Τίμοθι Γκάρτον Ας: Φοβού την κανονικοποίηση της άκρας δεξιάς

Print Friendly, PDF & Email
spot_img

Ο επιφανής Βρετανός ιστορικός καλεί, μέσα από τις σελίδες των Financial Times, τις δυνάμεις της κεντροδεξιάς να κρατήσουν αποστάσεις από όσα κομίζει η αναδυόμενη άκρα δεξιά.

Η πιο «βαθιά» δύναμη («deepest power» στο πρωτότυπο) είναι εκείνη που καθορίζει τι εκλαμβάνουν οι πλειοψηφίες ως νορμάλ και τι όχι, γράφει ο Βρετανός ιστορικός Τίμοθι Γκάρτον Ας στους FT. Εάν μπορείς να πείσεις τους άλλους ότι ο δικός σου τρόπος είναι ο «κανονικός» τότε έχεις κερδίσει, σύμφωνα με τον καθηγητή του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης.

Ο όρος «κανονικοποίηση» / «normalisation» (σ.σ. που θα μπορούσε σε ελεύθερη μετάφραση να αποδοθεί και ως «επιστροφή στην κανονικότητα» ή «αποκατάσταση της κανονικότητας») ήρθε στο προσκήνιο έπειτα από τη σοβιετική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία το 1968. Σήμαινε την προσπάθεια επιστροφής μιας ευρωπαϊκής κοινωνίας στα σοβιετικά κομμουνιστικά πρότυπα.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 ωστόσο, οι λαοί σε Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη έλεγαν «θέλουμε απλώς να είμαστε μια κανονική χώρα» και με τη λέξη «κανονική» εννοούσαν κάτι σαν τη Δυτική Γερμανία, τη Γαλλία ή τις ΗΠΑ. Η Δύση είχε τότε κερδίσει τη μάχη των προτύπων («battle of norms» στο πρωτότυπο), αναφέρει ο Τίμοθι Γκάρτον Ας, με το βλέμμα στραμμένο όμως όχι στο παρόν αλλά στο τέλος της ψυχροπολεμικής περιόδου.

Αυτή η δυτική, φιλελεύθερη δημοκρατική εκδοχή της κανονικότητας επικράτησε για πολλά χρόνια, αλλά τώρα τελεί υπό πολιορκία, σύμφωνα με τον επιφανή Βρετανό ιστορικό.

Μετά την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ το 2016, ο Ντέιβιντ Ρέμνικ του αμερικανικού περιοδικού the New Yorker είχε καλέσει τους Αμερικανούς να μην κανονικοποιήσουν τον Τραμπ και τον Τραμπισμό. Ωστόσο, έξι χρόνια μετά, ο Τραμπ εξακολουθεί να είναι ο πολιτικός με τη μεγαλύτερη επιρροή εντός του Ρεπουμπλικανικού κόμματος στις ΗΠΑ, κι αυτό παρά τις αποτυχίες πολλών εκλεκτών του στις πρόσφατες ενδιάμεσες εκλογές για το Κογκρέσο.

Εκατοντάδες εκλεγμένοι Ρεπουμπλικάνοι πολιτικοί εξακολουθούν να υποστηρίζουν ένα ψέμα: αυτό σύμφωνα με το οποίο ο Τραμπ ήταν «στην πραγματικότητα» ο «νικητής» των προεδρικών εκλογών του 2020. Στο ίδιο πλαίσιο, εκατομμύρια Ρεπουμπλικάνοι ψηφοφόροι αναπαράγουν το εν λόγω ψέμα. Εμπειρικά μιλώντας, ο τραμπισμός έχει πια γίνει μέρος της αμερικανικής κανονικότητας, γράφει ο Τίμοθι Γκάρτον Ας στους FT.

Στη Γαλλία, η ακροδεξιά Μαρίν Λεπέν είδε τα ποσοστά της να ανεβαίνουν σημαντικά στις φετινές προεδρικές εκλογές και στις βουλευτικές εκλογές που ακολούθησαν. Πλέον, οι βουλευτές της κάθονται δίπλα της στη γαλλική Εθνοσυνέλευση, καλοντυμένοι και φαινομενικώς «κόσμιοι» (αν και δεν λείπουν περιστασιακές κραυγές τύπου «Go back to Africa»), ακολουθώντας τις αβρότητες της κοινοβουλευτικής εθιμοτυπίας και κάνοντας τα πάντα για να δείξουν ότι η πολιτική τους είναι «κανονική».

Στην Ιταλία από την άλλη πλευρά, μια μετανεοφασίστρια, η Τζόρτζια Μελόνι, είναι πια πρωθυπουργός ενώ ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι έχει καταλήξει να θεωρείται ο πιο μετριοπαθής μεταξύ των ηγετών των κομμάτων που συναπαρτίζουν την ιταλική κυβέρνηση συνασπισμού.

Ωστόσο, δεν είναι εύκολο να καταπολεμηθεί μια τέτοια υφέρπουσα κανονικοποίηση. Ο Γερμανός νομικός φιλόσοφος του 19ου αιώνα Georg Jellinek έγραψε για την «κανονιστική δύναμη του δεδομένου» («normative power of the given») – την τάση δηλαδή να ενσωματώνονται σταδιακά σε ηθικούς και νομικούς κανόνες όσα βιώνονται ευρέως στην πραγματική ζωή.

Στις δημοκρατίες υπάρχει μια πρόσθετη δυσκολία. Εάν ένα ακροδεξιό κόμμα έχει σημαντική κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, τα πιο μετριοπαθή κεντροδεξιά κόμματα μπαίνουν στον πειρασμό να συνασπιστούν μαζί του ή, όπως στη Σουηδία σήμερα, να κυβερνήσουν με την κοινοβουλευτική του υποστήριξη, ενώ το ίδιο ισχύει και για τα κεντροαριστερά κόμματα σε σχέση με τα ακροαριστερά, όπως αναφέρει ο Τίμοθι Γκάρτον Ας, σύμφωνα με τον οποίο η ίδια η λειτουργία της δημοκρατίας μπορεί να συμβάλει στην υπονόμευση των φιλελεύθερων δημοκρατικών κανόνων.

Για ακριβώς αυτόν τον λόγο, συνεχίζει ο Βρετανός ιστορικός, οι πολιτικοί της κεντροδεξιάς θα πρέπει να μην υιοθετούν και να μην ανέχονται τη γλώσσα της άκρας δεξιάς.

Η Βρετανίδα υπουργός Εσωτερικών Σουέλα Μπρέιβερμαν παρουσίασε πρόσφατα ως «εισβολή» την άφιξη προσφύγων και μεταναστών στη Βρετανία μέσω της Μάγχης, χρησιμοποιώντας δηλαδή έναν όρο, εν προκειμένω τη λέξη «εισβολή» που, σύμφωνα με τον Τίμοθι Γκάρτον Ας, αποτελεί τσιτάτο της ακροδεξιάς.

Ωστόσο, αντί να αποστασιοποιηθεί από την εν λόγω διατύπωση, ο Βρετανός πρωθυπουργός Ρίσι Σούνακ προσπάθησε να την εξηγήσει ως σχήμα λόγου που χρησιμοποιείται για να τονίσει την κλίμακα του προβλήματος.

Δημοκράτες πολιτικοί της κεντροδεξιάς θα πρέπει να φροντίζουν να μην υιοθετούν τη γλώσσα και τις συμπεριφορές των εξτρεμιστών, γράφει ο Τίμοθι Γκάρτον Ας στους FT.

Όποτε ακούτε τη λέξη «κανονικό» να θυμάστε αυτό, συνεχίζει ο ίδιος: «Η μάχη για το μέλλον της φιλελεύθερης δημοκρατίας είναι επίσης ένας αγώνας για τον ορισμό της κανονικότητας.»

Πηγή: FT, Καθημερινή

spot_img

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,748ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
23,300ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
- Advertisement -spot_img

Τελευταία Άρθρα