ΘΡΑΚΗ: ΟΨΕΙΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΥΠΟΤΕΛΕΙΑΣ

Print Friendly, PDF & Email
- Advertisement -
Του Κώστα Καραΐσκου 

Προσπαθώντας να μιλήσει κανείς πειστικά για το πώς εκδηλώνεται η υποτέλεια του εθνικού  κράτους μας στη Θράκη, αλλά και γενικότερα, συναντά ένα σοβαρό πρόβλημα. Τα γεγονότα που εντοπίζονται, στην τρέχουσα ή τη λίγο παλαιότερη ιστορία μας, ως αποδείξεις μιας τέτοιας παθογένειας, μπορούν να ερμηνευτούν από κάποιους διαφορετικά, ως αποτέλεσμα εσφαλμένων αποφάσεων ή ως αναγκαιότητες που επέβαλλε η εκάστοτε συγκυρία. Χωρίς να είναι άμοιρες αλήθειας αυτές οι οπτικές σε ορισμένες περιπτώσεις, θα ήθελα να ξεκαθαρίσω ότι θεωρώ την  υποτέλεια του ελλαδικού κράτους στο δυτικό παράγοντα τουλάχιστον καθοριστική και πλήρως αποδεδειγμένη.

Τα πλαίσια εντός των οποίων κινείται η πολιτική μας, γενικά αλλά και ειδικότερα στη Θράκη, οριοθετούνται αποφασιστικά από τους δυτικούς εντολείς και τη γειτονική Τουρκία. Μάλιστα η πρόσφατη «καραμπόλα» που ξεκίνησε με το AUKUS και κατέληξε κατά τρόπο αίσιο, πλην τυχαίο, στην ελληνογαλλική αμυντική συμφωνία έδειξε, πέραν πάσης αμφιβολίας, τη ντροπιαστική ανεπάρκεια του πολιτικού μας συστήματος που διαχειρίζεται τις τύχες της πατρίδας μας. Για όσα έχουν γίνει κι ακόμα γίνονται στη Θράκη έχουν γραφτεί πολλά, ενίοτε επιπόλαια ή υπερβολικά, αλλά, η δυσάρεστη πραγματικότητα μιας διαχρονικά μειωμένης ελληνικής κυριαρχίας είναι πασιφανής. Θα αναφερθώ σε δύο ιστορικά παραδείγματα και θα κάνω στο τέλος μία αναφορά στα τελευταία χρόνια.

Στη δεκαετία του ‘30

Είναι γεγονός πως η καταστροφή του μικρασιατικού Ελληνισμού άλλαξε ριζικά τις γεωπολιτικές ισορροπίες στην περιοχή αλλά και τις εθνικές μας προσλαμβάνουσες, κάτι που είναι ευδιάκριτο και στον ίδιο τον Βενιζέλο πριν το 1922 και στον Βενιζέλο μετά από αυτό. Όσα είχαν απομείνει άλλωστε, εκτός ελλαδικών συνόρων, προς διεκδίκηση μετά τη Λωζάννη ήταν τα Δωδεκάνησα από την Ιταλία, η Κύπρος από την Αγγλία, η Βόρεια Ήπειρος από την Αλβανία – σίγουρα χωρίς στρατιωτικά μέσα, τουλάχιστον  για τις δύο πρώτες περιπτώσεις. Η 100χρονη διαδικασία εθνικής ολοκλήρωσης είχε κοπεί δραματικά και οριστικά στο εδαφικό επίπεδο και πλέον η αποκατάσταση των σχέσεων με τους γείτονες ήταν επιβεβλημένη ώστε να προχωρήσουν τα έργα ειρήνης στο εσωτερικό της χώρας.

Αυτή η κατάσταση οδήγησε στο Σύμφωνο Φιλίας Βενιζέλου – Κεμάλ το 1930, με όρους όμως βαρείς για την Ελλάδα. Δεν ήταν μόνο η εξίσωση των άνισων περιουσιών των εκατέρωθεν προσφύγων, δεν ήταν μόνο οι 425.000 λίρες Αγγλίας που πληρώσαμε στους φυγάδες Τούρκους για να παραμείνουν στην Πόλη οι Έλληνες, δεν ήταν μόνο η επίσημη ίδρυση του τουρκικού Προξενείου στην Κομοτηνή. Όλα αυτά, μέσα σε μιαν ανταποδοτική λογική, μπορεί κάποιος να τα θεωρήσει αναμενόμενα για την πλευρά του ηττημένου. Όμως η Ελλάδα προχώρησε πολύ παραπέρα, νομιμοποιώντας, την πανταχόθεν κατηγορούμενη για τις αγριότητες κατά των Χριστιανών, Τουρκία: Βοήθησε στην ένταξή της στην Κοινωνία των Εθνών (1932), και ο Βενιζέλος πρότεινε για Νόμπελ Ειρήνης (1934) τον Κεμάλ, τον πρωτεργάτη δηλαδή της εξόντωσης του Μικρασιατικού και Ποντιακού Ελληνισμού, που μετά το ’22 είχε να τσακίσει τα επαναστατικά κινήματα των Κούρδων.

Παράλληλα για τη Θράκη είχαμε την άθλια συμφωνία να εκτοπίσουμε τους αντιφρονούντες Τούρκους και Κιρκάσιους (τους γνωστούς ως «150») οι οποίοι είχαν καταφύγει στη χώρα μας και είχαν κατά πλειοψηφία εγκατασταθεί στη Ροδόπη και στην Ξάνθη. Μία δεσπόζουσα μορφή αυτών των ανθρώπων ήταν ο τελευταίος Οθωμανός σεϊχουλισλάμης, ο Μουσταφά Σαμπρή Εφέντη, που μεταξύ άλλων εξέδιδε στην Κομοτηνή την μαχητικά αντικεμαλική εφημερίδα «Γιάριν» και ηγείτο των παλαιομουσουλμάνων. Το αρχείο της εφημερίδας του εξακολουθεί να παραμένει στα αζήτητα και μόνο στον 15ήμερο «Αντιφωνητή» που προσωπικά εξέδιδα επί 18 χρόνια είχαν δημοσιευθεί άρθρα της «Γιάριν» μεταφρασμένα από φίλο τούρκο, πολιτικό πρόσφυγα, ο οποίος τελικά είχε επίσης την τύχη του Σαμπρή, καθώς υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει τη Θράκη και την Ελλάδα. Αυτό λοιπόν το εμπόδιο, τους «150», που συναντούσε η τουρκική πολιτική στη Θράκη, η ελλαδική πλευρά ανέλαβε το 1930 να το απομακρύνει και πράγματι απέπεμψε τους σημαντικότερους εξ αυτών στην Αίγυπτο και στη Συρία.

Στρατιά του Έβρου

Σημειώνεται ότι το 1927 οι ελληνικές υπηρεσίες στη Ροδόπη είχαν καταρτίσει έναν κατάλογο 42 μουσουλμάνων που δε θα έπρεπε να λάβουν πιστοποιητικό εγκατάστασης (etablis), άρα θα έπρεπε να αποπεμφθούν στην Τουρκία και μεταξύ αυτών περιλαμβανόταν και οι αντίπαλοι του Μουσταφά Σαμπρή (Μεχμέτ Χιλμή, Σαμπρή Αλή, Μουσταφά Νακάμ…). Ήρθε όμως η πολιτική ηγεσία από την Αθήνα να αποφασίσει το ακριβώς αντίθετο από τις εισηγήσεις των αρμοδίων υπηρεσιών και να στηρίξει τους κεμαλικούς στην διαμάχη τους με τους παλαιομουσουλμάνους, κάνοντας στροφή 180ο , τη στιγμή που ο Κεμάλ στήριζε τον παπα-Εφτύμ και το λεγόμενο τουρκορθόδοξο πατριαρχείο.

Ο Βενιζέλος απτόητος μιλούσε για μια «Ανατολική Ομοσπονδία» και τον σιγοντάριζε ο τούρκος ΥΠΕΞ Ρουστού Αράς μιλώντας για τις δύο χώρες που «έχουν γίνει σχεδόν μία»! Δίπλα λοιπόν στους απογοητευμένους έλληνες πρόσφυγες, οι οποίοι προσδοκούσαν πολλά από τον Βενιζέλο, που τους διέψευσε οικτρά, προστέθηκαν και απελπισμένοι μουσουλμάνοι, που είδαν τη χώρα στην οποία υπολόγιζαν, να τους αδειάζει χάριν της Τουρκίας. Τις ίδιες ακριβώς απογοητευτικές εμπειρίες ζούμε στη Θράκη τακτικά και στις μέρες μας.

Ήταν η αναξιοπρεπής στάση της χώρας μας απόρροια της τότε αδυναμίας της ή ήταν το αποτέλεσμα μιας υποτελούς πλέον πολιτικής έναντι της Τουρκίας, απότοκο της στρατιωτικής ήττας μας; Κατά τη γνώμη μου συνυπήρχαν και τα δύο, με το δεύτερο στοιχείο να εκδηλώνεται κυρίως στη Θράκη.

Στη δεκαετία του ’50

Μεταπολεμικά, αμέσως μετά το Δόγμα Τρούμαν (1947) και ιδίως τα χρόνια 1951 -1955, όταν Ελλάδα και Τουρκία εντάσσονταν μαζί στο ΝΑΤΟ, η Αθήνα όχι μόνο ξέχασε τους ποταμούς αίματος που από αιώνες χωρίζουν τα δύο έθνη αλλά φτάσαμε στο σημείο να μιλάει ο Πλαστήρας σε τούρκους δημοσιογράφους για δημιουργία «Ελληνοτουρκικής Ομοσπονδίας», προβάλλοντάς την ως παράδειγμα προς μίμηση, ώστε να συσταθούν οι Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης! Το δυτικό αφεντικό είχε συσταυλίσει τα δύο κράτη απέναντι στην «κομμουνιστική απειλή» και καθετί που ηχούσε παράφωνα απλώς εξαφανίστηκε. Ας δούμε όμως τι ακριβώς πλήρωσε η χώρα μας στη Θράκη ως κόστος για την ελληνοτουρκική αυτή «φιλία» που επιβλήθηκε από την πέραν του Ατλαντικού δύναμη, γιατί η τετραετία εκείνη δεν πέρασε μόνο με λόγια.

Μέχρι τότε είχε γίνει συνείδηση στην Ελλάδα πως αναφερόμαστε σε «μουσουλμανική μειονότητα», τόσο για λόγους εθνικού συμφέροντος όσο και με βάση την αλήθεια των πραγμάτων. Ξαφνικά βρεθήκαμε να μιλάμε επισήμως για «τουρκική μειονότητα» και «τουρκικά σχολεία», καθώς συζητήθηκε στην Μικτή Υποεπιτροπή για τα εκπαιδευτικά ζητήματα. Είναι γνωστό το διάταγμα Φεσσόπουλου με το οποίο τοποθετήθηκαν επιγραφές που μιλούσαν για τουρκικά σχολεία. Υπογράφηκε η Ελληνοτουρκική Μορφωτική Συμφωνία που έφερε μία σειρά από καινοτομίες ζωτικής σημασίας για τον εκτουρκισμό της μειονοτικής κοινωνίας, επιβλήθηκε το λατινικό αλφάβητο αντί του αραβικού, επιβλήθηκε η αργία της Κυριακής αντί της Παρασκευής (όπως γινόταν δηλαδή ήδη στην κοσμική Τουρκία), πολλαπλασιάστηκαν οι επιχορηγήσεις του ελληνικού κράτους για τα υφιστάμενα μειονοτικά σχολεία, καθιερώθηκαν υποτροφίες του τουρκικού προξενείου για σπουδές μειονοτικών στην Τουρκία, συμφωνήθηκε ο θεσμός των μετακλητών δασκάλων, ιδρύθηκε το μειονοτικό Γυμνάσιο «Τζελάλ Μπαγιάρ» (και αργότερα έγινε δεκτός τούρκος πολίτης ως διευθυντής) κτλ. Μέχρι που ζητήθηκε ξαφνικά από την Τουρκία και η αποστολή 10 δασκάλων της στα …Δωδεκάνησα! Κι ακόμη δημιουργήθηκε η Μικτή Ελληνοτουρκική Επιτροπή (Μάρτιος 1952) με επικεφαλής τον ενδοτικό Κομοτηναίο υπουργό Αναστάσιο Μπακάλμπαση, για να επιληφθεί μιας σειράς ζητημάτων όπως η διαμόρφωση κοινής πολιτικής καπνού, η κατάργηση της βίζας, η Ε/Τ τελωνειακή ένωση, η δημιουργία ζώνης ελεύθερων συναλλαγών στα Ε/Τ σύνορα, με τελικό στόχο την Οικονομική Ένωση Ελλάδος –Τουρκίας!

Όλη αυτή η κατάσταση βέβαια έληξε «ξαφνικά» τον Σεπτέμβριο του 1955. Τότε ξέσπασε ο αγώνας της ΕΟΚΑ στην Κύπρο και η Τουρκία (μετά από επίμονη αγγλική υπόδειξη) ενεπλάκη στις εξελίξεις για την τύχη της ελληνικής Μεγαλονήσου. Το θέατρο σκιών έλαβε τέλος. Ο βρετανός πρεσβευτής Σερ Τσαρλς Πηκ, είχε ήδη προειδοποιήσει την ελληνική κυβέρνηση πως αν δε σταματήσει ο Κυπριακός Αγώνας, η Αγγλία επρόκειτο να ανακινήσει το «Μακεδονικό».

Τελικά φαίνεται πως η εμπλοκή της κομμουνιστικής Γιουγκοσλαβίας δεν ήταν εύκολη (ή ήταν ένα σχήμα λόγου) και προτιμήθηκε η δοκιμασμένη ασιατική λύση. Παρότι λοιπόν η Ελλάδα δέχθηκε την απαράδεκτη εμπλοκή της Τουρκίας στην Τριμερή Διάσκεψη στο Λονδίνο, δεν άργησαν τα επίχειρα: Με αφορμή μια κατασκευασμένη φήμη για επίθεση στο σπίτι του Κεμάλ στη Θεσσαλονίκη, ένα ασύλληπτο πογκρόμ διέλυσε τον εναπομείναντα Ελληνισμό της Κωνσταντινούπολης. Ζημιές μισού δισεκατομμυρίου, πάνω από 8.000 περιουσίες κατεστραμμένες, 16 νεκροί, εκατοντάδες βιασμοί, όλα μεθοδευμένα μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια από το βαθύ κράτος και την οργάνωση Kibris Turktur («H Κύπρος είναι τουρκική»).

Έχουν όμως τη σημασία τους οι θρακικές λεπτομέρειες της μεθοδευμένης προβοκάτσιας: Στις 5 Σεπτεμβρίου 1955 ένα υπηρεσιακό αυτοκίνητο του Προξενείου έφερε από την Τουρκία κρυφά τον εκρηκτικό μηχανισμό. Τα μεσάνυχτα της 5ης προς 6η Σεπτεμβρίου εξερράγη η «βόμβα» (το ένα από τα τρία καψούλια) στον κήπο του τουρκικού Προξενείου, έξω από το φερόμενο ως σπίτι του Κεμάλ, το οποίο δεν έπαθε καμιά ιδιαίτερη ζημιά, έσπασαν κάποια τζάμια και παράθυρα. Οι Ελληνικές Αρχές συνέλαβαν τον κλητήρα του Προξενείου, τον τούρκο πολίτη Χασάν Ουτσάρ, που ομολόγησε ότι τοποθέτησε τη βόμβα που του έδωσε ο μουσουλμάνος από την Κομοτηνή, υπάλληλος του Προξενείου, ονόματι Οκτάι Ενγκίν. Αυθημερόν συνελήφθη κι αυτός κι ομολόγησε. Ο Οκτάι Ενγκίν ήταν φοιτητής στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και εργαζόταν στο τουρκικό Προξενείο της πόλης. Η Ελληνική πολιτεία τον είχε εισαγάγει στο Πανεπιστήμιο από το παράθυρο κι εκείνος, όντας μέλος της οργάνωσης Kibris Turktur, πυροδότησε την καταστροφή του Ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης! Μάλιστα ο παππούς του ήταν μουφτής κι ο πατέρας του δάσκαλος στη Θράκη, στο χωριό Σαλμώνη και είχε υπάρξει υποψήφιος βουλευτής με το Κόμμα των Φιλελευθέρων (1952)… Η δίκη των συλληφθέντων έγινε μετά από δύο χρόνια ερήμην, γιατί είχαν αφεθεί ελεύθεροι (!) όταν η έφεσή τους κατά του πρώτου βουλεύματος (Δεκέμβριος 1955) έγινε δεκτή και ο Ενγκίν είχε διαφύγει τον Σεπτέμβριο του 1956 στην Τουρκία, μέσα στο πορτμπαγκάζ προξενικού αυτοκινήτου. Εκεί εντάχθηκε στην Κρατική Ασφάλεια κι αναρριχήθηκε σε κρατικά αξιώματα, στην Ειδική Επιτροπή Μειονοτήτων και αργότερα έγινε νομάρχης στην Καππαδοκία (Νέβσεχιρ).

Κορωνίδα της ιστορίας η επιστολή του τότε αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Τζων Φόστερ Ντάλλες σε Παπάγο και Μεντερές, όπου προκλητικά εξομοίωνε θύτη και θύμα, καλώντας τους να αρθούν υπεράνω των διαφορών τους «προς το συμφέρον της ενότητας του ελευθέρου κόσμου», χωρίς καν να αναφέρει το τουρκικό έγκλημα στην Πόλη! Βεβαίως η πλευρά μας τήρησε «άψογον στάση», γιατί όχι μόνο δε προέβη σε αντίποινα στη Θράκη αλλά και εμπόδισε τους τουρκογενείς πολίτες της, που φοβήθηκαν για τυχόν αντίποινα, να φύγουν από την ελληνική επικράτεια. Εκείνη την τετραετία ζήσαμε την πιο ταπεινωτική διάψευση και το κερασάκι στην τούρτα της υποτέλειας το έβαλε ο «εθνάρχης» Κ. Καραμανλής, άμα τη εμφανίσει του, ρίχνοντας στα μαλακά τους δράστες της προκλητικής προβοκάτσιας. Άλλωστε και σε άλλους τομείς εκείνη την περίοδο έδωσε ίδιο δείγμα γραφής και αναφέρω ενδεικτικά το Κυπριακό ή την υπόθεση Μέρτεν.

Σήμερα στη Θράκη

Τι συμβαίνει όμως τώρα στην περιοχή; Αρχής γενομένης το 1999, με τα αλήστου μνήμης ζεϊμπέκικα του ΓΑΠ και τη διπλωματία των σεισμών, ξαναζήσαμε το 1952, σαν να μην πέρασε μια μέρα. Ήταν πάλι ο δυτικός παράγων, αυτή τη φορά η υπερεθνική ελίτ, που ενέταξε την Τουρκία σε «ευρωπαϊκή τροχιά», μια τροχιά που έπρεπε να περάσει από πάνω μας. Μέσα σ’ ένα κλίμα  επιδοτούμενης ευωχίας, ελήφθησαν αποφάσεις που προκάλεσαν μεγάλη ζημία στο εθνικό συμφέρον και κάποιο πρόσκαιρο όφελος στους δράστες. Παράδειγμα, η ανάδειξη της πομακικής ιδιοπροσωπείας, που είχε ξεκινήσει ενθουσιωδώς το 1995, φρέναρε άνωθεν το 1999. Χαρακτηριστικά επετράπη το τούρκικο καπέλωμα στους πομάκικους θεσμούς (πανηγύρια) ενώ οι εκδόσεις της Τοπικής Αυτοδιοίκησης που αποσιωπούσαν την ύπαρξη των Πομακοχωρίων μιλούσαν για «χωριά στον ορεινό όγκο», με αντίδωρο κάποια εκλογική στήριξη των πλειονοτικών αρμοδίων από τον προξενικό μηχανισμό.

Τα ίδια και με τους Ρομά, μια υπόθεση που έμεινε ζωντανή χάρη στην μαχητικότητα ελαχίστων ανθρώπων. Επετράπη η εισαγωγή τουρκικών εθίμων και στοιχείων παραδοσιακού πολιτισμού προκειμένου να στηριχθεί η ανύπαρκτη αυτοχθονία των μουσουλμάνων στην περιοχή. Κατάντησε ρουτίνα η συμμετοχή των φανατικότερων μειονοτικών στοιχείων στα ψηφοδέλτια των μεγάλων κομμάτων, με αποτέλεσμα να επιβραβεύεται όχι η νομιμοφροσύνη έναντι της χώρας μας, αλλά ο τουρκικός σωβινισμός. Αυτός ο τελευταίος βγήκε στο προσκήνιο με επισκέψεις «Γκρίζων Λύκων» από την Τουρκία, με μνημόσυνα για τούρκους στρατιώτες που σκοτώνονταν από τους Κούρδους αντάρτες, με δημόσιες απαγγελίες ύμνων για την Τουρκία κτλ.

Ήρθε και η κρατική τράπεζα Ziraat Bankasi στα μέρη μας. Μάθαμε για ανώτατους αξιωματούχους που ζητούσαν ρουσφέτια από πράκτορες της Άγκυρας που διέθεταν και άκρες στην Αθήνα. Στήθηκε «Δίκτυο Δήμων Ανατολικής – Δυτικής Θράκης» που θα συνέτασσε σχέδια συνεργασίας, θα σχεδίαζε συνοριακές δράσεις, θα προωθούσε την διασυνοριακή και διαπεριφερειακή συνεργασία κτλ.

Σήμερα η κατάσταση κάπως εξομαλύνθηκε, κυρίως λόγω του γεωπολιτικού αναπροσανατολισμού και των εσωτερικών προβλημάτων της γείτονος, οπότε φαίνονται καθαρά οι δυνατότητες που διαθέτουμε ως Ελλάδα για ανάταξη του σκηνικού. Ανέκαθεν το λέγαμε πως είναι μόνο θέμα δικής μας πολιτικής βούλησης, όμως ακόμα δεν έχουμε δει μια κυβέρνηση ελληνική που θα κάνει πράξη τα δέοντα με τρόπο συνεπή και συστηματικό.

Θα εξηγήσω αυτό το τελευταίο, με μια λακωνική αναφορά στα δύο θετικότερα μέτρα που έλαβε η χώρα μας για τη Θράκη στα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Αναφέρομαι στην ίδρυση του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης (1974) και στην εγκατάσταση των Ποντίων νεο-προσφύγων στη Θράκη (1991). Αμφότερα τα μέτρα, που στόχευαν στην ενίσχυση του ανθρώπινου δυναμικού και στην τόνωση της τοπικής κοινωνίας, ήταν απολύτως σωστά στη σύλληψή τους, αλλά στην πράξη τελικά απέδωσαν πολύ λιγότερο από τις προσδοκίες που γέννησαν. Το Πανεπιστήμιο κατάντησε άθυρμα στα χέρια μιας κλίκας που με τις παρασκηνιακές της μεθοδεύσεις, συν τω χρόνω, το υποβάθμισε δραματικά παρά τη γιγάντωσή του, το ενέταξε στην τοπική διαπλοκή και το μόνο που προσφέρει στη Θράκη είναι κάποια στοιχειώδη οικονομικά οφέλη.

Η δε παρουσία του ποντιακού στοιχείου, επειδή δε βασίστηκε σε κάποιο σχέδιο και δε συνδυάστηκε με δημιουργία θέσεων εργασίας, είχε πολύ μικρό χρονικό ορίζοντα. Οι πιο δραστήριοι από τους ανθρώπους αυτούς φύγανε γρήγορα προς Αθήνα και Θεσσαλονίκη, ενώ μετά την δεκάχρονη μνημονιακή κατάρρευση οι οικισμοί τους έχουν μισοαδειάσει από μια μαζική φυγή προς κάθε πιθανή και απίθανη χώρα.

Εδώ πια, μιλώντας για ζητήματα εσωτερικής πολιτικής, το άμεσο πρόβλημα δεν είναι η υποτέλεια αλλά η κομματική αβελτηρία και η γενικευμένη διαφθορά που έχουν ρημάξει την ελληνική κοινωνία. Μήπως όμως κι αυτές προέρχονται από την συνειδητοποίηση και την κυνική αποδοχή πως ζούμε σε ένα κράτος εξαρτημένο κι άρα ο δημόσιος βίος δεν μπορεί να ιδωθεί παρά μόνο μέσα από το πρίσμα της ιδιοτέλειας ή είναι αντιστρόφως η ελλαδική παρακμή – ιδίως των ελίτ – που διαιωνίζει την κρατική μας υποτέλεια; Το ερώτημα είναι σίγουρα δύσκολο κι επαφίεται στον καθέναν να βρει την απάντηση.

Το κείμενο αυτό αποτέλεσε τη βάση της εισήγησης του Κώστα Καραΐσκου στ 4ο Διαδικτυακό Συνέδριο με θέμα «Οι συνέπειες της υποτέλειας στη διαμόρφωση των εθνικών θεμάτων μας» που διοργάνωσε η Επιτροπή «Τιμή στο ‘21» στις 23-24 Οκτωβρίου 2021.

Πηγή : www.ellinikiantistasi.gr

spot_img

18 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Να το ξαναγράψουμε ”πολύ αργά για δάκρυα ,κύριε αρθρογράφε ,εισηγητή στην κομματικοποιημένη Επιτροπή ΄’΄Τιμή στο ΄21” ΚΑΙ γιατί η Κομοτηνή μετά την ΑΛΛΑΓΉ του 1981 έχει στη πλατεία της το άγαλμα του Ελευθερίου Βενιζέλου, που μέχρι το 1920 αγνοούσε την Δυτική Θράκη και το 1922 συνέβαλε στην υπογραφή της Συμφωνίας Μουδανιών ,με την οποίαν εκκενώθηκε αμαχητί η Ανατολική Θράκη,-με 350.000 πρόσφυγες- παρά την Στρατιά του Έβρου υπό τον Πάγκαλον έξω από την Κων/πολη ΚΑΙ γιατί σιωπήσατε για τους Καποδιστριακούς(ΠΑΣΟΚ) και από το 2010 Καλλικρατικούς Δήμους των κ.κ.ΓΑΠ-Ραγκούση , που κατόρθωσε να εξασφαλίσει μόνιμη Δημοτική εκπροσώπηση σε μουσουλμάνους Δημάρχους(Ίασμο κλπ).
    Εν τέλει ,αγαπητέ συντοπίτη Θρακιώτη όταν η Ελλάς ,η οποία από το 1960 συμφώνησε και μετά το 1974 θερμοπαρακαλεί να συμβιώσουν Ελληνορθόδοξοι και μουσουλμάνοι στην Κύπρο δεν μπορεί -όντας και μέλος της Ε.Ε- να αποβλέπει σε επιθετική μειονοτική πολιτική στην Δυτική Θράκη, παρά το ότι διατηρεί από το 1964 ικανό στρατό για την άμυνά της εκεί από την επιθετική -στα λόγια -Τουρκία, η οποία κάτι διδάχθηκε από τις Καστανιές το 2020.
    Δεν θέλει πολύ μυαλό για να το καταλάβουμε όλοι μας και να αφήσουμε τις υπερβολές ,εκτός αν σκοπεύουμε σε πολιτική εκμετάλλευση, που πάντως δεν είναι ”και προς θάνατον” .Δημοκρατία έχουμε .

    • “…σιωπήσατε για τους Καποδιστριακούς(ΠΑΣΟΚ) και από το 2010 Καλλικρατικούς Δήμους των κ.κ.ΓΑΠ-Ραγκούση , που κατόρθωσε να εξασφαλίσει μόνιμη Δημοτική εκπροσώπηση σε μουσουλμάνους Δημάρχους(Ίασμο κλπ)…”

      Αυτή είναι η δημοκρατία σας; Γιατί δηλαδή να μην υπάρχου μειονοτικοί δήμαρχοι;

  2. Η Τουρκική-Μουσουλμανική Μειονότητα της Δυτικής Θράκης

    Πρώτων, οι μουσουλμάνοι της μειονότητας είναι περίπου 140-150.000. Από αυτούς οι 120.000 ζουν στη Δυτική Θράκη και οι υπόλοιποι 30.000 στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ελλάδα, κυρίως στην Αθήνα (π.χ. στο Γκάζι), στον θεσσαλικό κάμπο, αλλά και αλλού. Υπάρχουν επίσης 46.000 Τούρκοι από τη Δυτική Θράκη, από τους οποίους αφαιρέθηκε η ελληνική υπηκοότητα με το γνωστό άρθρο 19 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας, και ζουν στην Τουρκία, κυρίως στην Κωνσταντινούπολη (Μπουγιούκ Τσέκμετζε, Ζεϊτίν Μπουρνού κ.α.) και στην Προύσα. Πάνω από 200.000 άτομα στην Τουρκία έχουν ρίζες από τη Δυτική Θράκη (από κάποιον παππού, κάποια γιαγιά κ.τ.λ.).

    Δεύτερον, το 1923 οι μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης ήταν περίπου 112.000, και δεν ήταν το 30% του πληθυσμού της Δυτικής Θράκης όπως είναι σήμερα, αλλά η πλειοψηφία του πληθυσμού, το 67% (περισσότερο από τα 2/3), στους οποίους ανήκε το 84% της γης. Οι Έλληνες ήταν λιγότερο από το 1/5 του πληθυσμού (18%) και οι οποίοι κατήχαν το 5% περίπου της γης. Οι υπόλοιποι κάτοικοι της Δ.Θράκης ήταν Βούλγαροι, Αρμένιοι, Εβραίοι κ.α.. Αργότερα εγκατέστησαν στην περιοχή 200.000 χιλιάδες περίπου Έλληνες πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και από την Ανατολική Θράκη, Αρμένιους, Εβραίους, Πόντιους από τον Καύκασο κ.α.

    Τρίτον, λένε ότι το όνομα Πομάκος προέρχεται από την ελληνική λέξη “ιππομάχος”, πράγμα που δεν ισχύει. Γιατί δεν ισχύει; Η λέξη ‘Πομάκος’ δεν είναι αρχαία λέξη, δεν είναι αρχαίο όνομα/χαρακτηρισμός, και προέρχεται από το βουλγαρικό ρήμα “Πομάγκαμ” (βοηθάω) με την τουρκική κατάληξη ‘ακ’. Δεν γνωρίζω αν το ρήμα ‘πομάγκαμ’ της βουλγαρικής είναι δάνειο από την ελληνική γλώσσα (από τη λέξη ‘ιππομάχος’) αλλά πάντως και οι ίδιοι οι Πομάκοι της Δυτικής Θράκης, τουλάχιστον οι περισσότεροι, αποκαλούν τους εαυτούς τους: “Pomak Türkleri” (Πομακότουρκοι), δηλαδή Τούρκοι με το όνομα ‘Πομάκ’ να έχει μία προσδιοριστική/εθνοτική και όχι εθνική έννοια. Είναι δηλαδή για τους Τούρκους το “Πομάκος” μία υποταυτότητα, όπως είναι για τους Έλληνες το “Βλάχος”, το “Αρβανίτης” κ.α. Σε αυτούς που τους ενοχλεί το “Pomak Türkleri” (Πομακότουρκοι), να θυμηθούν ότι και οι Έλληνες χρησιμοποιούν αντίστοιχους χαρακτηρισμούς, όπως π.χ. “Ελληνόβλαχοι” για τους Βλάχους που έχουν υιοθετήσει την ελληνική κουλτούρα και συνείδηση, ή “Τουρκαλβανοί” όταν αναφέρονται (ή αναφέρονταν) στους Αλβανούς που είχαν ασπαστεί το Ισλάμ, κ.τ.λ.

    Τέταρτον, οι Τσιγγάνοι αποκαλούνται στην Ελλάδα ως “Έλληνες Τσιγγάνοι”, ενώ η καταγωγή τους δεν είναι ελληνική (κατάγωνται απ’ την Ινδία). Γιατί λοιπόν οι Ρομά της Δυτικής Θράκης που είναι μουσουλμάνοι, και μάλιστα οι περισσότεροι από αυτούς Τουρκόφωνοι, να μην αποκαλούνται ως “Τούρκοι Τσιγγάνοι”; Εφόσον οι περισσότεροι έχουν υιοθετήσει την τουρκική κουλτούρα, και πολλοί από αυτούς, αν όχι όλοι, έχουν αφομοιωθεί από τους Τούρκους.

    • Στη Συνθήκη της Λωζάννης δεν αναφέρεται τουρκική μειονότητα. Όμως δεν αναφέρονται ούτε Πομάκοι ούτε Τσιγγάνοι/Ρομά. Υπάρχει αναφορά περί Πομάκων στη Συνθήκη της Λωζάννης; Να σημειωθεί ότι η συνθήκη αυτή υπογράφηκε πριν 93 χρόνια, χωρίς φυσικά να ερωτηθούν οι άμεσα ενδιαφερόμενοι (οι απλοί πολίτες). Οι μειονότητες σε μια χώρα δεν υπάρχουν επειδή το προβλέπει ή το επιτρέπει κάποιος νόμος. Οι μειονότητες υπάρχουν, γιατί απλούστατα υπάρχουν. Οι νόμοι υπάρχουν για να προστατεύουν τις μειονότητες και όχι το αντίθετο. Το Ελληνικό Σύνταγμα και οι συμβάσεις περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων που έχει υπογράψει η Ελλάδα πολύ αργότερα από την Συνθήκη της Λωζάνης (άρα και υπερισχύουν αυτής) καθορίζουν με ακρίβεια ατομικές και συλλογικές ελευθερίες, και δεν κάνουν κανέναν διαχωρισμό σε εθνοτικές, γλωσσικές ή θρησκευτικές ομάδες. Όταν πχ στην Θράκη έχεις μια μερίδα του πληθυσμού που μιλάει την Τουρκική γλώσσα, πιστεύει στο Ισλάμ, έχει τουρκική συνείδηση και αυτοπροσδιορίζεται ως Τουρκική μειονότητα, είναι εντελώς άτοπο να επικαλείσαι συνθήκες του περασμένου αιώνα προκειμένου να αλλάξεις την συνείδηση αυτών των ανθρώπων.

    • Οι λεγόμενοι Πομάκοι στην πλειοψηφία τους έχουν ενταχθεί στην τουρκική κουλτούρα/ταυτότητα, έχουν τουρκική εθνική συνείδηση και εσείς δεν μπορείτε να το αρνηθείτε. Είναι φιλήσυχοι άνθρωποι και συνήθως δεν προκαλούν προβλήματα, ούτε έχουν πρόθεση να δημιουργήσουν τριβές με τους χριστιανούς συμπολίτες τους. Όμως, θα πρέπει να ξέρετε ότι άλλο είναι το “Έλληνας” και άλλο το “Έλληνας πολίτης” (ή Έλληνας υπήκοος). Έλληνας πολίτης θα μπορούσε να είναι κάποιος οποιασδήποτε καταγωγής. Εγώ π.χ. θα μπορούσα να πάρω την κινεζική υπηκοότητα αλλά αυτό δεν θα με μετέτρεπε αυτόματα σε σχιστομάτη. Αν έπαιρνα την υπηκοότητα του Κονγκό, αυτό αυτομάτως δεν θα με μετέτρεπε σε Ζουλού, αν έπαιρνα την Κενυάτική υπηκοότητα, δεν θα μετατρεπόμουν αυτομάτως σε Μασάι (μία φυλή νέγρων). Οι άνθρωποι αυτοί είναι Έλληνες πολίτες, αλλά όχι Έλληνες.

      Οι Πομάκοι που συντάσσονται με τον ελληνικό εθνικισμό είναι μία μειοψηφία. Θα έλεγα ότι δεν είναι ούτε το 10% των μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης. Επιπλέον, ας δούμε και κάτι ακόμα. Όλοι οι μειονοτικοί της Δυτικής Θράκης (σε ποσοστό 90%) στις ευρωεκλογές του 2014 ψήφισαν το κόμμα D.E.B. που εκφράζει την τουρκική ταυτότητα. Στον Δήμο Αρριανών το ΚΙΕΦ ψήφισαν 10.800 (90,14%) ενώ στον Δήμο Μύκης (τουρκογενείς και Πομάκοι) το ΚΙΕΦ πήρε 70,37%. Στις επόμενες εθνικές εκλογές (το 2015) ο Πομάκος υποψήφιος του κόμματος ΑΝ.ΕΛ., Μεχμέτ Αλή Ιρφάν, που δηλώνει Έλληνας Πομάκος, δεν πήρε παρά μόνο λίγες εκατοντάδες ψήφους. Στις δε ευρωεκλογές του 2019 στον αμιγώς μουσουλμανικό-πομακικό Δήμο Μύκης – στα λεγόμενα ‘πομακοχώρια’ – το ΚΙΕΦ/DEB πήρε 63%, στον δε Δήμο Αρριανών πήρε 85% και στον Δήμο Ιάσμου πήρε 52,64%.

    • Οι Τούρκοι Δυτικής Θράκης, ζoυv στην Ελλάδα, εντός των συνόρων της Δυτικής Θράκης, και κατά την ανταλλαγή πληθυσμών ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία, έμειναν έξω από την υποχρεωτική μετακίνηση. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία 130.000 μουσουλμάνοι – οι περισσότεροι από αυτούς Τούρκοι – ζουν στη Θράκη. Οι ρίζες των Τούρκων της Δυτικής Θράκης είναι από την περιοχή της Ανατολίας/Μικράς Ασίας, και κυρίως από τους Ογούζους Τούρκους (Oğuz Türkleri). Η οθωμανική κατάκτηση της Θράκης άρχισε το 1352 μ.Χ., και συνεχίστηκε κατά τα έτη 1357-1359 μ.Χ. εντατικά. Στα έγγραφα που αφορούν το έτος 1360, από τους οικισμούς και τα χωριά με τουρκικές ονομασίες στην περιοχή, φαίνεται να είναι εγκατεστημένοι σε πολλά χωριά και αγροκτήματα. Να πούμε εδώ ότι είχε ήδη προηγηθεί η μετανάστευση στην περιοχή Τούρκων από τα σελτζουκικά τουρκικά εμιράτα της δυτικής Μικράς Ασίας (από τα εμιράτα του Καρεσί και του Σαρουχάν), Τσεπνίδων Τούρκων που οι περισσότεροι ήταν Μπεκτασίδες, μουσουλμάνων από το Χορασάν (περιοχή ανατολικού Ιράν και Αφγανιστάν), κ.α. Επίσης, στην Οθωμανική περίοδο μετανάστευσαν στην περιοχή – σε μικρούς όμως αριθμούς – Αλβανοί μουσουλμάνοι, Τουρκοκρητικοί, Τσερκέζοι, Κούρδοι, κ.α.

    • Το 1951 υπογράφηκε το πρώτο Μορφωτικό Πρωτόκολλο, με το οποίο δεχόταν η ελληνική κυβέρνηση να διδάσκονται την τουρκική γλώσσα ως μητρική γλώσσα οι μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης στα μειονοτικά σχολεία. Το 1954 ψηφίστηκε ο νόμος 3065. Ο νόμος 3065/1954 (ΦΕΚ Α’ 239, 9.10.1954) ήταν ο πρώτος νόμος που ρύθμιζε τα θέματα της μειονοτικής εκπαίδευσης, και καταργήθηκε το 1979. Στον Νόμο αυτόν η Ελλάδα αναγνωρίζει τα σχολεία της μειονότητας ως Τουρκικά. Υπάρχουν σχετικές φωτογραφίες με τις ταμπέλες των που ήταν αναρτημένες στα μειονοτικά σχολεία, τα οποία αναφέρονταν ως “τουρκικά”. Μάλιστα, φρόντισε ο τότε υπουργός Παιδείας να στείλει έγγραφο σε όλα τα σχολεία της Επικράτειας που υπήρχαν μουσουλμάνοι, μέσω του οποίου ζητούσε την διακριτική ευνοϊκή μεταχείριση των Τούρκων μαθητών. Επίσης το Πρωτόκολλο του 1968 επιβεβαίωνε το Πρωτόκολλο του 1951 και τον νόμο του 1954. (Hugh Poulton, Suha Taji-Farouki (1997). Muslim Identity and the Balkan State. United Kingdom: C. Hurst & Co, σελ. 85. και Stefanos, Stavros (1997). «Cultural Rights for National Minorities: Covering the Defict in the Protection Provided by the European Convention on Human Rights». IALS Bulletin 25: 9.)

      Η Μορφωτική Συμφωνία του 2000 κυρώθηκε με το νόμο 2929/2001 ΦΕΚ Α΄ 142. Μάλιστα από την έναρξη ισχύος της Συμφωνίας του 2000, καταργήθηκε η Μορφωτική Συμφωνία του 1951. Η Πολιτιστική Συνεργασία του 2000 όμως αναφέρει ρητά ότι δεν αλλάζει το καθεστώς προστασίας των εκπαιδευτικών δικαιωμάτων των δύο μειονοτήτων σε Ελλάδα και Τουρκία.

    • Την άνοιξη του 1954 λοιπόν η κυβέρνηση αποφάσισε ότι η μουσουλμανική κοινότητα της περιοχής θα έπρεπε να αποκαλείται ‘τουρκική μειονότητα’ και ότι ο όρος ‘μουσουλμανικός-ή-ό’ θα έπρεπε να αφαιρεθεί και να μην χρησιμοποιείται. Στις 28/1/1954, ο Γενικός Διοικητής Θράκης, συνταγματάρχης Γ. Φεσσόπουλος, εκδίδει την παρακάτω διαταγή προς τους δημάρχους και κοινοτάρχης της Ροδόπης:

      «Κατόπιν διαταγής του κ. Προέδρου της Κυβερνήσεως, παρακαλούμεν όπως εφεξής εις πάσαν περίπτωσιν γίνεται χρήσις του όρου ‘Τούρκος – τουρκικός’, αντί του τοιούτου ‘μουσουλμάνος – μουσουλμανικός’. Επί τούτοις δέον να μεριμνήσετε δια την αντικατάστασιν των εν τη περιφέρεια υμών υφισταμένων διαφόρων επιγραφών, όπως ‘Μουσουλμανικόν σχολείον, Μουσουλμανική κοινότης’ κ.τ.λ. δια της ταύτης ‘Τουρκικόν’.»

      Διαπιστώνοντας ο Φεσσόπουλος, ότι κάποιοι δήμαρχοι και κοινοτάρχες δεν φάνηκαν και τόσο πρόθυμοι να εκτελέσουν τις εντολές του διατάγματος, έναν χρόνο αργότερα, στις 5 Φεβρουαρίου 1955, εκδίδει και δεύτερη διαταγή, λέγοντας:

      «Παρά τας αυστηράς διαταγάς της κυβερνήσεως περί της αντικαταστάσεως και χρησιμοποιήσεως του λοιπού των όρων ‘μουσουλμάνος-μουσουλμανικός’ δια των τοιούτων ‘Τούρκος-τουρκικός’, εις το χωρίον Άρατος επί της δημοσίας οδού Κομοτηνής-Αλεξανδρουπόλεως, υφίσταται επιγραφή εμφανέστατη αναγράφουσα ‘μουσουλμανικό σχολείο’. Να αντικατασταθεί αμέσως, τόσον αυτή, όσο και πάσα άλλη τυχόν υπάρχουσα εις την περιοχή του νομού Ροδόπης.». (Γενική Διοίκηση Θράκης. Διεύθυνση Εσωτερικού, Κομοτηνή, 28 Ιανουαρίου, 1954, Reg. N. A. 1043, στο Ανδρεάδης, ‘Η Μουσουλμανική Μειονότητα στη Δυτική Θράκη’, Θεσσαλονίκη, 1956)
      Η αλλαγή του χαρακτηρισμού από Τουρκικά σε Μουσουλμανικά ή Μειονοτικά (Μ/ΚΑ) θεσπίστηκε τον Μάρτιο του 1972 κατά την διάρκεια της Χούντας. (Hugh Poulton, Suha Taji-Farouki (1997). Muslim Identity and the Balkan State. United Kingdom: C. Hurst & Co, σελ. 85. και Stefanos, Stavros (1997). «Cultural Rights for National Minorities: Covering the Defict in the Protection Provided by the European Convention on Human Rights». IALS Bulletin 25: 9.)

    • Αξίζει εδώ να αναφερθεί ότι τον χαρακτηρισμό “Τούρκοι” για τους μειονοτικούς πολίτες της Δυτικής Θράκης και την ονομασία “τουρκική” για τη μειονότητα υιοθετεί ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και μάλιστα κατά τις επίσημες συνομιλίες του με τον πρωθυπουργό της Τουρκίας Μπουλέντ Ετζεβίτ στο Μοντρέ της Ελβετίας (10-11.3.1978).

      Σύμφωνα με το κείμενο που περιλαμβάνεται στο δημοσιευμένο «Αρχείο Καραμανλή» (τ. 10, σ. 134-135), ο τότε πρωθυπουργός της Ελλάδας είχε δηλώσει τα ακόλουθα στον Τούρκο ομόλογό του:

      «Σε ό,τι αφορά το πρόβλημα των μειονοτήτων, η δική μας πλευρά είναι εκείνη που θα πρέπει να εγείρει θέμα. Η εξέλιξις του προβλήματος αυτού έχει ως εξής: Οταν υπεγράφη η Συνθήκη της Λωζάννης, υπήρχαν 111.000 Ελληνες εις την Τουρκία και 106.000 Τούρκοι εις Ελλάδα. Σήμερα υπάρχουν 10.000 Ελληνες στην Κωνσταντινούπολη και 120.000 Τούρκοι στην Ελλάδα.
      Με αποτέλεσμα η ισορροπία που προεβλέπετο στην Συνθήκη της Λωζάννης ανετράπη εναντίον μας. Το μόνο θέμα που μπορεί να εγερθεί στο σημείο αυτό είναι η επαναφορά της ισορροπίας αυτής. Δεν είχα ποτέ την πρόθεση, ως Κυβέρνησις, να ενοχλήσω την τουρκική μειονότητα.
      Στην Ελλάδα υπάρχουν 300 τουρκικά δημοτικά σχολεία, 2 γυμνάσια, 280 τεμένη, 7 περιοδικά στην τουρκική και 2 βουλευτές, αμφότεροι στην αντιπολίτευση, ένας του φιλοχουντικού κόμματος και ένας του κόμματος του Κέντρου.
      Επαναλαμβάνω ότι, αν σημειώθηκαν οποιεσδήποτε υπερβολές απ’ τις τοπικές αρχές, είμαι πρόθυμος να τις συζητήσω. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Κυβέρνησις έχει πολιτική διωγμού. Σας διαβεβαιώ ότι θα κάνω το καλύτερο δυνατό για να προλάβω τέτοιες υπερβολές.»

      Ο δε Υπουργός Εξωτερικών το 1989 Αντώνης Σαμαράς είχε πει: «Πρέπει να καταλάβουμε ότι εγώ ο ίδιος, εάν ζω στα 55 ή 60 χρόνια μου και έχω κυβερνητικές ευθύνες, δεν πρόκειται να αντιμετωπίζω το πρόβλημα της τουρκικής μειονότητας στη Θράκη π.χ., γιατί οι Τούρκοι θα ’χουν φύγει από κει, θα ’χουν εγκατασταθεί στη Φρανκφούρτη ή τη Μασσαλία….» (Εποπτεία, τχ. 141, Ιανουάριος 1989)

    • Αξίζει εδώ να πούμε ότι το 1936 δημιουργήθηκαν οι Eπιτηρούμενες Zώνες, από την ορεινή Θράκη μέχρι την Ήπειρο. Οι περιοχές κατοικίας των Πομάκων έγιναν απαγορευμένες και ελεγχόμενες με μπάρες. Για την είσοδο στις περιοχές αυτές χρειαζόταν ειδική άδεια από την αστυνομία. Οι Επιτηρούμενες Ζώνες καταργήθηκαν στις 17/11/1995 από τον Υπουργό Εθνικής Αμύνης Γεράσιμο Αρσένη. Οι Πομάκοι απομονώθηκαν από το ελληνικό κράτος. Για χρόνια ένας μουσουλμάνος της Δυτικής Θράκης – και ιδιαίτερα αυτών από τα ορεινά χωριά – δεν μπορούσαν να βγάλουν άδεια οδήγησης, άδεια άσκησης επαγγέλματος, άδεια επισκευής σπιτιών, κ.α. Αξίζει επίσης εδώ να αναφέρουμε το ξύλο που έτρωγε από τους Έλληνες χωροφύλακες όποιος Πομάκος δεν δήλωνε Τούρκος μέχρι τη δεκαετία του ’70.

      Να πούμε επίσης ότι οι Πομάκοι που ζουν στην Ελλάδα, παρά τη σλαβογενή γλώσσα τους, δεν ήταν επιθυμητοι από τις βουλγαρικές αρχές λόγω των επιθέσεων που διαπράχθηκαν από αυτούς στον βουλγαρικό πληθυσμό κατά τη διάρκεια του 1913. Οι ίδιοι οι Πομάκοι επίσης, μη επιθυμώντας να προσαρτηθούν στη Βουλγαρία, επιθυμούν να παραμείνουν στην Ελλάδα ως Έλληνες Πολίτες. Μετά τις εκλογές πού πραγματοποιήθηκαν τό 1914 στή διάρκεια τής πρώτης βουλγαρικής κατοχής της Δυτικής Θράκης, οι “Τούρκοι μουσουλμάνοι βουλευτές τής Δυτικής Θράκης στή Βουλγαρική Βουλή” (όπως προσδιορίζονται οι ίδιοι), μέ υπόμνημα πού έστειλαν άπό τή Σόφια, στις 31/12/1918, στον Γάλλο στρατηγό D’Esperey ζήτησαν τήν κατάληψη τής Δυτικής Θράκης άπό συμμαχικά στρατεύματα μέ συμμετοχή καί ελληνικών στρατευμάτων. (Κ. Γέραγας, ’Αναμνήσεις έκ Θράκης 1920-1922, ’Αθήνα, «Εστία», 1926, σσ. 53-56)

      Η Συνθήκη των Σεβρών (1920) – The Treaty of Sèvres (French: Traité de Sèvres), δέχθηκε το αίτημά τους και διέταξε τις ελληνικές αρχές να αφήσουν στην Ελλάδα τους Πομάκους που για δικούς τους λόγους δεν μπορούσαν και δεν ήθελαν να πάνε στη Βουλγαρία. Στη Βουλγαρία εγκαταστάθηκαν μόνο οι Πομάκοι από τα χωριά που δεν είχουν συνεργαστεί με τους Τούρκους το 1913.!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!! Και να κάνω ένα ρητορικό ερώτημα. Πολλοί δεν το γνωρίζουν αλλά γιατί όταν κατά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο εισέβαλαν οι Βούλγαροι στο χωριό Δημάριο (ορεινή Ξάνθη) οι ντόπιοι Πομάκοι, που ομιλούσαν μία βουλγαρική διάλεκτο, δήλωναν στους Βούλγαρους με πείσμα ότι: “Εμείς είμαστε Τούρκοι! Εμείς δεν είμαστε Βούλγαροι!”

    • Οι Πομάκοι προέρχονται φυλετικά από μία μείξη ντόπιων προσλαβικών πληθυσμών με Τσεπνίδες Τούρκους, οι οποίοι ήρθαν στη Δυτ. Θράκη τον 11ο αιώνα μ.Χ., διά μέσου του Πόντου (δηλαδή των βόρειων ακτών της Μικράς Ασίας). Κατά πάσα πιθανότητα οι πρόγονοι τους αναμίχθηκαν με Πετσενέγους και Κουμάνους (τουρκικές φυλές που έφτασαν στην περιοχή τον 5ο-6ο αιώνα μ.Χ.) αλλά ίσως και με σλαβικές φυλές που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Βουλγαρίας και της Θράκης, και δεν είναι όλοι “γαλανομάτες και ξανθοί” όπως αρέσκονται να λένε οι Έλληνες, αλλά μια μειοψηφία τους (όχι ότι αυτό έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία).

      Οι Πομάκοι είναι τα εγγόνια των ακιντζήδων – σώμα ατάκτων ιππέων – της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Όπως είπα, “Πομάκος” σημαίνει “βοηθός” και Πομάκοι ήταν εκείνοι οι μουσουλμάνοι που βοήθησαν τα Οθωμανικά στρατεύματα να κατασβήσουν την εξέγερση των Βουλγάρων του Μπατάκ το 1876 μ.Χ., ενώ κατά τη διάρκεια των Ρωσσοτουρκικών πολέμων οι Πομάκοι ήταν στο πλευρό των Τούρκων. Το όνομα ‘Πομάκος’ δεν είναι αρχαίο όνομα, δεν έχει σχέση με τις λέξεις ‘ιππόμαχος’, ‘απόμαχος’ ή με τη λέξη ‘πότης’ κ.α. Η ονομασία «Πομάκοι», καταγράφεται για πρώτη φορά άλλωστε από τον Γάλλο Ami Boué (1840) σε περιοδεία του στα Βαλκάνια το 1839, αρχίζει να χρησιμοποιείται ευρύτερα στις Οθωμανικές πηγές μετά το Ρωσο-Τουρκικό πόλεμο του 1877-78 μ.Χ. Είτε λοιπόν το “Πομάκος” προέρχεται από το ρήμα “πομάγκαμ” (“βοηθάω” στα βουλγάρικα) είτε αποτελεί παραφθορά του “μομάκ” (παλικάρι) κ.α. Ορισμένοι ερευνητές υποστηρίζουν και την εκδοχή ότι το “Πομάκ” είναι παραφθορά του ‘ποτουρνάκ’ (αυτός που εκτουρκίστηκε).

    • Από τους Έλληνες υποστηρίζεται ότι φυλετικά οι Πομάκοι είναι απόγονοι των αρχαίων Αγριάνων, επειδή η περιοχή τους – και συγκεκριμένα η βόρεια Θράκη και η Πελαγονία – ονομάζονταν Αχριδώ, λέξη που τη συσχετίζουν με το όνομα των αρχαίων Αγριάνων. Στην πραγματικότητα οι Αγριάνες κατοικούσαν στο κέντρο της Βαλκανικής, στα βόρεια των Παιόνων, και όχι στη Ροδόπη (όπου κατοικούσαν οι Βήσσοι, οι Οδρύσσες, κ.α. Η Αχριδώ βρισκόταν στην Ροδόπη και αποτελούσε από τμήμα του Θέματος Φιλιππούπολης. Το Θέμα Φιλιππούπολης, Μόρας, Βερόης και Αχριδώς, ήταν διοικητική διαίρεση, της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας με πρωτεύουσα τη Φιλιππούπολη κατά τον 12ο αιώνα. Αναφέρεται και το 1198 σε χρυσόβουλο του Αλέξιου Β΄ Κομνηνού σαν Θέμα Φιλιππούπολης, Μόρας, Βερόης και Αχριδώς. Πιθανότατα δημιουργήθηκε με την ένωση των Θεμάτων Φιλιππούπολης και Βερόης και τις περιφέρειες των φρουρίων της Μόρας και της Αχριδώς. Κατά πάσα πιθανότητα όμως το όνομα “Αχριδώ” έχει κοινή προέλευση με το όνομα της πόλης Αχρίδα (ή Οχρίδα). Στα σλαβικά το όνομα της πόλης γράφεται ‘Охрид’ (рид σημαίνει λόφος) και προέρχεται από το на ридот που σημαίνει επί του λόφου, πάνω στον λόφο. Η Οχρίδα είναι κτισμένη αμφιθεατρικά πάνω σε έναν λόφο, στις ακτές της λίμνης. Δηλαδή πιθανότατα το όνομα “Αχριδώ” είναι σλαβικής προέλευσης και δεν σχετίζεται με τους αρχαίους Αγριάνες.

      Επίσης, λέγεται ότι το Αχρέν ή αχράν (ή στα ελληνικά ‘Αχριάνες’), ονομασία που χρησιμοποιούσαν οι Πομάκοι για τους εαυτούς τους παλαιότερα, προέρχεται είτε από το σλαβικό ohreyan (άξεστοι) είτε από την οθωμανική λέξη ahir – προέρχεται από τα αραβικά – που σημαίνει ο τελευταίος (στον πληθυντικό ahiriyan), δηλαδή αυτοί που ασπάστηκαν το Ισλάμ τελευταία. Τον 16ο αιώνα ο Εβλιγιά Τσελεμπί έγραφε ότι: «οι Αχριγιάν ήταν εξισλαμισμένοι χριστιανοί…» Επίσης, και ΠΟΛΥ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ, είναι ότι ο Εβλιγιά Τσελεμπί επίσης είπε ότι: «Αχριγιάν υπήρχαν στη Βόρεια Θράκη, στον Τύρναβο της Θεσσαλίας και στην Πελοπόννησο». Δηλαδή άτομα που εξισλαμίστηκαν υπήρχαν και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας. Δηλαδή ΔΕΝ ΣΥΝΔΕΟΤΑΙ οι Ahiriyan/Αχριάνες με τους αρχαίους Αγριάνες. Άλλωστε το “ahiriyan” είχε θρησκευτική – και ΌΧΙ ΕΘΝΟΦΥΛΕΤΙΚΗ – έννοια ήδη από τον 15ο μ.Χ. αιώνα, όπου οι μουσουλμάνοι αποκαλούσαν έτσι (υποτιμητικά) τους αιρετικούς Μπεκτασίδες: Αχιριγιάν/Αχριάνες, αυτοί που άφησαν τη θρησκεία, αυτοί που αποστάτησαν. «Αχριγιάν υπήρχαν στη Βόρεια Θράκη, στον Τύρναβο της Θεσσαλίας και στην Πελοπόννησο». Δεν υπάρχει λοιπόν σύνδεση του ονόματος Αγριάνες με τους Πομάκους.

    • Να αναφέρουμε εδώ ότι οι Τούρκοι του ορεινού όγκου στη Δυτική Θράκη, αποκαλούνται ή αυτοαποκαλούνται ‘Πομάκοι’ (από το ‘Πομάκ’), ενώ οι Τούρκοι του κάμπου αποκαλούνται ‘Τσιτάκ’. Την ίδια στιγμή λοιπόν που πολλοί αναφέρονται στους Πομάκους και χρησιμοποιούν το όνομα και τις ιδιαιτερότητες τους για να δηλώσουν ότι οι Πομάκοι δεν είναι Τούρκοι, δεν είδα ΚΑΝΕΝΑΝ να αναφέρεται στην ύπαρξη Τσιτάκων ή Τσιτάκηδων ως ξεχωριστή εθνότητα ή ξεχωριστό έθνος. Και αυτό βεβαίως είναι σωστό επειδή δεν υπάρχει ξεχωριστή Τσιτάκικη εθνότητα, όπως δεν υπάρχει και πομάκικη εθνότητα. Υπάρχουν μόνο διάφορες εθνοπολιτισμικές ομάδες των Τούρκων της Δυτικής Θράκης. Οι όροι “πομάκ” και “τσιτάκ” είναι προφανώς εθνοπολιτισμικοί όροι. “Πομάκ” λέγονται αυτοί που κατοικούν στα βουνά, ενώ “Τσιτάκ” είναι αυτοί που κατοικούν στον κάμπο.

      Δεν υπάρχει κάποια απόδειξη που να πιστοποιεί τον συσχετισμό των Πομάκων με τους Αγριάνες. Οι Αγριάνες ή Αγράϊοι ή Αγριεΐς ή Αγραίοι ήταν παιονικό φύλο που κατοικούσε στην πάνω κοιλάδα του Στρυμόνα, μεταξύ Αίμου και Ροδόπης, όμως από τον 3ο αι π.Χ. και μετά δεν έχουμε ιστορικές μαρτυρίες για τους Αγριάνες. Από την άλλη, στα χρόνια του Βυζαντίου ο χώρος της Θράκης δέχθηκε τις επιδρομές πολλών και διάφορων φύλων, όπως Γότθοι, Ούννοι, Σκλαβηνοί, Άβαροι, Σλάβοι, Βούλγαροι, και αργότερα Ούζων, Κουμάνων, Αβάρων, Πετσενέγων, κ.α. Επίσης, κατά καιρούς διάφοροι πληθυσμοί μεταφέρθηκαν στην Θράκη, όπως για παράδειγμα ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Ιωάννης Τσιμισκής (969-976), μετέφερε Αρμένιους Παυλικιανούς από τη Μικρά Ασία στην περιοχή της Φιλιππούπολης – ο παυλικιανισμός ήταν αίρεση – ενώ την ίδια εποχή εμφανίσθηκε στη Βουλγαρία η αίρεση του Βογομιλισμού.

      Είναι πολύ αμφίβολη μία απευθείας καταγωγή των Πομάκων από τους αρχαίους Αγριάνες λοιπόν, για να μην πούμε σχεδόν αδύνατη. Επίσης, στην Ξάνθη υπάρχει μία συνοικία με το όνομα Aren ή Ahren mahallesi. Η ονομασία αυτή προέρχεται από το Ahιryan, δηλαδή η περιοχή με τα αχούρια. Στην περιοχή υπήρχαν στάβλοι (αχούρια), όπου διανυκτέρευαν με τα ζώα τους οι κάτοικοι που έρχονταν στην πόλη απ’ τα βουνά, και δεν είχαν που να μείνουν. Δεν υπάρχει λοιπόν σύνδεση του Ahιryan, Αχρέν, Αρέν, κ.α., με το Αγριάνες.

    • Την περίοδο της χούντας κορυφώνεται η αντιπαράθεση μεταξύ των τριών χωρών (Ελλάδας, Κύπρου, Τουρκίας) φτάνοντας μέχρι την πολεμική σύγκρουση (εισβολή Ελλάδας – Τουρκίας στην Κύπρο, κίνδυνος γενικευμένου ελληνοτουρκικού πολέμου). Μέσα σ’ αυτό το κλίμα πολεμικής έντασης ενεργοποιείται από την χούντα η «αρχή της αμοιβαιότητας» στην αντιμετώπιση των μειονοτήτων των δύο χωρών και ξεκινά μια συστηματική πολιτική καταπίεσης της μειονότητας της Θράκης, η οποία αποσκοπούσε στην εκδίωξή της. Η χούντα δεν προχώρησε στην αλλαγή του νομικού πλαισίου των σχέσεων της μειονότητας με το κράτος, αλλά επιχείρησε μέσα από μια σειρά διοικητικών αποφάσεων και ρυθμίσεων ή ενεργοποίηση παλαιότερων νόμων που είχαν θεσπιστεί εναντίον των σλαβομακεδόνων, να δημιουργήσει ένα ασφυκτικό κλίμα, που θα ανάγκαζε τα μέλη της μειονότητας να εγκαταλείψουν την Ελλάδα. Αυτή η πολιτική εγκαινιάστηκε με επιθετικό τρόπο από τη χούντα, αλλά συνεχίστηκε και εν μέρει συμπληρώθηκε απ’ όλες τις κυβερνήσεις μέχρι τα τέλη σχεδόν της δεκαετίας το ’80.

      Έτσι η χούντα ενεργοποίησε ένα μεταξικό νόμο με βάση τον οποίο απαγόρευε σε άτομα της μειονότητας να αγοράζουν γη και να προβαίνουν σε επέκταση ακινήτων. Το άρθρο 19 του Κώδικα Ιθαγένειας απέκτησε ισχύ και για τη μειονότητα της Θράκης. Το άρθρο αυτό αφαιρούσε την ελληνική ιθαγένεια από «αλλογενείς εγκαταλείποντες το ελληνικό έδαφος άνευ προθέσεως παλλινοστήσεως» και ο κάθε αξιωματούχος του ελληνικού κράτους είχε το δικαίωμα ερμηνείας των προθέσεων των ατόμων που πήγαιναν στο εξωτερικό. Με βάση αυτό το άρθρο έχασαν την ιθαγένεια άνθρωποι οι οποίοι πήγαν για σπουδές ή για επαγγελματικούς λόγους στην Τουρκία, άλλοι που μετανάστευσαν στη Γερμανία, ακόμα και σε άλλες πόλεις ή χωριά της Ελλάδας, ακόμα και της Θράκης (αναφέρεται περίπτωση ατόμου που έχασε την ιθαγένεια όταν πήγε… φαντάρος). Όταν τελικά καταργήθηκε αυτό το ρατσιστικό άρθρο το 1998, είχαν χάσει την ιθαγένειά τους, σύμφωνα με την επίσημη άποψη, περισσότερα από 40.000 άτομα. Παρ’ όλο που το άρθρο καταργήθηκε ως άδικο, η κατάργηση δεν είχε αναδρομική ισχύ.

      Ταυτόχρονα όλη αυτή την περίοδο πάρθηκαν μια σειρά από αποφάσεις με τις οποίες: Απαγορευόταν η αγορά γης, σπιτιών, γεωργικών μηχανών και αυτοκινήτων, η παροχή αδειών οδήγησης, επαγγελματικών αδειών, αδειών κατασκευής κατοικίας ή ανέγερσης/επισκευής τζαμιών, η παροχή δανείων απ’ τις τράπεζες κ.α. Το κράτος προχώρησε παράλληλα σε μία συστηματική πολιτική απαλλοτρίωσης κτημάτων που ανήκαν σε άτομα της μειονότητας με διάφορα προσχήματα, ενώ βοηθούνταν με δάνεια Έλληνες να αγοράζουν μουσουλμανικά κτήματα. Στους αποφοίτους των τουρκικών πανεπιστημίων το ΔΙΚΑΤΣΑ αρνούνταν να αναγνωρίσει τα πτυχία τους δημιουργώντας έτσι ένα ολόκληρο στρώμα ανέργων πτυχιούχων μέσα στη μειονότητα. Η εκλογή διαχειριστικής επιτροπής των βακουφιών απαγορεύτηκε και στο εξής οι διαχειριστές διορίζονται (μέχρι σήμερα) από το κράτος. Τα μειονοτικά σχολεία πέρασαν στον έλεγχο του κράτους με στόχο την «αποτουρκοποίηση» της εκπαίδευσης της μειονότητας.

    • Ταυτόχρονα αυτή την περίοδο απαγορεύτηκε η χρήση των όρων τουρκικός και Τούρκος. Επαγγελματικοί και πολιτιστικοί σύλλογοι που έφεραν τον προσδιορισμό τουρκικός υποχρεώθηκαν να αλλάξουν όνομα ή καταργήθηκαν. Εξαπολύθηκαν νομικές διώξεις εναντίον ατόμων που διακήρυξαν την τουρκική τους ταυτότητα. Οι αποφάσεις οι οποίες απαγορεύουν τη χρήση αυτών των όρων εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι σήμερα.

      Έτσι, κατά την περίοδο της χούντας, αλλά και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’80 περίπου, το κράτος ακολούθησε μια σκληρή επιθετική πολιτική εναντίον της μειονότητας. Ο βασικός στόχος ήταν να εξαναγκαστεί ένα μεγάλο τμήμα να εγκαταλείψει την Ελλάδα, όπως είχε κάνει και το τουρκικό κράτος με την ελληνική μειονότητα. Τα αποτελέσματα δεν ήταν τα επιδιωκόμενα, καθώς ο κατά βάση αγροτικός χαρακτήρας της μειονότητας της Θράκης, αλλά και το χαμηλότερο επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης της Τουρκίας, έκαναν δύσκολη την απόφαση της φυγής προς την Τουρκία.

    • Η πτώση της χούντας, η μεταπολίτευση και η «αλλαγή» του ’81 δεν έφεραν ουσιαστικές αλλαγές στην αντιμετώπιση της μειονότητας από το κράτος. Η αίσθηση όμως της δυνατότητας μιας γενικής πολιτικής αλλαγής που επικρατούσε κατά την πρώτη περίοδο της μεταπολίτευσης δεν μπορούσε να μην έχει επίδραση και στη Θράκη. Έτσι από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 μέσα στη μειονότητα εκδηλώνονται προσπάθειες αντίδρασης στην καταπίεση που είχε υποστεί όλα αυτά τα χρόνια. Οι προσπάθειες αυτές πήραν δύο μορφές, οι οποίες εκδηλώθηκαν παράλληλα ή συμπληρωματικά.

      Άτομα των οποίων ο ηγετικός ρόλος μέσα στη μειονότητα βασιζόταν στις σχέσεις που μπορούσαν να έχουν παράλληλα με το τουρκικό κράτος και τα δύο κόμματα εξουσίας στην Ελλάδα (ως πολιτευτές του ΠΑΣΟΚ ή της ΝΔ), επιδίωξαν να αναδείξουν τα προβλήματα της καταπίεσης και του αποκλεισμού, προβάλλοντας ένα μειονοτικό, εθνικιστικό πολιτικό λόγο. Κομβικό στοιχείο αυτού του πολιτικού λόγου ήταν η διακήρυξη της τουρκικής ταυτότητας της μειονότητας. Οι προσπάθειες αυτές κορυφώθηκαν με τις εκλογικές επιτυχίες των ανεξάρτητων μειονοτικών βουλευτών στις εκλογές του ’89 – ’90.

      Ταυτόχρονα όμως οι αντιδράσεις άρχισαν να παίρνουν από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 και τα χαρακτηριστικά του μαζικού κινήματος διεκδίκησης. Το 1983 έγινε η πρώτη μαζική διαμαρτυρία μειονοτικών ενάντια στις απαλλοτριώσεις κτημάτων για την Πανεπιστημιούπολη στην Κομοτηνή.

    • Το 1985 η μειονότητα δεν αποδέχτηκε τον διορισμένο Μουφτή της Κομοτηνής και προέβη σε εκλογή άλλου Μουφτή τον οποίο δεν αναγνώρισε το ελληνικό κράτος. Το ίδιο έγινε και στην Ξάνθη.

      Το 1987 και το 1988 οι πτυχιούχοι τουρκικών πανεπιστημίων, διαμαρτυρόμενοι επειδή τα πτυχία τους δεν αναγνωρίζονταν από το ΔΙΚΑΤΣΑ, πραγματοποίησαν δύο πορείες και απεργία πείνας. Οι κινητοποιήσεις των πτυχιούχων βρήκαν συμπαράσταση από «πλειονοτικούς».

      Το 1988 έγιναν δύο μαζικές πορείες διαμαρτυρίας στην Κομοτηνή μετά την τελεσίδικη απόφαση του Αρείου Πάγου να απαγορευτεί ο όρος τουρκικός από τις ενώσεις της μειονότητας. Στη δεύτερη πορεία ξέσπασαν συγκρούσεις με την αστυνομία και υπήρξαν τραυματισμοί.

  3. Το 1951 υπογράφηκε το πρώτο Μορφωτικό Πρωτόκολλο, με το οποίο δεχόταν η ελληνική κυβέρνηση να διδάσκονται την τουρκική γλώσσα ως μητρική γλώσσα οι μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης στα μειονοτικά σχολεία. Το 1954 ψηφίστηκε ο νόμος 3065. Ο νόμος 3065/1954 (ΦΕΚ Α’ 239, 9.10.1954) ήταν ο πρώτος νόμος που ρύθμιζε τα θέματα της μειονοτικής εκπαίδευσης, και καταργήθηκε το 1979. Στον Νόμο αυτόν η Ελλάδα αναγνωρίζει τα σχολεία της μειονότητας ως Τουρκικά. Υπάρχουν σχετικές φωτογραφίες με τις ταμπέλες των που ήταν αναρτημένες στα μειονοτικά σχολεία, τα οποία αναφέρονταν ως “τουρκικά”. Μάλιστα, φρόντισε ο τότε υπουργός Παιδείας να στείλει έγγραφο σε όλα τα σχολεία της Επικράτειας που υπήρχαν μουσουλμάνοι, μέσω του οποίου ζητούσε την διακριτική ευνοϊκή μεταχείριση των Τούρκων μαθητών. Επίσης το Πρωτόκολλο του 1968 επιβεβαίωνε το Πρωτόκολλο του 1951 και τον νόμο του 1954. (Hugh Poulton, Suha Taji-Farouki (1997). Muslim Identity and the Balkan State. United Kingdom: C. Hurst & Co, σελ. 85. και Stefanos, Stavros (1997). «Cultural Rights for National Minorities: Covering the Defict in the Protection Provided by the European Convention on Human Rights». IALS Bulletin 25: 9.)

    Η Μορφωτική Συμφωνία του 2000 κυρώθηκε με το νόμο 2929/2001 ΦΕΚ Α΄ 142. Μάλιστα από την έναρξη ισχύος της Συμφωνίας του 2000, καταργήθηκε η Μορφωτική Συμφωνία του 1951. Η Πολιτιστική Συνεργασία του 2000 όμως αναφέρει ρητά ότι δεν αλλάζει το καθεστώς προστασίας των εκπαιδευτικών δικαιωμάτων των δύο μειονοτήτων σε Ελλάδα και Τουρκία.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
31,300ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
- Advertisement -

Τελευταία Άρθρα