Δ. Κόντης: ο Βενιζέλος και το Ζήτημα της Κορυτσάς στο Παρίσι, 1919-1920.- Μέρος Β: Το Δίλημμα του Βενιζέλου

Print Friendly, PDF & Email
- Advertisement -

 

 του Δημητρίου-Μερκουρίου Κόντη*

Φωτογραφία: η Συνθήκη του Λονδίνου που άφησε το Βορειοηπειρωτικό ανεπίλυτο

Διαχρονικά ο καθοριστικός παράγοντας που οδήγησε στην απόδοση της Β. Ηπείρου στην Αλβανία ήταν ο ανταγωνισμός των Μεγάλων Δυνάμεων για την ευρύτερη περιοχή, ενώ το Αλβανικό Ζήτημα ποτέ δεν εξετάστηκε αυτόνομα, ούτε το 1912-13 στο Λονδίνο, ούτε το 1919-20 στο Παρίσι. Στο Λονδίνο, οι εύθραυστες ισορροπίες στην Ευρωπαϊκή Συμφωνία οδήγησαν στο να ψηφιστεί η γραμμή Στύλος-Κορυτσά, ως βάση για τον καθορισμό των ελληνοαλβανικών συνόρων. Με το τέλος του Α’ΠΠ, το Αλβανικό Ζήτημα αποτελούσε κομμάτι του Αδριατικού Ζητήματος, αφού συνδέθηκε με την μυστική συνθήκη του Λονδίνου του 1915 και τα αντικρουόμενα συμφέροντα Ρώμης-Βελιγραδίου για τις Δαλματικές Ακτές με επίκεντρο το Φιούμε, την σημερινή Ριέκα της Κροατίας. Όπως θα τόνιζε και ο Έντουαρτ Γκρέι στην αυτοβιογραφία του[i], η δυσκολότερη εξωτερική πολιτική συνίστατο στο να κρατηθεί η ισορροπία μεταξύ συμμάχων. Ιταλία, Σερβία και Ελλάδα είχαν πολεμήσει στο πλευρό των Βρετανών στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και προσδοκούσαν ανταλλάγματα.

Η Βρετανική και η Γαλλική κυβέρνηση δεσμεύονταν από την μυστική Συνθήκη του Λονδίνου του 1915, όπου η Β. Αλβανία θα δινόταν στην Σερβία και στο Μαυροβούνιο, ενώ η Ν. Αλβανία, δηλαδή η Β. Ήπειρος, θα παραχωρούνταν στην Ελλάδα. Με την ίδια συνθήκη οι Αγγλογάλλοι είχαν υποσχεθεί στους Ιταλούς το 1915, εδαφικά ανταλλάγματα στις Δαλματικές Ακτές, που τότε κατείχε η Αυστροουγγαρία, για να προσχωρήσουν στην Αντάντ και να κηρύξουν τον πόλεμο εναντίον των Αυστριακών. Το τέλος του Α’ΠΠ έφερε την διάλυση της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων και την δημιουργία του Βασίλειου των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων. Αυτές ήταν οι αλλαγές στον πολιτικό χάρτη της Ευρώπης που δημιούργησαν το Αδριατικό Ζήτημα. Η χώρα που αντιτάχθηκε στην εφαρμογή της Συνθήκης του Λονδίνου ήταν οι Η.Π.Α. και η δυσαρέσκεια του προέδρου Ουίλσον εκφράστηκε στο πρώτο από τα 14 σημεία, όπου και ζητούσε την κατάργηση της μυστικής διπλωματίας.

Αρχικά, την περίοδο που συζητήθηκε το Ελληνικό Ζήτημα, στην ειδική επιτροπή στο Παρίσι, η ιταλική κυβέρνηση ήταν αντίθετη στις ελληνικές επιδιώξεις στην Β. Ήπειρο και επιθυμούσε να διατηρηθούν τα σύνορα του 1913, που προέβλεπε το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας[ii]. Όμως  στα τέλη Ιουνίου του 1919 επήλθε αλλαγή στην σύνθεση της ιταλικής κυβέρνησης και ο Τιττόνι ανέλαβε υπουργός των Εξωτερικών. Ο Βενιζέλος διατηρούσε καλές σχέσεις με τον Τιττόνι από την εποχή που ήταν πρεσβευτής της Ιταλίας στο Παρίσι. Η μυστική συμφωνία Βενιζέλου-Τιττόνι[iii] άλλαξε ριζικά την κατάσταση, καθώς ο Βενιζέλος την παρουσίασε και επίσημα στο Ανώτατο Συμβούλιο των Συμμάχων στο Παρίσι στις 13 Ιανουαρίου του 1920. Πρέπει επίσης να τονιστεί πως η απόδοση της Κορυτσάς στην Ελλάδα δεν αποτελούσε προϋπόθεση, ώστε να εφαρμοστεί η συμφωνία, που επίσης αφορούσε στην Θράκη, στη Μικρά Ασία και στα Δωδεκάνησα, καθώς Βενιζέλος και Τιττόνι γνώριζαν την αντίδραση του Ουίλσον. Πλέον Βρετανία-Γαλλία-Ιταλία δεν έφερναν αντίρρηση στην απόδοση της Β. Ηπείρου στην Ελλάδα. Θα έπρεπε όμως να συναινέσουν και οι Η.Π.Α. Ο πρόεδρος Ουίλσον είχε υποστεί βαρύτατο εγκεφαλικό επεισόδιο τον Οκτώβριο του 1919 και η  κατάστασή του είχε δημιουργήσει ένα κενό εξουσίας στον Λευκό Οίκο, καθώς σύμφωνα με το νομικό πλαίσιο εκείνης της εποχής ο αντιπρόεδρος Μάρσαλ δεν μπορούσε να αναλάβει την προεδρία. Έτσι η κατάσταση του Ουίλσον θα παρέμενε κρυφή για αρκετούς μήνες[iv]. Πάντως ο Λευκός Οίκος, εξ ονόματος του προέδρου, αντέδρασε έντονα στον αποκαλούμενο «Συμβιβασμό του Ιανουαρίου» και συνέχιζε να αντιδρά στην απόδοση της Κορυτσάς στην Ελλάδα, όπως και στην απόδοση της Σκόδρας στους νοτιο-Σλάβους[v].

Ο Βενιζέλος είχε επιχειρήσει μια, ατυχή με τα σημερινά δεδομένα, σύγκριση στο Παρίσι μεταξύ του Ιρλανδικού και του Αλβανικού Ζητήματος. Θα επισήμαινε πως οι σχέσεις μεταξύ ορθοδόξων και μουσουλμάνων στην Αλβανία δεν ήταν το ίδιο ήρεμες με αυτές μεταξύ των καθολικών και των αγγλικανών της Ιρλανδίας. Ενώ στην Ιρλανδία δεν είχε γίνει ποτέ εμφύλιος πόλεμος [εδώ η Ιστορία θα διέψευδε τον Βενιζέλο], στην Αλβανία διεξαγόταν ένας θρησκευτικός εμφύλιος εδώ και 300 χρόνια[vi]. Το 1916, η γαλλική στρατιωτική διοίκηση στην Κορυτσά, στην προσπάθειά της να επανέλθει η ηρεμία στην περιοχή μεταξύ του ορθόδοξου και του μουσουλμανικού στοιχείου, είχε ιδρύσει την «Αυτόνομη Δημοκρατία της Κορυτσάς», η οποία θα διοικούνταν από ένα 14μελές συμβούλιο αποτελούμενο από 7 ορθοδόξους και 7 μουσουλμάνους. Επίσημη γλώσσα θα ήταν η αλβανική, ενώ η σημαία της Δημοκρατίας της Κορυτσάς θα ήταν αυτή του Σκεντέρμπεη (δηλαδή η αλβανική), συνδυασμένη με τις παραδοσιακές τρίχρωμες ρίγες  (Tricolore) της γαλλικής δημοκρατίας.

Στις αρχές του 1920, το μουσουλμανικό στοιχείο της περιοχής βρισκόταν σε εγρήγορση. Στην περιοχή της Κορυτσάς δρούσε και πάλι η ένοπλη ομάδα του Σαλί Μπούτκα, ο οποίος το 1916 είχε λεηλατήσει τη Μοσχόπολη. Ο Βενιζέλος είχε μια εξαιρετική δικαιολογία για να αγνοήσει τις συστάσεις των Συμμάχων και να καταλάβει την Κορυτσά, καθώς ο Σαλί Μπούτκα μετά από την λεηλασία της Μοσχόπολης το 1916 διέδιδε πως θα έκαιγε και θα λεηλατούσε και την Κορυτσά, αν δεν υψωνόταν η αλβανική σημαία στην πόλη, όπως και τελικά έγινε από τους Γάλλους με την «Αυτόνομη Δημοκρατία της Κορυτσάς.» Η απειλή του Μπούτκα είχε οδηγήσει τον Βενιζέλο στο να ζητήσει την είσοδο του γαλλικού στρατού  στην Κορυτσά στα τέλη του 1916[vii]. Το 1920 τα άτακτα σώματα του Μπούτκα είχαν οχυρωθεί στην περιοχή της λίμνης του Μαλίκ, βόρεια από την Κορυτσά και αποτελούσαν μια υπαρκτή απειλή για την ασφάλεια της πόλης. Η έκρυθμη κατάσταση που επικρατούσε στην περιοχή επισημάνθηκε στο Foreign Office από τον Λήπερ, ο οποίος θεωρούσε πως η είσοδος του ελληνικού στρατού στην Κορυτσά θα οδηγούσε σε γενικευμένο ελληνοαλβανικό πόλεμο[viii]. Η ίδρυση της Αυτόνομης Δημοκρατίας της Κορυτσάς δεν είχε ομαλοποιήσει πλήρως την κατάσταση, καθώς οι μουσουλμάνοι Αλβανοί είχαν δολοφονήσει τον Γενικό Επιθεωρητή των ελληνικών σχολείων Εφραίμ Γκίνη, ενώ είχαν γίνει και άλλες δολοφονικές απόπειρες εναντίον ελληνορθοδόξων.

Ο Αλβανός ιστορικός Πασκάλ Μίλο αναφέρεται και αυτός στην κατάσταση που επικρατούσε στις αρχές του 1920 στην περιοχή της Κορυτσάς, τονίζοντας πως οι Αλβανοί ήταν αποφασισμένοι να αντισταθούν με τις δυνάμεις της χωροφυλακής και της αστυνομίας, καθώς και με τους ένοπλους εθελοντές που είχαν συγκεντρωθεί, εννοώντας την ομάδα του Μπούτκα[ix]. Οι Αλβανοί τείνουν να υπερβάλλουν αναφορικά με τις επιχειρησιακές ικανότητες και τον αριθμό των αντρών που άκουγαν στις διαταγές του Μπούτκα, υπολογίζοντάς τους μέχρι και σε 20.000[x], ενώ ο Μίλο κάνει αναφορά σε 4.000 με 7.000. Έλληνες ιστορικοί, βασιζόμενοι σε έγγραφα από τα αρχεία του ΥΠ.ΕΞ. αναφέρουν ότι ο πραγματικός αριθμός της ομάδας του Μπούτκα πρέπει να ήταν σημαντικά λιγότερος από 4.000[xi]. Οι αναφορές των Γάλλων κάνουν λόγο για το ότι ο Μπούτκα διέθετε οπλισμό 20 πολυβόλων και 2 πυροβόλων ενώ είχαν ενημερώσει τον Βενιζέλο πως για να εξασφαλιστεί η επιτυχία του ελληνικού στρατού θα έπρεπε να σταλεί μια ολόκληρη μεραρχία [τρία συντάγματα πεζικού με τέσσερις μοίρες πυροβολικού]. Αντίθετα το Γενικό Επιτελείο  πίστευε πως τρία συντάγματα πεζικού και μια μοίρα ορεινής πυροβολαρχίας επαρκούσαν. Την εποχή εκείνη, σύμφωνα με μαρτυρία του ίδιου του Βενιζέλου το 1919 στο Παρίσι, μια ελληνική μεραρχία αποτελούνταν από 9.000 οπλίτες πεζικού και συνολικά 16.000 άντρες[xii].

Ο Βενιζέλος μέχρι και την τελευταία στιγμή αμφιταλαντεύτηκε για το αν θα έδινε την εντολή ο ελληνικός στρατός να προελαύσει προς την Κορυτσά. Τον Μάιο του 1920 ο ελληνικός στρατός βρισκόταν σε επιχειρησιακή ετοιμότητα και είχε συγκεντρωθεί στα ελληνοαλβανικά σύνορα κοντά στο χωριό της Καπεστίτσας. Ο Βενιζέλος ήταν υποχρεωμένος να κινητοποιήσει τον στρατό για να προστατεύσει το ελληνικό στοιχείο της Κορυτσάς, όπως το ίδιο είχε πράξει για να προστατεύσει τους Μικρασιάτες της Σμύρνης λίγους μήνες νωρίτερα. Επίσης σε καμία περίπτωση δεν επιθυμούσε να αντικατασταθεί ο γαλλικός στρατός από ιταλικές δυνάμεις[xiii], όπως και είχε εκμυστηρευτεί στον Λήπερ. Κατά τον Α’ΠΠ ο Εθνικός Διχασμός είχε οδηγήσει τους Ιταλούς να ζητήσουν την αποχώρηση του ελληνικού-βασιλικού στρατού και να καταλάβουν σχεδόν ολόκληρη την Β. Ήπειρο (όχι όμως την Κορυτσά). Οι μνήμες από την ανθελληνική συμπεριφορά των Ιταλών απέναντι στους Βορειοηπειρώτες ήταν ακόμα νωπές. Οι Ιταλοί κυνηγούσαν συστηματικά το ελληνικό στοιχείο, κλείνοντας τα ελληνικά σχολεία και αντικαθιστώντας τα με αλβανο-ιταλικά, ενώ είχαν αναθέσει την αυτοδιοίκηση της περιοχής στους Αλβανούς[xiv]. Από την άλλη ο Βενιζέλος δεν μπορούσε να αναλάβει το ρίσκο να εμπλακεί σε ένα πόλεμο στην Β. Ήπειρο, ο οποίος θα εξελισσόταν σε έναν εμφύλιο μεταξύ ορθοδόξων και μουσουλμάνων, την εποχή που η Ελλάδα είχε ήδη εμπλακεί στην μικρασιατική εκστρατεία. Επίσης ο Βενιζέλος γνώριζε πως δεν μπορούσε να ανοίξει ένα δεύτερο μέτωπο στην Αλβανία, μετά την Μικρά Ασία, δίχως την στήριξη των παραδοσιακών του συμμάχων, των Βρετανών. Αυτό ήταν και το δίλημμα του Βενιζέλου την άνοιξη του 1920.

Την ίδια εποχή η κυβέρνηση των Τιράνων ενημερώθηκε πως οι Γάλλοι θα αποχωρούσαν άμεσα από την Κορυτσά και έστειλε τον Εσρέφ Φράσερη για να προχωρήσει στην διοικητική ένωση της Κορυτσάς με τα Τίρανα. Όμως ο Γάλλος διοικητής Κρετέν δεν δέχτηκε να παραδώσει την πόλη στους Αλβανούς, καθώς οι εντολές που είχε ήταν να την παραδώσει στους Έλληνες. Ως αποτέλεσμα η κατάσταση είχε οδηγηθεί σε αδιέξοδο. Γι’ αυτόν τον λόγο, ο Βενιζέλος έδωσε εντολή στον Έλληνα πρεσβευτή στο Λονδίνο Κακλαμάνο να ρωτήσει επειγόντος τον Λόρδο Κέρζον αν θα είχε αντίρρηση για την ανακατάληψη της Κορυτσάς από τον ελληνικό στρατό, ο οποίος με εντολή της Αντάντ είχε μπει στην Κορυτσά τον Οκτώβριο του 1914. Ο Βενιζέλος επιδίωκε ο ελληνικός στρατός να εισέλθει εκ νέου ως συμμαχικός στρατός στην Κορυτσά, ώστε οι Σύμμαχοι να ασκούσαν πίεση στην νέα κυβέρνηση των Τιράνων, η οποία και θα έδινε εντολή στην αλβανική αντιπροσωπία να αποχωρήσει από την Κορυτσά, αποδεχόμενη την παρουσία του συμμαχικού ελληνικού στρατού. Η απάντηση του Foreign Office δεν ήταν θετική για την Ελλάδα, καθώς οι Βρετανοί πίστευαν πως η ελληνική κατοχή της Κορυτσάς θα οδηγούσε σε ένοπλη αλβανική αντίσταση[xv].

Οι μουσουλμάνοι της ευρύτερης περιοχής της Κορυτσάς, παρόλες τις διαβεβαιώσεις[xvi] που τους είχαν δοθεί από την ελληνική κυβέρνηση, ότι η Ελλάδα θα σεβόταν την γλώσσα και την εθνική τους συνείδηση, δεν θα αποδέχονταν ποτέ την ενσωμάτωσή τους ως μια θρησκευτική και εθνική μειονότητα στο ελληνικό κράτος. Αυτός ήταν και ο λόγος, σύμφωνα και με τις μαρτυρίες του Λήπερ, που ο Βενιζέλος δεν επιδίωκε διακαώς την ενσωμάτωση της περιοχής της Κορυτσάς στην Ελλάδα το 1920, καθώς είχε διαπιστώσει πως οι ιδέες του αλβανικού εθνικού κινήματος είχαν βρει πρόσφορο έδαφος στο μουσουλμανικό στοιχείο της περιοχής, που εθνολογικά και γλωσσικά δεν ήταν σε καμία περίπτωση ελληνικό. Ο Βενιζέλος είχε παραδεχτεί στον Λήπερ ότι δεν μπορούσε να εκφράσει τις ανησυχίες του δημόσια στην Αθήνα και να αποδεχτεί πως η ευρύτερη περιοχή του παλιού καζά [οθωμανική περιφέρεια]Κορυτσάς, όπου πλειοψηφούσε ο μουσουλμανικός πληθυσμός, είχε εξελιχτεί το 1920 σε κέντρο του αλβανικού εθνικισμού[xvii]. Πλέον οι μουσουλμάνοι της Κορυτσάς δεν αυτοπροσδιορίζονταν ως Τούρκοι, καθώς η ανάγκη για επιβίωση τους είχε οδηγήσει στο να ενστερνιστούν την αλβανική ιδέα. Ο Μίλο υποστηρίζει την πάγια αλβανική θέση, ότι το ελληνικό στοιχείο της Κορυτσάς αποτελούσε μειονότητα, αποκαλώντας τους μάλιστα «Αλβανούς που ελληνοποιήθηκαν.[xviii]» Δεν υπάρχει όμως καμία αμφιβολία ότι το ελληνικό στοιχείο αποτελούσε την πλειονότητα στην πόλη της Κορυτσάς καθώς και στον ευρύτερο άξονα Κορυτσάς-Νικολίτσας. Η καλύτερη απόδειξη που αντικρούει τις θέσεις των Αλβανών ιστορικών είναι η αδιαφιλονίκητη πρόθεση του, θεωρούμενου σήμερα ήρωα του αλβανικού λαού, Σαλί Μπούτκα να εισέλθει στην Κορυτσά με σκοπό να την λεηλατήσει και ύστερα να την κάψει.

Η άρνηση των Βρετανών να συναινέσουν στην είσοδο του ελληνικού στρατού στην Κορυτσά οδήγησε στο Πρωτόκολλο της Καπεστίτσας[xix], που εκτόνωσε την κρίση και οδήγησε στο να επανέλθει η ηρεμία μεταξύ του ορθόδοξου και του μουσουλμανικού στοιχείου της περιοχής. Τα άτακτα σώματα του Μπούτκα διαλύθηκαν με εντολή της αλβανικής κυβέρνησης, ο έλεγχος της Κορυτσάς πέρασε στους Αλβανούς, οι οποίοι έδωσαν εγγυήσεις για το ελληνικό στοιχείο της περιοχής, ενώ απετράπη οριστικά η είσοδος του ιταλικού στρατού.

*Ο Δημήτριος-Μερκούριος Κόντης είναι ιστορικός ερευνητής.

Υ.Γ. Στο τρίτο και τελευταίο μέρος θα επικεντρωθούμε στην εκ νέου μεταστροφή της ιταλικής πολιτικής και στην βρετανική πολιτική μέχρι και τον Οκτώβριο του 1920, λίγες βδομάδες πριν τις κρίσιμες εκλογές του Νοεμβρίου.

[i] Grey, Viscount of Fallodon. 1925. Twenty-five years, 1892-1916. New York: Frederick A. Stokes; 1st edition, βλέπε κεφ. “Allied Diplomacy in War”.

[ii] Κόντης, Β (2018), Ο Βενιζέλος και το ζήτημα της Κορυτσά, Θεσσαλονίκη: Literatus, σελ.136.

[iii] https://www.thenationalherald.com/historical-observations-the-tittoni-venizelos-agreement-july-1919/

[iv] https://www.pbs.org/newshour/health/woodrow-wilson-stroke

[v] Κόντης, Β. (2018), σελ.142.

[vi] Papers Relating to the Foreign Relations of the United States, The Paris Peace Conference, 1919, Volume III Document 58. Secretary’s Notes of a Conversation Held in M. Pichon’s Room at the Quai d’Orsay, Paris, on Monday, 3 February,1919, at 11 a.m.

[vii] Κόντης, Β. (1996). Ευαίσθητες ισορροπίες, Ελλάδα και Αλβανία στον 20ο αιώνα. Θεσσαλονίκη: Παρατηρητής, σελ.117-118.

[viii] Κόντης, Β. (1996), σελ. 125-126.

[ix] Milo, P. (2013). Politika e jashtme e Shqipërisë, Paskal Milo, vol. 1. Tirana: Toena, p. 498.

[x] https://sq.wikipedia.org/wiki/Sali_Butka

[xi] Κόντης, Β. (1996), σελ.127,138 και Κόντης, Β (2018),σελ. 119.

[xii] Papers Relating to the Foreign Relations of the United States, The Paris Peace Conference, 1919, Volume V Document 49, Notes of a Meeting Held at Mr. Lloyd George’s Residence, 23 Rue Nitot, Paris, on Wednesday, May 7, at Noon https://history.state.gov/historicaldocuments/frus1919Parisv05/d49

[xiii] DBFP, 1919-1939, vol. XII, No 318 Memorandum by Mr. Leeper on the Greek occupation of Koritza and Thrace, Foreign Office, April 5, 1920.

[xiv] Κόντης, Β. (1996), σελ. 114.

[xv] DBFP, 1919-1939, vol. XII No. 334 Earl Curzon to Earl Granville (Athens) Foreign Office, June 1, 1920, 9 p.m.

[xvi] Κόντης, Β. (2018), σελ. 96-97.

[xvii] DBFP, 1919-1939, vol. XII, No 318 Memorandum by Mr. Leeper on the Greek occupation of Koritza and Thrace, Foreign Office, April 5, 1920.

[xviii] Milo, P. (2013), p.499.

[xix] Αναλυτικά για το θέμα βλέπε Basil Kondis (1979), «The Albanian question at the beginning of 1920 and the greek-albanian protocol of Kapestitsa (May 28th 1920) », Balkan Studies 20, No. 2 (1979): 393-41.

spot_img

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
28,600ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
- Advertisement -

Τελευταία Άρθρα