Ο Βενιζέλος και το Ζήτημα της Κορυτσάς στο Παρίσι, 1919-1920: Μέρος Γ: Η Απόδοση της Β. Ηπείρου στην Αλβανία και η Ελληνική Μειονότητα

Print Friendly, PDF & Email
- Advertisement -

 

 του Δημητρίου-Μερκουρίου Κόντη*

Η άρνηση των Βρετανών να συναινέσουν στην είσοδο του ελληνικού στρατού στην Κορυτσά οδήγησε στο Πρωτόκολλο της Καπεστίτσας[i], που εκτόνωσε την κρίση και οδήγησε στο να επανέλθει η ηρεμία μεταξύ του ορθόδοξου και του μουσουλμανικού στοιχείου της περιοχής. Τα άτακτα σώματα του Σαλί Μπούτκα διαλύθηκαν με εντολή της αλβανικής κυβέρνησης, ο έλεγχος της Κορυτσάς πέρασε στους Αλβανούς, οι οποίοι έδωσαν εγγυήσεις για το ελληνικό στοιχείο της περιοχής, ενώ απετράπη οριστικά η είσοδος του ιταλικού στρατού. Η συμφωνία με τους Έλληνες έδωσε την ευκαιρία στα Τίρανα να στρέψουν την προσοχή τους στους Ιταλούς και στην Αυλώνα. Οι Αλβανοί επιτέθηκαν εναντίον των ιταλικών θέσεων στην Αυλώνα χωρίς να αντιμετωπίσουν σοβαρή αντίσταση από τον ιταλικό στρατό, ο οποίος δεν ήταν διατεθειμένος να πολεμήσει. Τελικά τον Αύγουστο του 1920 οι Ιταλοί, οι οποίοι αντιμετώπιζαν σοβαρά εσωτερικά προβλήματα, θα παρέδιδαν την περιοχή στους Αλβανούς, κρατώντας μόνο το νησί Σάσωνα. Η αλβανο-ιταλική συμφωνία οδήγησε τη νέα ιταλική κυβέρνηση Τζιολίτι-Σφόρτζα να κηρύξει μονομερώς άκυρη την συμφωνία Βενιζέλου-Τιττόνι και να υποστηρίξει ξανά την δημιουργία ενός ανεξάρτητου αλβανικού κράτους.

Ο φόβος της Ιταλίας ήδη από το 1917 ήταν η δημιουργία ενός μεγάλου νοτιοσλαβικού κράτους, το οποίο θα αντικαθιστούσε την Αυστροουγγαρία στην περιοχή και θα ανταγωνιζόταν την Ιταλία στην Αδριατική[ii].

Το 1918 η ίδρυση του Βασίλειου των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων, η μελλοντική Γιουγκοσλαβία, είχε αλλάξει τις γεωπολιτικές ισορροπίες στην Αδριατική. Οι Ιταλοί θα πίεζαν τους Βρετανούς και τους Γάλλους να μεσολαβήσουν, ώστε να γίνουν σεβαστά τα σύνορα που είχαν συμφωνηθεί από τις Μεγάλες Δυνάμεις το 1913 σε Αθήνα και Βελιγράδι, καθώς με αυτόν το τρόπο έθεταν φραγή στα αναθεωρητικά σχέδια των Σέρβων-Μαυροβούνιων που διεκδικούσαν την Σκόδρα και την ευρύτερη περιοχή της μέχρι και τον ποταμό Δρίνο[iii]. Οι Μαυροβούνιοι είχαν καταλάβει δύο φορές τη Σκόρδρα, στον Πρώτο Βαλκανικό Πόλεμο, όπου αποχώρησαν κατόπιν απόφασης της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας και το καλοκαίρι του 1915, όπου εκδιώχτηκαν από τον στρατό της Αυστροουγγαρίας. Παράλληλα η Ρώμη επιδίωκε να γίνει αρεστή στους Αλβανούς, ώστε στο μέλλον να μπορεί να διαδραματίσει ξανά ενεργό ρόλο στην περιοχή. Μετά το 1920 η Ιταλία αποτέλεσε την προστάτιδα δύναμη του νεοσύστατου αλβανικού κράτους, ενώ η άνοδος του Μουσολίνι στην εξουσία το 1922 θα οδηγούσε στην πλήρη οικονομική και πολιτική εξάρτηση των Τιράνων από την Ρώμη.

Στις 15 Αυγούστου του 1920, οι Νότιο-Σλάβοι ή Γιουγκο-Σλάβοι είχαν καταλάβει μια σειρά από υψώματα βόρεια από την λίμνη της Σκόδρας στην περιοχή Καστράτι, περίπου 15 χλμ. ανατολικά των συνόρων του 1913[iv]. Η απάντηση από το Βελιγράδι ήταν πως η γραμμή που επανεκατέλαβε ο στρατός τους ήταν η ίδια που τους είχε δοθεί ως εντολή το 1918 από τους Συμμάχους, στην οποία και στόχευαν να παραμείνουν μέχρι την οριστική διευθέτηση του Αλβανικού Ζητήματος στο Παρίσι[v]. Η προέλαυση του γιουγκο-σλαβικού στρατού είχε οδηγήσει σε συγκρούσεις με το αλβανικό στοιχείο της περιοχής. Στις 4 Σεπτεμβρίου του 1920 ο Λόρδος Κέρζον θα έστελνε εκ νέου «φιλική προειδοποίηση» στον Βενιζέλο να μην αποπειραθεί ο ελληνικός στρατός να εισέλθει στην Β. Ήπειρο, προτού ολοκληρωθεί η οριστική διευθέτηση των συνόρων στο Παρίσι[vi]. Ο Κέρζον θα έστελνε και τρίτη προειδοποίηση στον Βενιζέλο, στις 8 Σεπτεμβρίου του 1920, να υιοθετήσει μια καθαρά αμυντική στάση στο ζήτημα της Β. Ηπείρου και να μην αντιδράσει σε ενδεχόμενες προκλήσεις[vii], στην περίπτωση που οι Γιουγκο-σλάβοι δεν θα συμμορφώνονταν με τις υποδείξεις της βρετανικής κυβέρνησης να οπισθοχωρήσουν στην συνοριακή γραμμή του 1913. Ταυτόχρονα, ζήτησε από το Βελιγράδι να συμμορφωθεί στις υποδείξεις των Συμμάχων, ώστε να σεβαστούν την εδαφική ακεραιότητα της Αλβανίας.  Προειδοποίησε πως δεν θα ήταν προς το συμφέρον της κυβέρνησης της Σερβίας-Κροατίας-Σλοβενίας να στερηθεί τη στήριξη των Δυτικών Δυνάμεων σε αυτό το χρονικό σημείο, καθώς το Αδριατικό Ζήτημα ήταν ακόμα ανοιχτό[viii]. Ο Κέρζον γνώριζε πως η είσοδος του Γιουγκο-σλαβικού στρατού στην Σκόδρα θα έδινε το άλλοθι στον ελληνικό στρατό να εισέλθει στην Β. Ήπειρο, αλλά και το αντίστροφο. Για αυτό και χρησιμοποίησε την βρετανική επιρροή, ώστε να αποθαρρύνει τις δύο μικρές συμμαχικές χώρες από τις αναθεωρητικές τους βλέψεις.

Ο Λευκός Οίκος επιθυμούσε να καθοριστούν άμεσα τα σύνορα της ανεξάρτητης Αλβανίας, ώστε αυτή να μπορεί να καταστεί ένα βιώσιμο κράτος, πολιτικά και οικονομικά. Η άποψη του Κέρζον ήταν πως η Αλβανία δεν ήταν ακόμα έτοιμη να γίνει ένα εθνικό κράτος, καθώς στην παρούσα κατάσταση η εσωτερική ενότητα της Αλβανίας διατηρούνταν από την εξωτερική απειλή που τροφοδοτούσε τον αλβανικό εθνικισμό, ο οποίος όμως θα καταλάγιαζε μόλις η Αλβανία γινόταν ανεξάρτητη. Υπό αυτήν την έννοια η δημιουργία ενός ανεξάρτητου Αλβανικού κράτους προϋπέθετε την συναίνεση της Αθήνας και του Βελιγραδίου. Σε αντίθετη περίπτωση θα δημιουργούνταν εθνικά και θρησκευτικά φέουδα εντός του νέου αλβανικού κράτους, που θα το υπονόμευαν και τελικά θα επέφεραν την διάλυσή του. Ως αποτέλεσμα, η βρετανική κυβέρνηση αναγνώριζε πως τα σύνορα του 1913 επιδέχονταν κάποιες τροποποιήσεις, κυρίως στο νότο, στην βάση των προτάσεων που είχαν γίνει από την επιτροπή των ελληνικών εθνικών διεκδικήσεων στο Παρίσι. Για τα βόρεια και ανατολικά σύνορα της Αλβανίας, το ελάχιστο θα ήταν να διατηρηθούν τα σύνορα του 1913. Η βρετανική κυβέρνηση δεν μπορούσε να υποστηρίξει τις μαξιμαλιστικές απαιτήσεις των Τιράνων για μια Μεγάλη Αλβανία που θα συμπεριλάμβανε το Κόσοβο και τα Σκόπια, καθώς αυτό θα τους έφερνε σε ανοιχτή σύγκρουση με την κυβέρνηση των Γιουγκο-σλάβων. Τέλος ο Κέρζον θα κοινοποιούσε στους Αμερικανούς την θέση της βρετανικής κυβέρνησης, πως η οριστική λύση στο Αλβανικό Ζήτημα θα έπρεπε να δοθεί μετά από την διευθέτηση του Αδριατικού Ζητήματος[ix].

Οι παραπάνω θέσεις του Κέρζον που καταγράφτηκαν στις 11 Οκτωβρίου του 1920, έναν μήνα πριν τις καθοριστικές ελληνικές εκλογές, αποδεικνύουν πως η Βρετανία δεν είχε εγκαταλείψει εντελώς την Ελλάδα στο ζήτημα της Β. Ηπείρου, καθώς το Foreign Office ήταν θετικά διακείμενο σε τροποποιήσεις στα ελληνοαλβανικά σύνορα, σύμφωνα με τις προτάσεις που είχαν συζητηθεί στο Παρίσι[x]. Τον Νοέμβριο του 1920, ο Βενιζέλος θα έχανε τις εκλογές και η Ελλάδα θα έχανε οριστικά την υποστήριξη των Αγγλογάλλων στο ζήτημα της Β. Ηπείρου. Πλέον οι Αγγλογάλλοι δεν δεσμεύονταν ηθικά να στηρίξουν την Ελλάδα, καθώς η επιστροφή του Βασιλιά Κωσταντίνου είχε μεταστρέψει εντελώς τη στάση τους από αγαστή σε εχθρική προς τη νέα ελληνική κυβέρνηση. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, όλες οι συστάσεις της ειδικής επιτροπής για το ελληνικό ζήτημα στο Παρίσι, που τόνιζαν την ελληνικότητα της περιοχής στα παράλια, από τους Αγίους Σαράντα μέχρι την Χιμάρα, κατέληξαν στον κάλαθο των αχρήστων. Στη νέα κατάσταση που δημιουργήθηκε, οι Αγγλογάλλοι αποδέχτηκαν πως μια ανεξάρτητη Αλβανία, στα όρια που είχαν αποφασιστεί από τις Έξι Δυνάμεις της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας το 1913, θα εξυπηρετούσε καλύτερα τα συμφέροντά τους και εν τέλει συντάχτηκαν με την ιταλική πρόταση του Αυγούστου του 1920.

Στις 9 Νοεμβρίου του 1921, η Πρεσβευτική Συνδιάσκεψη, στην οποία η Ελλάδα είχε εκχωρήσει το δικαίωμα να αποφασίσει για το ζήτημα της Βορείας Ηπείρου ως διαιτητικό όργανο, όρισε τα ελληνοαλβανικά σύνορα σύμφωνα με τα προβλεπόμενα του Πρωτοκόλλου της Φλωρεντίας της 17 Δεκεμβρίου του 1913. Μεταγενέστερες προσπάθειες για την εφαρμογή του Πρωτοκόλλου της Κέρκυρας του 1914 από την ελληνική κυβέρνηση έπεσαν στο κενό[xi] και η Αλβανία προσάρτησε οριστικά την Β. Ήπειρο χωρίς κανέναν όρο. To 1946-1947 στην Συνδιάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων, η διεκδίκηση της Β. Ηπείρου από την Ελλάδα και την κυβέρνηση Τσαλδάρη είχε καταστεί αδύνατη, καθώς εγγυητή της αλβανικής επικράτειας αποτελούσε πλέον η Σοβιετική Ένωση.

Η ιστορική πραγματικότητα είναι πως η εθνογραφική σύνθεση της Β. Ηπείρου δεν διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην απόδοσή της στην Αλβανία. Παρόλο που και η Ελλάδα και η Αλβανία επιζητούσαν την διενέργεια ενός δημοψηφίσματος, που θα αποκάλυπτε την εθνική συνείδηση του πληθυσμού στις αμφισβητούμενες περιοχές, κάτι τέτοιο ήταν αδύνατον να συμβεί το 1919-20. Αφενός μεν δεν επικρατούσαν στην περιοχή οι απαραίτητες συνθήκες για την διενέργεια ενός τόσο σημαντικού δημοψηφίσματος, αφετέρου δε θα άνοιγε ο ασκός του Αιόλου για όλες τις εθνικές ομάδες που δεν ανήκαν στο κράτος της αρεσκείας τους, όπως οι Αλβανοί του Κοσόβου, να διεκδικήσουν το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού.

Στην αλβανική ιστοριογραφία υπερτονίζεται ο ρόλος του προέδρου Ουίλσον, ως υπέρμαχου μιας ανεξάρτητης Αλβανίας στα πλαίσια της αρχής της αυτοδιάθεσης, καθώς και η σημασία του αλβανικού εθνικού κινήματος, που οδήγησε στο συνέδριο της Λούσνια και στην εκλογή μιας αλβανικής κυβέρνησης, που δεν θα επηρεαζόταν από κάποια Μεγάλη Δύναμη, αλλά θα είχε ως αποκλειστική εντολή να προάγει τα αλβανικά εθνικά συμφέροντα. Καθοριστικός παράγοντας όμως υπήρξε η αδυναμία της Ιταλίας να διατηρήσει τον έλεγχο της Αυλώνας το 1920, γεγονός που οδήγησε στην de facto υπαναχώρησή της από τα σημεία της Συνθήκης του Λονδίνου του 1915, που σχετίζονταν με την αλβανική επικράτεια. Το αποτέλεσμα ήταν η συνθήκη να μην έχει πλέον πεδίο εφαρμογής ούτε ως προς της διεκδικήσεις των Σέρβων-Μαυροβούνιων για την Σκόδρα και την Mirditë, ούτε για τις ελληνικές επιδιώξεις στην Β. Ήπειρο. Η μεταστροφή της ιταλικής πολιτικής οδήγησε  στην υπαναχώρηση της Ιταλίας και από την συμφωνία Τιττόνι-Βενιζέλου.

Η συζήτηση για τα δικαιώματα του ελληνικού στοιχείου στην Β. Ήπειρο επικεντρώνεται στο ζήτημα της εφαρμογής του Πρωτοκόλλου της Κέρκυρας, για το οποίο όμως υπάρχει η, αρνητική, απάντηση της Πρεσβευτικής Συνδιάσκεψης. Δεν γίνεται όμως κανένας λόγος για το Πρωτόκολλο της Καπεστίτσας[xii], στο οποίο οι Αλβανοί είχαν αποδεχτεί τα εξής για την περιοχή της Κορυτσάς:

Πρώτον. Ουδείς των κατοικούντων Ελλήνων επί του μη καταληφθησομένου υπό του Ελληνικού Στρατού εδάφους, θέλει πάθει τι διά τα φρονήματά του.

Δεύτερον. Τα Ελληνικά σχολεία και αι Εκκλησίαι θα λειτουργούν ελευθέρως επί του εδάφους τούτου.

Πέραν τον προαναφερθέντων όρων, στην Καπεστίτσα συνομολογήθηκε και ένα δεύτερο πρωτόκολλο που αφορούσε σε εσωτερικά-διοικητικά ζητήματα της Κορυτσάς, του οποίου οι όροι προτάθηκαν από την ελληνική αντιπροσωπία και έγιναν άμεσα δεκτοί από την αλβανική αντιπροσωπία. Το δεύτερο αυτό πρωτόκολλο δεν υπογράφτηκε επίσημα καθώς οι διαπραγματεύσεις για την οριστική ελληνοαλβανική συνεννόηση θα συνεχιζόντουσαν στο εγγύς μέλλον. Ο Βενιζέλος προσδοκούσε στη δημιουργία αγαστών σχέσεων μεταξύ Ελλάδας-Αλβανίας, επισημαίνοντας πως το μόνο ζήτημα που χωρίζει τους δύο λαούς είναι αυτό της Β. Ηπείρου:

«Εγκρίνομεν καθ᾿ ὁλοκληρίαν δοθεῖσαν παρ᾽ ὑμῶν ἀπάντησιν εἰς ἀπεσταλμένον ᾿Αλβανικῆς κυβερνήσεως. Εἶναι παρ᾽ ἡμῖν βαθεία ἡ συναίσθησις ὅτι “Έλληνες καί ᾿Αλβανοί συνδέονται στενότατα ὄχι μόνον ὡς οἱ ἀρχαιότατοι τῶν κατοίκων τῆς Βαλκανικῆς ἀλλά καί διά κοινῶν αἰσθημάτων ἀκόμη δέ καί ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ἑκατοντάδες χιλιάδων πολιτῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ κράτους εἶνε καταγωγῆς ᾿Αλβανικῆς, διατηροῦντες ἀκόμη τήν μητρικήν των γλῶσσαν καί κατέχοντες τάς ἀνωτάτας θέσεις ἐν τῇ Πολιτείᾳ, τῇ ᾿Εκκλησίᾳ καὶ τῷ Στρατῷ. “Ο,τι χωρίζει τούς δύο λαούς σήμερον εἶνε τό ζήτημα ὅπερ ἡμεῖς μέν ὀνομάζομεν τῆς Β. ‘Ηπείρου οἱ δέ ᾿Αλβανοί ζήτημα Νότιας ᾿Αλβανίας. Εἰλικρινεστάτη εὐχή μας εἶνε ὅπως ἡ ᾿Αλβανία δυνηθῇ νὰ ὀργανωθῇ εἰς ἀνεξάρτητον καί βιώσιμον συνταγματικόν κράτος. Θά εἴμεθα δέ εὐτυχεῖς ἄν κατά τά πρῶτα βήματά της εἰς ἀνεξάρτητον βίον δυνηθῶμεν νά τῇ παράσχωμεν τὴν ἠθικήν καί ὑλικήν ἀκόμη συνδρομήν μας ἥν ὀφείλει πρεσβύτερος εἰς νεώτερον ἀδελφόν. ᾿Αλλ᾿ ἡ εὐθύτης ἐπιβάλλει να δηλώσωμεν ὅτι δέν δυνάμεθα να μετέλθωμεν ἀντιιταλικήν πολιτικήν. Επιθυμοῦμεν καί μετά τῆς ᾿Ιταλίας να διατηρήσωμεν σχέσεις ἀγαθῆς γειτονίας, πιστεύομεν δέ ἄλλως τε ὅτι κοινόν συμφέρον ῾Ελλάδος καί ᾿Αλβανίας εἶνε ἡ διατήρησις φιλικῶν σχέσεων μετά τῆς γείτονος Μ. Δυνάμεως. Περιττόν να προσθέσω ὅτι εὐχαρίστως θα δεχθῶμεν τοὺς ἀποσταλησομένους τυχόν ἀντιπροσώπους ᾿Αλβανικής κυβερνήσεως πρός περαιτέρω συνεννόησιν[xiii]

Οι Αλβανοί εκμεταλλεύτηκαν τις διεθνείς συγκυρίες και μετά από τις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920 βρήκαν πρόσφορο έδαφος στο να ακολουθήσουν μια εχθρική πολιτική έναντι της Ελλάδας. Τον Απρίλιο του 1921 η κυβέρνηση των Τιράνων επιστράτευσε δύο κλάσεις νεοσυλλέκτων με στόχο να παραβιάσει την ουδέτερη ζώνη στα ελληνοαλβανικά σύνορα που είχε συμφωνηθεί στην Καπεστίτσα. Στο κάλεσμα συμπεριλήφθηκαν και οι Βορειοηπειρώτες. Ταυτόχρονα οι Αλβανοί κατέλαβαν την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, τη διαχρονική εστία και βάση της ελληνικής κοινότητας στην Κορυτσά. Η ελληνική κυβέρνηση αντέδρασε και έκλεισε τα ελληνοαλβανικά σύνορα, ζητώντας την άμεση εφαρμογή των συμφωνηθέντων της Καπεστίτσας[xiv]. Η απάντηση της αλβανικής κυβέρνησης ήταν να αρνηθεί την ισχύ του πρωτοκόλλου, επικαλούμενη πως ο Εσρέφ Φράσερη δεν είχε την απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, ώστε να υπογράψει μια διεθνή συμφωνία[xv]. Είναι εμφανής η αδυναμία που επέδειξε το ελληνικό κράτος στο Αλβανικό Ζήτημα το 1921, το οποίο την εποχή εκείνη είχε χάσει ολοκληρωτικά την υποστήριξη της Διεθνούς Κοινότητας και των παραδοσιακών του συμμάχων, των Αγγλογάλλων.

Η Κορυτσά ουδέποτε αναγνωρίστηκε ως μειονοτική περιοχή από τα Τίρανα, όπως συνέβη και με άλλες περιοχές της Β. Ηπείρου, όπου η ύπαρξη του ελληνικού στοιχείου ήταν (και είναι) αδιαμφισβήτητη, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την περιοχή της Χιμάρας. Μετά από την είσοδο της Αλβανίας στην ΚτΕ και την απόφαση της Πρεσβευτικής Συνδιάσκεψης, το αλβανικό κράτος απαγόρεψε τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας και ανέστειλε τη λειτουργία των ελληνικών σχολείων σε όλες τις περιοχές που δεν αναγνωρίστηκαν επίσημα ως μειονοτικές. Η Ελλάδα το 1923 έκανε και πάλι διπλωματικές ενέργειες, ώστε να γίνει σεβαστό το Πρωτόκολλο της Καπεστίτσας, οι οποίες δεν εισακούστηκαν από τα Τίρανα[xvi]. Οι Αλβανία είχε αποκτήσει ως προστάτη την φασιστική Ιταλία, που την ίδια χρονιά θα καταλάμβανε την Κέρκυρα, μετά από την δολοφονία του στρατηγού Ενρίκο Τελλίνι.

Στην μειονοτική ζώνη της Χιμάρας αναγνωρίστηκαν μόνο τα χωριά Χιμάρα, Δρυμάδες και Παλιάσσα. Χωριά όπως το Κήπαρο και το Βουνό εξαιρέθηκαν, καθώς η αλβανική κυβέρνηση θεώρησε πως αποτελούνταν από ορθόδοξο μεν, αλλά αλβανόφωνο πληθυσμό.

Τα επόμενα χρόνια τα ελληνικά σχολεία στην Αλβανία θα έκλειναν και η Ελλάδα θα αναγκαζόταν να προσφύγει στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Τον Απρίλιο του 1935 η Χάγη θα εξέδιδε  απόφαση που θα δικαίωνε την ελληνική πλευρά, ζητώντας από τους Αλβανούς την άμεση επαναλειτουργία των ελληνικών σχολείων. Αναφορικά με την ορθόδοξη (ελληνική) εκκλησία στην Αλβανία, η οποία στην Κορυτσά διαδραμάτισε σημαντικότατο ρόλο στην εξέγερση του 1914, και αυτή θα διωκόταν από τους Αλβανούς, ώστε τελικά να αντικατασταθεί από την Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας[xvii].

Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, το κέντρο του ελληνισμού της Κορυτσάς, κατεδαφίστηκε με εντολή του καθεστώτος του Ενβέρ Χότζα το 1968-1969

Η καταστρατήγηση της συμφωνίας της Καπεστίτσας από την αλβανική κυβέρνηση αποδείχτηκε πλήρης και η ελληνοαλβανική συνεννόηση, στην οποία απέβλεπε ο Βενιζέλος για την εξασφάλιση των δικαιωμάτων των Βορειοηπειρωτών, όνειρο απατηλό. Μετά το 1921 συντελέστηκε μαζική φυγή των Ελλήνων Κορυτσαίων προς την Ελλάδα και τις Η.Π.Α., οπού υπήρχε ήδη κοινότητα από τα τέλη του 19ου αιώνα. Ως αποτέλεσμα, στις πρώτες δημοτικές εκλογές που έγιναν στην Κορυτσά το 1925, ο «αλβανόφρων» υποψήφιος επικράτησε με ευκολία του «ημετέρου», που υποστηριζόταν από την Αθήνα. Η δυσαρέσκεια για το αποτέλεσμα στην Κεντρική Υπηρεσία του υπουργείου των Εξωτερικών ήταν έκδηλη, καθώς η Κορυτσά πλέον είχε γίνει μια αλβανική πόλη.

*Ο Δημήτριος-Μερκούριος Κόντης είναι ιστορικός ερευνητής.

[i] Αναλυτικά για το θέμα βλέπε Basil Kondis (1979), «The Albanian question at the beginning of 1920 and the greek-albanian protocol of Kapestitsa (May 28th 1920) », Balkan Studies 20, No. 2 (1979): 393-41.

[ii] Κόντης, Β. (2018), σελ.65.

[iii] DBFP, 1919-1939, vol. XII No. 373 Memorandum communicated by the Italian Ambassador, Italian Embassy, London, August 28, 1920.

[iv] DBFP, 1919-1939, vol. XII No. 363 Sir A. Young (Belgrade) to Earl Curzon (Received August 15, 11 p.m.) Belgrade, August 15, 1920, 1 p.m.

[v] DBFP, 1919-1939, vol. XII No. 367 Sir A. Young (Belgrade) to Earl Curzon (Received August 24, 2.35 p.m.) Belgrade, August 23, 1920, 9 p.m.

[vi] DBFP, 1919-1939, vol. XII No. 376 Earl Curzon to Earl Granville (Athens) No. 160 Telegraphic Foreign Office, September 4, 1920, 6 p.m.

[vii] DBFP, 1919-1939, vol. XII No. 383 Earl Curzon to Earl Granville (Athens) Foreign Office, September 8, 1920, 11 p.m.

[viii] DBFP, 1919-1939, vol. XII No. 382 Earl Curzon to Sir A. Young (Belgrade) Foreign Office, September 8, 1920, 11 p.m.

[ix] DBFP, 1919-1939, vol. XII No. 413 Earl Curzon to the United States Chargé d’Affaires (London) Foreign Office, October 11, 1920 και Κόντης, Β. (2018), σελ.146-148.

[x] Κόντης, Β. (2018), σελ.160.

[xi] Κόντης, Β. (2023) Η Ισχύς του Πρωτοκόλλου της Κέρκυρας και τα δικαιώματα της ελληνικής εθνικής μειονότητας στην Αλβανία (Ανιχνεύσεις)

[xii] Κόντης, Β. (1996). Ευαίσθητες ισορροπίες, Ελλάδα και Αλβανία στον 20ο αιώνα. Θεσσαλονίκη: Παρατηρητής, σελ. 143-144

[xiii] Κόντης, Β., επιμ. 1995. Ελληνισμός της βορείου Ηπείρου και ελληνοαλβανικές σχέσεις: έγγραφα από το ιστορικό αρχείο του Υπουργείου εξωτερικών. 4 τόμ. Αθήνα: Εστία, τομ. 2. εγγ.128. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ ΠΡΟΣ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΟΙΚΗΤΗ ΗΠΕΙΡΟΥ Α.Υ.Ε., 1920, Α/5, άρ. 6415, ᾿Αθῆναι, 28 Μαΐου 1920.

[xiv] Κόντης, Β. (2018), σελ.151-152.

[xv] Κόντης, Β. (1996), σελ.150.

[xvi] Κόντης, Β. (1996), σελ.154.

[xvii] Κόντης, Β. (1996), σελ.157 και εξής.

spot_img

2 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Να ο πραγματικός ιστορικός ερευνητής -ο κ. Δημήτριος ,Μερκούριος Κόντης-.
    Μας παραθέτει και τις γραπτές δηλώσεις Βενιζέλου για το Βορειοηπειρωτικό -που δεν τον τιμούν ως μεγάλο εθνικό ηγέτη- και τις παραπομπές σε αρχεία και βιβλία παλαιοτέρων ιστορικών Ελλήνων και ξένων.
    ΤΟΝ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΚΑΙ ΑΥΘΙΣ .

  2. Όλα καλά με το άρθρο. Καλό θα ήταν να μην περιλαμβανόταν ο πρώτος χάρτης όπου αναγράφεται η περιοχή της Vardarska – Skopjie ως Macedonia.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
28,400ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
- Advertisement -

Τελευταία Άρθρα