Λευτέρης Τσουλφίδης: Η πολιτική χαμηλών επιτοκίων και η οικονομία της Τουρκίας

Print Friendly, PDF & Email
spot_img

Τα πρόσφατα αρκετά χρόνια η ακολουθούμενη οικονομική πολιτική είναι της ποσοτικής χαλάρωσης, η οποία εσχάτως έχει ενισχυθεί έτι περαιτέρω λόγω της πανδημίας. Σύμφωνα με την εν λόγω πολιτική οι κεντρικές τράπεζες αυξάνουν την ποσότητα του χρήματος αγοράζοντας ομόλογα από το κοινό που το αποζημιώνουν με ισόποσες λογιστικές εγγραφές σε τραπεζικούς λογαριασμούς. Η ιδέα της πολιτικής αυτής είναι ότι στη συνέχεια το επιπλέον χρήμα θα μειώσει τα επιτόκια και θα ενθαρρύνει τις επενδύσεις οδηγώντας τις οικονομίες στην οικονομική ανάπτυξη. Μια υπόθεση που μόνο μερικώς έχει υλοποιηθεί καθώς το επιπλέον χρήμα, κατά κανόνα, είτε αναδιαρθρώνει τους ισολογισμούς των τραπεζών σύμφωνα με τα απαιτούμενα (γνωστά ως Βασιλεία ΙΙ και ΙΙΙ) για να θεωρείται μια τράπεζα ασφαλής, είτε χρησιμοποιούνται για την αγορά τίτλων συμβάλλοντας έτσι στη δημιουργία θρυαλλίδων. Ο λόγος είναι ότι τα επιτόκια είναι μόνο μία (και όχι η πιο σημαντική) από τις πολλές μεταβλητές που επηρεάζουν τις επενδύσεις. Στο μεταξύ, ο πληθωρισμός στην Ε.Ε. αρχίζει να αποκτά τη δική του δυναμική και αν συνεχίσουν τα προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης χωρίς τις δημόσιες επενδύσεις, το πιθανότερο είναι να δούμε τόσο την αύξηση των επιτοκίων όσο και την επανεμφάνιση του στασιμοπληθωρισμού. Η ιδέα (πολύ παλιά και λησμονημένη) είναι ότι το επιτόκιο και ο πληθωρισμός συσχετίζονται θετικά.

Μια συσχέτιση που ο Ερντογάν και το επιτελείο του λαθεμένα την εκλαμβάνουν ως αιτιώδη σχέση σύμφωνα με την οποία ο πληθωρισμός ακολουθεί το επιτόκιο, δηλαδή φαίνεται να θεωρούν ότι μειώνοντας το επιτόκιο θα παρασύρουν προς τα κάτω και τον πληθωρισμό, μάταια όμως. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Το χειρότερο είναι ότι αφήνουν να θεωρηθεί ότι αρκεί η διοικητική παρέμβαση και η αγορά θα υπακούσει. Ωστόσο, η οικονομία έχει τους δικούς της νόμους που «λειτουργούν ανεξάρτητα από τη βούληση των ανθρώπων», ακόμη και αν αυτοί που είναι στα «πράγματα» έχουν μεγάλη πολιτική ισχύ. Τα ανωτέρω δεν μπορεί να μην είναι γνωστά, τόσο στον Ερντογάν όσο και στους επιτελείς του, αλλά η βαθύτερη επιδίωξή τους είναι να ικανοποιήσουν τον σκληρό πυρήνα των οπαδών τους που θεωρεί τον τόκο και το επιτόκιο κατακριτέα και, κατά συνέπεια, η μείωση των επιτοκίων (μέχρι ακόμη και τον μηδενισμό τους) κατά βάθος κρίνεται ως πολιτική προς την ορθή κατεύθυνση.

Με άλλα λόγια, οι πολιτικές μείωσης των επιτοκίων (δεν είναι και χαμηλά, στο 14% βρίσκονται μετά την τελευταία μείωση) συνάδουν με το θρησκευτικό φρόνημα μεγάλου μέρους του εκλογικού σώματος. Ο ίδιος ο Ερντογάν το γνωρίζει πολύ καλά και το επισημαίνει με κάθε ευκαιρία: «…Ποτέ δεν ήμουν των υψηλών επιτοκίων, ούτε τώρα είμαι ούτε και θα γίνω ποτέ…» ή «δεν τάσσομαι με όσους είναι υπέρ της αύξησης των επιτοκίων». Σε κάθε περίπτωση, με τον ετήσιο πληθωρισμό τον Νοέμβριο να εκτιμάται επισήμως στο 21,3% και τα επιτόκια στο 14%, κάποιος μικρή σημασία θα έδινε στο επιτόκιο προκειμένου να σχεδιάσει επενδυτική ή χρηματοδοτική πολιτική.

Με την πολιτική μείωσης επιτοκίων και την υποτιμημένη λίρα, η τουρκική κυβέρνηση προσδοκά αφενός μεγάλη αύξηση του τουρισμού, αφετέρου επενδύσεις. Πράγματι, η αισθητή πτώση των πραγματικών μισθών λόγω πληθωρισμού, μαζί με σειρά άλλων παραγόντων, υπόσχονται (χωρίς βέβαια να είναι εξασφαλισμένα) δελεαστικά κέρδη για τους υποψήφιους επενδυτές, είτε βραχυχρόνια σε τίτλους στο χρηματιστήριο, το οποίο σημειωτέον ακολουθεί ανοδική πορεία, είτε μακροχρόνια στην πραγματική οικονομία σε μεγάλα έργα υποδομών. Συνεπώς, η ακολουθούμενη πολιτική μπορεί να αποδώσει σε βάθος χρόνου, άλλωστε ο πληθωρισμός και η φτώχεια είναι φαινόμενα που ποτέ δεν έλλειψαν στην Τουρκία και ο κόσμος, ώς έναν βαθμό, τα έχει συνηθίσει και έχει μάθει να ζει με αυτά. Ωστόσο σήμερα, αντίθετα με ό,τι συνέβαινε στο παρελθόν, διαπιστώνουμε ότι πλήττεται πολύ μεγαλύτερη μερίδα του πληθυσμού, η οποία διαβιοί, πλέον, υπό συνθήκες ακραίας φτώχειας.

Είναι γεγονός ότι η πολιτική μείωσης των επιτοκίων στην Τουρκία γίνεται διοικητικά και η κατακρήμνιση της λίρας μετατρέπεται σε διολίσθηση μέσω της πώλησης συναλλάγματος, το οποίο ανεξάρτητα από τις αντιφατικές εκτιμήσεις ως προς τη διαθέσιμη ποσότητα της κεντρικής τράπεζας, έχει ένα ανυπέρβλητο όριο που δεν είναι άλλο από την ογκούμενη δυσανασχέτηση της μεγάλη πλειονότητας του πληθυσμού. Οι διαμαρτυρίες, προς το παρόν, στρέφονται κατά της ακρίβειας, αλλά μέσω αυτής αναδύονται πολλά άλλα κακώς κείμενα που είναι πολύ πιθανόν να αναδειχτούν και να γίνουν και αυτά μέρος των κοινωνικών διεκδικήσεων. Αυτό που μπορεί να ανακόψει τη χειροτέρευση των κοινωνικών συνθηκών είναι η εγκατάλειψη της πολιτικής των χαμηλών επιτοκίων, πράγμα που είναι εξαιρετικά δύσκολο, χωρίς να είναι και απίθανο, για τον Ερντογάν να το κάνει.

Η διαρκώς μεταβαλλόμενη και η χειροτέρευση της οικονομίας στην Τουρκία ενδιαφέρει τις οικονομίες των χωρών της Ε.Ε. που, είτε έχουν επενδύσει σε τράπεζες είτε στην πραγματική οικονομία, υφίστανται τους κραδασμούς της τουρκικής οικονομίας. Για την Ελλάδα, ειδικότερα, οι ήδη τεταμένες σχέσεις των δυο χωρών αναμένεται να περάσουν από νέες δοκιμασίες. Εξυπακούεται ότι η ακολουθούμενη οικονομική πολιτική στην Τουρκία τροφοδοτεί την κοινωνική δυσαρέσκεια και από ένα σημείο και μετά η τουρκική εξωτερική πολιτική μπορεί να γίνει εντελώς απρόβλεπτη.

* Καθηγητής Τμήματος Οικονομικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

efsyn

spot_img

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,703ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
19,700ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
- Advertisement -spot_img

Τελευταία Άρθρα