Ντεριντά, Λεβινάς και π. Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος

Print Friendly, PDF & Email
spot_img

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Ζακ Ντεριντά, ιδρυτής της Αποδόμησης, ασχολήθηκε με ηθικά ζητήματα, ενώ όλο και περισσότερο καταδεικνυόταν πως η φιλοσοφία του Εμμανουέλ Λεβινάς, αφιερωμένη εξολοκλήρου στην Ηθική, αποτελούσε στην πραγματικότητα και την ηθική της Αποδόμησης. Θα παραλείψουμε λόγω ελλείψεως χώρου διάφορες λεπτομέρειες, για να ασχοληθούμε με το ζήτημα της φιλοξενίας, στο οποίο ο Ντεριντά αφιέρωσε κάμποσες σελίδες. Το όλο θέμα αναλύει ο Γεράσιμος Κακολύρης στο βιβλίο του «Η Ηθική της Φιλοξενίας: ο Ζακ Ντεριντά για την απροϋπόθετη και την υπό όρους φιλοξενία» (Εκδ. Πλέθρον, 2017), στο οποίο και θα παραπέμπουμε στη συνέχεια όπου χρειάζεται.

Ο Ντεριντά λοιπόν μιλά για την απροϋπόθετη φιλοξενία, ως την καρδιά της ίδιας της Ηθικής. Το ζήτημα του άλλου, με την έννοια της ριζικής διαφορετικότητας, σχετίζεται με το θέμα της αποδοχής αυτής της διαφορετικότητας από την πλευρά του «εγώ» (που γίνεται «εγώ» διά του άλλου»). Αν ο άλλος είναι ριζικά διαφορετικός, και προκειμένου να αναπτυχθεί το όλο εγχείρημα της Αποδόμησης, θα πρέπει να είναι με κάποιον τρόπο προσεγγίσιμος. Και μια που είναι αδύνατον να υπάρξει διάλογος με τον ριζικά άλλο, αυτό που μένει είναι η φιλοξενία. Θα πρέπει να δεξιωθώ το(ν) άλλο. Η φιλοξενία εινια το ύψιστο ηθικό καθήκον, και μάλιστα, αν θέλω να σώσω την ριζική ετερότητα, θα πρέπει αυτή να δίνεται άνευ προϋποθέσεων. Η φιλοξενία θα πρέπει να παράσχεται στον άλλον- και στην όλη συζήτηση ως «άλλος» ορίζεται συνήθως ο πρόσφυγας, καθώς η Αποδόμηση προώθησε τα διαπολιτισμικά ζητήματα- υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, έστω και αν ξέρουμε ότι είναι πιθανόν αυτός ο άλλος να ασκήσει βία εναντίον μας, να κλέψει ή να βιάσει τις κόρες μας (εδώ γίνεται παραπομπή στην Παλαιά Διαθήκη, σε μια περικοπή που αφορά τον Λωτ, ο οποίος αρνείται να δώσει στους Σοδομίτες τους φιλοξενούμενούς του, για να ασελγήσουν μαζί τους, και προτείνει αντ’ αυτών να τους δώσει τις θυγατέρες του). Προέχει το καθήκον να προσφέρουμε καταφύγιο στον άλλον έναντι οτιδήποτε άλλου, όπως είναι π.χ. η μέριμνα για την ασφάλεια της οικογένειάς μας. Το καθήκον της φιλοξενίας φθάνει πολύ μακριά, η φιλοξενία, κατά τον Ντεριντά «είναι η ίδια η ηθικότητα, το όλον και η αρχή της ηθικής» (ό.π. σελ. 41). Η φιλοξενία περιγράφει το ήθος μας, το πνεύμα, τον χαρακτήρα μας, τις αξίες μας και τις αρχές μας. 

Γιατί έτσι; Είμαστε λοιπόν κατά τον Ντεριντά, και πράγμα δικαιολογημένο, εξαρτησιακές και σχεσιακές υπάρξεις, έχουμε σχέσεις προς τους άλλους, πράγμα που υποδηλώνει μια καταστατική απομάκρυνση από τον εαυτό, μια πρωταρχική «απ-αλλοτρίωση» (ό.π. σελ. 42) του ευατού από το(ν) άλλο.  Είμαστε πάντα «εκτός εαυτού», πέρα από τον εαυτό μας. Αυτή η αλληλεξάρτηση καθιστά τον καθένα πάντα ήδη υπεύθυνο για τη ζωή του άλλου. Οπότε, είμαστε υπεύθυνοι για όλα και για όλους.

Είναι δίκαιο λοιπόν να φιλοξενήσουμε τον ριζικά άλλο. Αυτό απαιτεί η δικαιοσύνη, η οποία μάλιστα δεν είναι κατά τον Ντεριντά ριζικά αποδομήσιμη, αντίθετα από τους νόμους. Οι νόμοι, και ειδικότερα αυτοί για τους πρόσφυγες, μπορεί να αλλάζουν, να βελτιώνονται, να καταργούνται, ωστόσο η δικαιοσύνη δεν υπόκειται σε τέτοιου είδους αλλοιώσεις. Μια και καλή, απαιτεί την φιλοξενία του άλλου. Νόμοι μπορεί να υπάρχουν που να ρυθμίζουν τα ζητήματα της φιλοξενίας, ακριβώς γιατί, όπως είπαμε, υπάρχει το ενδεχόμενο ο φιλοξενούμενος να ασκήσει βία ή να καταστρέψει, οπότε και με ανάλογες ρυθμίσεις δικαιικού χαρακτήρα θα υπάρξει μέριμνα να αποφευχθούν αυτές οι περιπτώσεις. Και πάντα θα υπάρχουν νόμοι που θα ρυθμίζουν τέτοια ενδεχόμενα, γιατί ποτέ δεν εξαφανίζεται το ρίσκο, οπότε και η δικαιοσύνη, που είναι αδύνατον να λάβει εξολοκλήρου τη μορφή γραπτής, ρητής νομικής ρύθμισης, είναι πάντοτε υπό έλευση (ό.π. σελ. 49). Δικαιοσύνη και νόμος είναι αδύνατον να συμπέσουν.

Παρόλα αυτά, και παρά τις απαιτούμενες ρυθμίσεις που λαμβάνονται για να αποφευχθούν τέτοια ενδεχόμενα (για τα οποία μίλησε αρκετά σε ένα του έργο ο Καντ), είναι για τον Ντεριντά ξεκάθαρο ότι η δικαιοσύνη προϋποθέτει τη συμπερίληψη και όχι τον αποκλεισμό του άλλου. 

                                                         **********

Θα πρέπει να πούμε δυο λόγια παραπάνω για το τι είναι η απροϋπόθετη φιλοξενία. Αυτή έγκειται λοιπόν στο να πουμε «ναι» στην άφιξη του άλλου, π.χ. τον ερχόμενο πρόσφυγα, πριν τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου επιβολής όρων στην άφιξή του κλπ. Στην απροϋπόθετη φιλοξενία -και αναφέρονται εδώ πάλι παραδείγματα από την Παλαιά Διαθήκη και τον Όμηρο- δεν ρωτάς καν το όνομα του αφιχθέντος, υποδέχεσαι τον άγνωστο και του δίνεις τόπο. Το να ζητήσεις το όνομα του άλλου σημαίνει να ζητήσεις την ταυτότητά του, να κάνεις το ξένο ημέτερο, το άλλο ίδιο, τον μη ευατό εαυτό. Το να ρωτήσουμε το όνομα εκφράζει συχνά αγάπη και καλοσύνη, υποκρύπτει ωστόσο μια επιθυμία ελέγχου του άλλου. Η φιλοξενία πρέπει να είναι απρόσμενη, ο άλλος διακρώς να με εκπλήσσει.

Στην πραγματικότητα όμως δεν έχουμε απαντήσει στο ερώτημα από πού αντλεί την προστακτική της δύναμη η απροϋπόθετη φιλοξενία στο έργο του Ζακ Ντεριντά. Δεν υπάρχει τίποτε στα προγενέστερα γραπτά του γάλλου φιλοσόφου, που να την δικαιολογεί. Στην πραγματικότητα, λοιπόν, και στο όλο αυτό πλαίσιο, έρχεται να δώσει δικαιολόγηση η φιλοσοφία του Εμμανουέλ Λεβινάς – η φιλοσοφία αυτή έχει αποκληθεί, και σωστά, ως «η Ηθική της Αποδόμησης». Δεν είναι δυνατόν εδώ να κάνουμε μια εξαντλητική έκθεση των θέσεων του γαλλοεβραίου αυτού φιλοσόφου και ταλμουδιστή συγγραφέα, αλλά μόνον ακροθιγώς να μιλήσουμε λίγο για τη σκέψη του. Κατά τον Λεβινάς λοιπόν η ευθύνη απέναντι στον άλλον είναι άπειρη. Από πού όμως απορρέει αυτή η απόλυτη ευθύνη για τον άλλον; «Για τον Λεβινάς, η ευθύνη δεν είναι κάτι που εγώ επιλέγω, είναι ο άλλος που με καθιστά υπεύθυνο. Για παράδειγμα, η παρουσία του άλλου μπροστά στην πόρτα του οίκου μου ή των συνόρων της χώρας μου με καθιστά αυθωρεί υπεύθυνο απέναντί του. Ο άλλος μου θέτει ένα αίτημα, το οποίο δεν είναι απαραίτητο να αρθρωθεί σε λέξεις. Αυτό το αίτημα με προσδένει σε μια παθητική ευθύνη, δηλαδή μια ευθύνη την οποία δεν έχω επιλέξει» (ό.π. σ. 68). Κατά τον Λεβινάς (βλ. το θεμελιώδες έργο του «Ολότητα και Άπειρο», Εκδ. Εξάντας, 1989)είμαι ερριμμένος στην ευθύνη έναντι του άλλου, ο άλλος μου επιτρέπει να υπάρχω ως υπεύθυνος απέναντί του. Η ευθύνη συγκροτεί την ίδια την υποκειμενικότητα, «το Εγώ είναι ευθύνη πέρα για πέρα». Και μάλιστα η ευθύνη μου για τον άλλον είναι μη συμμετρική: δεν έχει δηλαδή ο άλλος την υποχρέωση να νιώθει την ίδια αίσθηση ευθύνης έναντι εμού (παρεκτός αν με λογαριάζει για το άλλο του άλλου, αλλά αυτό είναι δική του υπόθεση). Δεν υπάρχει αμοιβαιότητα στην αίσθηση της ευθύνης. «Υπό-κειμαι στον άλλο», και με αυτή την έννοια είμαι «υπο-κείμενο». 

Πώς δικαιολογείται η φιλοσοφία του Λεβινάς; Πηγή της ηθικής είναι κατά τον γαλλοεβραίο φιλόσοφο ο άλλος, για τον οποίο στην πράξη ποτέ δεν είμαι αρκετά υπεύθυνος, μολονότι υφίσταμαι παθητικά την ευθύνη έναντι αυτού. «Πηγή και προέλευση της απόλυτης ευθύνης είναι ο άλλος. Η ευθύνη έγκειται βασικά στην απάντηση που δίνω στο αναπάντεχο και απρόβλεπτο κάλεσμά του. Και από την στιγμή που θα δεσμευθώ απέναντί του, πάντοτε θα διακατέχομαι από την αίσθηση και την ενοχή ότι ποτέ δεν προκειται να ανταποκριθώ πλήρως και επαρκώς στη δέσμευσή μου, ότι ποτέ δεν είμαι αρκετά υπεύθυνος για τον άλλον» (Κακολύρης…, σελ. 71). Η ευθύνη και η απόφαση μου επιβάλλονται έξωθεν. 

                                          **************

Στην πραγματικότητα η φιλοσοφία του Λεβινάς περί νόμου και ευθύνης προέρχεται από την εβραϊκής χροιάς μέθοδο σκέψης του φιλοσόφου. Στην ιουδαϊκή αντίληψη περί ηθικής προέχει η έννοια του (μωσαϊκού) νόμου, ο οποίος και θεμελιώνει την ηθική. Ο Λεβινάς δεν πιστεύει στην συνείδηση, η οποία εμφυσήθηκε από τον Θεό εντός του ανθρώπου, ο οποίος ποτέ δεν είναι, παντού και πάντα, άμοιρος της ηθικής ευαισθησίας. Όπως δείχνει η γραμματεία της αρχαίας  Ελλάδας, παρά το ειδωλολατρικό της παρελθόν, υπάρχουν έννοιες και διοράσεις που προοιωνίζονται το χριστιανισμό. Η πιο διάσημη περίπτωση είναι αυτή της Αντιγόνης, η οποία, παρά τα όσα λένε όσοι παρερμηνεύουν τον Σοφοκλή, ξεσπά σε μια κραυγή πρώιμης ανθρωπιάς, με αιώνια αξία: «ούτε συνέχθειν, αλλά συμφιλείν έφυν» (δεν γεννήθηκα για να μισώ, αλλά για να αγαπώ»). Ο Λεβινάς ισχυρίζεται ότι και άλλα κείμενα, πλην της Πεντατεύχου,  όπως π.χ. η προαναφερθείσα Αντιγόνη, αποτελούν μέρη του γραπτού «νόμου», ο οποίος χαρίζει έξωθεν την ηθική στον άνθρωπο. Πάντως, είναι εμφανές ότι ο Λεβινάς έχει έναν αντιανθρωπιστικό προσανατολισμό. Στον ανθρωπισμό γίνεται λόγος για την συνείδηση, η οποία και φωτίζει τον άνθρωπο για το τι είναι το αγαθό, ενώ στην φιλοσοφία του Λεβινάς, όπως είπαμε αυτό το κάνει το γραπτό κείμενο. Και στο σημείο αυτό παρατηρείται μία σύγκλιση της σκέψης του με αυτή του Ζακ Ντεριντά: και ο Ντεριντά, βάλλοντας κατά της συνείδησης, ισχυρίζεται ότι της φωνής προηγείται η γραφή, της γραφής η φωνή, και πάλι η γραφή της φωνής, χωρίς τελειωμό. Και επειδή στην ανθρωπιστική φιλοσοφία είναι η ζώσα φωνή του ανθρώπου που ανακαλύπτει το αγαθό για να το καταγράψει μετά, επειδή λοιπόν προηγείται τόσο εμφατικά η «φωνή», θα πρέπει τώρα, για να εξισορροπήσουμε τον υπερχιλιόχρονο υποβιβασμό της γραφής, να δώσουμε στην πράξη προτεραιότητα στην γραφή. Η «πολιτική» και η «πρακτική» είναι ισχυρό κομμάτι της φιλοσοφίας  της Αποδόμησης.

Υπάρχει ένα ζήτημα κατά πόσο ο Λεβινάς και ο Ντεριντά ερμηνεύουν σωστά την διδασκαλία της Παλαιάς Διαθήκης. Και οι δύο έχουν υπόψη τους, πέρα από τον μωσαϊκό νόμο, το γεγονός ότι ο Μεσίας δεν ήρθε ποτέ, η μακρόχρονη αναμονή μας κάνει να πιστεύουμε ότι δεν πρόκειται να έρθει. Ωστόσο, ο  Μεσσίας στα γραφικά κείμενα έρχεται, οπότε τελικά θα πρέπει να μιλάμε για αυτόν ως πάντοτε ερχόμενο και ποτέ μη ελθόντα. Η παρουσία στην φιλοσοφία του Ντεριντά είναι μια φενάκη, υπάρχει πάντα μια «αναβολή» αυτού που περιμένουμε, το οποίο όμως οφείλουμε να περιμένουμε. Εξ ου και η σημασία του “differer” στο έργο του, που σημαίνει «διαφέρω» αλλά μαζί και «αναβάλλω». Η αναβολή είναι στη σκέψη του συστατικό στοιχείο της «παρουσίας», η οποία δεν είναι ποτέ πλήρης στον εαυτό της. Το όλον ανακαλύτει ως όλον ότι είναι ένα επιμέρους, το οποίο επιμέρους ανακαλύπτει ότι είναι ένα όλον κ.ο.κ. Στην πράξη, το Όλον, αν και υπεσχημένο, ελλείπει, έρχεται, και μάλιστα εσαεί. Ποτέ όμως δεν αποτελεί τετελεσμένο γεγονός.

Όλα αυτά έχουν σχέση και με το ζήτημα της φιλοξενίας. Στην σκέψη του Ντεριντά υπάρχει η απόλυτη, απροϋπόθετη φιλοξενία, αυτή που δίνεται στον ερχόμενο χωρίς καμία επιφύλαξη, παρά τον πιθανό κίνδυνο να καταστραφεί ο οίκος μας. Στην απροϋπόθετη φιλοξενία δεν ρωτάμε ποτέ το όνομα του άλλου, γιατί αυτός είναι ριζικά άλλος και πρέπει να μείνει τέτοιος εσαεί. Ο ριζικά άλλος έχει ένα μεσσιανικό χαρακτήρα, καθώς το στοιχείο της έλευσης και της αναμονής είναι τόσο κεντρικό για την εβραϊκή σκέψη. Ωστόσο, υπάρχουν επιμέρους πραγματώσεις σε αυτήν την άφιξη του άλλου, που προοιωνίζονται εσαεί το ιδανικό. Και επειδή στην πράξη είναι πάντοτε απαραίτητο να υπάρχουν νόμοι και ρυθμίσεις που να διασφαλίζουν την ακεραιότητα και την ασφάλεια του οικοδεσπότη, είναι αναπόφευκτο η απροϋπόθετη φιλοξενία να «μολύνεται» από την υπό όρους. Πρέπει πάντα, όσο και αν είναι απαραίτητο να παίρνουμε ένα ρίσκο στη φιλοξενία, να υπάρχουν κάποιοι όροι, που θα ρυθμίζουν επιμέρους περιπτώσεις. Τελικά, ως συνήθως, η απροϋπόθετη φιλοξενία ανακαλεί την υπό όρους, η υπό όρους την απροϋπόθετη και τούμπαλιν, δίχως τελειωμό. Μολονότι η φιλοξενία δεν μπορεί να εκκινεί και να καθοδηγείται από την δύναμη ή την εξουσία ή κυριαρχία του οικοδεσπότη, τους νόμους του και την πολιτική του. Οι νόμοι σε κραυγαλέες περιπτώσεις μπορούν να αλλάξουν, μολονότι και πάλι αν εξοβελίσουμε την υπό όρους φιλοξενία κινδυνεύουμε να μεταβάλλουμε την απροϋπόθετη σε έναν ευσεβή πόθο, ένα κούφιο κήρυγμα.

                            ***************

Απέναντι σε όλα αυτά έρχεται η χριστιανική σκέψη να δώσει την απάντηση. Σε μια αποστροφή του σε μια τηλεοπτική εκπομπή, από την οποία διασώζονται κάποια σπαράγματα (δημοσιευμένα στο «Αντίφωνο») ο π. Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος λέγει ότι δίνουμε στον άλλον μην περιμένοντας από αυτόν τίποτε. Οι συνομιλητές του αντέδρασαν, μιλώντας για το γεγονός ότι σε μια σχέση δίνουμε πάντα για να πάρουμε, όχι βέβαια κάτι υλικό, αλλά τουλάχιστον μια ηθική ικανοποίηση. Εμπλέκομαι στη σχέση για να γίνω ο ίδιος εσωτερικά πλουσιότερος. Ο π. Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος ωστόσο επιμένει μέχρι το τέλος ότι εμπλέκομαι για να μην λάβω απολύτως τίποτα.

Στον χριστιανισμό ο Μεσσίας έχει έλθει, ολοκλήρωσε το έργο Του και δίνει στους ανθρώπους τη σάρκα και το αίμα Του. Ο Μεσσίας είναι μάλιστα το αρχέτυπο του ανθρώπου, όπως φάνηκε με την ενσάρκωσή Του. Είναι η κεφαλή του ανθρωπίνου γένους, εμείς οι άνθρωποι αποτελούμε το σώμα Του. Όταν κανείς κοινωνεί του Χριστού, με μια έννοια κοινωνεί όλον τον Αδάμ, γιατί αυτός πλάστηκε «κατ’ εικόνα» του Χριστού. Και έτσι για τον χριστιανισμό δεν υπάρχει ποτέ ο ριζικά ξένος, γιατί μέσα σε κάθε άνθρωπο υπάρχει η δυνατότητα της χαράς ή της απογοήτευσης, της αγαλλίασης ή της απόγνωσης. Υπάρχει η ελπίδα ή η απελπισία. Η ανθρώπινη φύση είναι κοινή για όλους μας. Ετσι λοιπόν τα μάτια του πρόσφυγα που μας κοιτάζουν ολάνοιχτα μας καλούν να φερθούμε σε αυτούς σαν να είναι ημέτεροι.

Εκεί που κατεξοχήν φαίνεται το νέο που κομίζει ο χριστιανισμός είναι στην αγάπη για τον εχθρό, για τον οποίο ο άγιος Σιλουανός έλεγε ότι είναι και το κριτήριο της δογματικής ακρίβειας. Ο εχθρός μου, σε αντίθεση με αυτό που ισχυρίζεται ο Ντεριντά ή ο Λεβινάς, δεν είναι ποτέ ριζικά άλλος, γιατί ξέρω πως στρέφεται οντολογικά  εναντίον μου, θέλει να με ακυρώσει ως άνθρωπο, να με εξουδετερώσει. Αυτό μου είναι πολύ γνωστό, και ταυτόχρονα εκγκρύπτει μέσα του το «ξένο». Η Αποδόμηση έχει μια λανθασμένη αντίληψη για το ριζικά «άλλο», που το ορίζει ως κάτι στην ουσία άσχετο με μένα, άγευστο και άμοιρο της δικής μου «ουσίας», της φύσης. Το παράξενο λοιπόν είναι ότι όντας γνωστός, «οικείος», «ημέτερος», όντας ενίοτε εντός του οίκου, ομόρριζος και ομοπάτριος, αυτός ο άλλος μπορεί να γίνει εχθρός.

Η αγάπη για τον εχθρό, που είναι και η πηγή της όποιας φιλοξενίας, δείχνει ότι ταυτόχρονα μπορώ να υπάρξω ως ο εαυτός μου, αυτός που έχει κάνει τις ηθικές επιλογές του, αυτός που διανύει τον δικό του σταυρικό δρόμο, με το εξής επίσης ιδίωμα: να αγαπώ αυτόν που τα αρνείται όλα αυτά. Η αγάπη είναι πράγματι ασσύμετρη: δεν μπορώ να περιμένω από τον άλλον να με αγαπήσει το ίδιο, περιμένω την αγάπη του, αλλά τον αφήνω ελευθερο. Μπορεί, αν θέλει, και να μην αγαπά. Δεν μπορεί μόνο να έχει την απαίτηση να μην τον αγαπώ. Αυτό δεν αποτελεί δικαίωμά του. Από την στιγμή που πρόβαλε στον ορίζοντα του είναι μου, από την στιγμή που έλαβε χώρα η άφιξή του, αλλά και πριν από αυτό, όταν δεν τον είχα δει καν ή ακούσει ποτέ, εγώ τον αγαπούσα. Κατά τον άγιο Σιλουανό πρέπει να αγαπά κανείς όλον τον Αδάμ, κάθε άνθρωπο που έζησε οπουδήποτε ή πρόκειται να ζήσει. Αυτό το θέμα της κοινής ανθρώπινης μοίρας και ιστορίας, του κοινού ανθρώπινου δράματος, του ενός «Αδάμ», είναι που ελλείπει από την σκέψη των Ντεριντά – Λεβινάς. Γι’ αυτό και η αντιμέτωπιση του κακού εκ μέρους τους κατά περίπτωσιν, τους στερεί τη δυνατότητα να αντιληφθούν το ιστορικό ανθρώπινο δράμα, την διαχρονική αποτυχία του ανθρώπου να πραγματώσει την κλήση του, την παγκόσμια Ιστορία ως τραγωδία.

Στον χριστιανισμό ο Νέος Αδάμ, ο Χριστός, ήρθε και ανέλαβε στους ώμους Του την αμαρτία του παλαιού Αδάμ. Συνεπώς, δεν φιλοξένησε τον άλλον εντός του οίκου Του – ο Χριστός δημιούργησε τον άνθρωπο-, αλλά και πήρε πάνω Του την ευθύνη για την αμαρτία του πλάσματός Του. Έγινε ο ίδιος κατάρα, για να γίνουμε εμείς ευλογία. Έγινε ένοχος, για να γίνουμε εμείς αθώοι. Πλήρωσε για τις αμαρτίες μας, για να ξεφύγουμε από την φθορά και τον θάνατο. Και έτσι, κάθε άνθρωπος μπορεί να μιμηθεί το παράδειγμά Του, να γίνει με την υποστατική του προσευχή μεσίτης στον Θεό για την συγχώρηση της ανθρώπινης αμαρτίας. Πολύ περισσότερο από το να μας φιλοξενήσει στον κόσμο που ο ίδιος έπλασε, προσέλαβε την φθορά μας, μεταβάλλοντάς την σε αφθαρσία.

                                  ************

Είδαμε την σύγχρονη ιουδαϊκή φιλοσοφία περί φιλοξενίας, και δη των προσφύγων. Στην πραγματικότητα, πρόσφυγες υπάρχουν και στους ημετέρους, στους «πλησίον» μας. Κάθε άνθρωπος, οσοδήποτε και αν είναι «εντόπιος», ζητά κατανόηση, αγάπη και περιμένει με ελπίδα. Ο χριστιανισμός είναι η απάντηση σε αυτή την ανάγκη του άλλου, που δίνεται πάντα, όπως τόνισε ο π. Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος, χωρίς να ζητά αντάλλαγμα.

Το εικαστικό έργο που πλαισιώνει τη σελίδα (“Νεαρή γυναίκα από την Καινή Διαθήκη”) αποτελεί δημιουργία του Ελευθέριου Μύστακα.

antifono.gr

spot_img

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,747ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
22,700ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
- Advertisement -spot_img

Τελευταία Άρθρα