ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ: Τί είναι η Βιοπολιτική;

Print Friendly, PDF & Email
spot_img

του Giorgio Agamben, φιλοσόφου

Οι ανεμβολίαστοι υγειονομικοί ήταν τα κατεξοχήν θύματα της Βιοπολιτικής της κυβέρνησης. Στερήθηκαν την εργασία τους και μάλιστα αφού αντιμετώπισαν  επιτυχώς τουλάχιστον ένα χρόνο την επιδημία…

Θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας μερικές σκέψεις για την ακραία πολιτική κατάσταση που βιώσαμε και από την οποία θα ήταν αφελές να πιστεύουμε ότι βγήκαμε ή ακόμα και ότι μπορούμε να βγούμε.Πιστεύω ότι ακόμη και ανάμεσά μας, δεν έχουν κατανοήσει όλοι ότι αυτό που αντιμετωπίζουμε είναι ολοένα και περισσότερο κατάφωρη κατάχρηση άσκησης εξουσίας ή καταστρατήγηση – όσο σοβαρή κι αν είναι – των αρχών του δικαίου και των δημόσιων θεσμών. Μάλλον πιστεύω ότι έχουμε να κάνουμε με μια γραμμή σκιάς που, σε αντίθεση με αυτή του ομώνυμου μυθιστορήματος του Conrad, καμία γενιά δεν μπορεί να πιστέψει ότι μπορούμε να την ξεπεράσουμε ατιμώρητα. Και αν, μια μέρα, οι ιστορικοί ερευνήσουν τι συνέβη με το πρόσχημα της πανδημίας, θα αποδειχθεί, πιστεύω, ότι ίσως η κοινωνία μας ποτέ δεν είχε φτάσει σε τέτοιο ακραίο βαθμό αποστροφής, ανευθυνότητας και, ταυτόχρονα, διάλυσης. Ορθώς χρησιμοποίησα αυτούς τους τρεις όρους, που αποτελούν σήμερα έναν κόμπο του Borrome*, δηλαδή έναν κόμπο του οποίου κάθε στοιχείο δεν μπορεί να αναιρεθεί από τα άλλα δύο. Και αν, όπως ισχυρίζονται ορισμένοι όχι χωρίς λόγο, η σοβαρότητα μιας κατάστασης μετριέται με τον αριθμό των δολοφονιών, πιστεύω ότι αυτός ο δείκτης είναι επίσης πολύ υψηλότερος από αυτόν που οι άνθρωποι πίστεψαν ή προσποιήθηκαν ότι πιστεύουν. Δανειζόμενοι μια έκφραση του Lévi-Strauss για την Ευρώπη του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η κοινωνία μας «έκανε εμετό». Γι’ αυτό και πιστεύω ότι αυτή η κοινωνία θα μπορέσει να βγει από την κατάσταση στην οποία έχει λίγο-πολύ εγκλωβιστεί συνειδητά μόνο αν κάτι ή κάποιος την αμφισβητήσει εξολοκλήρου.

Συνεργοί χωρίς δράστη… 

Αλλά δεν είναι αυτό που ήθελα να σας πω. Μάλλον, ήθελα να αναρωτηθούμε όλοι μας τι κάναμε μέχρι τώρα και μπορούμε να συνεχίσουμε να κάνουμε σε μια τέτοια κατάσταση. Πράγματι, συμφωνώ πλήρως με τις εκτιμήσεις σχετικά με την αδυναμία συμφιλίωσης. Δεν μπορεί να υπάρξει συμφιλίωση με αυτούς που είπαν και έκαναν όσα ειπώθηκαν και έγιναν τα τελευταία δύο χρόνια.

Απέναντί μας δεν έχουμε μόνο ανθρώπους που έχουν κάνει λάθος ή έχουν λανθασμένες απόψεις για οποιονδήποτε λόγο, τους οποίους μπορούμε να προσπαθήσουμε να διορθώσουμε. Οσοι συμμερίζονται αυτή την άποψη αυταπατώνται. Απέναντί μας έχουμε κάτι διαφορετικό, έναν καινούργιο άνθρωπο και πολίτη, για να χρησιμοποιήσουμε δύο όρους οικείους στην πολιτική μας παράδοση. Σίγουρα, είναι κάτι που έχει πάρει τη θέση αυτού που εκφράζεται με τον ελληνικό όρο εν δια δυοίν, σχήμα λόγου, [π.χ.: «αναπνεύστε τον αέρα της λίμνης και τη δροσιά  αντί για δροσερό αέρα της λίμνης] και το οποίο προτείνω να αποκαλέσουμε προσωρινά με έναν τεχνικό όρο του ποινικού δικαίου: ο συνεργός – με την προϋπόθεση να διευκρινιστεί ότι πρόκειται για μια ειδική μορφή συνενοχής, μια απόλυτη συνενοχή, θα λέγαμε, με την έννοια που θα προσπαθήσω να εξηγήσω.

Κατά την ορολογία του ποινικού δικαίου, συνεργός είναι αυτός που έχει μια συμπεριφορά που δεν συνιστά από μόνη της αδίκημα, αλλά συμβάλλει στην εγκληματική ενέργεια άλλου προσώπου, του δράστη. Βρεθήκαμε και βρισκόμαστε αντιμέτωποι με άτομα –ακόμα και μια ολόκληρη κοινωνία– που έγιναν συνεργοί σε ένα έγκλημα του οποίου ο δράστης απουσιάζει ή σε κάθε περίπτωση είναι ανομολόγητος. Μια παράδοξη κατάσταση, δηλαδή μια κατάσταση όπου υπάρχουν μόνο συνεργοί, αλλά απουσιάζει ο δράστης του αδικήματος, μια κατάσταση όπου όλοι -είτε πρόκειται για τον πρόεδρο της Δημοκρατίας είτε για έναν απλό πολίτη, τον υπουργό Υγείας ή έναν απλό γιατρό – ενεργεί πάντα ως συνεργός και ποτέ ως δράστης του αδικήματος.

Πιστεύω ότι αυτή η μοναδική κατάσταση μπορεί να μας επιτρέψει να διαβάσουμε το κατά τον Χομπς Σύμφωνο [η φιλοσοφία του Τόμας Χομπς υπερασπίζεται τη φυσική κλίση του ανθρώπου για το ατομικό του συμφέρον] με μια νέα προοπτική. Δηλαδή ότι το Κοινωνικό Συμβόλαιο έχει πάρει τη μορφή –που είναι ίσως η αληθινή ακραία μορφή του– ενός Συμφώνου Συνενοχής χωρίς τον παραβάτη– και αυτός ο απών παραβάτης συμπίπτει με τον κυρίαρχο του οποίου το σώμα σχηματίζεται από την ίδια τη μάζα των συνεργών και που επομένως δεν είναι τίποτε άλλο από την ενσάρκωση αυτής της γενικής συνενοχής, αυτού του συν-ένοχου «όντος», δηλαδή τελικά, όλων των ατόμων.

Μια κοινωνία συνενόχων είναι πιο καταπιεστική και αποπνικτική από κάθε δικτατορία, γιατί όσοι δεν συμμετέχουν στη συνενοχή -οι μη συνένοχοι- είναι καθαρά και απλά αποκλεισμένοι από το Κοινωνικό Σύμφωνο, δεν έχουν θέση στην πόλη.

Υπάρχει επίσης μια άλλη έννοια με την οποία μπορούμε να μιλάμε για συνενοχή, και είναι η συνενοχή όχι τόσο και μόνο μεταξύ του πολίτη και του κυρίαρχου, αλλά επίσης και μάλλον μεταξύ του ανθρώπου και του πολίτη. Η Hannah Arendt έχει δείξει σε πολλές περιπτώσεις πόσο ασαφής είναι η σχέση μεταξύ αυτών των δύο όρων και πώς, στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων, η αναγραφή της γέννησης, δηλαδή της βιολογικής ζωής του ατόμου, στη νομικοπολιτική τάξη του σύγχρονου έθνους-κράτος είναι πραγματικά υπό αμφισβήτηση.

Ανθρωπος και Πολίτης δεν ταυτίζονται

 Τα δικαιώματα αποδίδονται στον άνθρωπο μόνο ως άμεσα συνυφασμένον με το προαπαιτούμενο του πολίτη. Η μόνιμη ανάδυση στην εποχή μας του ανθρώπου ως τέτοιου είναι το σημάδι μιας ανεπανόρθωτης κρίσης αυτής της μυθοπλασίας ταυτότητας μεταξύ ανθρώπου και πολίτη, στην οποία βασίζεται η κυριαρχία του σύγχρονου κράτους.

 Αυτό που έχουμε μπροστά μας σήμερα είναι μια νέα διαμόρφωση αυτής της σχέσης, στην οποία ο άνθρωπος δεν γίνεται πλέον διαλεκτικά πολίτης, αλλά δημιουργεί μια μοναδική σχέση με αυτόν, με την έννοια ότι, μέσω της γέννησης του σώματός του, παρέχει στον πολίτη τη συνενοχή που χρειάζεται για να υπάρξει πολιτικά, και ότι ο πολίτης, από την πλευρά του, δηλώνει συνεργός της ζωής του ανθρώπου, φροντίζοντάς την. Αυτή η συνενοχή, θα έχετε καταλάβει, είναι η βιοπολιτική , η οποία έχει πλέον φτάσει στην ακραία –και, ελπίζουμε, τελική– μορφή.

Το ερώτημα λοιπόν που ήθελα να θέσω είναι, σε ποιο βαθμό μπορούμε ακόμα να είμαστε υπάκουοι σε αυτήν την κοινωνία; Ή εάν, όπως πιστεύω, αισθανόμαστε ακόμη κάπως υποχρεωμένοι, πώς και εντός ποιων ορίων μπορούμε να ανταποκρινόμαστε σε αυτήν την υποχρέωση και να μιλούμε δημόσια;

Δεν έχω πειστική απάντηση, μπορώ μόνο να σας πω, όπως ο ποιητής, αυτό που ξέρω: δεν μπορούμε να ενεργούμε πια.

Δεν μπορώ πλέον, αντιμέτωπος με έναν γιατρό ή οποιονδήποτε καταγγέλλει τη διεστραμένη χρήση της ιατρικής εδώ και δύο χρόνια, να μην αμφισβητήσω πρώτα την ίδια την ιατρική. Αν δεν ξανασκεφτούμε τι έγινε σταδιακά η ιατρική, και ίσως ακόμη και ολόκληρη η επιστήμη της οποίας ισχυρίζεται ότι είναι μέρος, δεν μπορούμε σε καμία περίπτωση να ελπίζουμε ότι θα σταματήσουμε τη θανατηφόρα πορεία της.

Δεν μπορώ πλέον, αντιμέτωπος με έναν δικηγόρο ή με οποιονδήποτε καταγγέλλει τον τρόπο που χειραγωγήθηκαν και προδόθηκαν ο νόμος και το σύνταγμα, να μην αμφισβητώ εξαρχής τον νόμο και το σύνταγμα. Είναι απαραίτητο, χωρίς να μιλάω για το παρόν, να υπενθυμίσω εδώ ότι ούτε ο Μουσολίνι ούτε ο Χίτλερ χρειαζόταν να αμφισβητήσουν τα ισχύοντα συντάγματα στην Ιταλία και τη Γερμανία, αλλά ότι βρήκαν εκεί τους μηχανισμούς που χρειάζονταν για να καθορίσουν τα καθεστώτα τους; Με άλλα λόγια, είναι πιθανό η χειρονομία όσων σήμερα επιδιώκουν να βασίσουν τον αγώνα τους στα συντάγματα και δικαιώματα να έχει ήδη ηττηθεί εξαρχής.

Αν επικαλέστηκα αυτή τη διπλή αδυναμία, δεν είναι πράγματι στο όνομα αόριστων μετα-ιστορικών αρχών, αλλά, αντίθετα, ως αναπόφευκτη συνέπεια μιας ακριβούς ανάλυσης της ιστορικής κατάστασης στην οποία βρισκόμαστε. Λες και ορισμένες διαδικασίες ή ορισμένες αρχές στις οποίες πιστεύαμε ή, μάλλον, προσποιηθήκαμε ότι πιστεύουμε, έδειξαν τώρα το πραγματικό τους πρόσωπο, το οποίο δεν μπορούμε να αγνοούμε.

Με αυτό δεν θέλω να υποτιμήσω ή να μηδενίσω τo κριτικό έργο που επιτελέσαμε μέχρι τώρα και που σίγουρα θα συνεχίσουμε να κάνουμε σήμερα εδώ με αυστηρότητα και οξυδέρκεια. Αυτό το έργο μπορεί και σίγουρα είναι χρήσιμο από άποψη τακτικής, αλλά θα ήταν τυφλό να το προσδιορίσουμε απλώς ως μια μακροπρόθεσμη στρατηγική.

Με αυτή την προοπτική, απομένουν πολλά να γίνουν, τα οποία μπορούν να γίνουν μόνο εάν εγκαταλείψουμε ολόψυχα έννοιες και αλήθειες που θεωρούμε δεδομένες. Το έργο που έχουμε μπροστά μας είναι μόνο η αρχή: «ασυμβίβαστα  και χωρίς νοσταλγία όταν χάνονται τα πάντα».

* Τρεις αλληλοσυνδεόμενοι κόμποι

Μετάφραση: Ευάγγελος Δ. Νιάνιος

Πηγή: www.quodlibet.it/giorgio-agamben-il-complice-e-il-sovrano

 

 

 

 

 

spot_img

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,750ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
23,800ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
- Advertisement -spot_img

Τελευταία Άρθρα