είναι παντελώς αδιάφορο. Εκείνο που μετράει είναι ότι και τα δύο χέρια θεωρούν ότι έχουν το ηθικό δικαίωμα να πατήσουν τη σκανδάλη.

Ο εξτρεμισμός και η πολιτική βία των δύο άκρων είναι μια σκληρή πραγματικότητα την οποία δεν μπορούμε να αγνοήσουμε, όσο και εάν επιχειρούν κάποιοι να την εξορκίσουν.

Όπως αναλυτικά περιγράφει ο Θεόδωρος Κουλουμπής, γνωστός για τις μετριοπαθείς και εύστοχες αναλύσεις του, «δύο άκρα “ενεργούν” μετά το 1974 δεξιά και αριστερά του πολιτικού φάσματος: Στην αριστερή πλευρά, έχουν κινηθεί τρομοκρατικά δίκτυα (π.χ., Επαναστατική Οργάνωση 17 Νοέμβρη, Επαναστατικός Λαϊκός Αγώνας, Σέχτα Επαναστατών, Συνωμοσία των Πυρήνων της Φωτιάς, καθώς και διάσπαρτοι αναρχικοί κουκουλοφόροι που επιδίδονται σε εμπρησμούς και καταστροφές ιδιωτικής και δημόσιας περιουσίας). Όλοι αυτοί μαζί μπορούν άνετα να τοποθετηθούν στο αριστερό άκρο (το κόκκινο) του πολιτικού συνεχούς. Από την άλλη πλευρά, στο μαύρο άκρο, έχουμε τη δράση ενός άτυπου πυρήνα της Χρυσής Αυγής (ο γενικός γραμματέας και άλλα υψηλόβαθμα στελέχη του κόμματος κατηγορούνται για τη διάπραξη προμελετημένων εγκληματικών ενεργειών, καθώς και τη σύσταση ή τη διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης). Κλειδί και στις δύο περιπτώσεις (αριστερά και δεξιά του Κέντρου) παραμένει η τεκμηριωμένη εγκληματική δράση»[15].

Το επόμενο ερώτημα με το οποίο καλούμαστε να αναμετρηθούμε είναι ποιες  πολιτικές δυνάμεις ανήκουν στα άκρα. Αρχίζοντας από το δεξιό τμήμα του πολιτικού φάσματος δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η Χρυσή Αυγή κατηγοριοποιείται στον ακροδεξιό πολιτικό εξτρεμισμό, χωρίς να χρειάζεται ιδιαίτερη επιχειρηματολογία. Οι Ανεξάρτητοι Έλληνες θέτουν σοβαρή υποψηφιότητα, ιδίως μετά τις πρόσφατες δηλώσεις Πάνου Καμμένου για λιντσάρισμα του Χρήστου Πάχτα. Εντούτοις, ο λαϊκιστικός και ασυνάρτητος χαρακτήρας της πολιτικής τους παρουσίας υπερισχύει, με αποτέλεσμα να είναι προβληματική η συμπερίληψή τους στην εξτρεμιστική ακροδεξιά.

Στα αριστερά του πολιτικού φάσματος συναντάει κανείς μια πανσπερμία ακροαριστερών οργανώσεων, ένα πανόραμα από γκρουπούσκουλα και μια σειρά από αναρχικές κινήσεις που έχουν την πολιτική βία και τον εξτρεμισμό εγγεγραμμένα στον πολιτικό γενετικό κώδικά τους. Μισούν και απεχθάνονται τη δημοκρατία, ενώ βαρύνονται με πολλές εγκληματικές ενέργειες που, δυστυχώς, έχουν μείνει ατιμώρητες λόγω μιας ανεξήγητης ανοχής των αρχών.

Στον ΣΥΡΙΖΑ η κατάσταση είναι πολύ πιο περίπλοκη. Έχω υποστηρίξει[16] ότι σε αυτόν τον πολιτικό χώρο, είναι εμφανής η συνύπαρξη, με αρκετές εντάσεις, δύο διαφορετικών πολιτικών προσεγγίσεων, της ριζοσπαστικής και της εξτρεμιστικής. Η εξτρεμιστική, που εκφράζεται κυρίως από κάποιες συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ, είναι απολύτως ξεκάθαρη στην ιδεολογία της και τα πολιτικά μέσα που χρησιμοποιεί. Η βία είναι το μέσο για την κατάλυση του δημοκρατικού πολιτεύματος και την αντικατάστασή του από ένα σύστημα κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού. Η στάση αυτή πηγάζει από την ιδεολογία της και είναι αδιαπραγμάτευτη. Συμπλέει απολύτως στο θέμα αυτό με διάφορες ακροαριστερές ομάδες, όπως η ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Όμως, συνολικά, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι εξτρεμιστικό κόμμα. Η ηγετική του ομάδα εκφέρει έναν ριζοσπαστικό, λαϊκιστικό λόγο που δεν είναι εκτός των ορίων του δημοκρατικού πολιτεύματος. Το πρόβλημα είναι ότι ανέχεται στους κόλπους του κόμματος τις εξτρεμιστικές ομάδες, κάτι που είναι δύσκολα κατανοητό για ένα κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης που επιδιώκει την εξουσία. Θεωρητικές αγκυλώσεις και πολιτικός καιροσκοπισμός ίσως να εξηγούν το φαινόμενο.

Σε αυτό το πλαίσιο είναι εντελώς λανθασμένη η κατηγοριοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ στα άκρα, που επιχείρησε πρόσφατα ο βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας Χρύσανθος Λαζαρίδης[17]. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ανήκει στα άκρα. Φλερτάρει με το αριστερό εξτρεμιστικό άκρο. Η διάκριση δεν είναι σχολαστική, είναι θεμελιώδης. Άλλο ο λαϊκισμός και άλλο ο εξτρεμισμός. Ο Λαζαρίδης πιστεύει ότι με αυτές τις δηλώσεις θα συσπειρώσει την εκλογική βάση της παράταξής του. Κάνει μεγάλο λάθος και μεγάλο κακό στην υπόθεση της υπεράσπισης της φιλελεύθερης δημοκρατίας από τους ακραίους. Το ίδιο λάθος κάνει και η Ρένα Δούρου από τον ΣΥΡΙΖΑ που, υπερθεματίζοντας σε λαϊκισμό, έσπευσε να δηλώσει ότι Νέα Δημοκρατία και ΠΑΣΟΚ είναι εκτός συνταγματικού τόξου.

Ενδεικτική των εσωτερικών αντιφάσεων του ΣΥΡΙΖΑ είναι η πρόσφατη σύγκρουση ανάμεσα στο «αριστερό ρεύμα» και την ηγεσία του για το θέμα της σύγκλισης με άλλες πολιτικές δυνάμεις εναντίον των πρακτικών της Χρυσής Αυγής. «Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ανήκει στο λεγόμενο “δημοκρατικό ή Συνταγματικό τόξο”», αναφέρεται σε άρθρο που δημοσιεύθηκε στο iskra.gr, την επίσημη σελίδα της τάσης «Αριστερή πρωτοβουλία». Παράλληλα, στο ίδιο άρθρο υποστηρίζεται ότι «η στυγερή δολοφονία του Παύλου Φύσσα δεν πρέπει να γίνει αφετηρία φόβου και αναδίπλωσης. Δεν πρέπει να οδηγήσει την ίδια την Αριστερά να δίνει εξετάσεις καταδίκης γενικώς και αορίστως της βίας και ένταξης στο “συνταγματικό” και “δημοκρατικό” τόξο»[18].

Στο ΚΚΕ, τα πράγματα είναι ακόμα πιο σύνθετα. Εάν διαβάσει κανείς τα κείμενά του δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για κόμμα αντιδημοκρατικό που ευαγγελίζεται τη δικτατορία του προλεταριάτου. Στην πράξη, οριακά μόνον καταφεύγει στη βία, οι συγκεντρώσεις του είναι κατά κανόνα ειρηνικές και πάντοτε φροντίζει για την περιφρούρησή τους. Ακριβώς λόγω αυτού του διφυούς χαρακτήρα, ίσως ανήκει εν μέρει και κατά περίπτωση στην εξτρεμιστική άκρα αριστερά.

Τα συγκοινωνούντα δοχεία των δύο άκρων

Υπάρχει ένα ακόμα φαινόμενο που είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό. Τα δύο άκρα συγκοινωνούν και αλληλοτροφοδοτούνται, όχι μόνο στο πολιτικό επίπεδο του εξτρεμισμού και της βίας, αλλά και σε επίπεδο κοινωνικό και ανθρωπολογικό.

Τα μηνύματα σε κοινωνικό επίπεδο είναι ιδιαίτερα ανησυχητικά. Οι κόκκινες γειτονιές του Β΄ Πειραιά έχουν μεταστραφεί σε μεγάλο βαθμό προς τη Χρυσή Αυγή.

Η ΧΑ είναι παρούσα, με αυξημένη εκλογική επιρροή, στα «προπύργια του ΚΚΕ. Στις συνοικίες με τα ριζοσπαστικά ανακλαστικά και τη μαχητική κουλτούρα», όπως χαρακτηριστικά γράφει η Έλλη Τριανταφύλλου, για να προσθέσει: «Στις (ιστορικά) κατ’ εξοχήν εργατικές-λαϊκές περιοχές της πρωτεύουσας, στη συμπαγή δυτική ζώνη της Β΄ Αθηνών και κυρίως της Β΄ Πειραιώς (9,3%), η επιρροή της Χρυσής Αυγής υπήρξε διπλάσια από εκείνη της Ν.Δ. (Σαλαμίνα 13%, Ταύρος 11,1%, Πέραμα 10,9%, Ρέντη 10,3%, Καματερό 9,9%), ενώ στο Περιστέρι η Χ.Α. έλαβε 8,4% (η Ν.Δ. μόλις 9,9%), στο Αιγάλεω πήρε 7,9%, στο Κερατσίνι 9,4%, και στη Νίκαια 8,7%»[19].

Αλλά και στη Θεσσαλονίκη, στα παραδοσιακά κάστρα της αριστεράς, στις δυτικές συνοικίες, η Χρυσή Αυγή σαρώνει. Στο Κορδελιό, έφτασε το 10,85%, στους Αμπελόκηπους το ποσοστό είναι 9,18% και στον δήμο Παύλου Μελά 8,5%.

Παράλληλα, ο εξτρεμισμός και η πολιτική βία δημιουργούν σε ανθρωπολογικό επίπεδο μια δεξαμενή ανθρώπινου δυναμικού που αρδεύεται και από τα αριστερά και από τα δεξιά.

Ο φαιοκόκκινος ψηφοφόρος είναι μια σκληρή πραγματικότητα, όσο και εάν επιχειρεί να την εξορκίσει ο Δημήτρης Παπαδημούλης, κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ, που πρόσφατα επιτέθηκε σε δημοσιογράφους που τόλμησαν να του θέσουν τη σχετική ερώτηση.

Μια τέτοια χαρακτηριστική περίπτωση είναι ο φερόμενος ως δράστης (που ομολόγησε την ενοχή του) της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα. Μέλος της Χρυσής Αυγής. Εργάτης στην ιχθυόσκαλα του Πειραιά. Έως πρόσφατα υποστηρικτής του ΚΚΕ.

Ενδεικτική, και σχετικά άγνωστη, είναι η περίπτωση του εκπαιδευτικού Π.Ν. Στα μέσα Φεβρουαρίου του 2013 ξέσπασε σάλος με τα μαθήματα σε μικρά παιδιά που οργάνωσε η Χρυσή Αυγή. Δάσκαλοι, υποστηρικτές της ΧΑ δίδασκαν το μίσος σε μικρά παιδιά στους «κύκλους πνευματικής αφύπνισης». Μετά τις αντιδράσεις που προκλήθηκαν, οι δάσκαλοι αποσπάστηκαν από τα Δημοτικά Σχολεία όπου δίδασκαν σε γραφεία βουλευτών της Χ.Α. Ο Π.Ν. διατέθηκε στο γραφείο του βουλευτή της ΧΑ Παναγιώτη Ηλιόπουλου. Αντιγράφω από το σχετικό ρεπορτάζ: «Τα βήματα του τελευταίου μπορεί να καταλήγουν στη Χρυσή Αυγή, άξιον απορίας όμως είναι το γεγονός ότι ξεκινούν από τον πιο μάχιμο χώρο των εκπαιδευτικών. Συγκεκριμένα, ο Π.Ν. είναι γνωστός στους συναδέλφους του ως αριστερός συνδικαλιστής και θεωρούνταν επί χρόνια μάχιμος εκπαιδευτικός, ο οποίος αγωνιζόταν για τα δικαιώματα του κλάδου του. Το 2010, μάλιστα, ήταν υποψήφιος στο Ενωτικό Αγωνιστικό Ψηφοδέλτιο το οποίο περιλαμβάνει την Απέναντι Όχθη, τις Παρεμβάσεις και άλλες αριστερές δυνάμεις»[20].

Το φαινόμενο αυτό δεν συνιστά ελληνική ιδιομορφία. Έχει παρατηρηθεί σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, με χαρακτηριστικότερη εκείνη της Γαλλίας. Τα «κόκκινα προάστια» που περικύκλωναν το ιστορικό κέντρο του Παρισιού ήταν επί δεκαετίες προπύργια του Κομμουνιστικού Κόμματος Γαλλίας. Με την εμφάνιση του «Εθνικού Μετώπου» του Ζαν Μαρί Λεπέν μεταστράφηκαν μαζικά προς την ακροδεξιά. Εμβληματική είναι στη βιβλιογραφία η περίπτωση του Calais, μιας πόλης με πληθυσμό 78.000 κατοίκων, που από το 1973 έως το 2002 εξέλεγε μόνον κομμουνιστές δημάρχους. Στις εκλογές του 2002, ο υποψήφιος που υποστηρίχτηκε από το κόμμα του Λεπέν πήρε 18%, ο υποψήφιος από το κόμμα του Σιράκ 17% και ο κομμουνιστής υποψήφιος 9%. Το φαινόμενο συνεχίζεται ακόμα και στις ημέρες μας. Τον Μάιο του 2013, η Anna Rosso-Roig, υποψήφια βουλευτής το 2012 με το Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλλίας ανακοίνωσε την προσχώρησή της στο Εθνικό Μέτωπο της Μαρί Λεπέν και ότι θα είναι υποψήφια δήμαρχος του κόμματος στη Μασσαλία στις εκλογές του 2014[21].

Παρόμοια φαινόμενα έχουν παρατηρηθεί και σε πολλές βαλκανικές χώρες[22]. Σε όλες αυτές τις χώρες, αποδέχονται το φαινόμενο, το μελετούν επιστημονικά, προσπαθούν να βρουν λύσεις. Στην Ελλάδα το αρνούμαστε, δραπετεύουμε φαντασιακά από την πραγματικότητα και καταγγέλλουμε όσους το επισημαίνουν ως υποστηρικτές της «ανιστόρητης θεωρίας των δύο άκρων».

Το ίδιο κάνουμε και με την πολιτική βία. Αρνούμαστε το αυτονόητο ότι η πολιτική βία είναι ένα καθολικό, βαθύτατα κοινωνικό, φαινόμενο στην Ελλάδα της κρίσης και προσπαθούμε είτε να την εντοπίσουμε στον πολιτικό χώρο που μας βολεύει είτε να τη διαχωρίσουμε σε καλή και σε κακή. Όπως έχει επισημανθεί «δεν θα αντιταχθούμε αποτελεσματικά στο φασισμό, ξεχωρίζοντας τη δική του βία από τη βία άλλων… Για τα πολιτικά κόμματα οι διακρίσεις των άκρων μπορεί να έχουν νόημα, για τις πράξεις βίας δεν έχουν κανένα»[23]. Δεν πρέπει να συνηθίσουμε στη βία, να τη θεωρούμε κοινοτοπία[24].

Αρνούμαστε το αυτονόητο, ότι η ακροδεξιά βία και η βία των ακροαριστερών παρουσιάζουν εντυπωσιακές ομοιότητες και είναι ένα ενιαίο κοινωνικό φαινόμενο. Δεν αντιλαμβανόμαστε πόσο ορθή είναι η επισήμανση του Μαρκ Μαζάουερ ότι «ο ΣΥΡΙΖΑ και μεγάλο μέρος της Αριστεράς μιλούν σαν να είναι αυτή η ευκαιρία να ηγηθούν μιας νέας αντίστασης, ενός νέου ενιαίου μετώπου, να αντιμετωπίσουν τους δωσίλογους και να χτίσουν τον σοσιαλισμό…νομίζω ότι αυτό το είδος γλώσσας συνεισφέρει στο ίδιο το φαινόμενο που επιδιώκει να αποφύγει − την πολιτική πόλωση. Συνεισφέρει στην αύξηση της ανοχής προς τη βία, κάτι που είναι από τα πιο ανησυχητικά χαρακτηριστικά των περασμένων δύο ετών»[25].

Το να αντιμετωπίζει κανείς την ανάδυση της Χρυσής Αυγής ως αυτοτελές φαινόμενο, αγνοώντας τις υπόγειες διαδρομές που τη συνδέουν με την ευρύτερη κοινωνική νομιμοποίηση και αποδοχή της κουλτούρας της βίας, είναι όπως να βλέπει το δένδρο και να χάνει το δάσος. Ο Άγγελος Στάγκος περιγράφει με ακρίβεια το φαινόμενο: «Είναι δυνατόν να μην έβλεπαν “οι λεγάμενοι” −και να συνεχίζουν να μη βλέπουν− πού οδηγούσαν ο άκρατος λαϊκισμός, η ενθάρρυνση του παραλογισμού, ο αδιάκοπος καταγγελτικός λόγος, οι συνεχείς παραβιάσεις των νόμων, η παρεχόμενη θαλπωρή στη βία, η ισοπέδωση προς τα κάτω, η έλλειψη στοιχειώδους αξιοκρατίας και μάλιστα σε μία χώρα που από τότε που συστάθηκε δεν μπόρεσε ποτέ να διακριθεί για τους θεσμούς και τις αρχές της, ή ακόμη περισσότερο, για τον σεβασμό προς αυτές και τους νόμους;»[26]

Όπως επισημαίνει ο Νίκος Μαραντζίδης «οι “αγανακτισμένοι” της πλατείας Συντάγματος ανέδειξαν ένα μείγμα “φαιοκόκκινων” ιδεών και αξιών ανάμεσα στις οποίες ειδικό βάρος είχαν ο αντιφιλελευθερισμός και ο αντικοινοβουλευτισμός. Με κοινό παρονομαστή τον εθνολαϊκισμό, σχηματίστηκε ένα ευρύ μέτωπο με μεγάλη απήχηση στην ελληνική κοινωνία»[27].

Η σημαντικότερη ομοιότητα των εξτρεμιστών είναι η απόρριψη της Δημοκρατίας και η βαθιά ιδεολογική πεποίθηση ότι πρέπει και μπορεί να ανατραπεί με βίαια μέσα. Ιδεολογικά, πολιτικά, κοινωνικά και ανθρωπολογικά, λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία. Δεν έχει υποστηριχτεί σοβαρά κάποιος λόγος διαβάθμισής τους και πολύ περισσότερο κατάταξης σε καλή και κακή βία.

Για θεωρητική εμβάθυνση: Ο Ολοκληρωτισμός

Για όσους επιθυμούν να εμβαθύνουν θεωρητικά στα ζητήματα που αναφέρθηκαν έως τώρα, προκύπτει ένα σοβαρό ερώτημα: Τι είναι εκείνο που ενώνει, ως ελάχιστος κοινός ιδεολογικός παρονομαστής, τους οπαδούς του εξτρεμισμού και της πολιτικής βίας, παρά την πολιτική πολυχρωμία τους; Τι είναι εκείνο που συγκροτεί και τσιμεντάρει το φαιοκόκκινο μέτωπο, παρά τις αντίθετες ιδεολογικές αφετηρίες; Τι είναι εκείνο που οδηγεί σε «μια σύγκλιση ιδεολογικά διαφορετικών ρευμάτων, που τα ενώνει ο ριζοσπαστικός αντισυστημικός λόγος και το μίσος για τη δυτική δημοκρατία και τις ελευθερίες»[28];

Υπάρχει μια ακόμα έννοια-κλειδί της πολιτικής επιστήμης, την οποία αξίζει να αναλύσουμε: Ο Ολοκληρωτισμός.

Η θεωρία του ολοκληρωτισμού θεμελιώθηκε από δύο εξέχουσες φυσιογνωμίες της ευρωπαϊκής διανόησης. Τη Χάνα Άρεντ και τον Καρλ Πόπερ. Καθόλου τυχαίο ότι η πρώτη ανήκει στην αριστερά και ο δεύτερος στη φιλελεύθερη σκέψη.

Στην εμβληματική μελέτη της Άρεντ «Πηγές του Ολοκληρωτισμού» (1951) επισημαίνεται ότι ο ολοκληρωτισμός, που έχει δύο είδη, τον ναζισμό και τον μπολσεβικισμό[29], συνιστά  μια νέα μορφή κρατικής συγκρότησης, όπου η ιδεολογία έχει κυρίαρχο και καθοριστικό ρόλο. Για τον ναζισμό, η ιστορία συμπυκνώνεται στην έννοια της φυλής. Για τον κομμουνισμό στην έννοια της κοινωνικής τάξης. Αν το αποδεχτούμε, τότε το ολοκληρωτικό σύστημα έχει εγκατασταθεί. Όλες οι πράξεις του θα μπορούν να νομιμοποιηθούν είτε με την επίκληση στη Φυλή, είτε με τους νόμους της Ιστορίας. Ο ολοκληρωτισμός έχει απλές απαντήσεις για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, ο ολοκληρωτισμός «παντού όπου κατέκτησε την εξουσία, δημιούργησε εντελώς νέους πολιτικούς θεσμούς, κατέστρεψε  όλες τις κοινωνικές, νομικές και πολιτικές παραδόσεις της χώρας. Δεν έχουν σημασία η συγκεκριμένη εθνική παράδοση ή η ειδική πνευματική πηγή της ιδεολογίας του»[30].

Ο Κάρλ Πόπερ, με τα έργα του Η ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί της[31], και Η ένδεια του ιστορικισμού[32], κατέδειξε ότι ο ολοκληρωτισμός είναι θεμελιωδώς ασύμβατος με τις αρχές της ανοιχτής κοινωνίας των φιλελεύθερων δημοκρατιών λόγω της βεβαιότητας των οπαδών του ότι η Ιστορία βαδίζει προς ένα προκαθορισμένο μέλλον, σύμφωνα με κανόνες τους οποίους ήδη γνωρίζουμε (οι σιδερένιοι νόμοι της Ιστορίας, κατά τον Στάλιν).

Ο Πόπερ, με εξαιρετικά διεισδυτικό τρόπο μιλάει «για το παραμύθι των οπαδών του ολοκληρωτισμού» και επισημαίνει ότι «μόνο η δημοκρατία παρέχει ένα θεσμικό πλαίσιο τέτοιο που να επιτρέπει την χωρίς βίαια μέσα μεταρρύθμιση και, έτσι, τη χρήση του λόγου στα πολιτικά ζητήματα»[33]. Υπογραμμίζει δε, ανιχνεύοντας τις ρίζες του ολοκληρωτισμού στη διδασκαλία του Πλάτωνα, ότι «ο ολοκληρωτισμός δεν μπορεί να θεωρήσει καμιά κριτική ως φιλική, αφού κάθε κριτική μιάς παρόμοιας αυθεντίας πρέπει να αμφισβητήσει την ίδια την αρχή της αυθεντίας»[34].

Την απίστευτη δυστοπία του ολοκληρωτισμού κατέδειξε με το έργο του ο Τζορτζ Όργουελ[35] αλλά και πολλοί άλλοι διανοητές. Ίσως η πλέον διεισδυτική προσέγγιση είναι εκείνη του Βάτσλαβ Χάβελ: «Ο σπόρος της δικτατορί­ας βρίσκεται μέσα σε κάθε ιδεολογία που πιστεύει ότι έχει κατανοήσει τον κόσμο και έχει φτάσει στην απόλυτη αλήθεια. Και όταν το πεδίο της “αλήθειας” μιας ιδεολογίας είναι η ιστορία, δεν θα πρέπει να απορούμε αν τελικά η ιδεολογία αυτή χρησιμοποιηθεί ως πρόσχημα για την απονέκρωση της ιστορίας. Από την άλλη πλευρά, κάθε ολοκληρωτικό σύστημα έχει ανάγκη από μια ιδεολογία. Η βάση του ολοκληρωτικού συστήματος είναι το μονοπώλιο της αλήθειας, και αυτό δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς την πίστη μιας ιδεολογίας, που της δίνει τη δυνατότητα να περιφρονεί αυτάρεσκα όλες τις άλλες απόψεις και να επιβάλλει τα δικαιώματά της, τα οποία απορρέουν από την “ι­στορική της αποστολή”. Το πνεύμα κάθε ολοκληρωτικού συστήματος κυριαρχείται από μισαλλοδοξία, δεν μπορεί να ανεχτεί τον πλουραλισμό, που τον θεωρεί ως αίρεση –ή τουλάχιστον ως μια περιττή διαδικασία–, και έχει ζυμωθεί με τη νοοτροπία της ιδεολογίας στην οποία στηρίζεται και την οποία πιστεύει ότι ενσαρκώνει. Είναι ένα νόμιμο προϊόν της ιδεολογίας, τρέφεται από αυτήν και αντλεί από αυτήν την ενέργεια για να μετατρέψει το θεωρητικό της έργο σε πράξη. Πραγματικά: στον κόσμο ενός ώριμου ολοκληρωτικού συστήματος δεν υπάρχουν διαφορές. Η μοναδικότητα του ανθρώπινου υποκειμένου απουσιάζει»[36].

Πρόκειται για μια θεωρία που δύσκολα μπορεί να αγνοήσει κανείς, ακόμα και εάν διαφωνεί. Πρόκειται για μια θεωρία που συγκρίνει, επισημαίνοντας ομοιότητες και διαφορές, και δεν εξομοιώνει. Το να υποστηρίζεται όμως ότι «η θεωρία των άκρων, έλκει την καταγωγή της από τη θεωρία του ολοκληρωτισμού, που αναπτύχθηκε στις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, με σκοπό να ταυτίσει τον Χίτλερ με τον υπαρκτό σοσιαλισμό, αγνοώντας τις ιδεολογικές διαφορές των δύο καθεστώτων»[37] είναι ανακρίβεια και θεωρητική αστοχία[38].

Δεν είναι ίσως τυχαίο ότι σφοδρός πολέμιος των απόψεων της Άρεντ και του Πόπερ περί ολοκληρωτισμού είναι ο γνωστός διασκεδαστής (κατά Χομπσμπάουμ) φιλόσοφος Σλαβόι Ζίζεκ[39] που υποστηρίζει ότι ο όρος ολοκληρωτισμός είναι ένα αρνητικό ιδεολόγημα με συντηρητική λειτουργία, μια «πανσυλλεκτική» φράση που μας απαλλάσσει από το καθήκον τού να σκεπτόμαστε ή ακόμα χειρότερο μας εμποδίζει να σκεπτόμαστε ώστε «να εμπεδωθεί η συναίνεση στον νεοφιλελευθερισμό και να αποτραπεί κάθε ουσιαστική πολιτική αμφισβήτηση της νεοφιλελεύθερης τάξης πραγμάτων». Στις απόψεις του Ζίζεκ έχει ασκήσει καταλυτική κριτική ο Λεωνίδας Χατζηπροδρομίδης, υποστηρίζοντας ότι ο Ζίζεκ επιχειρεί με διαλεκτικά άλματα να αθωώσει τον σταλινισμό από την κατηγορία του ολοκληρωτισμού και ξεχνάει ορισμένα ουσιαστικά στοιχεία της προβληματικής ναζισμού και σταλινισμού[40].

Επιμύθιο

Τα όσα αναφέρθηκαν οδηγούν σε μελαγχολικές σκέψεις. Χρησιμοποιούμε αστόχαστα τις λέξεις και τις έννοιες. Οι «ατάκες» εντυπωσιασμού έχουν υποκαταστήσει τον πραγματικό πολιτικό λόγο. Όπως επισημαίνει ο Δημήτρης Μαρωνίτης: «Προσωπικά έχω την αίσθηση ότι έχουμε ήδη ξεπεράσει το όριο έλλογης πολιτικής δράσης και αντίδρασης, ότι, υπό πίεση έστω, οδεύουμε προς τον παραλογισμό. Και ίσως αυτή είναι η μεγαλύτερη ζημιά που απέφερε η πολλαπλή κρίση που βιώνουμε – όσοι τη βιώνουμε»[41].

Εάν δεν καταφέρουμε να συνεννοηθούμε στα θεμελιώδη, τότε ο καθένας θα αποκαλεί τον άλλο «φασίστα» και θα θεωρεί ότι έχει επιτελέσει το καθήκον του. Στο μεταξύ, η πολιτική βία και ο εξτρεμισμός θα συνεχίζουν να αλωνίζουν.

Όπως εύστοχα το έθεσε ο Στέλιος Ράμφος, στέλνοντας μήνυμα προς «αντιφασίστες» που ουρλιάζουν «φασίστες κουφάλες, έρχονται κρεμάλες»:
«Όταν στο μίσος της Χρυσής Αυγής απαντάμε με μίσος και όχι με την αγάπη της ελευθερίας, τότε έχουμε τη συνάντηση των δύο άκρων»[42].

Ή, με άλλα λόγια, όταν στη βία της Χρυσής Αυγής απαντάμε με τη βία και όχι με τη δημοκρατική νομιμότητα, τότε η θεωρία των δύο άκρων επιβεβαιώνεται.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αλί Ταρίκ, «Ο εξτρεμισμός του πολιτικού Κέντρου», συνέντευξη στον Πέτρο Παπακωνσταντίνου, Η Καθημερινή, 3 Ιουνίου 2012.

Arendt Hannah, Το Ολοκληρωτικό Σύστημα, Ευρύαλος, 1988.

Backes Uwe, Meaning and Forms of Political Extremism in Past and Present, Central European Political Studies Review, Volume IX, Part 4, σελ. 242-262.

Γαβριηλίδης Άκης, «Ο ολοκληρωτισμός της “μη βίας” και τα αδιέξοδα του ακραίου κέντρου», http://nomadicuniversality.wordpress.com/2012/ (ανάκτηση 26 Σεπτεμβρίου 2013).

Γιαγτζόγλου Δημήτρης, «Πόσο πειστική είναι η όψιμη αναθεώρηση του ιδεολογήματος των “άκρων”»;, Η Αυγή, 28 Σεπτεμβρίου 2013.

Dahl Robert A., Polyarchy. Participation and Opposition, Fishman, 1971.

Δερβένης Χρήστος, «Η κεντροαριστερά είναι και κέντρο και αριστερά και σοσιαλδημοκρατία». Μια απάντηση στο Γ. Σιακαντάρη, Μεταρρύθμιση, 23 Σεπτεμβρίου 2013, http://www.metarithmisi.gr/el/readText.asp?textID=22640 (ανάκτηση 26 Σεπτεμβρίου 2013).

Καλύβας Στάθης Ν., «Ανύπαρκτες θεωρίες και υπαρκτές παθολογίες», Η Καθημερινή, 29 Σεπτεμβρίου 2013.

Κανέλλης Ηλίας, «Όχι στη βία», ΤΑ ΝΕΑ, 19 Σεπτεμβρίου 2013.

Κανέλλης Ηλίας, «Φαιοκκόκινοι», ΤΑ ΝΕΑ, 26 Σεπτεμβρίου 2013.

Καρτερός Θανάσης, «Ο Μεγάλος Φόβος», Η Αυγή, 24 Σεπτεμβρίου 2013.

Κουλουμπής Θεόδωρος, «Περί της θεωρίας των δύο άκρων», Η Καθημερινή, 6 Οκτωβρίου 2013.

Λιάκος Αντώνης, «Πού βρίσκονται τα άκρα;», Η Αυγή, Ενθέματα, 29 Απριλίου 2012.

Μαζάουερ Μαρκ, «Δεν οδήγησε η αριστερή βία στην ανάδυση της Άκρας Δεξιάς», συνέντευξη στη Μικέλα Χαρτουλάρη, ΤΑ ΝΕΑ, 13 Οκτωβρίου 2012.

Μαζάουερ Μαρκ, «Μια νέα εποχή των άκρων; Ιστορικοί στοχασμοί για τα πολιτικά της τρέχουσας κρίσης», The Athens Review, τεύχος 39, Απρίλιος 2013, σελ. 56-62.

Μαζάουερ Μαρκ, «Το όνειρο του Σπινέλι, Η Ελλάδα και η ευρωπαϊκή κρίση», The Athens Review, τεύχος 35, Δεκέμβριος 2012, σελ. 34-39.

«Μαζάουερ Mαρκ: Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι η μόνη πολιτική δύναμη που μπορεί να αποκαταστήσει την αξιοπιστία των θεσμών», Η Αυγή, 13 Φεβρουαρίου 2013.

Μανδραβέλης Πάσχος, «Η καταδίκη της βίας», Η Καθημερινή, 18 Σεπτεμβρίου 2013.

Μαραντζιδης Νίκος, «H ώρα του κρεσέντο της Δημοκρατίας», Η Καθημερινή, 22 Σεπτεμβρίου 2013.

Marcuze Herbert, Soviet Marxism, Vintage Books, 1961.

Μαρτινίδης Πέτρος «Μετά σφύρας και άκμονος. Η μεταξύ Χίτλερ και Στάλιν Ευρώπη στην κορύφωση της απόλυτης θηριωδίας», The Athens Review, τεύχος 32, Σεπτέμβριος 2012.

Μαρωνίτης Δημήτρης, «Αντιγραφές», Το Βήμα, 22 Σεπτεμβρίου 2013.

Mazower Mark, Σκοτεινή Ήπειρος, Ο ευρωπαϊκός εικοστός αιώνας, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2001.

McClosky Herbert, Dennis Chong, Similarities and Differences Between Left-Wing and Right-Wing Radicals, British Journal of Political Science, τ. 15, τχ 03, Ιούλιος 1985, σελ. 329-363.

Minkenberg Michael (επιμ.), Historical Legacies and the Radical Right in Post-Cold War Central and Eastern Europe, Ibidem, 2010.

Μπιντέλας Λευτέρης, «Επέλαση της Χρυσής Αυγής – Πώς οι “κόκκινες γειτονιές” του Πειραιά βάφονται “μαύρες”», To Έθνος, 18 Σεπτεμβρίου 2013.

Mudde Cas (επιμ.), Political Extremism, 4 volumes, SAGE, 2013.

Mudde Cas, C.R. Kaltwaser (επιμ.), Λαϊκισμός στην Ευρώπη και την Αμερική, Επίκεντρο 2013.

Mudde Cas, Λαϊκιστικά Ριζοσπαστικά Δεξιά Κόμματα στην Ευρώπη, Επίκεντρο 2011.

Όργουελ Τζορτζ, 1984 – Ο Μεγάλος Αδελφός, Κάκτος 1988.

Όργουελ Τζορτζ, Η φάρμα των ζώων, Γράμματα 2001

Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος Δημοσθένης, «Ο εξτρεμισμός του πολιτικού κέντρου στην Ελλάδα», Συναντήσεις Αυγής,  25 Ιουνίου 2010.

Παπασαραντόπουλος Πέτρος, «Η βία ως μαμή της Ιστορίας», στο Μύθοι και Στερεότυπα της Ελληνικής Κρίσης, Επίκεντρο, 2012, σελ. 219-234.

Παπασαραντόπουλος Πέτρος, Μύθοι και Στερεότυπα της Ελληνικής Κρίσης, Επίκεντρο, 2012.

Πόπερ Καρλ, Η ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί της, δύο τόμοι, Παπαζήσης, 2003.

Πόπερ Καρλ, Η ένδεια του ιστορικισμού, Ευρασία, 2005.

Σκουμπουρδής Σακελλάρης, «Ανεξυριζαυγιτισμός. Tο ανώτατο στάδιο του Αντιμνημονισμού», Athens Voice, 17 Ιουλίου 2013.

Στάγκος Άγγελος, «Το τέρας θέριεψε», Η Καθημερινή, 19 Σεπτεμβρίου 2013.

Τζαβέλλα Αλεξάνδρα, «Από το σχολείο στο γραφείο του βουλευτή οι “παιδαγωγοί” της Χρυσής Αυγής», Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 3 Μαρτίου 2013.

Τριανταφύλλου Έλλη, «Διεισδύοντας στις “κόκκινες γειτονιές”», Η Καθημερινή, 22 Σεπτεμβρίου 2013.

Τσακυράκης Σταύρος, «Η βία δεν έχει άκρα», ΤΑ ΝΕΑ21 Σεπτεμβρίου 2013.

Τσίμας Παύλος, «Νεοναζί και νεο-“σοσιαλφασίστες”, η ιστορική υποτίμηση του φασισμού από την Αριστερά – ή γιατί δεν πρέπει να ξαναγίνουν τα ίδια λάθη», ΤΑ ΝΕΑ, 28 Σεπτεμβρίου 2013.

Φύσσας Δημήτρης, «Κι αν ο Λαζαρίδης έχει (κάποιο) δίκιο;», Athens Voice, 21 Σεπτεμβρίου 2013.

Χάβελ Βάτσλαβ, Ολοκληρωτισμός, στο Εν αρχή ην ο Λόγος, Παρατηρητής, 1990.

Χατζηπροδρομίδης Λεωνίδας, «Σλάβοϊ Ζίζεκ: Εγχειρίδια για να κόψουμε τους όρχεις του καπιταλισμού», The Athens Review of Books, τχ. 21, Σεπτέμβριος 2011.

Χατζηστεφάνου Άρης, «Ο εξτρεμισμός του πολιτικού κέντρου», 17 Μαΐου 2012, http://left.gr/news/o-extremismos-toy-politikoy-kentroy-stin-ellada#sthash.HdDTUfYO.dpuf  (ανάκτηση 26 Σεπτεμβρίου 2013).

Χομπσμπάουμ Έρικ, «Μνήμες της Βαϊμάρης», Η Αυγή, 7 Οκτωβρίου 2012.

Ψυχογιός Δημήτρης, Η πολιτική βία στην ελληνική κοινωνία, Επίκεντρο, 2013.

Žižek Slavoj, Μίλησε κανείς για ολοκληρωτισμό; Πέντε παρεμβάσεις σχετικά με την (κατά)χρηση μιας ιδέας, μτφρ. Βίκυ Ιακώβου, επιμ. Γιάννης Σταυρακάκης, Scripta, Αθήνα 2002.

ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ

«Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα και η πολιτική της Αριστεράς», http://iskra.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=13468:2013-09-22-12-40-15&catid=83:aristera&Itemid=200 (ανάκτηση 26 Σεπτεμβρίου 2013).

http://www.libertarianrepublican.net/2013/07/huge-news-french-communist-candidate.html (ανάκτηση 27 Σεπτεμβρίου 2013).

http://www.megatv.com/megask/default.asp#toppage

http://www.tvxs.gr/news/ellada/kata-tis-theorias-ton-dyo-akron-i-megali-pleiopsifia-mprosta-o-syriza-25-monades-apo-nd (ανάκτηση 6 Οκτωβρίου 2013).

[1] Δες Παύλος Τσίμας, «Νεοναζί και νεο-“σοσιαλφασίστες”, η ιστορική υποτίμηση του φασισμού από την Αριστερά – ή γιατί δεν πρέπει να ξαναγίνουν τα ίδια λάθη», ΤΑ ΝΕΑ, 28 Σεπτεμβρίου 2013.

[2] Δες Δημήτρης Γιαγτζόγλου, «Πόσο πειστική είναι η όψιμη αναθεώρηση του ιδεολογήματος των “άκρων”;», Η Αυγή, 28 Σεπτεμβρίου 2013.

[3] Δες http://www.tvxs.gr/news/ellada/kata-tis-theorias-ton-dyo-akron-i-megali-pleiopsifia-mprosta-o-syriza-25-monades-apo-nd (ανάκτηση 6 Οκτωβρίου 2013).

[4] Δες Στάθης Ν. Καλύβας, «Ανύπαρκτες θεωρίες και υπαρκτές παθολογίες», Η Καθημερινή, 29 Σεπτεμβρίου 2013.

[5] Για μια αναλυτική παρουσίαση του πολιτικού εξτρεμισμού, δες Uwe Backes, Meaning and Forms of Political Extremism in Past and Present, Central European Political Studies Review, Volume IX, Part 4, σελ. 242-262.

[6] Δες σχετικά Robert A. Dahl, Polyarchy. Participation and Opposition, Fishman, 1971.

[7] Έργα του Mudde στα ελληνικά: Cas Mudde, Λαϊκιστικά Ριζοσπαστικά Δεξιά Κόμματα στην Ευρώπη, Επίκεντρο 2011, Cas Mudde, C.R. Kaltwaser (επιμ.), Λαϊκισμός στην Ευρώπη και την Αμερική, Επίκεντρο 2013.

[8] Cas Mudde (επιμ.), Political Extremism, 4 volumes, SAGE, 2013.

[9] Δες Herbert McClosky, Dennis Chong, Similarities and Differences Between Left-Wing and Right-Wing Radicals, British Journal of Political Science, τ. 15, τχ 03, Ιούλιος 1985, σελ. 329-363.

[10] Δες Αντώνης Λιάκος, «Πού βρίσκονται τα άκρα;», Η Αυγή, Ενθέματα, 29 Απριλίου 2012, όπου υποστηρίζεται ότι «το κυρίως ζήτημα όμως, και το οποίο συνιστά τον κατεξοχήν κίνδυνο, είναι ότι ο πολιτικός εξτρεμισμός δεν βρίσκεται πλέον στα περιθώρια, εκτός του πολιτικού συστήματος, αλλά στο κέντρο του». Στο ίδιο μήκος κύματος, Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος, «Ο εξτρεμισμός του πολιτικού κέντρου στην Ελλάδα», Συναντήσεις Αυγής,  25 Ιουνίου 2010, Άρης Χατζηστεφάνου, «Ο εξτρεμισμός του πολιτικού κέντρου», 17 Μαΐου 2012 όπου διατυπώνεται ο ισχυρισμός ότι «η Χρυσή Αυγή έγινε ένα χρήσιμο εργαλείο στα χέρια των οικονομικών ελίτ και των μέσων ενημέρωσης. Αυτό που τείνουν να ξεχνούν είναι ότι ήταν ο εξτρεμισμός του κέντρου που προώθησε ενεργά τον εφιάλτη του νεοναζισμού στην πολιτική γεωγραφία» http://left.gr/news/o-extremismos-toy-politikoy-kentroy-stin-ellada#sthash.HdDTUfYO.dpuf  (ανάκτηση 26 Σεπτεμβρίου 2013) και ο Ταρίκ Αλί σε συνέντευξη του στον Πέτρο Παπακωνσταντίνου με τίτλο «Ο εξτρεμισμός του πολιτικού Κέντρου», Η Καθημερινή, 3 Ιουνίου 2012.  Παρόμοιες απόψεις στο κείμενο του Άκη Γαβριηλίδη, «Ο ολοκληρωτισμός της “μη βίας” και τα αδιέξοδα του ακραίου κέντρου», http://nomadicuniversality.wordpress.com/2012/ (ανάκτηση 26 Σεπτεμβρίου 2013).

[11] Δες Έρικ Χομπσμπάουμ, «Μνήμες της Βαϊμάρης», Η Αυγή, 7 Οκτωβρίου 2012.

[12] Δες ενδεικτικά Δημήτρης Ψυχογιός, Η πολιτική βία στην ελληνική κοινωνία, Επίκεντρο, 2013.

[13] Δες Πέτρος Παπασαραντόπουλος, Μύθοι και Στερεότυπα της Ελληνικής Κρίσης, Επίκεντρο, 2012.

[14] Δες το εξαιρετικό κείμενο του Χρήστου Δερβένη, «Η κεντροαριστερά είναι και κέντρο και αριστερά και σοσιαλδημοκρατία». Μια απάντηση στο Γ. Σιακαντάρη, Μεταρρύθμιση, 23 Σεπτεμβρίου 2013, http://www.metarithmisi.gr/el/readText.asp?textID=22640 (ανάκτηση 26 Σεπτεμβρίου 2013), όπου χαρακτηριστικά και εύστοχα επισημαίνει ότι «η θεωρία όμως των δύο άκρων ισχύει και ιστορικά και θεωρητικά. Το γεγονός, όμως, ότι ένα κόμμα δεν ανήκει σε ένα από τα δύο άκρα δεν το απαλλάσσει από τις ευθύνες για την ισχυροποίηση των δύο άκρων».

[15] Δες Θεόδωρος Κουλουμπής, «Περί της θεωρίας των δύο άκρων», Η Καθημερινή, 6 Οκτωβρίου 2013.

[16] Δες Πέτρος Παπασαραντόπουλος, «Η βία ως μαμή της Ιστορίας», στο Μύθοι και Στερεότυπα της Ελληνικής Κρίσης, ό.π., σελ. 219-234.

[17] Για μια τεκμηριωμένη αντιμετώπιση των απόψεων Λαζαρίδη, δες Δημήτρης Φύσσας, «Κι αν ο Λαζαρίδης έχει (κάποιο) δίκιο;», Athens Voice, 21 Σεπτεμβρίου 2013.

[18] Δες, «Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα και η πολιτική της Αριστεράς», http://iskra.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=13468:2013-09-22-12-40-15&catid=83:aristera&Itemid=200 (ανάκτηση 26 Σεπτεμβρίου 2013). Στο κείμενο αυτό απάντησε ο Θανάσης Καρτερός, «Ο Μεγάλος Φόβος», Η Αυγή, 24 Σεπτεμβρίου 2013, όπου υποστηρίζει ότι «στις γραμμές της ποικιλώνυμης και ποικιλόχρωμης Αριστεράς, παλαιότερης, νεότερης, δογματικής και ανανεωτικής, υπήρξε ανέκαθεν και είναι και σήμερα δημοφιλής ένας Μεγάλος Φόβος. Αρχέγονος και εν πολλοίς ανθρωποφάγος: Ο Φόβος μήπως η Αριστερά γλιστρήσει προς τα δεξιά, μήπως ρίξει νερό στο κρασί της, μήπως συμβιβαστεί με τον εχθρό, μήπως γίνει μια αριστερή Δεξιά. Μήπως τελικώς καταντήσει να προσβλέπει στο μεγάλο βόλεμα αντί στη μεγάλη ανατροπή. Αυτός ο φόβος, που κατατρύχει πολλές αριστερές ψυχές, έχει την ικανότητα να μετατρέπει σε εμφύλιο τις πολιτικές αντιθέσεις και διαμάχες».

[19] Δες Έλλη Τριανταφύλλου, «Διεισδύοντας στις “κόκκινες γειτονιές”», Η Καθημερινή, 22 Σεπτεμβρίου 2013. Αποκαλυπτικά στοιχεία επίσης στο Λευτέρης Μπιντέλας, «Επέλαση της Χρυσής Αυγής – Πώς οι “κόκκινες γειτονιές” του Πειραιά βάφονται “μαύρες”», To Έθνος, 18 Σεπτεμβρίου 2013, όπου χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι «λαϊκές γειτονιές, που παραδοσιακά θεωρούνταν κάστρα της Αριστεράς, έχει αλώσει η Χρυσή Αυγή. Στην ιστορική Νίκαια, που έχει προσφέρει εκατόμβες στις μάχες εναντίον των ναζί, στο Πέραμα, που έχει πρωτοστατήσει στις κινητοποιήσεις ενάντια στην ανεργία, οι μαυροφορεμένες ομάδες κρούσης αποθρασύνονται και επιχειρούν βίαια να επιβάλουν τους δικούς τους νόμους».

[20] Δες Αλεξάνδρα Τζαβέλλα, «Από το σχολείο στο γραφείο του βουλευτή οι “παιδαγωγοί” της Χρυσής Αυγής», Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 3 Μαρτίου 2013.

[21] Δες σχετικά http://www.libertarianrepublican.net/2013/07/huge-news-french-communist-candidate.html (ανάκτηση 27 Σεπτεμβρίου 2013).

[22] Δες Michael Minkenberg (επιμ.), Historical Legacies and the Radical Right in Post-Cold War Central and Eastern Europe, Ibidem, 2010.

[23] Δες Σταύρος Τσακυράκης, «Η βία δεν έχει άκρα», ΤΑ ΝΕΑ21 Σεπτεμβρίου 2013. Επίσης Πάσχος Μανδραβέλης, «Η καταδίκη της βίας», Η Καθημερινή, 18 Σεπτεμβρίου 2013.

[24] Δες Ηλίας Κανέλλης, «Όχι στη βία», ΤΑ ΝΕΑ, 19 Σεπτεμβρίου 2013.

[25] Δες Μαρκ Μαζάουερ, «Το όνειρο του Σπινέλι, Η Ελλάδα και η ευρωπαϊκή κρίση», The Athens Review, τεύχος 35, Δεκέμβριος 2012, σελ. 34-39. Αξιοσημείωτο είναι ότι ο Μαζάουερ, σε συνέντευξή του στη Μικέλα Χαρτουλάρη, με τίτλο «Δεν οδήγησε η αριστερή βία στην ανάδυση της Άκρας Δεξιάς», ΤΑ ΝΕΑ, 13 Οκτωβρίου 2012, υποστηρίζει το ακριβώς αντίθετο, λέγοντας ότι «δεν πιστεύω ότι στην πραγματικότητα η αριστερή βία οδήγησε με τον οποιονδήποτε τρόπο στην ανάδυση της Άκρας Δεξιάς». Απολύτως ακατανόητη διγλωσσία και σοβαρό πραγματολογικό λάθος, το οποίο επανέλαβε στην τελευταία ομιλία του στο Deree, στις 12 Φεβρουαρίου2013, υποστηρίζοντας ότι η βία της άκρας αριστεράς «συγκρινόμενη με την απειλή που συνιστά η άκρα Δεξιά παραμένει δευτερεύουσα». Μαρκ Μαζάουερ, «Μια νέα εποχή των άκρων; Ιστορικοί στοχασμοί για τα πολιτικά της τρέχουσας κρίσης», The Athens Review, τεύχος 39, Απρίλιος 2013, σελ. 56-62.

[26] Δες Άγγελος Στάγκος, «Το τέρας θέριεψε», Η Καθημερινή, 19 Σεπτεμβρίου 2013. Επίσης Σακελλάρης Σκουμπουρδής, «Ανεξυριζαυγιτισμός. Tο ανώτατο στάδιο του Αντιμνημονισμού», Athens Voice, 17 Ιουλίου 2013.

[27] Δες Νίκος Μαραντζιδης, «H ώρα του κρεσέντο της Δημοκρατίας», Η Καθημερινή, 22 Σεπτεμβρίου 2013.

[28] Δες Ηλίας Κανέλλης, «Φαιοκκόκινοι», ΤΑ ΝΕΑ, 26 Σεπτεμβρίου 2013.

[29] Δες Hannah Arendt, Το Ολοκληρωτικό Σύστημα, Ευρύαλος, 1988, σελ. 14-15. Πολλές από τις αναλύσεις της Arendt  υιοθέτησε ο Marcuze. Δες Herbert Marcuze, Soviet Marxism, Vintage Books, 1961.

[30] Arendt, ό.π., σελ. 252.

[31] Καρλ Πόπερ, Η ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί της, δύο τόμοι, Παπαζήσης, 2003.

[32] Καρλ Πόπερ, Η ένδεια του ιστορικισμού, Ευρασία, 2005.

[33] Καρλ Πόπερ, Η ανοιχτή κοινωνία…,τόμος Ι, σελ. 40.

[34] Πόπερ, ό.π., σελ. 304-5.

[35] Κυριότερα έργα του Τζορτζ Όργουελ, Η φάρμα των ζώων, Γράμματα 2001 και 1984 – Ο Μεγάλος Αδελφός, Κάκτος 1988.

[36] Βάτσλαβ Χάβελ, Ολοκληρωτισμός, στο Εν αρχή ην ο Λόγος, Παρατηρητής, 1990, σελ. 193-226.

[37] Μαρκ Μαζάουερ, σε ομιλία του στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2013 (δες ρεπορτάζ στην «Αυγή», 13 Φεβρουαρίου 2013, με τίτλο «Mαρκ Μαζάουερ: Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι η μόνη πολιτική δύναμη που μπορεί να αποκαταστήσει την αξιοπιστία των θεσμών»).  Ο ίδιος συγγραφέας, στα θεωρητικά κείμενά του είναι πολύ πιο προσεκτικός στις διατυπώσεις του. Υποστηρίζει ότι «οι διαφορές ανάμεσα στον ναζισμό και τον κομμουνισμό δεν είναι λιγότερο σπουδαίες από τις ομοιότητές τους», Mark Mazower, Σκοτεινή Ήπειρος, Ο ευρωπαϊκός εικοστός αιώνας, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2001, σελ. 244, ενώ για τη θεωρία του ολοκληρωτισμού εκφράζει επιφυλάξεις, αλλά πουθενά δεν την χαρακτηρίζει ψυχροπολεμικό κατασκεύασμα.

[38] Αξίζει να διαβάσει κανείς αντιστικτικά προς τον ισχυρισμό του Μαζάουερ το Πέτρος Μαρτινίδης «Μετά σφύρας και άκμονος. Η μεταξύ Χίτλερ και Στάλιν Ευρώπη στην κορύφωση της απόλυτης θηριωδίας», The Athens Review, τεύχος 32, Σεπτέμβριος 2012, όπου αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι «αν υπάρχει κάτι που σαφώς ταυτίζει τα δύο καθεστώτα, αυτό είναι μάλλον μια εκρομαντισμένη δικαίωση των μαζικών δολοφονιών, οι οποίες παρουσιάζονταν ως το κακό που έπρεπε να προκαταβληθεί για την εξαγορά της μελλοντικής ευτυχίας κάποιων αδικημένων».

[39] Δες Slavoj Žižek, Μίλησε κανείς για ολοκληρωτισμό; Πέντε παρεμβάσεις σχετικά με την (κατά)χρηση μιας ιδέας, μτφρ. Βίκυ Ιακώβου, επιμ. Γιάννης Σταυρακάκης, Scripta, Αθήνα 2002.

[40] Δες Λεωνίδας Χατζηπροδρομίδης, «Σλάβοϊ Ζίζεκ: Εγχειρίδια για να κόψουμε τους όρχεις του καπιταλισμού», The Athens Review of Books, τχ. 21, Σεπτέμβριος 2011.

[41] Δημήτρης Μαρωνίτης, «Αντιγραφές», Το Βήμα, 22 Σεπτεμβρίου 2013.

[42] Συνέντευξη στην εκπομπή Mega Σαββατοκύριακο, 5 Οκτωβρίου 2013, http://www.megatv.com/megask/default.asp#toppage

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Πηγή του κειμένου είναι το academia.edu. Η επιλογή των εικόνων είναι των “Ανιχνεύσεων”.

spot_img

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,656ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
18,000ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
- Advertisement -spot_img

Τελευταία Άρθρα