Που οφείλεται η χαλάρωση των εθνικών δεσμών Ελλάδας – Κύπρου

Print Friendly, PDF & Email
- Advertisement -

Όσοι αμφισβητούν εδώ και μισό αιώνα τη δολιότητα και την αρπακτικότητα της Τουρκίας καθησυχάζοντας την εθνική τους συνείδηση με την απατηλή ιδέα ότι προέχει η προστασία του ελλαδικού οίκου μας έναντι της ασφάλειας της Κύπρου, ας κοιταχτούν μπροστά στον καθρέφτη και ας αναγνωρίσουν – έστω κι αργά – ότι δεν έκαναν τίποτα οι ίδιοι για να γνωρίσουν και να σεβαστούν την ελληνικότητα της Μεγαλονήσου.

Δεν έκαναν τίποτα οι ίδιοι – υπό το κράτος, ενδεχομένως, της ανευθυνότητας και της ηθελημένης αμνησίας για την κυπριακή τραγωδία (1974) – για να “ξορκίσουν το δαιμονικό” της εξίσωσης του εθνικού φιλότιμου με την εθνική υπεροψία, τον τοπικιστικό εγωισμό και το ιδιωτικό συμφέρον.

Δεν έκαναν τίποτα, γιατί δεν κατάλαβαν – και δεν θέλουν να καταλάβουν ακόμα και τώρα – ότι η Κύπρος και η σωτηρία της (η απελευθέρωση του υπό τουρκική κατοχή 37% βόρειου τμήματός της και η ένωσή του με την ελεύθερη Κυπριακή Δημοκρατία) είναι πάνω και πέρα από αυτά.

Είναι ζήτημα ζωής και θανάτου για τον Ελληνισμό, που έχει πλούσια και μακραίωνη ιστορία στην κοιτίδα του αυτή στην Ανατολική Μεσόγειο (όπου ευδοκιμεί από εποχής αποικισμού των Αχαιών: 1.250-1.000 π.Χ, αν και τα μέχρι τώρα αρχαιολογικά ευρήματα επιβεβαιώνουν την έλευση των “Αχαιών” Ελλήνων γύρω στο 1220-1200/1100 π Χ.

Κοιτίδα η οποία γέννησε τη γνώση και το ελληνικό αλφάβητο, πριν μεταλαμπαδευτούν αυτά στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο και “ριζώσουν βαθιά, ανθίσουν και καρποφορήσουν”, κατά τον Αλεξανδρινό Ησύχιο, γραμματικό και λεξικογράφο του 5ου αι. μ Χ (“Συναγωγή πασῶν λέξεων κατά στοιχεῖον, ἐκ τῶν Άριστάρχου καί Ἀπίωνος καί Ἠλιοδώρου”, εκδ. Μ.Schmidt, Jena, 1858-1868).

Κοιτίδα με προνομιούχα θέση γεωπολιτική, καθώς η Κύπρος βρίσκεται ανάμεσα σε τρεις ηπείρους (Ευρώπη-Ασία-Αφρική) και, ως εκ τούτου, είχε διαφαλισμένη εμπορική αξία (γέφυρα Ανατολής-Δύσης & ενδιάμεσος σταθμός στο εκτεταμένο μυκηναϊκό εμπόριο) και ρόλο σύγχρονης “Άνω Ελλάδας”, που προσιδιάζει με αυτήν της ιδεατής και υπερκόσμιας “Άνω Ιερουσαλήμ” της Αποκάλυψης (βλ. Γ.Π. Σαββίδης: “Με μια πινέζα στην καρδιά”).

Σε ρόλο “Μικρής Ελλάδας” της Ανατολικής Μεσογείου, στο σταυροδρόμι λαών, πολιτισμών και θρησκειών από τότε που, κατά την παράδοση, ένα τεράστιο κύμα μετέφερε – απ’ τα ελληνικά νερά ανοιχτά των Κυθήρων – το όστρακο από το οποίο αναδύθηκε η Κύπριδα Αφροδίτη στη θάλασσα της Πάφου (η οποία ιδρύθηκε από τον βασιλιά της αρκαδικής Τεγέας Αγαπήνορα το 264/’63 κατά το “Πάριο Χρονικό/Μάρμαρο”, Εποχή του Χαλκού στο Αιγαίο).

“Μικρής Ελλάδας” με σήμα κατατεθέν την Ελληνικότητα 3.500 ετών+ και τη χριστιανικότητα 2000+. Στοιχεία ταυτότητας τα οποία έχει αναγνωρίσει και μια Τουρκάλα δημοσιογράφος, που εκπέμπει λόγο ελευθερίας και αλήθειας από δεκαετίας σχεδόν (Σεπτέμβριος 2014-Ιούλιος 2023) κόντρα στο Ερντογανικό καθεστώς φίμωσης διανοούμενων και δημοσιογράφων στην Τουρκία.

“Η Κύπρος ήταν και είναι ελληνική”, λέει η σπουδαία Uzay Bulut (σ.σ: η Σαλαμίνα, η Κερύνεια και οι άλλες ελληνικές πόλεις της Κύπρου είναι αρχαιότερες από την Έφεσο και τη Σμύρνη της Μ. Ασίας, αλλά και από τον Τάραντα και τις Συρακούσες της Μεγάλης Ελλάδας στην Κάτω Ιταλία και Σικελία).

Υποστηρίζει μάλιστα σε άρθρα της, που εκπέμπουν μηνύματα στον Τούρκο Πρόεδρο, ότι “η φιλία, η συνεργασία και η ειρήνη δεν οικοδομούνται πάνω στην πολιτισμική και εθνική ισοπέδωση των άλλων”, πολύ περισσότερο όταν “όλος ο κόσμος έγινε μάρτυρας για το τι έκανε η Τουρκία το 1974”, πράξη για την οποία “ο Ερντογάν πανηγυρίζει μέχρι σήμερα”, από κοινού με τον εθνικιστή Μπαχτσελί φυσικά.

Πανηγυρίζει για τις… “προσχεδιασμένες εκτελέσεις, το εθνικό ξεκαθάρισμα και το συνεχιζόμενο δημογραφικό και πολιτισμικό βιασμό της Κύπρου…”, λέει πικρόχολα η Τουρκάλα δημοσιογράφος (την οποία απειλούν ανοιχτά τουρκικές οργανώσεις προειδοποιώντας την ότι θα την δολοφονήσουν) και ξεσπά σ’ ένα ντελίριο γυμνής αλήθειας που συγκινεί και συγκλονίζει:

“Αυτό που έγινε στην Κύπρο ήταν εισβολή (που εορτάζεται επίσημα σαν γιορτή ειρήνης) και η Τουρκία είναι ξένος εισβολέας στην Κύπρο” (σ.σ: τη διπλή τουρκική εισβολή στην Κύπρο το ’74 την αποτύπωσαν σε φωτογραφίες αμερικανικοί δορυφόροι με κωδική ονομασία “Κλειδαρότρυπα” – KH-9 Hexagon – από ύψος 150 χλμ).

Την ελληνική Κύπρο, αφού – κατά την Uzay Bulut – “η τουρκοκυπριακή μειονότητα (στη σύντομη παρουσία της στην Κύπρο) δεν είχε δικό της μέρος στο νησί από το 1500 π Χ μέχρι τον 20ο αιώνα” (σ.σ: το 1878 η Οθωμανική Αυτοκρατορία παραχώρησε την Κύπρο έναντι ενοικίου στην Αγγλία -Αγγλοκρατία στην Κύπρο 1878-1960 – σε ανταπόδοση της βρετανικής υποστήριξης υπέρ της Τουρκίας στον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877-’78).

Αλήθειες που δύσκολα να τις πουν και οι Έλληνες της Κύπρου ακόμα, γιατί – στη συντριπτική πλειοψηφία τους, δυστυχώς – δείχνουν να έχουν ξεχάσει πως το μισό τους νησί βρίσκεται υπό τουρκική κατοχή και για τον λόγο αυτό αντιμετωπίζουν τα Κατεχόμενα ως πρώτης τάξεως τουριστικό προορισμό και όχι ως παράνομο κράτος.

Όχι ως παράνομο κράτος που πουλιέται σταδιακά απ’ τους ίδιους τους εκτοπισμένους – αντί πινακίου φακής – στους Τούρκους, αν και κανένα αντίτιμο (όσο ακριβό και να ήταν) δε θα έπρεπε να είναι ικανό να εξαγοράσει την ιστορία της ιερής γης της κατεχόμενης Κύπρου.

Της γης των απογόνων του Θησέα (Σόλοι Κύπρου, ίδρυση γύρω στα 1250 π Χ), του Αίαντα, του Τελαμώνα και του Τεύκρου (σ.σ: η ίδρυση της Σαλαμίνας απ’ τον τελευταίο αναφέρεται στην “Ελένη” του Ευριπίδη και στους λόγους του Ισοκράτη “Ευαγόρας” και “Νικοκλής”), της γενιάς του Αγαμέμνονα, του Ορέστη και του γιου του Τισαμενού (τελευταίου μυθικού βασιλιά της Λακεδαιμονίας, του Άργους και της Αχαῒας), των οικιστών Πράξανδρου και Κηφέα στη Λάπηθο και την Κερύνεια, οι οποίοι προέρχονταν από τη Σπάρτη και την Αιγιαλεία (Αχαῒα) αντίστοιχα.

Της γης που πότισαν με το αίμα τους Ελλαδίτες και Ελληνοκύπριοι από το οδόφραγμα της Δερύνειας μέχρι τη Σαλαμίνα της Αμμοχώστου (αναφορά στην ίδρυσή της — 1202-‘1 πΧ, με τους πρώτους Έλληνες να εγκαθίστανται γύρω στο 1300 — κάνει ο Αισχύλος στο έργο του “Πέρσαι”).

Της γης (πόλεις, χωριά, εκκλησίες, μονές, κοιμητήρια, αρχαιότητες) η οποία στενάζει σκλαβωμένη κάτω απ’ το πόδι του Τούρκου κατακτητή μισό αιώνα τώρα. Τα… κύτταρα των Αχαιών της αρχαίας Λακωνίας (“Πελλάνας”, 1200 π Χ), των απογόνων του βασιλιά της Αθήνας Θησέα (του γιου του Ακάματα & του εγγονού του Χύτρου, οικιστών της Κύπρου [Σόλοι και Χύτροι ιδρύονται μεταξύ 1250-1050 π Χ]) και του Φαληρέα (εγγονού του βασιλιά της Αθήνας Ερεχθέα), καθεύδουν υπό μανδραγόρα ως φαίνεται, στον λαό της Μεγαλονήσου. Δε βρίσκουν καλή υποδοχή και σωπαίνουν…

Himara

Κρινιώ Καλογερίδου

 

spot_img

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. “η απελευθέρωση του υπό τουρκική κατοχή 37% βόρειου τμήματός της και η ένωσή του με την ελεύθερη Κυπριακή Δημοκρατία…”

    Ελεύθερη είναι η Κύπρος. Για πιο λόγο θα πρέπει ντε και καλά Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι να ζουν μαζί;

    “Στοιχεία ταυτότητας τα οποία έχει αναγνωρίσει και μια Τουρκάλα δημοσιογράφος, που εκπέμπει λόγο ελευθερίας και αλήθειας…”

    Ας γελάσω. Που εκπέμπει από το Ισραήλ. Γιατί δεν το λέτε και αυτό;

    “η Κερύνεια και οι άλλες ελληνικές πόλεις της Κύπρου είναι αρχαιότερες από την Έφεσο και τη Σμύρνη της Μ. Ασίας…”

    Και λοιπόν;

    “η τουρκοκυπριακή μειονότητα (στη σύντομη παρουσία της στην Κύπρο)…”

    Οι Τουρκοκύπριοι δεν είναι μειονότητα στην Κύπρο. Οι Ελληοκύπριοι είναι μειονότητα στην Ανατολή/Μικρά Ασία (η Κύπρος βρίσκεται στο μαλακό υπογάστριο της Ανατολίας και όχι των Βαλκανίων). Πέραν όμως από αυτό, οι Τουρκοκύπριοι είναι κοινότητα, όχι μειονότητα. Στην Κύπρο υπάρχουν δύο λαοί, όχι ένας. Δεν υπάρχουν “Κύπριοι” με την εθνική έννοια, δεν υπάρχει “Κυπριακό” έθνος. Ο όρος “Κύπριος” είναι τοπικός/γεωγραφικός, όχι εθνικός/εθνοτικός. Στην Κύπρο υπάρχουν δύο μεγάλα έθνη, Έλληνες και Τούρκοι, και κάποιες μικρές μειονότητες. Εθνοθρησκευτικές ή εθνικές μειονότητες όπως οι Αρμένιοι και οι Μαρωνίτες, θρησκευτικές μειονότητες όπως π.χ. οι Λατίνοι κ.α. Υπάρχει επίσης και μία ιδιαίτερη εθνοπολιτισμική ομάδα, οι Ρομά (κάποιοι από αυτούς είναι μουσουλμάνοι και κάποιοι χριστιανοί, ενταγμένοι στην τουρκοκυπριακή και την ελληνοκυπριακή κοινότητα αντίστοιχα). Γιατί θα πρέπει ντε και καλά Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι να ζουν μαζί; Οι Τουρκοκύπριοι δεν πρόκειται να ξαναγυρίσουν ως μειονότητα σε ένα κράτος κατά βάση Ελληνοκυπρίων.

    Στα 1777 έγινε απογραφή του πληθυσμού της Κύπρου και βρέθηκαν 47.000 τούρκοι και 37.000 χριστιανοί, επομένως σύνολο πληθυσμού 84.000. Δηλαδή ο τουρκικός πληθυσμός αποτελεί το 56% του πληθυσμού της Κύπρου.

    Μέχρι και το 1831 οι πιο αξιόπιστες αναφορές για τον πληθυσμό του νησιού προέρχονται από ξένους προξένους, περιηγητές, εκπροσώπους της οθωμανικής γραφειοκρατίας και ορθόδοξους αξιωματούχους. Οι πλείστες αναφορές συγκλίνουν πως, μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα, ο μουσουλμανικός πληθυσμός του νησιού παρουσίαζε μια συνεχή αυξητική τάση. Αυτό επιβεβαιώνεται στην πρώτη επίσημη απογραφή της οθωμανικής διοίκησης του 1831, όπου το ποσοστό των Κυπρίων – μουσουλμάνων ανερχόταν στο 34%. Τα δεδομένα θα μεταβληθούν μετά τη δεκαετία του 1830 και ειδικότερα μετά την υπαγωγή της Κύπρου στη βρετανική διοίκηση. Με τη δεύτερη οθωμανική απογραφή το 1841, οι μουσουλμάνοι μειώθηκαν στο 31,5%, ενώ με την πρώτη βρετανική απογραφή το 1881 το ποσοστό τους περιορίστηκε στο 24,4%. Στη συρρίκνωση της πληθυσμιακής παρουσίας των μουσουλμάνων της Κύπρου συνέβαλαν δύο παράγοντες. Πρώτον, με την έλευση των Βρετανών εγκατέλειψε το νησί η διοικητική και στρατιωτική γραφειοκρατία της μουσουλμανικής κοινότητας. Η πιο πολυπληθής ομάδα, ωστόσο, αφορούσε τους ελληνόφωνους κρυπτοχριστιανούς οι οποίοι, παρά την εικονική τους προσχώρηση στο Ισλάμ διατήρησαν τη μνήμη, άρα και τη χριστιανική τους ταυτότητα και γι’ αυτό άλλωστε επανήλθαν στον χριστιανισμό.

    Ο αριθμός των εξισλαμισμένων Κυπρίων (είτε Ελλήνων είτε Λατίνων) κατά τον Βρετανό διοικητή Ρόλαντ Μίτσελ δεν υπερέβαινε, το 1878, τα 1.200 άτομα και ενώ αυτοί ήταν διάσπαρτοι σε πολλές περιοχές της Κύπρου, πιο συγκεντρωμένοι εντοπίζονταν στην περιοχή της Τηλλυρίας και σε κοινότητες ανατολικά και βορειοανατολικά της Λεμεσού. Μια, σχετικά, αξιόπιστη ένδειξη της εθνοθρησκευτικής «προέλευσης» των Κυπρίων μουσουλμάνων ήταν η γλώσσα που χρησιμοποιούσαν στην καθημερινότητά τους. Σύμφωνα με την απογραφή του 1881, η συντριπτική πλειοψηφία των μουσουλμάνων δήλωσαν ως μητρική τους γλώσσα την τουρκική (94,6%), ενώ μόνο 2.454 άτομα ή 5,4 % δήλωσαν την ελληνική. Με την απογραφή του 1901 ο αριθμός των ελληνόφωνων μουσουλμάνων παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητος (2.278 ή 4,4%), ενώ με την απογραφή του 1946 θα περιοριστούν στους 1.080 ή ποσοστό 1,34%. Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνονται και από τον ελληνοκυπριακό Τύπο της εποχής, με την εφημερίδα «Στασίνος» να δημοσίευε το 1883 την προσωπική μαρτυρία περιηγητή σύμφωνα με την οποία «Ήκουσα ότι μωαμεθανοί τινες λαλούσι μόνον ελληνιστί, αλλ’ εγώ δεν εύρον τούτους».

    Υπολογίζεται ότι στις αρχές του 20ου αιώνα εφτά χιλιάδες, περίπου, Τουρκοκύπριοι εγκατέλειψαν σε αυτή την περίοδο το νησί.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
32,700ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
- Advertisement -

Τελευταία Άρθρα