Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821 ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ .- Το πρόβλημα της βαλκάνιας νεοτερικής εθνογένεσης

Print Friendly, PDF & Email
- Advertisement -

Εισαγωγή του βιβλίου του ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΥ: “Η Ελληνική Επαάσταση του 1821 και το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Το πρόβλημα της βαλκάνιας νεοτερικής εθνογένεσης”.

Το 2021 εκτός από γενική επετειακή χρονιά, υπήρξε για μένα η υπενθύμιση μιας προσωπικής επετείου: πριν από 30 χρόνια ξεκινούσα τη μεταπτυχιακή μου εργασία για την Προεπαναστατική Πελοπόννησο1. Η εργασία αυτή υπήρξε για πολλούς λόγους πολύ σημαντική για τις μετέπειτα επιστημονικές μου αναζητήσεις, κυρίως όμως για να ξεχωρίζω την ήρα από το σιτάρι στον ακαδημαϊκό μας μικρόκοσμο. Από αυτήν θα προκύψουν δύο άρθρα ως επέκταση της βασικής της λογικής, αλλά το επόμενο βήμα μου σε επίπεδο διδακτορικής ήταν το Οικουμενικό Πατριαρχείο στα χρόνια του Τανζιμάτ. Από τον τίτλο της τελευταίας2 μπορούσε κάποιος να καταλάβει ότι υπήρχε μια θεωρητική γραμμή που τις ένωνε, και αυτή ήταν η ανάλυση των συσχετισμών ισχύος είτε στην Κωνσταντινούπολη είτε στην οθωμανική «περιφέρεια» όπως αυτοί διαμορφώνονται μέσα από τις απόπειρες του Οθωμανικού κράτους να μεταρρυθμιστεί. Από μεθοδολογικής σκοπιάς θα έλεγε κανείς ότι είναι η αντικατάσταση της παλαιάς θέση του Γίββωνα ότι οι αυτοκρατορίες καταρρέουν από τα μέσα, με την τοκβιλιανή θέση ότι το καθεστώς υπάρχει πιθανότητα να καταρρεύσει όταν μεταρρυθμίζεται3.

Τανζιμάτ

Εδώ μια μικρή παρένθεση. Στην πραγματικότητα η γιββωνική προσέγγιση εκφραζόταν μέσα από το οριενταλιστικό σχήμα του Μεγάλου Ασθενούς: μιας αυτοκρατορίας που για τρεις αιώνες βρισκόταν στη φάση της κατάρρευσης. Αυτό το ιστορικό παράδοξο, μιας αυτοκρατορίας που «παρακμάζει» διαρκώς, έγινε αντικείμενο κριτικής τις τελευταίες δεκαετίες από ιστορικούς που υποκατέστησαν το σχήμα της παρακμής με αυτό της διαρκούς προσαρμογής. Αυτή όμως η κριτική οδήγησε σε μια νέα αντίφαση:

πως είναι δυνατόν να καταρρεύσει μια αυτοκρατορία εάν έχει την ικανότητα της διαρκούς προσαρμογής;

Στο ερώτημα αυτό πρέπει να απαντήσει κανείς με μια περιγραφή των συγκεκριμένων μετασχηματισμών, και όχι με μια γενική αναγωγή στο αυτοκρατορικό μοντέλο, τόσο οικεία σε πολλές εργασίες επετειακού χαρακτήρα τα τελευταία χρόνια. Το αυτοκρατορικό πλαίσιο για να αποκτήσει νόημα, πρέπει να συσχετιστεί με ένα αυτοκρατορικό περιεχόμενο, που οι παλαιές ιστοριογραφικές αφηγήσεις συνήθως απέφευγαν λόγω του συνήθους εθνοκεντρικού τους χαρακτήρα, οι νεότερες αδυνατούν να περιγράψουν λόγω έλλειψης μιας ολιστικής προσέγγισης τόσο σε πηγές όσο και σε θεσμούς.

Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι οι μεταρρυθμίσεις του Σελίμ Γ΄ και του Μαχμούτ Β΄ οδήγησαν στην οξεία κρίση των πρώτων δύο δεκαετιών του 19ου αιώνα, ενώ οι μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ στην Ανατολική Κρίση του τέλους του. Η προσέγγιση που είχα υιοθετήσει εκτός από το να προσπαθεί να αποφύγει ένα είδος οικονομικού αναγωγισμού (όχι πάντοτε με επιτυχία, είναι η αλήθεια) στόχευε κυρίως να αναδείξει την ανασύνταξη του πολιτικού πεδίου μέσα από την δράση «ομάδων συμφερόντων» (ο όρος που επέλεξα για να αναλύσω αυτό που η κλασική θεωρία των ελίτ αποκαλεί συνήθως «κόμματα», «φατρίες» κ.λπ.) και των δικτύων που αυτές συγκροτούν. Το ερώτημα σε ένα υψηλότερο θεωρητικό επίπεδο μπορεί να διατυπωθεί ως εξής:

τι είναι αυτό που καθιστά ένα κοινωνικό δίκτυο (social network), δίχτυο ισχύος (power network) μέσα σε συνθήκες κρίσης4;

Η απάντηση δεν είναι εύκολο να δοθεί αλλά κυρίως κατά τη γνώμη μου ο πολυδυναμικός του χαρακτήρας, η ικανότητα διεμβολισμού των αντιπάλων σε πολλά επίπεδα, στο χώρο και στο χρόνο, και κυρίως η διασφάλιση της πρόσβασης σε τακτικούς πόρους (είτε αυτό ήταν οι φορολογικές πρόσοδοι σε μια περιφέρεια του νότου, στην περίπτωση της Πελοποννήσου, είτε οι μοναστηριακές σε μια περιφέρεια του βορρά, στην περίπτωση της Μολδοβλαχίας).

Η παρούσα εργασία με κάποιο τρόπο αποτελεί μία γέφυρα μεταξύ των δύο αυτών έργων, της μεταπτυχιακής διπλωματικής και της διδακτορικής διατριβής, προσπαθώντας να απαντήσει στο ερώτημα

εάν οι διαδικασίες μετασχηματισμού των δικτύων ισχύος (ή εξουσίας) δημιουργούν τις προϋποθέσεις μιας επαναστατικής ρήξης.

Όμως με ποιο τρόπο μια τέτοια προσέγγιση θα μας βοηθούσε να κατανοήσουμε καλύτερα την εποχή και τους δραματικούς πρωταγωνιστές της; Η προσέγγιση αυτή έχει ένα μεθοδολογικό και ένα θεωρητικό πλεονέκτημα.

Ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’ και η Πύλη του Πατριαρχείου

Το μεθοδολογικό πλεονέκτημα σχετίζεται με την απεμπλοκή από την παραδοσιακή συζήτηση για το εάν το Πατριαρχείο και συγκεκριμένα ο Γρηγόριος Ε΄ καταδίκασε και σε ποιο βαθμό τους επαναστάτες.

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό μπορεί να δοθεί αλλά όχι ενστερνιζόμενοι τις δύο αντιθετικές ερμηνείες που δόθηκαν ιστορικά για να το εξηγήσουν:

ο Γρηγόριος αφορίζει και καταδικάζει την Επανάσταση ως πιστός υπηρέτης της Οθωμανικής εξουσίας, ή ο Γρηγόριος αφορίζει και καταδικάζει για να σώσει το Ορθόδοξο ποίμνιο από τη γενική σφαγή που διέταξε ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β΄.

Εάν εντάξουμε τον Γρηγόριο, και τους πατριάρχες που τον διαδέχθηκαν, στον πλαίσιο των πολιτικών ανταγωνισμών του Πατριαρχείου και αναδείξουμε τις σχέσεις εξάρτησης αυτού (αλλά και των αντιπάλων του κληρικών) με διαφορετικές κληρικολαϊκές ομάδες που έδρασαν στο Πατριαρχείο για όλη την προηγούμενη δεκαετία και κυρίως στην συγκυρία 1818-21, ίσως μπορούμε να φωτίσουμε με διαφορετικό τρόπο το τι πράγματι έγινε από τον Γενάρη μέχρι τον Απρίλη του 1821 στην Κωνσταντινούπολη, αλλά και καθόλη τη διάρκεια της κρίσιμης δεκαετίας του 1820.

Το θεωρητικό πλεονέκτημα βασίζεται ακριβώς στον τρόπο με τον οποίο συλλαμβάνεται η λειτουργία του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως μέσα στο ευρύτερο Οθωμανικό σύστημα. Γενικά θα λέγαμε ότι έχουν διατυπωθεί δύο βασικές ερμηνευτικές προσεγγίσεις, οι οποίες και σχετίζονται με το υπό εξέταση θέμα. Η πρώτη παραδοσιακή, η δεύτερη κριτική.

Η πρώτη θεωρεί το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως “κιβωτό του Γένους”, του ελληνικού δηλαδή έθνους, στα σκληρά χρόνια της Οθωμανικής κατοχής. Η προσέγγιση αυτή υιοθετήθηκε από την παραδοσιακή ελληνική εθνική ιστοριογραφία, γιατί προφανώς έλυνε το πρόβλημα της συνέχειας του έθνους, για ό,τι αποκαλούνταν Οθωμανικός μεσαίωνας.

Η δεύτερη αναπτύχθηκε κριτικά ως προς την πρώτη: αμφισβητώντας τον εθνικό χαρα- κτήρα του Πατριαρχείου ανέδειξε το γεγονός ότι αυτό λειτούργησε πλήρως ενσωματωμένο στο οθωμανικό πλαίσιο ως μηχανισμός, φορολογικός και διοικητικός, στην υπηρεσία του Οθωμανικού κράτους.

Μολονότι η δεύτερη ιστοριογραφική προσέγγιση παρήγαγε σημαντικά αποτελέσματα στο επίπεδο της ιστορικής έρευνας, κυρίως αμφισβητώντας την παλαιότητα των “προνομίων”, που υποτίθεται αποδόθηκαν από τον σουλτάνο Μεχμέτ Β΄ στον Οικουμενικό Πατριάρχη και στους ηγέτες των άλλων θρησκευτικών κοινοτήτων (μιλλέτ), παραβλέπει με κάποιο τρόπο το γεγονός ότι παρά τον μεγάλο βαθμό εξάρτησης των ανώτερων κληρικών από το Οθωμανικό κατεστημένο, το Πατριαρχείο παραμένει ένα πεδίο σκληρών πολιτικών ανταγωνισμών στο οποίο εμπλέκονται

οικογένειες Φαναριωτών (και αργότερα Νεοφαναριωτών) και άλλων ισχυρών παραγόντων της Κωνσταντινούπολης, εκπρόσωποι ξένων πρεσβειών, καθώς και αντίπαλες φράξιες της Οθωμανικής πολιτικής σκηνής, καθιστώντας το ένα πεδίο πολιτικής νομιμοποίησης παρότι δεν μπορεί ακόμη να υπάρξει ως ένας μηχανισμός πολιτικής εκπροσώπησης (όπως θα γίνει μετά το Τανζιμάτ).

Ωστόσο σε αυτόν τον πολιτικό ανταγωνισμό έχει τεράστιο ενδιαφέρον να διακρίνουμε τα υλικά συμφέροντα και τους πολιτικούς προσανατολισμούς των διαφορετικών δικτύων εξουσίας γιατί ακριβώς πολλές φορές υπερβαίνουν, ή καλύτερα φωτίζουν με διαφορετικό τρόπο, τις ορίζουσες των ιδεολογικών τους επικλήσεων. Ο ιδεολογικός προσανατολισμός είναι ιδιαίτερα χρήσιμος όταν εντοπίζεται, και μάλιστα σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή όπως η έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης.

Ωστόσο η ανάδειξη του χαρακτήρα των κληρικολαϊκών ομάδων που ανταγωνίζονται για κυριαρχία στο Πατριαρχείο, και ηγεμονία στο ευρύτερο μιλλέτ, μπορούν να φωτίσουν καθοριστικά την ιστορική πραγματικότητα και στο πέρασμα από τον 18ο στον 19ο αιώνα.

Σίγουρα όμως, όπως θα έπρεπε να αποφύγουμε την αναγωγή του μεγάλου ιδεολογικού μετασχηματισμού που έλαβε χώρα στο πέρασμα από τον 18ο στον 19ο αιώνα στις οικονομικές μεταβολές και την άνοδο των εμπόρωναστών, με τον ίδιο τρόπο θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί στον τρόπο που κατανοούμε την επίδραση των φιλελεύθερων ιδεών στην εξέλιξη αυτή γιατί στην πραγματικότητα ο αναγωγισμός θα φύγει από την πόρτα αλλά θα επιστρέψει από το παράθυρο. Εάν έχει ένα νόημα να ακολουθήσει κάποιος τη μεθοδολογική και θεωρητική προσέγγιση της ανάλυσης των συσχετισμών δύναμης και της δράσης των ομάδων ισχύος μέσα από τη διαμόρφωση των δικτύων τους, είναι γιατί με τον τρόπο αυτό αναδεικνύονται κρίσιμες όψεις της νεοτερικής εθνογένεσης στα Βαλκάνια.

Σε αντίθεση με την παραδοσιακή αντίληψη περί σταθερών χαρακτηριστικών των εθνικών ταυτοτήτων από τον ύστερο μεσαίωνα και μετά, ή την προσέγγιση περί «φαντασιακών κοι- νοτήτων» που συνήθως ρέπει σε μια αναπαραγωγή των στερεοτύπων μιας ιστορίας των ιδεών, η ανάδειξη του μετασχηματισμού του πολιτικού πεδίου και των δικτύων ισχύος

μπορεί να ερμηνεύσει μέσα από την ανάλυση των συγκρούσεων των «διχασμένων ελίτ» την ύπαρξη υβριδικών ταυτοτήτων, τις επιλογές συγκεκριμένων φορέων δράσης, ουσιαστικά την επαναστατική συγκυρία.

Στην παρούσα εργασία ειδικότερα αυτό που μας ενδιαφέρει είναι να δούμε τη δυναμική της εσωτερικής αντιπαράθεσης στις ηγετικές ελίτ του μιλλέτ όχι μόνο μεταξύ της επιλογής του «Ρωμιού» και του «Έλληνα» (πολυσυζητημένη στη σχετική βιβλιογραφία), αλλά και μεταξύ του «Έλληνα» και του «Γραικού»-αποτέλεσμα μιας διπλής ηγεμονικής κίνησης από την πλευρά του Πατριαρχείου και του Φαναριώτικου κόσμου στο πέρασμα από τον 18ο στον 19ο αιώνα, τόσο εναντίον των «δυτικοθρεμμένων» ριζοσπαστών όσο και των «ιθαγενών» Κολλυβάδων.

Και ταυτόχρονα να κατανοήσουμε τους τρόπους με τους οποίους οι «περιφερειακές ελίτ» των Σέρβων κνέζων, των Ρουμάνων βογιάρων, και των Βούλγαρων «νεοφαναριωτών», ενεπλάκησαν στο πεδίο πολιτικών ανταγωνισμών που εκπροσωπούσε το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Και η εμπλοκή τους αυτή δεν σχετιζόταν μόνο με αιτήματα που θα αποδιάρθρωναν την πολιτική ηγεμονία των παλαιών ελίτ, αλλά πρέπει να κατανοηθεί ως ένας τρόπος να επιβεβαιώσουν την δική τους ηγεμονική θέση στο δικό τους εθνικό κίνημα.

Και οι δικές τους εθνικές ταυτότητες, στην πραγματικότητα, αναδύονται μέσα από αυτό τον αγώνα ισχύος. Δεν προϋπάρχουν όπως εύκολα θα αποδεχόταν μια αντίληψη που θα ήθελε να αναγνωρίσει την εθνική «ετερότητα» στα Βαλκάνια ως θύμα του ελληνικού εθνικισμού: μια προβολή της πραγματικότητας του προχωρημένου 19ου αιώνα, στις δεκαετίες του περάσματος από τον 18ο στον 19ο. Στην πραγματικότητα ο τρόπος εμπλοκής απέχει πολύ από το σταθερό μοτίβο της «θυματοποίησης» που τα αντίστοιχα εθνικά κινήματα (ειδικά το βουλγαρικό) ανέπτυξαν ως αναπόσπαστο στοιχείο της ιδεολογίας του αντιφαναριωτισμού κατά τον 19ο αιώνα.

Και κάτι επιπλέον. Έχει χυθεί πολύ μελάνι για τον ενοποιητικό ρόλο που έπαιξε η Φιλική Εταιρεία στην επαναστατική δράση διαφορετικών κοινωνικών ομάδων και κυρίως γεωγραφικά διεσπαρμένων σε όλη τη Βαλκανική χερσόνησο. Αυτή η διαπίστωση συνήθως συνοδεύεται από τον εντοπισμό ενός παράδοξου: ότι τα μέλη της Εταιρείας σχεδόν αμέσως περιθωριοποιήθηκαν από τα καθοδηγητικά κέντρα του Αγώνα. Η μονογραφία αυτή έχει ως στόχο να αναδείξει το γεγονός ότι ο κοινός παρονομαστής της επαναστατικής δράσης όλων αυτών των ομάδων σχετιζόταν, όχι μόνο με την επαναστατική δράση των Φιλικών, αλλά με την «εσωτερική» ενότητα των συγκρούσεων που διαπερνούσαν τις ηγετικές, ελληνόφωνες και μη, ελίτ από την Πελοπόννησο μέχρι τη Μολδοβλαχία, από τη Σμύρνη μέχρι την Ήπειρο: και με μεγάλο διαμεσολαβητή την Κωνσταντινούπολη.

Εάν η περιγραφή του πολιτικού πεδίου στα χρόνια του Τανζιμάτ στο Πατριαρχείο μας είχε επιτρέψει να δούμε την ενότητα τεσσάρων διαφορετικών και παράλληλων ιστοριών (του Προνομιακού, του Βουλγαρικού, του Μοναστηριακού και του ζητήματος των Γενικών Κανονισμών), στην περίπτωση των δεκαετιών στο πέρασμα από τον 18ο στον 19ο αιώνα, και ειδικά στην περίπτωση της δεκαετίας της Επανάστασης, μια τέτοια προσέγγιση θα μας επιτρέψει να δούμε ενοποιημένα τις εσωτερικές συγκρούσεις στην Κωνσταντινούπολη και στη Σμύρνη, στην Μολδοβλαχία και στην Πελοπόννησο, και να κατανοήσουμε τις πολιτικές προϋποθέσεις μιας ενιαίας επαναστατικής διαδικασίας που

μετασχημάτισε τις ηγετικές ελίτ του Ρωμέικου μιλλέτ σε εθνικοποιημένες ελίτ διαφορετικών εθνικών κινημάτων.

Βέβαια για να απαντήσει κανείς σε τόσο μεγάλα ερωτήματα θα ήταν καλό να ξεκινήσει από κάποια ανοιχτά υπόλοιπα που (δεν) απασχόλησαν την ελληνική ιστοριογραφία τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες, δηλαδή περίπου από την προηγούμενη επέτειο των 150 χρόνων από την έκρηξη της Επανάστασης του 21. Για παράδειγμα πόσο σημαντικό είναι να συσχετιστεί η σύγκρουση της Σμύρνης για τη λειτουργία του Φιλολογικού Γυμνασίου με τις αντίστοιχες εξελίξεις στην Κωνσταντινούπολη; Γιατί την ίδια μέρα που εκτελέστηκε ο Γρηγόριος εκτελέστηκε και η πιο σημαντική μορφή του Πατριαρχείου τα προηγούμενα 20 χρόνια, ο Εφέσου Διονύσιος; Γιατί οι συμπτώσεις της αλλαγής πατριαρχών με μεγάλα πολιτικοδιπλωματικά γεγονότα (και σε αυτήν την περίοδο) είναι εκκωφαντικές;

Αρχιερείς, θύματα της τουρκικής θηριωδίας στην Κωνσταντινούπολη (3 Ιουνίου 1821)

Αφού λοιπόν περιγράψουμε με λεπτομέρεια ποιο είναι το ιστοριογραφικό ζητούμενο από μια τέτοια εργασία (Κεφ.1), το έργο θα αναπτυχθεί σε τρία μέρη. Στο πρώτο (Κεφ. 2, 3, 4) θα προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε το τι εκπροσωπούσε ο Γρηγόριος στη ζωή του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο πέρασμα από τον 18ο στον 19ο αιώνα και πως τα δίκτυα εξουσίας από την Κωνσταντινούπολη μέχρι τη Μολδοβλαχία και τη Σμύρνη διαχειρίστηκαν το πρόβλημα της επαναστατικής συγκυρίας. Στο δεύτερο (Κεφ. 5, 6, 7) θα αναπτύξουμε την αντίστοιχη πολιτική δράση των διαδόχων πατριαρχών σε όλη τη δεκαετία του 1820 αλλά με μια παράλληλη αφήγηση της αντίστοιχης εμπλοκής των ηγετικών ελίτ των Σέρβων, των Μολδοβλάχων και των Βουλγάρων. Η συσχέτιση είναι αναγκαία γιατί ακριβώς τίθενται τα θεμέλια της αμφισβήτησης της ενότητας του Ρωμέικου μιλλέτ με έναν τρόπο οριστικό. Τέλος (Κεφ. 8, 9) θα μας απασχολήσει αυτό που αποκαλούμε «μεγάλος ιδεολογικός μετασχηματισμός»: μελετώντας βασικά σημεία της μεγάλης ιδεολογικής σύγκρουσης του Πατριαρχείου με τους ριζοσπάστες του Κοραϊκού κύκλου και τους επιγόνους των Κολλυβάδων, εντοπίζουμε στο πως αυτή η διπλή κίνηση ηγεμονίας προκάλεσε μια (μη αναμενόμενη ίσως) σύγκρουση όχι μόνο μεταξύ Ρωμιού και Γραικού, αλλά και μεταξύ Έλληνα και Γραικού. Αυτή υπήρξε μια μακρά διαδικασία στην αρχή του 19ου αιώνα, και ένας τρόπος να την εντοπίσουμε είναι να δούμε πιο προσεκτικά τα αντικληρικαλικά κείμενα που παρήγαγε αυτή η εποχή. Η μελέτη τους μπορεί να μας δώσει μια εικόνα των πραγματικών εχθρών των (ανώνυμων) συγγραφέων που τα συνέγραψαν και έτσι να αποκωδικοποιήσουμε τους πραγματικούς πολιτικούς τους στόχους.

Είπαμε στην αρχή ότι αυτή η εργασία θα αντιμετωπίσει την τοκβιλιανή πρόκληση να διερευνήσουμε τις προϋποθέσεις απόσχισης τμημάτων των Οθωμανικών ελίτ και της πόλωσής τους προς την πλευρά των επαναστατών, ειδικά μετά από ένα κύμα συγκεντρωτικών μεταρρυθμίσεων που αντί να διασώσουν, οδήγησαν τελικά το Οθωμανικό κράτος στην κατάρρευση. Βέβαια δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Τοκβίλ χρησιμοποιήθηκε στην περίπτωση της Γαλλικής Επανάστασης για  να επιβληθεί μια «αναθεωρητική» ιστοριογραφία που ήθελε να απομακρυνθεί από τον οικονομικό αναγωγισμό της ερμηνείας της ως αστικής. Ωστόσο στην ελληνική περίπτωση οι πόλεμοι των ερμηνειών πήραν διαφορετική κατεύθυνση: η μαρξιστική ερμηνεία διχάστηκε στις δύο εκδοχές του Κορδάτου και του Ζεύγου, δηλαδή στη σχέση της με την εθνική ιστοριογραφία.

Ο Κορδάτος ήθελε να την εγκιβωτίσει ερμηνεύοντας την εθνική επανάσταση ως αστική5.

Ο Ζεύγος ήθελε να απαγκιστρωθεί πλήρως από αυτήν εγκαθιστώντας ένα εξιδανικευμένο σχήμα συνέχειας των επαναστατών του 19ου και του 20ου αιώνα, προωθώντας το σχήμα της ανολοκλήρωτης επανάστασης: οι επαναστάτες στράφηκαν όχι μόνο εναντίον του αγά αλλά και του κοτζάμπαση, αλλά ο τελευταίος κατάφερε να επιβάλλει και πάλι την εξουσία του μεταεπαναστατικά.

Κοτζαμπάσης

Αυτός ο εσωτερικός διχασμός δεν επέτρεψε στην μαρξιστική ερμηνεία να γίνει κυρίαρχη σε επίπεδο τουλάχιστον ακαδημαϊκής ιστοριογραφίας (και βέβαια οι μεταεμφυλιακές συνθήκες της χώρας). Για αυτό όταν εμφανίστηκε η τοκβιλιανή εκδοχή μέσα από τη συζήτηση του Βασίλη Κρεμμυδά με τον Gunnar Hering το πλεονέκτημα που πρόσφερε, δηλαδή η αποστασιοποίηση από τον οικονομικό αναγωγισμό, δεν ήταν ιδιαίτερα ελκυστικό. Αντίθετα εδώ συνέβη κάτι παράδοξο: η ίδια η τοκβιλιανή εκδοχή θεωρήθηκε ύποπτη οικονομικού αναγωγισμού αφού ξανάφερνε στο τραπέζι το ζήτημα των οικονομικών κρίσεων ως καταστατικής στιγμής της έκρηξης των επαναστάσεων.

Έτσι οδηγηθήκαμε σε μια σύγκλιση της «δεξιάς» με την «αριστερή» ιστοριογραφία που επιβεβαίωσαν εκ νέου τον «εθνικό» χαρακτήρα της Επανάστασης, απλά αυτή τη φορά σημειώνει:

« Εδώ θα έπρεπε ακόμη να προσθέσωμεν ότι η Επανάστασις του 21 πρέπει να λέγεται «Εθνική» προς διάκρισιν αυτής από τας Κοινωνικάς Επαναστάσεις (Αγγλική 1648- 87), Γαλλική (1789) και Ρωσική (1917). Αι «κοινωνικαί» Επαναστάσεις δεν αποβλέπουν εις την κατάλυσιν ξένου ζυγού (κυριάρχου) εις την ανατροπήν εκ των κάτω της δικτατορίας της κρατούσης (κυβερνώσης) τάξεως, προϋποθέτουν δε πάντα την εθνικήν ανεξαρτησίαν κάθε χώρας…», I.K. Κορδάτος, Η κοινωνική σημασία της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821, Αθήνα: Εκδοτικός Οίκος Γ.Ι.Βασιλείου, 1924, δ’-ε΄ .

Αγάς

Έχει κατά την γνώμη μου, τεράστιο ενδιαφέρον ότι εδώ ο Κορδάτος υιοθετεί τη θέση του Σπυρίδωνα Τρικούπη (που πρόσφατα είχε επαναδιατυπωθεί από τον Καρολίδη) για την «εθνική» ιδιομορφία της Ελληνικής Επανάστασης κάνοντας κατά κόρον παραπομπές στο έργο του, βλ. σχετικά Δημήτρης Α. Σταματόπουλος, «Εισαγωγή» στο Δημήτρης Α. Σταματόπουλος (επιμ.), Πόλεμος και Επανάσταση στα Οθωμανικά Βαλκάνια (18ος -20ος αι.), Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο 2019, 7-9 μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους από τους στρατιωτικούς στους πολιτικούς, και από τον Κολοκοτρώνη στον Μαυροκορδάτο: μια σιωπηρή αλλά εκκωφαντική επιστροφή στον Παπαρρηγόπουλο.

Εάν όμως θα θέλαμε να προωθήσουμε μια κριτική προσέγγιση της Επανάστασης η ανάλυση όχι μόνο των επαναστατικών αλλά και των Οθωμανικών δικτύων εξουσίας είναι επιβεβλημένη, γιατί η ανάπτυξη των πρώτων συμπλέκεται στην πραγματικότητα με το παιχνίδι ηγεμονίας των δεύτερων. Εκατό χρόνια μετά την έκδοση του βιβλίου του Γιάνη Κορδάτου Η Κοινωνική Σημασία της Επαναστάσεως του 1821, ίσως είναι ώριμο να επιστρέψουμε στην πολιτική της διάσταση διερευνώντας το ζήτημα της ηγεμονίας

όχι μέσα από ένα αναγωγιστικό μοντέλο της κυριαρχίας μιας τάξης σε οικονομικό επίπεδο, αλλά του μετασχηματισμού των δικτύων εξουσίας από αυτοκρατορικά σε «εθνικά».

Αλλά και σε επίπεδο πολιτικής ανάλυσης ελλοχεύει ο κίνδυνος του αναγωγισμού, ανάλογα με το περιεχόμενο που μπορεί κάποιος να δώσει στην έννοια της «ηγεμονίας» με βάση μια «υπερπροσδιοριστική» αρχή και τις φιγούρες στις οποίες μπορεί να επιμείνει για να τη νομιμοποιήσει:

-την επιρροή των ιδεών που έρχονται από τη Δύση (Κοραής και Μαυροκορδάτος)·

την πίεση των Μεγάλων Δυνάμεων και ειδικά της Ρωσίας (Καποδίστριας)·

-την αποδιάρθρωση του Οθωμανικού πολιτικού και στρατιωτικού συστήματος (Αλή πασάς και Μεχμέτ Αλί της Αιγύπτου)·

-την ανάγκη των επαναστατών αγροτών να διασφαλίσουν ιδιοκτησιακά δικαιώματα πάνω στη γη (Κολοκοτρώνης);

-τη συνωμοτική δράση των Φιλικών (Υψηλάντης)·

-την πίεση του Οθωμανικού συγκεντρωτισμού πάνω σε τοπάρχες και προκρίτους (Πελο- ποννήσιοι πρόκριτοι)·

ασφαλώς όλα τα παραπάνω, όχι όμως ως μια ιεραρχημένη «πολυπαραγοντική» πυραμίδα αιτίων ανάλογα με την προοπτική που ο καθένας θα επιλέξει, αλλά μέσα από την ανάλυση του πολιτικού πεδίου που ενοποιεί αυτές τις διαφοροποιημένες αφηγήσεις.

Το ταξίδι βέβαια μιας ερευνητικής προσπάθειας συνοδεύεται πάντα από συναδέλφους και φίλους, οι οποίοι βοήθησαν σε επιμέρους θέματα και σε διαφορετικές στιγμές της. Έτσι θα ήθελα να ευχαριστήσω για τη βοήθεια που πρόσφεραν σε διάφορες φάσεις της έρευνας τους: Χατζή Βελή Αϋντίν, Ντογάν Τσετίνκαγια, Ίλια Χατζηπαναγιώτη-Sangmeister, Βασίλη Τσιότρα, Μάριο Χατζόπουλο, Στέφαν Πετρέσκου, Γιάννη Καρρά, και τους φοιτητές μου Θέμη Βαλασιάδη και Θεοδώρα Βαλσάμου. Επίσης το προσωπικό όλων των αρχείων και των βιβλιοθηκών που επισκέφτηκα, κυρίως τη Μαρία Δημητριάδου στο Μουσείο Μπενάκη και τον Μιχάλη Κοκολάκη στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδας.

Η εργασία βασίζεται κυρίως σε πρωτογενές αρχειακό υλικό από τα Βρετανικά και τα Οθωμανικά αρχεία, από τα αρχεία του Μουσείου Μπενάκη και το Αρχείο του Αγιοταφικού Μετοχίου που στεγάζεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδας. Ωστόσο αξιοποιεί και υλικό που παρότι είχε εκδοθεί, δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ συγκριτικά με τις ήδη υπάρχουσες πηγές για την ανάλυση της επαναστατικής συγκυρίας και της δεκαετίας του 1820. Και αναφέρομαι κυρίως στον Κώδικα 14 της Συλλογής του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου που φυλάσσεται στο αρχείο της Τουρκικής Ιστορικής Εταιρείας (Türk Tarih Kurumu) στην Άγκυρα.

Για τα οθωμανικά έγγραφα αναφέρεται πάντα η χρονολογία Εγίρας (με την ένδειξη H) και όπου κατέστη δυνατόν, είτε από την καταλογογράφηση είτε από εσωτερικά στοιχεία του εγγράφου, η χρονολογία με βάση το Γρηγοριανό ημερολόγιο. Τέλος για τα ξένα ονόματα επιλέξαμε μέσα στο κείμενο την ελληνόφωνη απόδοσή τους, ωστόσο στο ευρετήριο αναφέρεται δίπλα και η ξενική απόδοση με λατινογράμματη γραφή.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

01.-Δημήτρης Α. Σταματόπουλος, Μεταρρύθμιση και Επανάσταση στην Οθωμανική Αυτο- κρατορία: η περίπτωση της προεπαναστατικής Πελοποννήσου, αδημοσίευτη μεταπτυχιακή εργασία, Θεσσαλονίκη: Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

02.-Δημήτρης Α. Σταματόπουλος, Μεταρρύθμιση και Εκκοσμίκευση: προς μια ανασύνθεση της Ιστορίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου κατά τον 19ο αιώνα, Αθήνα: Αλεξάνδρεια

03.-Η σχετική συζήτηση μεταξύ Βασίλη Κρεμμυδά και Gunnar Hering υπήρξε ιδιαίτερα επιδραστική για τις ερευνητικές αναζητήσεις εκείνης της περιόδου, βλ. σχετικά Δημήτρης Α. Σταματόπουλος, «Το πρόβλημα των ελίτ στην ιστοριογραφία για την Επανάσταση του 1821», Τα Ιστορικά 75 (2022) 40-54.

04.-Dimitris Stamatopoulos, «From Machiavelli to the Sultans: Power-Networks in the Ottoman Imperial context», Historein, 5 (2005) 45-67, όπου και η σχετική βιβλιογραφία.

05.-Στη δεύτερη υποσημείωση του βιβλίου Η Κοινωνική Σημασία της Επανάστασης του 1821

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η επιλογή των εικόνων έγινε απο τις Ανιχνεύσεις.

spot_img

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Ευχαριστώ σας κύριε Σαββίδη – συγγνώμη για τον ενικό, αλλά θα γράψω όσα κυρίως αισθάνθηκα και όσα γνωρίζω ακούγοντας χθες την τελευταία προ του θέρους εκπομπή σας στην Δημοτική τηλεόραση Θεσσαλονίκης -για το ανεπίκαιρο (από το 2021, που γιορτάσαμε τα 200 χρόνια από το 1821) θέμα και την προβολή του βιβλίου ” Η Ελληνική επανάσταση του 1821 και το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως . Το νεότερο πρόβλημα της Βαλκάνιας νεοτερικής εθνογένεσης”.
    Η πρώτη έκπληξη και απορία μου .
    Ποιος Ελληνισμός, ποιοι Έλληνες , ποια Ακαδημία Αθηνών και κυρίως ποιο Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως έδωσαν την αφορμή ή το δικαίωμα -και γιατί όχι την ” άδεια” -ο αξιότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Μακεδονίας (μιας Μακεδονίας που από το 333 π,Χ με τον Μέγα Αλέξανδρο της έκανε τον Ελληνισμό ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ) κύριος Δημήτρης Σταματόπουλος-εκ Τερπνής-Νιγρίτης-Σερρών ορμώμενος- να συγγράψει επιστημονικό βιβλίο -που να διδάσκεται κιόλας- για την Ελληνική Επανάσταση του 1821 και κυρίως για το Οικουμενικό μας Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και τον κρεμασμένο από τους Οθωμανούς στις 10 Απριλίου 1821 νεομάρτυρα Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε’ (πως μας θωρείς ακίνητος που τρέχει ο λογισμός σου …όπως έγραψε ο ποιητής Αριστοτέλης Βαλαωρίτης και ο ανδριάντας του κοσμεί το ΕΚΠΑθηνών );;;.
    Ποια επτασφράγιστα αρχεία του Πατριαρχείου μελέτησε η παρέθεσε για να καταλήξει με το βιβλίο του στην αμφισβήτηση και την διαστρέβλωση του ρόλου των Εθναρχών Πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως ,οι οποίοι και εκ της αμφιέσεώς τους αισθάνονται και είναι οι διάδοχοι της μοναδικής χιλιετούς ενδόξου κατά το πλείστον Μεσαιωνικής Ελληνικής Αυτοκρατορίας ;;;.
    Ποιους ιστορικούς μετά την άλωση , κατά την Τουρκοκρατία και κυρίως μετά το 1821 μελέτησε και κατέληξε στα συμπεράσματα του πονήματος του ;;;.
    Να του συστήσουμε πέραν των ιστορικών του 19ου αιώνος τα αρκετά για το θέμα βιβλία του αείμνηστου καθηγητή του Παντείου Δημήτρη Τσάκωνα και ιδίως το ” Κοινωνιολογία του Ελληνικού πνεύματος” .
    ΚΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ .Δεν είναι θράσος ιστορικό και πνευματικό να ερμηνεύει κάποιος -όποιος- το πνεύμα του Ρήγα Βελεστινλή ,των Πατριαρχών, των τριών της Φιλικής Εταιρείας και της ανωτέρας διοικητικής ηγεσίας τους γένους των γνωστών Φαναριωτών , οι οποίοι κρατούσαν στα χέρια τους μέχρι την Συνθήκη του Βερολίνου το 1881 την διπλωματία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας;;; .
    Ας αφήσουμε όλους όσους συνετέλεσαν με τα όποια λάθη τους στην αναγέννηση του ‘Έθνους μας και την δημιουργία του νεοελληνικού κράτους αλώβητους στην συλλογική εθνική μνήμη .
    Οι όποιο αναθεωρητισμοί της Ιστορίας μας -και μάλιστα από των Ελληνιστικών χρόνων -είναι τυμβωρυχία.
    ΔΕΝ ΘΕΛΟΥΜΕ ΟΙ ΝΕΟΕΛΛΗΝΕΣ ,ΑΓΑΠΗΤΟΙ Κ.Κ. ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΕ ΚΑΙ ΞΥΔΙΑ, ΝΑ ΓΙΝΟΥΝ ΣΟΦΟΤΕΡΟΙ ΚΑΙ ΝΑ ΑΜΦΙΒΑΛΛΟΥΝ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΝΔΟΞΟΥΣ ΠΡΟΓΟΝΟΥΣ ΤΟΥΣ ΤΗΣ ΣΥΝΟΛΗΣ ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ. Το βιβλίο ας παραμείνει στις βιβλιοθήκες.
    Υ.Γ . Τα χρόνια του οικουμενιστή Ίωνα Δραγούμη ο αυτόκλητος ιστορικός Γιάννης Κορδάτος συνέγραφε στο πρόλογο του βιβλίου του , που εξέδωσε το 1931 ”Τα τελευταία χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας” ,τα εξής.
    ”Το 1453 δεν είναι λοιπόν τίποτε άλλο παρά ο τραγικός επίλογος ενός εμφυλίου πολέμου- ενωτικών και ανθενωτικών- που άρχισε από τον 10ο αιώνα . Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ή πιο σωστά η βυζαντινή φεουδαρχία είχε η ίδια δημιουργήσει τους όρους της παρακμής και της αυτοκαταστροφής της ….ΚΑΙ τέλος ” Η Ιστορία της παρακμής του Βυζαντίου είναι κυρίως ιστορία του βυζαντινού φεουδαρχισμού . Οι εσωτερικοί εχτροί ήταν πιο χειρότεροι από τους εξωτερικούς . Και οι εσωτερικοί εχτροί ήταν η άρχουσα τάξη, οι δ υ ν α τ ο ί (οι άρχοντες πολιτικοί ,στρατιωτικοί και εκκλησιαστικοί ).
    ΠΟΙΑ Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ ΝΑ ΞΑΝΑΓΡΑΦΕΙ ΜΙΑ ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ;;;.
    Καλό καλοκαίρι σε εσάς κύριε Σαββίδη , σε όλους τους αναγνώστες και σε όλους τους Έλληνες και μη κατοίκους της Πατρίδας μόνον όσων την αισθάνονται ως Πατρίδα τους .
    Ο Ελληνισμός θα δείξει την οικουμενικότητά του στην Ευρωπαϊκή Ένωσή μας ,στην οποίαν θα διαφεντεύει. (Αντιπρόεδρος της τώρα είναι ο Θεσσαλονικιός κ. Σχοινάς και μη ξεχνάμε πως κάποτε υπήρξε και Αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Έλλην ).
    Σταύρος Αθαν.Ναλμπάντης.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
32,500ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
- Advertisement -

Τελευταία Άρθρα