Η  ΗΓΕΣΙΑ  ΩΣ ΔΙΑΚΟΝΙΑ

Print Friendly, PDF & Email
spot_img

του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως Βαρνάβα*. Απο τη “Μακεδονία” της Κυριακής του Πάσχα.

 Ὅταν παρατηρήσει κάποιος τὴν κοινωνικὴ πραγματικότητα, θὰ διαπιστώσει μία διαβάθμιση μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων. Ἡ κοινωνία γιὰ νὰ λειτουργήσει ἀναθέτει διάφορες ἐργασίες στὰ μέλη της. Ταυτόχρονα ὅμως, δημιουργοῦνται καὶ τρόποι ὀργάνωσης, σύμφωνα μέ τούς ὁποίους οἱ ἄνθρωποι διακρίνονται σὲ ἀνώτερους καὶ κατώτερους. Αὐτὴ μπορεῖ νὰ εἶναι μία βασικὴ ἀνάγκη οἰκοδόμησης ἑνὸς κοινωνικοῦ συστήματος, ἀλλὰ γιὰ τὴ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας ἀναγνωρίζεται ἐπίσης καὶ ὡς σύμπτωμα τῆς ἀνθρώπινης ἀδυναμίας. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἐπιθυμοῦν τὴν ἰσότητα στὶς σχέσεις τους, ἀλλὰ καὶ ὅλοι δοκιμάζονται ἀπὸ τὸν πειρασμὸ νὰ «κατεξουσιάζουν» τοὺς συνανθρώπους τους.

Ὁ Χριστὸς ἀντιμετώπισε αὐτὸν τὸν πειρασμὸ ἐντός τοῦ κοντινοῦ του περιβάλλοντος, στὴν κοινότητα τῶν μαθητῶν του. Καθὼς ὅδευε πρὸς τὴ δοκιμασία τοῦ πάθους καὶ θέλησε νὰ στηρίξει τοὺς μαθητές, προειδοποιώντας τους γιὰ ὅσα ἔμελλε νὰ τοῦ συμβοῦν, δύο ἀπὸ αὐτούς, καὶ μάλιστα ἀπὸ τὸν πιὸ στενὸ κύκλο τῶν μαθητῶν, ὁ Ἰάκωβος καὶ ὁ Ἰωάννης, τοῦ μίλησαν ἰδιαιτέρως καὶ τοῦ ζήτησαν νὰ μοιραστοῦν τὴν ἐξουσία κατὰ τὸ στάδιο τῆς «δόξας του». Μὲ ἄλλα λόγια, τοῦ ζήτησαν τὸ μεγαλύτερο δυνατὸ μερίδιο ἀπὸ τὴν ἐξουσιαστικὴ ἰσχὺ ποὺ θὰ ἀπολάμβανε, ὅταν ὁ Οὐράνιος Πατέρας του θὰ τὸν ἀποκαθιστοῦσε στὴ «Βασιλεία του».

Ἡ ἀπάντηση ποὺ δίνει ὁ Ἰησοῦς σφραγίζει καταλυτικὰ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἡ Ἐκκλησία ἀντιμετωπίζει αὐτὴν τὴν ἀρχέγονη ροπὴ τοῦ ἀνθρώπου γιὰ δύναμη καὶ ἐξουσία. «Οἴδατε ὅτι οἱ ἄρχοντες τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν αὐτῶν καὶ οἱ μεγάλοι κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν. Οὒχ οὕτως ἔσται ἐν ὑμῖν, ἂλλ’  ὃς ἐὰν θέλη ἐν ὑμῖν μέγας γενέσθαι, ἔσται ὑμῶν διάκονος, καὶ ὃς ἐὰν θέλη ἐν ὑμῖν εἶναι πρῶτος, ἔσται ὑμῶν δοῦλος· ὥσπερ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν (Μάτθ. 20, 25-28). Συνοπτικά, αὐτὸ σημαίνει ὅτι: «Ἡ δική μου ἐξουσία ἐκφράζεται πρῶτα ἀπ’ ὅλα ὡς διακονία καὶ θυσία».

Τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Ἰησοῦ, λόγια ἴσως εὐχάριστα στὰ αὐτιά μας, ἀλλὰ πολὺ δύσκολα στὴν ἐφαρμογή τους, προσδιορίζουν ὁριστικὰ τὸν τρόπο ποὺ ἀντιμετωπίζουν τὴ διαχείριση τῆς ἐξουσίας οἱ θεῖες διδαχές. Καταρχάς, ὀφείλουμε νὰ σημειώσουμε ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς ἔδειξε μὲ τὴν πράξη του κατὰ πόσο αὐτὸ εἶναι ἐφικτό. Στὸ τελευταῖο δεῖπνο μὲ τοὺς μαθητές του κάνει κάτι ἀδιανόητο γιὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ (ἀλλὰ καὶ γιὰ κάθε ἐποχή): πλένει τὰ πόδια τῶν μαθητῶν του (!) καὶ τοὺς συνιστᾶ νὰ ἀκολουθοῦν τὸ παράδειγμά του. Καὶ στὴ συνέχεια, ὁδηγεῖται στὸ πάθος καρτερικά, ἀνεχόμενος προσβολὲς καὶ ὕβρεις ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ εὐεργέτησε. Μέχρι τὸ ἀποκορύφωμα: τὸν ἀτιμωτικὸ θάνατο ἐπάνω στὸ Σταυρό.

Τὸ δικό του παράδειγμα ἀκολούθησαν ἀπὸ τότε χοροὶ ἁγίων καὶ δικαίων. Καὶ μπορεῖ νὰ κατηγοροῦν πολλοὶ τὸν ἐκκλησιαστικὸ ὀργανισμὸ γιὰ τὴν ἀνεπάρκεια τῶν ἐκπροσώπων του, ἀλλὰ ἕνα πράγμα εἶναι ὁπωσδήποτε ἀναμφισβήτητο: ὅτι τὸ φρόνημα τῆς ἀντίληψης τῆς ἐξουσίας ὡς διακονίας καὶ μαρτυρίου, ποὺ τὸ κήρυξε καὶ τὸ πρόβαλε μὲ τὴ στάση του ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ἔλαβε σάρκα καὶ ὀστᾶ πολλάκις μέσα στὴ ροὴ τῆς ἱστορίας ὄχι μόνο στὰ πρόσωπα τῶν ἁγίων, ἀλλὰ μπόλιασε καὶ τὴν πολιτικὴ σκέψη στὸ Βυζάντιο.

Στὰ ἕδρανα τῆς «ἱερᾶς ἐπιστήμης» στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ Θεσσαλονίκης διδαχθήκαμε ὅτι ἡ ἐξουσία μπορεῖ νὰ λάβει ἀπὸ κοινωνιολογικὴ σκοπιὰ διάφορες μορφές. Τρεῖς ὅμως τουλάχιστον εἶναι οἱ  βασικοὶ τύποι της: πρῶτον, ἡ νόμιμη ἢ γραφειοκρατική, δεύτερον, ἡ παραδοσιακὴ, καὶ τρίτον, ἡ χαρισματική. Ἰδιαίτερο χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τῆς πρώτης μορφῆς εἶναι ὅτι στηρίζεται στὸ θετικὸ δίκαιο καὶ τὴ γραφειοκρατία. Ἡ διαμόρφωση τῆς ἐξουσίας τῆς πρώτης περίπτωσης συνδέεται μὲ αὐτὸ ποὺ θὰ λέγαμε ἐκλογίκευση τῆς κοινωνικῆς ζωῆς, καὶ γιὰ τοὺς τελευταίους αἰῶνες μὲ τὴν ἐκβιομηχάνιση. Ἀντίστοιχα, ἡ παραδοσιακὴ ἐξουσία στηρίζεται στὴν ἱερότητα τοῦ παρελθόντος, ὅπου λαμβάνουν ἰδιαίτερη σπουδαιότητα τὰ ἤθη, τὰ ἔθιμα καὶ γενικὰ οἱ παραδόσεις ποὺ ἔχουν διατηρηθεῖ ἀπὸ τὸ λαό. Τέλος, ἡ χαρισματικὴ ἐξουσία στηρίζεται στὸ φυσικὸ χάρισμα ποὺ ὑπάρχει ἢ πιστεύεται ὅτι ὑπάρχει στὸ συγκεκριμένο πρόσωπο ποὺ ἀσκεῖ τὴν ἐξουσία. Βέβαια, στὴν ἱστορία δὲν ἐμφανίζονται ποτὲ ἀμιγεῖς οἱ τύποι αὐτοί, ἀλλὰ ἐπικρατοῦν ἄλλοτε τὰ βασικὰ γνωρίσματα τοῦ ἑνὸς καὶ ἄλλοτε τοῦ ἄλλου τύπου.

Στὴν ἱστορικὴ ἐξέλιξη συμβαίνει ἀκόμη καὶ τὸ ἑξῆς: Οἱ δύο τελευταῖοι τύποι ἐξουσίας κυριαρχοῦσαν στὸ παρελθὸν καὶ αὐτοὺς εἶχαν κυρίως ὑπόψη οἱ ἱεροὶ συγγραφεῖς καὶ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ ὁ πρῶτος παρουσιάζεται περισσότερο στοὺς νεότερους χρόνους. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ βλέπουμε νὰ συμβαίνει ἐπιπλέον στὶς σημερινὲς συνθῆκες εἶναι ἡ ἀποπροσωποποίηση τῶν σχέσεων τῆς ἐξουσίας μὲ τοὺς πολίτες. Οἰκονομικὲς ὑπερδυνάμεις, ὑπερεθνικὰ πλέγματα ἰσχύος καὶ νέες δομὲς ἐξάρτησης τῶν ἀνθρώπων ἐλαχιστοποιοῦν τὴ σημασία τῆς ἰδιομορφίας τῶν λαῶν στὰ κοινωνικὰ πράγματα. Ἀπέναντι σὲ αὐτὴ τὴν ἀρνητικὴ ἐξέλιξη ἔχει ἰδιαίτερη σημασία καὶ ἐπικαιρότητα αὐτὸ ποὺ ὀνομάζουμε «θεολογία τοῦ προσώπου». Ἡ ἀνάδειξη δηλαδὴ τῆς μοναδικότητας κάθε ἀνθρώπου ὡς μοναδικῆς καὶ ἀνεπανάληπτης ὀντότητας, ὡς ἑνὸς ξεχωριστοῦ δημιουργήματος τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔχει ἀξία ἀπὸ μόνο του, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν κοινωνική του θέση ἢ τὴν ἐθνικότητά του. Ὁ Χριστὸς ἦρθε γιὰ νὰ σώσει κάθε ἄνθρωπο ξεχωριστά. Σταυρώθηκε γιὰ τὸν καθέναν ἀπὸ ἐμᾶς, καὶ γι’ αὐτὸ σὲ κάθε πρόσωπο ὀφείλουμε νὰ δώσουμε ἰδιαίτερη προσοχή. Ὁ καθένας ἀξίζει νὰ ἀγαπηθεῖ καὶ νὰ σχετισθεῖ μαζί του.

Ἀπέναντι λοιπὸν στὶς ἀπρόσωπες συνθῆκες ἐξουσίας τοῦ παρόντος, ὀφείλουμε νὰ ἀνακαλύψουμε καὶ πάλι τὴν ἀξία τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου καὶ τῆς ἀλληλεγγύης, «γιὰ νὰ ζήσει ὁ κόσμος».  Ἀπέναντι στὸν ἐκμηδενισμὸ τῶν σχέσεων ποὺ ἐπιβάλλει κάθε μορφὴ ἐξουσίας, ἔχουμε χρέος νὰ ἐνεργοποιήσουμε τὴ διακονία σὲ κάθε της μορφή, γιὰ νὰ διασωθεῖ ἡ ἀνθρώπινη εὐαισθησία καὶ μοναδικότητα. Ἡ εὐθύνη τοῦ καθενὸς εἶναι μεγάλη ἀπὸ ὅποια θέση καὶ ἂν βρισκόμαστε: Νὰ ἐνεργοποιοῦμε τοὺς δεσμοὺς σεβασμοῦ καὶ ἐνδιαφέροντος γιὰ τὸν συνάνθρωπό μας, ὥστε κανεὶς νὰ μὴ χαθεῖ στὴν ἀνωνυμία τῆς ἐποχῆς ποὺ ὁδηγεῖ στὴ σύνθλιψη τῶν ἀνθρωπίνων ἰδιαιτεροτήτων καὶ χαρισμάτων. Παράλληλα, κάθε ἐξουσία ἐπιβάλλεται νὰ γνωρίσει καὶ νὰ σεβαστεῖ τὴ διαχρονικὴ χριστιανικὴ παράδοση τοῦ λαοῦ μας.

Στὸ σημεῖο αὐτὸ θὰ ἤθελα νὰ θυμηθοῦμε μία ἀκόμη πτυχὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς διδασκαλίας, ποὺ ἀνάπτυξε μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες προσωπικότητες τῆς θεολογίας τοῦ 20ού αἰώνα, ὁ γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ, ἢ Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ, ὅπως εἶναι εὐρύτερα γνωστός, ἀπὸ τὸ μοναστήρι ποὺ ἵδρυσε στὴν καρδιὰ τῆς Ἀγγλίας στὰ μέσα τοῦ περασμένου αἰώνα. Γιὰ νὰ περιγράψει λοιπὸν τὸ πρόβλημα τῆς ἐξουσίας καὶ τὴ χριστιανικὴ ἀπάντηση σὲ αὐτό, ὁ μακαριστὸς Γέροντας μᾶς παραδίδει μία πολὺ παραστατικὴ εἰκόνα: Λέει λοιπόν, ὅτι σύμφωνα μὲ τὶς κρατοῦσες ἀντιλήψεις, στὶς ἀνθρώπινες κοινωνίες παρατηρεῖται ἡ διαμόρφωση μίας ἐξουσιαστικῆς πυραμίδας, κάποια ἱεραρχικὴ διαβάθμιση. Ἄλλος εἶναι ἀνώτερος καὶ ἄλλος κατώτερος. Ὅσοι βρίσκονται στὴν κορυφὴ τῆς πυραμίδας ἐξουσιάζουν καὶ συμπιέζουν ὅσους βρίσκονται στὴ βάση της. Ὅλοι ἐπιθυμοῦν νὰ ἀναρριχηθοῦν ὅσο γίνεται ψηλότερα στὴν πυραμίδα. Ἐνῶ λοιπὸν τὸ ἀνθρώπινο πνεῦμα ποθεῖ τὴν ἰσότητα, ὅλοι διαγκωνίζονται πρὸς τὴν κατεύθυνση τῆς καταστρατήγησής της. Πῶς μπορεῖ λοιπὸν νὰ βρεθεῖ λύση σὲ αὐτὸ τὸ ἀδιέξοδο;

Ὁ Γέροντας Σωφρόνιος προβάλλει τὸ πρόσωπο καὶ τὸ παράδειγμα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς δὲν ἀρνεῖται τὸ γεγονὸς τῆς ἀνισότητας, ἀλλὰ ἀνατρέπει τὴν πυραμίδα. Γίνεται ἡ κορυφὴ τῆς ἀνεστραμμένης πυραμίδας ποὺ ἐπωμίζεται τὸ βάρος ὅλης της ἀνθρωπότητας, καὶ ἔτσι ἐγκαθιστᾶ τὴν ἔσχατη τελειότητα. Αὐτὸ στηρίζεται στὴ διδασκαλία καὶ τὸ πάθος του. Ὁ Χριστὸς ἀνέτρεψε τὴν κοσμικὴ λογική. Ἔλεγε γιὰ τὸν ἑαυτό του ὅτι δὲν ἦρθε γιὰ νὰ τὸν ὑπηρετοῦν, ἀλλὰ γιὰ νὰ ὑπηρετήσει ὁ Ἴδιος τούς ἀνθρώπους, καὶ καλοῦσε τὸν λαὸ νὰ προσέλθει κοντά του γιὰ νὰ σηκώσει τὰ βάρη τους.

Ὅποιος λοιπὸν θέλει νὰ λογίζεται ὡς ταγὸς καὶ ἡγέτης, καλεῖται νὰ μιμηθεῖ αὐτὴν τὴν κίνηση καὶ νὰ πορευθεῖ μὲ διακονικὸ πνεῦμα πρὸς τὴ βάση τῆς ἀνεστραμμένης πυραμίδας, γιὰ νὰ σηκώσει τὸ βάρος τῆς κοινωνικῆς εὐθύνης ἀλλὰ καὶ τῆς κακίας τοῦ κόσμου. Ἡ πνευματικὴ ἐξουσία καὶ ἡ διοικητικὴ διακονία ἀποτελοῦν μόνιμο πειρασμὸ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ὑπερβαίνεται μόνον ὅταν ἐμπνέονται ἀπὸ τὴν κενωτικὴ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ.

Αὐτὸ εἶναι τὸ πρότυπο πρός τὸ ὁποῖο καλούμαστε νὰ πορευτοῦμε. Αὐτὸ τὸ ὅραμα ἔχουμε μπροστά μας καὶ αὐτὸ μᾶς ἐμπνέει στὶς ἀποτυχίες μας, γιὰ νὰ σηκωθοῦμε καὶ νὰ συνεχίσουμε νὰ ἀγωνιζόμαστε. Αὐτὸ τὸ ὅραμα, ποὺ θεμελιώθηκε στὴ διδασκαλία τοῦ Κυρίου, τὸ βλέπουμε νὰ ἐνσαρκώνεται στὶς συμβουλὲς ποὺ ἀπευθύνει ὁ Μέγας Φώτιος ὡς Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως στὸν Βόρη, τὸ γιὸ τοῦ ἡγεμόνα τῆς Βουλγαρίας, γιὰ μία χρηστὴ καὶ ἀρεστὴ στὸν Θεὸ διοίκηση. Τοῦ γράφει: «Νὰ εἶσαι ὑπόδειγμα σωφροσύνης… Πρόθυμος στὶς εὐεργεσίες, διστακτικὸς στὶς τιμωρίες. Ἐραστὴς τῆς φιλίας, ἐχθρός του μίσους. Πηγὴ ἐλέους. Νὰ μὴν εἶσαι φαντασμένος, ἀλλὰ ὑπερβολικὰ ταπεινόφρων… νὰ περιφρονεῖς τὸν πλοῦτο… καὶ νὰ τιμᾶς τὴν ἀλήθεια». Τοῦ θυμίζει ὅτι ἡ ἐξουσία ἔχει ἀσκητικὸ χαρακτήρα. Ὁ ἰδεώδης ἡγεμὼν εἶναι ἐκεῖνος πού ὄχι μόνο ἀσκεῖται στὴν ἀρετὴ, ἀλλὰ καὶ ὀφείλει νὰ θυσιάζεται γιὰ τὸν λαό του. Ὁ τρόπος ζωῆς του νὰ ἀποτελεῖ κανόνα καὶ νόμο γιὰ τοὺς πολίτες. Δηλαδή, τοῦ θυμίζει τὸ «διὰ τοῦ Σταυροῦ πολίτευμα», πού ἔχει τὴν εὐθύνη νὰ διαμορφώνει.

Αὐτὴ τὴν πρόταση τῆς χριστιανικῆς θεολογίας τὴ βλέπουμε, ὅπως σημειώθηκε ἤδη, καὶ στὴν εἰκόνα τῆς ἀνεστραμμένης πυραμίδας τοῦ πατρὸς Σωφρονίου. Αὐτὸ τὸ ὅραμα μᾶς τροφοδοτεῖ καὶ μᾶς στηρίζει στὰ λάθη καὶ τὶς παραλείψεις μας καὶ μᾶς ἀνακαλεῖ στὴν ὁδὸ τοῦ Κυρίου.

Αὐτὸ τὸ ὅραμα ἐξακολουθεῖ νὰ μᾶς διδάσκει ὅτι ὁ πειρασμὸς τῆς ἐξουσίας εἶναι μιά αἰτία πτώσης καὶ ἕνας λόγος ἀπώλειας, ποὺ μπορεῖ νὰ ἀντιμετωπιστεῖ μόνο μὲ τὴν καλλιέργεια τοῦ διακονικοῦ φρονήματος. Μόνο τὸ αἴσθημα τῆς αὐτογνωσίας, τῆς αὐτοπειθαρχίας καὶ τῆς διαρκοῦς διακονίας τῶν συνανθρώπων ποὺ φθάνει μέχρι τὴ θυσία μπορεῖ νὰ προφυλάξει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν οἴηση ποὺ γεννᾶ ἡ κατὰ κόσμον ὑπεροχή. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀνεβαίνει τὰ σκαλοπάτια τῆς κοινωνικῆς ἱεραρχίας ξεχνᾶ τὴ φθαρτότητά του, τὸ πρόσωπο τῶν ἐλαχίστων ἀδελφῶν του καὶ τὸ χρέος του πρὸς τὸ σύνολο, ὅσες ἐπιτυχίες καὶ ἂν καταφέρει, στὸ τέλος τὸ ἰσοζύγιο θὰ εἶναι ἀρνητικό. Τὰ ἔργα μας καρποφοροῦν μόνο ἂν τὰ ἐπισκεφθεῖ ἡ θεία Χάρη, καὶ αὐτὴ ἕλκεται μόνο ἀπὸ τὴ συστολὴ καὶ τὴν ἐπίγνωση τῆς εὐθύνης μας. Ἂς φροντίσουμε λοιπὸν νὰ προετοιμάσουμε τοὺς ἑαυτούς μας καὶ τὰ ἔργα μας, ὥστε νὰ κατέλθει ἡ θεία χάρη καὶ νὰ εὐλογήσει τὸ λειτούργημα τοῦ καθενός, πρὸς δόξαν τοῦ Θεοῦ καὶ βοήθεια ἡμῶν καὶ ὅλων τῶν ἀνθρώπων.

*ΣΗΜΕΙΩΣΗ Το κείμενο αποτέλεσε ομιλία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως στην εκδήλωση του Τμήματος Ιατρικής του ΑΠΘ στις 13 Απριλίου 2019 στην Παλαιά Φιλοσοφική Σχολή για την Ηγεσία.

spot_img

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Σε μια -σε καθε- κοσμικη εξουσια , μηπως η ανεστραμμενη πυραμιδα διοικησεως ,-που υπεγραμμισε ο Σεβασμιωτατος Νεαπολεως και Σταυρουπολεως κ.κ. Βαρναβας- καταληγει ,η, εκλαμβανεται οτι πρεπει ” ο λαος να ειναι στην εξουσια” , που οδηγει στην αναρχια και την καταργηση της οποιας κοσμικης εξουσιας;;;.
    Παντως η βασιλεια του Χριστου ”ου του κοσμου τουτου ην” και γιαυτο δεν πρεπει να συγκρινεται με τα Βασίλεια του κοσμου τουτου, που πρεπει- για να επιβιωσουν – να εχουν μια ιεραρχικη δομη , την οποιαν εθεμελιωσαν απο τοτε που οι ανθρωποι συνεπηξαν τις κοινωνιες και ο Πλατων και ο Αριστοτελης-στην Ελλαδα μας – εγραψαν για τα Πολιτευματα.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,746ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
22,900ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
- Advertisement -spot_img

Τελευταία Άρθρα