Η Ελληνική Πόλις

14/3/20 | 1 | 0 | 580 εμφανίσεις

Gustav Glotz

Πως διαμορφώθηκαν έθνη, κράτη και πατρίδες.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ “ΑΝΙΧΝΕΥΣΕΩΝ” Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα πρώτο μέρος από το εξαιρετικό βιβλίο του Gustav Glotz για την Ελληνική Πόλη. Το παρουσιάζουμε για να δουν οι αναγνώστες μας πως εξελίχθηκαν οι αρχαίοι Έλληνες από τις μικρές οικογενειακές ομάδες σε γένη, φατρίες, φυλές και πως οι φυλές δημιούργησαν και λειτούργησαν τις πόλεις. Πως δέθηκαν με τον τόπο τους και διαμόρφωσαν την έννοια της πατρίδας.

Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ

Α’

ΟΙ ΘΕΩΡΙΕΣ

Τό πιο χτυπητό γνώρισμα της αρχαίας Ελλάδας, ή βαθύτερη

αιτία όλων τών επιτευγμάτων της και όλων τών αδυναμιών της

βρίσκεται στο διαμελισμό της σέ άπειρες πόλεις πού αποτελούσαν

ισάριθμα κράτη.

“Ολες οί αντιλήψεις οί συναφείς μέ εναν τέτοιο

ν κατακερματισμό ήταν τόσο βαθιά ριζωμένες στην ελληνική

συνείδηση, πού τον 4ο αιώνα τά πιο περίσκεπτα πνεύματα θεωρούσαν

τήν ύπαρξη της πόλης φυσικό φαινόμενο.

Δεν μπορούσαν

νά φανταστούν άλλον τρόπο ομαδικού βίου ανθρώπων αληθινά

άξιων νά λέγονται άνθρωποι. ‘Ο Αριστοτέλης ό ‘ίδιος φτάνει νά

θεωρήσει τό αποτέλεσμα αιτία, και νά ορίσει οχι τον “Ελληνα,

άλλά τον άνθρωπο ως πολιτικόν ζώον.

Κατά τή γνώμη του,

υπάρχουν δύο ε’ίδη ανθρώπων: εκείνοι πού λιμνάζουν σέ άμορφες

και απολίτιστες ανθρώπινες ομάδες ή σχηματίζουν τεράστια

κοπάδια μέσα σέ μοναρχίες μέ τερατώδεις διαστάσεις, και εκείνοι

πού συνεταιρίζονται αρμονικά σχηματίζοντας πόλεις· οί πρώτοι

έ’χουν γεννηθεί σκλάβοι, γιά νά επιτρέψουν στους δεύτερους

νά πετύχουν μιάν ανώτερη οργάνωση.

Οί γεωγραφικές συνθήκες της Ελλάδας συνέβαλαν πραγματικά

στή μόρφωση της ιστορικής φυσιογνωμίας της.

Κατακερματισμένη

άπό τή συνεχή συνάντηση της θάλασσας και του βουνού,

παρουσιάζει παντού στενές κοιλάδες πλαισιωμένες μέ υψώματα

πού μόνη εύκολη διέξοδο τους έ’χουν τις ακτές. Σχηματίζονται

έ’τσι αναρίθμητες μικρές περιοχές, πού ή καθεμιά τους γίνεται

τό φυσικό πλαίσιο μιας μικρής κοινωνίας. Ό φυσικός κατακερματισμός

καθορίζει ή τουλάχιστον ευκολύνει τον πολιτικό κατακερματισμό.

Κάθε διαμέρισμα και ξεχωριστό κράτος.

“Αν φανταστεί

κανείς, μέσα σέ μιά κλειστή κοιλάδα, λιβάδια κοντά σέ

ρυάκια, δάση στις πλαγιές, ακόμη αγρούς, αμπέλια και λιόφυτα

αρκετά γιά νά ζήσουν μερικές δεκάδες χιλιάδες κάτοικοι, σπάνια

πάνω άπό τις εκατό, τέλος ένα ύψωμα πού νά μπορεί νά χρησι-

μεύσει για καταφύγιο σέ περίπτωση επίθεσης, και ενα λιμάνι για

τις εξωτερικές επαφές, θα σχηματίσει τήν εικόνα αύτοΰ πού για

εναν “Ελληνα ήταν ενα αυτόνομο και κυρίαρχο κράτος.

Δεν μπορούμε να πούμε ωστόσο δτι μόνη αιτία για τή δημιουργία

τής πόλης ήταν ενα αναπόφευκτο πεπρωμένο, ή πανίσχυρη

επίδραση τής γής στον άνθρωπο. Απόδειξη είναι Οτι ό Αριστοτέλης

δεν τό σκέφτεται κάν, δταν θεωρεί τον άνθρωπο ον «πολιτικό

».

Έξαλλου στή Μ. Ασία και στήν Ιταλία οί γεωγραφικές

συνθήκες ήταν πολύ διαφορετικές άπό τις συνθήκες πού κυριαρχούσαν

στήν κυρίως Ελλάδα: τα βουνά ήταν λιγότερο χαώδη

και πιο χαμηλά, οί πεδιάδες πιο εκτεταμένες, οί επικοινωνίες

πιο εύκολες” κι όμως οί Έλληνες επανέλαβαν μέ ακάματη

ακρίβεια τον τύπο τοΰ πολιτεύματος πού είχαν διαμορφώσει στα

μέτρα χωρών περισσότερο τεμαχισμένων και περιορισμένων.

Πρέπει λοιπόν νά παραδεχτούμε Οτι, κατά τή διαμόρφωση τής

πόλης, μέ τήν επίδραση τοΰ περιβάλλοντος συνδυάστηκαν και οί

ιστορικές περιστάσεις.

Αυτές μόνο έ’λαβαν υπόψη τους κατά τήν αρχαιότητα ό Αριστοτέλης

και κατά τούς νεώτερους χρόνους ό Fustel de Coulanges.

Σύμφωνα μέ τό συγγραφέα τών Πολιτικών,1 οί Έλληνες πέρασαν

άπό τρία στάδια.

Ή πρώτη κοινότητα, πού διατηρείται

σέ όλες τις εποχές μέ τό νά είναι φυσική, έ’χει βάση τό συνεταιρισμό

τοΰ άντρα και τής γυναίκας, τοΰ κυρίου και τοΰ δούλου,

και περιλαμβάνει όλους εκείνους πού τρώνε στο ϊδιο τραπέζι και

αναπνέουν τον καπνό τοΰ ϊδιου βωμοΰ: είναι ή οικογένεια (οικία).

Άπό τήν οικογένεια αναπτύχθηκε τό χωριό (ή κώμη): αυτοί

πού τό κατοικούν, παιδιά και εγγόνια τής αρχικής οικογένειας,

υπακούουν σ’ ενα βασιλέα, ό όποιος άσκεΐ μέσα στή μεγαλωμένη

οικογένεια όλες τις εξουσίες πού ανήκουν στον πιο ηλικιωμένο

τής πρωτόγονης οικογένειας.

Τέλος μέ τό συνεταιρισμό αρκετών

χωριών σχηματίζεται τό ολοκληρωμένο κράτος, ή τέλεια

κοινωνία, ή πόλη.

Γεννημένη άπό τήν ανάγκη τών ανθρώπων νά

ζήσουν καί, επιβιώνοντας, άπό τήν ανάγκη τους να ζήσουν καλά,

ή πόλη υπάρχει καί διατηρείται μόνο όταν είναι αυτάρκης.

Ή

πόλη είναι λοιπόν ενα φυσικό γεγονός, οπως καί οί προγενέστεροι

συνεταιρισμοί τών οποίων είναι κατάληξη.

Νά λοιπόν γιατί

ό άνθρωπος, ό όποιος μόνο μέσα στήν οικογένεια μπορεί νά αρχίσει

νά αναπτύσσεται, δέν μπορεί νά φτάσει στήν ολοκλήρωση

του παρά μόνο μέσα στήν πόλη, και επομένως είναι «όν πολιτικό».

Σέ ανάλογα συμπεράσματα, έκτος άπό μερικές λεπτομέρειες,

έ’φτασε στις μέρες μας ό συγγραφέας τής Cité antique

κάνοντας περιορισμένη χρήση τής συγκριτικής μεθόδου. Αυτός αναζήτησε

τήν εξήγηση τών θεσμών στις πρωτόγονες πίστεις, στη λατρεία

τών νεκρών και στήν ιερή φωτιά, κοντολογίς στήν οικογενειακή

λατρεία. Αυτή ήταν ή άρχή πάνω στήν οποία συγκροτήθηκε ή

οικογένεια μέ τήν ευρύτερη της έννοια, δηλαδή τό ελληνικό γένος

και ή ρωμαϊκή gens .

Ή υποχρέωση πού αισθάνονται οί άνθρωποι

νά τιμούν τον κοινό πρόγονο τούς κάνει νά επιδιώκουν τή συνέχεια

της οικογένειας” άπό αυτήν πηγάζει ή ουσία τών κανόνων

τοΰ γάμου, του δικαίου τής ιδιοκτησίας, τοΰ κληρονομικού δικαίου

τής διαδοχής, και απορρέει ή απόλυτη εξουσία τοΰ οικογενειάρχη,

πού είναι ό μεγαλύτερος άπό τούς πλησιέστερους κατευθείαν

απογόνους τοΰ θεϊκοΰ προγόνου” σέ αυτήν βασίζεται ή

ηθική.

Ανάγκες οικονομικές και στρατιωτικές υποχρέωσαν διαδοχικά

τις οικογένειες νά ένωθοΰν σέ φρατρίες, και οί φρατρίες

σέ φυλές, τέλος οί φυλές σέ πόλη.

Ή θρησκεία ακολουθεί κατ’ ανάγκην

τήν ανάπτυξη τής ανθρώπινης κοινωνίας” οί θεοί πού

βγήκαν εξω άπό τό πλαίσιο της οικογένειας δεν διαφέρουν άπό

τούς οικογενειακούς θεούς παρά μόνο κατά τή διάδοση της λατρείας

τους.

Υπήρξε μιά δημόσια εστία. Υπήρξε μιά θρησκεία

τής πόλης, πού διαπότισε Ολους τούς θεσμούς. Ό βασιλέας ήταν

πριν άπ’ ολα αρχιερέας, και οί αρχές πού διαδέχτηκαν τή βασιλεία

ήταν στήν ουσία τους ίεροσύνες: ή πολιτική εξουσία πηγάζει

άπό ένα ιερό λειτούργημα. Τί είναι ό νόμος; Μιά θεία εντολή.

Τί είναι ό πατριωτισμός; Ευσέβεια όλων τών μελών μιας κοινότητας.

Τί είναι ή εξορία; Χωρισμός άπό τή θρησκευτική κοινότητα.

Ή θεϊκή εξουσία δημιουργεί τήν παντοδυναμία τοΰ κράτους,

και κάθε διεκδίκηση γιά ατομική ελευθερία δεν μπορεί νά

νοηθεί παρά σάν επανάσταση κατά τών θεών.

Μέσα στις πόλεις

πού ήταν οργανωμένες μ’ αυτόν τον τρόπο, οί αρχηγοί τών γενών

αποτελούσαν προνομιούχο τάξη” ήταν σέ θέση νά αντισταθούν

στους βασιλείς, και εξουσίαζαν τούς ανθρώπους τοΰ λαοΰ

πού είχαν συγκροτηθεί γύρω τους ώς πελάτες, και κυρίως τον

όχλο τών πληβείων, πού ήταν απόγονοι ξένων. Μιά τόσο ισχυρή

δύναμη επέφερε σειρά επαναστατικών μεταβολών.

Πρώτη ήταν

ή μεταβολή πού αφαίρεσε άπό τό βασιλέα τήν πολιτική εξουσία,

αφήνοντας του τή θρησκευτική. ‘Αλλά οί αρχηγοί τής άριστο-

κρατίας ήταν καί εκείνοι αληθινοί μονάρχες, ό καθένας στό γένος

του.

Μια δεύτερη επανάσταση άλλαξε τή σύσταση τής οικογένειας,

κατάργησε το προνόμιο τής πρωτοτοκίας, εξαφάνισε

τήν πελατεία.

Μια τρίτη εισήγαγε τον όχλο στήν πόλη, άλλαξε

τις -αρχές του ιδιωτικού δικαίου, έκαμε ώστε νά υπερισχύσει τό

δημόσιο συμφέρον. Προς στιγμήν τό προνόμιο τής περιουσίας

πήγε νά υποκαταστήσει τό προνόμιο τής καταγωγής·

χρειάστηκε

μια τέταρτη επανάσταση για νά επιβάλει τούς νόμους τής δημοκρατικής

διακυβέρνησης. Ή πόλη δέν μπορούσε να αναπτυχθεί

περισσότερο” οί αγώνες ανάμεσα σέ πλούσιους καί φτωχούς

τήν οδήγησαν στήν καταστροφή.

Ή κριτική τών φιλοσόφων άρχισε

νά δείχνει πόσο στενό ήταν αυτό τό πολίτευμα- ή ρωμαϊκή

κατάκτηση αφαίρεσε κάθε πολιτικό χαρακτήρα άπό τήν πόλη*

τέ,λος ό χριστιανισμός συνέβαλε στό θρίαμβο μιας καθολικής σύλληψης

τοΰ κόσμου καί μετέβαλε γιά πάντα καί αυτούς τούς όρους

κάθε διακυβέρνησης.

Δέν μπορεί κανείς παρά να θαυμάσει τή μεγαλειώδη σύλληψη

τοΰ Fustel de Goulanges. Στήν ευρύτητα τής σκέψης του αντιστοιχούν

ή ακρίβεια τών λεπτομερειών καί ή καθαρότητα τής

μορφής. Σήμερα ωστόσο εΐναι αδύνατο νά προσυπογράψει κανείς

όλα του τά συμπεράσματα. Δέν θά τον κατηγορήσουμε έδώ γιά

τή διστακτικότητα μέ τήν οποία χρησιμοποιεί τή συγκριτική μέθοδο,

Οχι μόνο γιατί μοιραία κι εμείς καταφεύγουμε σ’ αυτήν, άλλα

καί γιατί, πράγματι, κανένας μετά τον Montesquieu δέν χειρίστηκε

αυτή τή μέθοδο μέ τόση δεξιότητα όση ό συγγραφέας

τής Cité antique. Σέ άλλα σημεία πρέπει κανείς νά φυλαχτεί

γιά νά μήν υποκύψει στή γοητεία αύτοΰ τοΰ αριστουργήματος.

********************

Καθώς περνάει άπό τήν οικογένεια στή φρατρία καί άπό εκεί

στή φυλή καί στήν πόλη, ό ιστορικός δέν κάνει τίποτε άλλο, παρά

τις αντίθετες διαβεβαιώσεις του, άπό τό νά μεταφέρει μέσα σέ

ομάδες, όλο καί πιο μεγάλες, τις δοξασίες καί τις συνήθειες πού

παρατήρησε στήν αρχική ομάδα: αυτές μένουν αναλλοίωτες μέσα

σέ ευρύτερο χώρο. Μέ ακλόνητη λογική περνά άπό τό Ομοιο

στό Ομοιο καί τοποθετεί τήν οικογένεια στό κέντρο μιας σειράς

ομόκεντρων κύκλων.

Άλλα οί ανθρώπινες κοινωνίες δέν εξελίσσονται

μ’ αυτόν τον τρόπο- δέν πρόκειται γιά μορφές γεωμετρικές,

άλλα γιά ζωντανά Οντα πού επιζούν καί διατηροΰν τήν ταυτότητα

τους χάρη στό Οτι μεταβάλλονται βαθύτατα.

Στήν πραγματικότητα

ή ελληνική πόλη, μόλο πού διατηρεί τό θεσμό τής

οικογένειας, δέν μπόρεσε να μεγαλώσει παρά εις βάρος της*

αναγκάστηκε νά κάνει έ’κκληση στις ατομικές δραστηριότητες

πού συνέθλιβε. Υποχρεώθηκε νά διεξαγάγει μακρούς αγώνες εναντίον

του γένους, καί κάθε νίκη της έ’γινε δυνατή μέ τήν κατάλυση

ενός πατριαρχικού δεσμού. Έτσι αντιλαμβανόμαστε τό μεγάλο

λάθος τοΰ Fustel de Coulanges.

Σύμφωνα μέ τή θεωρία

πού κυριαρχούσε στή φιλελεύθερη σχολή τοΰ 19ου αιώνα, διέκρινε

μιαν απόλυτη αντινομία ανάμεσα στήν παντοδυναμία τής πόλης

καί στήν ατομική ελευθερία, ένώ, στήν πραγματικότητα, ή

δύναμη τοΰ κράτους καί ό ατομικισμός προχώρησαν μέ τό ϊδιο

βήμα, προσφέροντας αμοιβαία υποστήριξη.

Δέν θά συναντήσουμε λοιπόν δύο δυνάμεις, τήν οικογένεια καί

τήν πόλη, άλλα τρεις: τήν οικογένεια, τήν πόλη καί τό άτομο.

Καθεμιά υπερίσχυσε μέ τή σειρά της.

Έτσι, όλη ή ιστορία τών

ελληνικών θεσμών συνοψίζεται σέ τρεις περιόδους:

— στήν πρώτη, ή πόλη αποτελείται άπό οικογένειες πού ζηλότυπα

φυλάγουν τά αρχέγονα δικαιώματα τους καί υποτάσσουν

όλα τά μέλη τους στό συλλογικό τους συμφέρον

— στή δεύτερη, ή πόλη υποτάσσει τις οικογένειες μέ τή βοήθεια

τών ατόμων πού απελευθερώθηκαν

— στήν τρίτη, οί υπερβολές τοΰ ατομικισμού καταστρέφουν τήν

πόλη, σέ σημείο πού κάνουν απαραίτητη τήν ίδρυση κρατών πιο

εκτεταμένων.

 

Β’

ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

Είδαμε μέ ποιόν, καθαρά θεωρητικό, τρόπο συνέλαβαν τή γένεση

τής πόλης ό Αριστοτέλης καί ό Fustel de Coulanges. Δυστυχώς

τό πρόβλημα δέν είναι τόσο άπλό. Ή ιστορία δέν ακολουθεί ευθύγραμμη

πορεία. Ή πραγματικότητα είναι πάντα περίπλοκη,

όταν πρόκειται γιά ανθρώπους πού ζουν, μοχθούν, αγωνίζονται

καί υπακούουν σέ διάφορες ανάγκες. Ά ν τό γεγονός πού ζητάμε

νά ερμηνεύσουμε έ’γινε σέ χρόνους πού δέν μάς άφησαν άμεσες

μαρτυρίες, στή διάρκεια μεταναστεύσεων πού ανέμιξαν σέ

όλο τον αιγαίο χώρο φυλές καί πολιτισμούς, πρέπει να υποθέσουμε

μιαν αδιάκοπη ανάμειξη ιδεών καί εθίμων, μια απελπιστικά

ακανόνιστη εξελικτική πορεία, προόδους πού γίνονται μέ

άλματα καί ακολουθούνται άπό φοβερές οπισθοδρομήσεις.

**********************************************

Οί πρώτοι Έλληνες πού έφτασαν στήν Ελλάδα, αυτοί πού

ονομάζουμε Αχαιούς καί πού τμήματα τους πήραν αργότερα

τά ονόματα “Ιωνες καί Αιολείς, ήταν ήμινομάδες βοσκοί άπό

τή Βαλκανική Χερσόνησο. Συνηθισμένοι νά περιπλανώνται μέ

τά κοπάδια τους στά λιβάδια τής πεδιάδας καί στά δάση τών

βουνών, δέν είχαν ποτέ σχηματίσει κράτος. Πατρίδα τους ήταν

τό πατριαρχικό γένος πού ονόμαζαν πάτρια ή πιο συχνά γένος,

καί τά μέλη τοΰ όποιου κατάγονταν άπό τον ίδιο πρόγονο καί λάτρευαν

τον ίδιο θεό. Αυτά τά γένη, ενωμένα σέ μεγαλύτερο ή μικρότερο

αριθμό, σχημάτιζαν ομάδες πιο εκτεταμένες, αδελφότητες

μέ ευρύτερη έννοια ή φρατρίες, μέ πολεμικό χαρακτήρα, τά

μέλη τών οποίων ονομάζονταν φράτορες ή φράτερες, έται ή εταίροι.

“Οταν οί φρατρίες έφευγαν γιά μεγάλες εκστρατείες, ενώνονταν

σέ έναν μικρό αριθμό, πάντα τον ίδιο, φυλών: κάθε φυλή

ειχε τό θεό της καί τήν πολεμική της κραυγή, καθεμιά κινητοποιούσε

τή στρατιωτική της δύναμη (φύλοπις) καί υπάκουε στό

βασιλέα της (φυλοβασιλέα)” όλες μαζί όμως αναγνώριζαν τήν εξουσία

ενός ανώτατου βασιλέα.

Εκείνη τήν εποχή μόνο τό γένος είχε οργάνωση στέρεη καί

μέ συνέχεια. Μπορούμε νά τή φανταστούμε μέ τή βοήθεια τών

αναμνήσεων πού έχουν μεταδοθεί μέ πολύ παλαιές ωδές στά, σχετικά

νεώτερα, ομηρικά έπη, μέ μυθικές αφηγήσεις πού επαναλαμβάνονταν

προφορικά άπό γενιά σέ γενιά ώσπου αποκρυσταλλώθηκαν

μέ τή γραφή, μέ στοιχεία πού επιβίωσαν σέ λατρευτικές

τελετουργίες, καί ακόμη μέ τις σπάνιες πληροφορίες πού παρέχουν

οί ανασκαφές καί μέ τις αναρίθμητες αναλογίες πού προσφέρει

ή συγκριτική μελέτη τών ανθρωπίνων κοινωνιών.

“Οταν τό γένος εγκαταστάθηκε μόνιμα στήν ελληνική γη, εξακολούθησαν

νά συγκεντρώνονται γύρω άπό τήν κοινή εστία όλοι

εκείνοι πού στις φλέβες τους έρεε αίμα κοινοΰ προγόνου. Κάτω

άπό τήν ίδια στέγη θηλάζουν τό ίδιο γάλα (ομογάλακτες), αναπνέουν

τον ίδιο καπνό (όμόκαπνοι), τρώνε ψωμί άπό τήν ίδια πι-

νακωτή (όμοσίπυοι). Περιττό νά καθοριστεί ό βαθμός συγγενείας

τους: όλοι οί γεννήτες [τά μέλη τών γενών] ήταν αδερφοί (κα-

σίγνητοι). Γιά καιρό θυμόνταν αυτές τις μεγάλες κατοικίες όπου

χωρούσαν πολλές εκατοντάδες συγγενικά πρόσωπα: ό “Ομηρος

ακόμη, παρουσιάζει πενήντα αδερφούς καί δώδεκα αδερφές πού

ζουν μαζί, στήν κατοικία τοΰ Πριάμου, μέ τις γυναίκες τους

καί τούς συζύγους τους, χωρίς νά υπολογίσει καί τά παιδιά.2

Ή ομάδα πού είναι, σχηματισμένη μ’ αυτό τον τρόπο, απολαμβάνει

μιάν απόλυτη ανεξαρτησία και δέν ανέχεται κανέναν περιορισμό

στήν κυριαρχία της. Δέν αναγνωρίζει άλλες υποχρεώσεις

άπό εκείνες πού επιβάλλει ή θρησκεία της, δέν έννοεΐ άλλες

αρετές άπό εκείνες πού συμβάλλουν στήν τιμή της και στήν ευημερία

της. Καθετί πού ανήκει στήν ομάδα, πρόσωπα, ζώα και

αντικείμενα, ενώνονται μέ δεσμούς απόλυτης αλληλεγγύης: είναι

αυτό πού ονομάζουν φιλότης (φιλία), πού σημαίνει Ομως σχέση

περισσότερο νομική παρά αισθηματική. Μόνο ή φιλότης προκαλεί

και προσδιορίζει τήν αιδώ, τή συνείδηση τοΰ καθήκοντος.

Τό πάντα αμοιβαίο καθήκον υπάρχει μόνο μεταξύ συγγενών οποιουδήποτε

βαθμού.

Αυτός ό μικρός κόσμος δέν μπορεί νά διαφυλάξει τήν ανεξαρτησία,

γιά τήν οποία είναι υπερήφανος, νά διατηρήσει τή συνοχή

του, άπό τήν οποία εξαρτάται ή δύναμη του, παρά αν είναι αυτάρκης:

γιά νά μιλήσουμε σάν “Ελληνες, υλική προϋπόθεση τής

αυτονομίας είναι ή αυτάρκεια. Τό γένος έ’χει λοιπόν στήν κατοχή

του, μαζί μέ τό αγιασμένο άπό τήν εστία σπίτι, όλη τή γή πού

τό περιβάλλει, αγιασμένη άπό τον τάφο τοΰ προγόνου, τούς αγρούς,

τις βοσκές, τά αμπέλια και τά λιόφυτα πού χρειάζονται

γιά νά θρέψουν τόσα στόματα. Αυτή ή περιοχή, μέ τά βοσκήμα-

τα και τούς λίγους δούλους πού περιλαμβάνει, ανήκει άπό κοινοΰ

σέ ολόκληρη τήν ομάδα. “Ετσι πού είναι συλλογική, ή περιουσία

παραμένει αναπαλλοτρίωτη, αδιαίρετη- χωρίς κανόνες διαδοχής

κληρονομικού δικαίου, μεταβιβάζεται διαρκώς άπό όλους τούς

νεκρούς σέ όλους τούς ζωντανούς.4 Και γιά νά έχει ό καθένας,

μικρός ή μεγάλος, άντρας ή γυναίκα, τό δικαίωμα τής επικαρπίας,

οφείλει νά δουλέψει γιά όλους.5

Αρχηγός τοΰ γένους, αληθινός βασιλέας του, γίνεται ό πιο ενδεδειγμένος:

εκείνος πού κατάγεται αμεσότερα, κατά σειρά άρρε-

νογονίας, άπό έναν θεϊκό πρόγονο, και στις φλέβες του τρέχει τό

πιο καθαρό αίμα. Είναι ό ιερέας τοΰ θεοΰ τον όποιο ενσαρκώνει*

προεδρεύει σέ όλες τις τελετές πού συγκεντρώνουν τούς γεν-

νήτας γύρω άπό τήν εστία, προσφέρει θυσίες και σπονδές πού

εξασφαλίζουν τήν ευημερία. Δέν έ’χει μόνο απόλυτα δικαιώματα

πάνω στή γυναίκα του, τήν οποία μπορεί νά διώξει, νά πουλήσει,

νά σκοτώσει, χωρίς νά δώσει λογαριασμό σέ κανέναν έ’χει

απεριόριστη εξουσία σέ όλα τά μέλη τής ομάδας του. Γιά νά επιβάλει

τήν εσωτερική ειρήνη, κηρύσσει, ερμηνεύει, εκτελεί τή θεία

βούληση. Μαζί μέ τό σκήπτρο παρέλαβε τή γνώση τών θεμί-

στων, αλάνθαστων διαταγμάτων πού μιά σοφία πάνω άπό τον

άνθρωπο τοΰ αποκαλύπτει μέ Ονειρα και μέ χρησμούς ή τοΰ υποβάλλει

στο βάθος τής συνείδησης του. Παραδομένες άπό πατέρα

σέ γιο άπό καταβολής κόσμου, και αυξανόμενες μέ καινούρια στοιχεία

άπό τή μιά γενιά στήν άλλη, οί θέμιύτες άποτελοΰν τον μυστηριώδη

και ιερό κώδικα τής οικογενειακής δικαιοσύνης, τής

θέμιδος. Αυτός πού τή διαθέτει κυριαρχικά, μεταχειρίζεται κατά

τήν κρίση του όποιον έχει εκτεθεί στή θεία δίκη μέ κάποια απόπειρα

εναντίον τής ομάδας. Μπορεί νά καταφύγει στή θεοδικία

γιά νά αφανίσει τον εγκληματία, νά σώσει τον αθώο- μπορεί νά

έξώσει τον ένοχο άπό τό γένος μέ τή φοβερή ποινή τής ατιμίας.

Κατά τήν απόλυτη κρίση του τιμωρεί, έκφοβίζει καί, μ’ αυτά τά

μέσα, εξασφαλίζει τήν κοινωνική άμυνα.

Εντούτοις, ό,τι κι άν συνέβαινε, τά γένη βρίσκονταν σέ διαρκείς

σχέσεις. Γιά πολύν καιρό ανάμεσα σέ γειτονικές οικογένειες

έπικρατοΰσε μιά συνεχής κατάσταση πολέμου. “Εκαναν επιδρομές

σέ εχθρικές περιοχές. Γιά έναν αρχηγό ήταν ζήτημα τιμής

νά απαγάγει πολλά ζώα καί γυναίκες. Τό αίμα πού χυνόταν ζη-

τοΰσε καί άλλο αίμα. Οί αντεκδικήσεις ακολουθούσαν ή μιά τήν

άλλη χωρίς τέλος. ‘Ακόμη καί Οταν ενώθηκαν σέ φρατρίες καί σέ

φυλές, τά γένη δέν εγκατέλειψαν τήν εκδίκηση· υποχρεώθηκαν

μόνο νά τήν υποτάξουν σέ κοινούς κανόνες πού αποτέλεσαν ένα

δίκαιο ευρύτερο άπό τή θέμιδα, πού ονομάστηκε δίκη. “Ολα τά

μέλη τοΰ γένους τό όποιο ειχε υποστεί προσβολή μποροΰσαν νά

πάρουν εκδίκηση άπό τά μέλη τοΰ γένους πού πρόσβαλε. ‘Αλλά

έγινε δεκτό ότι ό εγκληματίας μποροΰσε νά απαλλάξει τούς δικούς

του άπό τήν ευθύνη άν έφευγε μακριά: αυτή ή συμβιβαστική

λύση καταπράυνε τά πάθη καί συνέβαλε νά αποκατασταθεί

ή τάξη. Βρήκαν τρόπους νά επεκτείνουν σέ μέλη διαφορετικών

γενών, ακόμη καί εχθρικών, αισθήματα καί υποχρεώσεις πού ώς

τότε επικρατούσαν μόνο ανάμεσα στά μέλη τοΰ ίδιου γένους. Ή

συμφιλίωση μποροΰσε νά γίνει μέ τήν αϊδεύΐν, δηλαδή τήν επέκταση

της αίδονς στους αντιπάλους. Μέ μιά υιοθεσία ή μ’ ένα

γάμο, ό ίδιος ό εγκληματίας έπαιρνε τή θέση τοΰ νεκροΰ στήν ομάδα

πού ειχε πειράξει. Συνηθέστερα ό ένοχος απαλλασσόταν

καταβάλλοντας τήν τιμή τοΰ αίματος, τήν ποινή. Ακολουθούσε

μιά φιλική συμφωνία, ή φιλότης: σέ πανηγυρικές τελετές οί οικογένειες

πού τήν προηγουμένη ακόμη ήταν εχθρικές πρόσφεραν

θυσία στους συνταιριασμένους θεούς, κάθονταν στό ίδιο τραπέζι

καί άνάμιχναν τό αιμα τους στήν κύλικα πού επισφράγιζε τή συμμαχία.

6 Έτσι, σιγά σιγά ή συνήθεια δημιουργούσε, πάνω άπό τό

οικογενειακό, τό διοικογενειακό δίκαιο, άπ’ όπου θά προερχόταν

βαθμηδόν τό δημόσιο δίκαιο.

Ό κανόνας πού υποχρέωνε τά γένη νά υπακούουν στό γενικό

συμφέρον περιείχε καί κυρώσεις. Μέ τό νά ξεπεράσει κανείς τά

δικαιώματα πού περιόριζε ή συνήθεια, βρισκόταν εκτεθειμένος

στή θεία δίκη (όπις θεών).1 Άλλά ή θρησκεία δέν κάνει τίποτε

άλλο παρά νά εξυψώνει τά ανθρώπινα. Ό φόβος τοΰ θεοΰ, κατά

βάθος, δέν ήταν παρά ό φόβος γιά μιά κοινωνική δύναμη πού γινόταν

μέρα μέ τή μέρα περισσότερο ισχυρή. Φοβόνταν τον δήμο.

Αυτό τό Ονομα, πού δήλωνε καί τον τόπο καί τούς κατοίκους του,

δινόταν επίσης στό σύνολο Ολων τών γενών πού ήταν ενωμένα

ύπό τό ίδιο σκήπτρο. Ή δήμου φάτις ή φήμις, ή κοινή γνώμη,

ασκούσε μιά επιβολή, άπό τήν όποια κανένα γένος δέν μπορούσε

νά ξεφύγει. Ή πίεση τής νεμέαεως ήταν συχνά ικανή νά προλάβει

τό έ’γκλημα ή νά αναγκάσει τον εγκληματία νά τό εξαγοράσει.

Είναι αλήθεια πώς ή κοινή γνώμη δέν ειχε στή διάθεση της

ένα επίσημο κρατικό Οργανο* δέν αντιπροσωπευόταν ούτε άπό

ένα πρόσωπο ούτε άπό ένα σώμα. Δέν μπορεί όμως νά πει κανείς

ότι ειχε μόνο καθαρά ηθική υπόσταση” γιατί στις ακραίες

περιπτώσεις, όταν τά πάθη ήταν σέ μεγάλη ένταση, ή αγανάκτηση

ξέσπαγε βίαια καί παρέσυρε κάθε φραγμό. Κατά τό δίκαιο,

τό γένος ήταν κυρίαρχο” στήν πραγματικότητα, αναγκαζόταν

συχνά νά υποχωρήσει μπροστά σέ μιά θέληση ανώνυμη καί συλλογική,

ή όποια μπορούσε νά βάλει ένα φοβερό δπλο στά χέρια

τοΰ βασιλέα.

Σ’ αυτό τό σημείο θά βρίσκονταν οί Αχαιοί όταν ήρθαν νά

έγκατασταθοΰν ανάμεσα σέ λαούς πού κατοικούσαν στά παράλια

τοΰ Αιγαίου. Δέν ήταν παρά μιά μειονότητα πολεμιστών πού

αναγκάστηκε λίγο πολύ νά προσαρμόσει τις αντιλήψεις της καί

τούς θεσμούς της στις συνήθειες τής πλειοψηφίας πού υπέταξε.

Οί Προέλληνες, πού είχαν ανέκαθεν μόνιμη κατοικία, θά είχαν

καί αυτοί γνωρίσει, κατά τά φαινόμενα, τό καθεστώς τών γενών:

τά ερείπια τών ευρύχωρων κατοικιών πού αποκαλύφθηκαν στή

Βασιλική, στό Χαμαίζι καί στήν Τίρυνθα, καθώς καί οί τεράστιοι

θολωτοί τάφοι τής Μεσσαράς μοιάζουν μέ αναδρομικό σχόλιο

στά μέρη τοΰ έπους δπου γύρω άπό τον Πρίαμο βλέπουμε

νά συγκατοικούν οί εξήντα δύο μικρότερες οικογένειες τών οποίων

είναι αρχηγός, γύρω άπό τον Νέστορα ή τον Αίολο οί οικογένειες

τών έξι γιών καί θυγατέρων, μέ τον Αλκίνοο τά έξι του παιδιά,

άπό τά όποια δυο ήταν παντρεμένα.9 ‘Αλλά στους πιο προνομιούχους

τόπους τοΰ Αιγαίου αυτό τό στάδιο ειχε ξεπεραστεί

άπό πολύ παλαιά: έκεΐ βρίσκονταν μεγάλοι οικισμοί οικογενειών

μέ αστική οργάνωση καί μοναρχική διακυβέρνηση. Ή Κρήτη

συγκεκριμένα είχε ανάκτορα, άπό όπου μεγαλοπρεπείς ηγεμόνες

κυβερνούσαν πολυπληθείς καί πλούσιους λαούς, καί πόλεις

μέ δρόμους πού πλαισίωναν μικρά συνεχόμενα σπίτια. Στις Κυκλάδες

βρίσκονταν οχυρώσεις, όπως τής Χαλανδριανής στή Σύρο

καί τοΰ Αγίου Ανδρέα στή Σίφνο, πού θά χτίστηκαν ασφαλώς

μέ τή διαταγή ισχυρών αρχηγών, γιά νά προστατεύσουν πληθυσμούς

αρκετά πυκνούς. Στήν ηπειρωτική χώρα, ή αρτηρία πού

οδηγεί άπό τή Θεσσαλία στις άκρες τής Πελοποννήσου ήταν κατάσπαρτη

άπό αγροτικά κέντρα. Πολλά ευημερούσαν ό Όρχο-

μενός άρχισε νά πλουτίζει κερδίζοντας γή άπό τή λίμνη Κωπαί-

δα, έργο πού απαιτούσε σημαντικό αριθμό εργατικών χεριών,

καί περιβαλλόταν άπό πολλές καινούριες’κώμες.

Γενικά τά χωριά

καί οί μικρότεροι οικισμοί χτίζονταν κοντά σέ ένα ύψωμα

πού χρησίμευε γιά καταφύγιο σέ περίπτωση πολέμου καί όπου

ό αρχηγός συγκέντρωνε γύρω του τούς παλαιότερους γιά νά πάρουν

κοινές αποφάσεις. Αυτά τά υψώματα θά ήταν ώς επί τό

πλείστον οχυρωμένα” άλλα τριγυρισμένα μέ φράχτες ξύλινους

πού καταστράφηκαν άλλα άπό λίθινα τείχη.

Οί Αχαιοί πολεμιστές κατέλαβαν τις πιο εύφορες πεδιάδες,

τις πιό ισχυρές θέσεις. Στον περίβολο τών ακροπόλεων υψώθηκαν

βασιλικά ανάκτορα. “Οταν υπήρχε αρκετή θέση, πρόσθεταν

κατοικίες γιά τούς κυριότερους αξιωματούχους. Στήν ‘Αθήνα,

κοντά στήν «καλοχτισμένη κατοικία», Οπου ήταν ή έδρα τοΰ Έ-

ρεχθέα, βρισκόταν μιά μικρή ομάδα κατοικιών πιό ταπεινών.

Στις Μυκήνες, ή τειχισμένη περίμετρος επεκτάθηκε, κατά τά μέσα

τοΰ 15ου αιώνα, γιά νά περιλάβει τον ταφικό περίβολο τής

βασιλικής πρωτεύουσας. Στους πρόποδες αυτών τών λόφων συνωστίζονταν

οί καλύβες όπου ζοΰσαν οί χωρικοί καί οί δουλοπάροικοι,

μέ τούς απαραίτητους βιοτέχνες καί εμπόρους. Καμιά φορά

υπήρχε έκεΐ ένας αρκετά σημαντικός οικισμός, χωριά πού

ενώνονταν σέ πραγματική πόλη. “Οταν επέτρεπαν οί αντικειμενικές

συνθήκες, ό άρχοντας άπό τήν αετοφωλιά του είσέπρατ-

τε διόδια άπό τούς περαστικούς ξένους, καί εξαιτίας τής διασταύρωσης

τών δρόμων μεγάλωνε ό πληθυσμός.

Στήν άρχή ονόμασαν πάλιν ή πτολίεθρον τήν ακρόπολη, ένώ

ή κάτω πόλη είναι τό άστυ. Σέ μεγάλο μέρος τών ομηρικών επών

οί δύο λέξεις έχουν ακόμη διαφορετική σημασία.10 Τό άστυ είναι

ό τόπος πού κατοικείται, όπου οδηγούν οί δρόμοι καί τού όποιου

επαινούν μόνο τήν έκταση. Ή πόλις προσδιορίζεται μέ επίθετα

πού σημαίνουν «υψηλή», «απόκρημνη», «καλοχτισμένη», «περιτριγυρισμένη

μέ πύργους», «εφοδιασμένη μέ ψηλές πόρτες»·

επιπλέον, καθώς περικλείει τό ιερό τής πολιούχου θεότητας καί

τό ανάκτορο τοΰ βασιλέα, αυτή καί όχι ή κάτω πόλη λέγεται «ιερή

», «πλούσια», «λαμπρή», «πολύχρυση». “Οταν ή Εκάβη θέλει

νά φέρει στή θεά Αθηνά τήν προσφορά της καί τις ικεσίες

της, συγκεντρώνει τις Τρωαδίτισσες στο άστυ, καί ανεβαίνει μαζί

τους στήν πάλιν. Αυτή ή διάκριση διατηρείται γιά καιρό σέ

μεγάλο μέρος τής Ελλάδας: τό 426 οί Ύαΐοι, λαός τής δυτικής

Αοκρίδας, αντιστάθηκαν στους Σπαρτιάτες ενόσω ήταν κύριοι

μιας άθλιας κωμόπολης πού λεγόταν Πόλις.Τά επίσημα κείμενα

ονόμαζαν ακόμη έτσι τήν Ακρόπολη τών Αθηνών στήν άρχή

τοΰ 4ου αιώνα καί τό αχαϊκό οχυρό τής Ίαλυσοΰ τον 3ο αιώνα.

Εντούτοις ήδη στις νεώτερες ωδές τής Ίλιάδας καί σ’ όλη

σχεδόν τήν Όδύσσεια ή διαφορά ανάμεσα στήν πόλη καί στο άστυ

έχει εξαφανιστεί. “Οσο ή κάτω πόλη επεκτεινόταν μέ τήν

ανάπτυξη τής γεωργίας καί τοΰ εμπορίου, άποκτοΰσε επιρροή

ή οποία αντιστάθμιζε τή σημασία τής άνω πόλης.

Αι εύρυάγυι-

αι Μυκήναι γέμιζαν τά θησαυροφυλάκια τών πολυχρύσων Μυκηνών,

καί ό κύριος τής επάνω πόλης ενδιαφερόταν όλο καί περισσότερο

γιά 0,τι συνέβαινε στήν κάτω πόλη: είναι πολύ περισσότερο

άπό σύμβολο τό γεγονός Οτι οί βασιλείς τής πρώτης

δυναστείας είχαν ταφεΐ στους κάθετους τάφους, πάνω στον οχυρωμένο

λόφο, καί οί βασιλείς τής δεύτερης σέ θολωτούς τάφους

έξω άπό τήν ακρόπολη. Οί άνθρωποι καί τά πράγματα τής άνω

καί τής κάτω πόλης ανακατεύονταν. “Οταν οί κύριοι τής Τίρυνθας

μεγάλωσαν τά τείχη τους, χτίζοντας χαμηλότερα άπό τήν

άνω πόλη τά τείχη τής μέσης πόλης, καί έπειτα πιό χαμηλά ακόμη

τά τείχη τής κάτω πόλης, προσαρτοΰσαν διαδοχικά συνοικίες

τοΰ άρχικοΰ άστεως στήν πάλιν. Τό ίδιο καί μέσα στά έπη: δέν

είναι πιά ή άνω πόλη, τό “Ιλιον, άλλά τό άστυ πού έχει στο εξής

έναν περίβολο εφοδιασμένο μέ πύργους. Πώς οί δύο λέξεις νά

μή γίνουν σιγά σιγά συνώνυμες; Τοΰτο διαπιστώνεται πραγματικά

σέ πολλές περιπτώσεις. Είτε ή μιά είτε ή άλλη χαρακτηρίζουν

αδιακρίτως τό “Ιλιον, τήν Ιθάκη, τήν Κνωσό, τή Λακεδαίμονα

καί τή Σχερία. Φαίνεται όμως ότι ό κύριος οικισμός, σέ

αντίθεση μέ τήν εξοχή πού τον περιβάλλει, ονομάστηκε ειδικότερα

άστυ, άπό τή λέξη μέ τήν οποία οί αγρότες δήλωναν πάντα

τή θέση οπού βρισκόταν ή αγορά.Άπό τήν άλλη μεριά, ή άνω

πόλη δέν απορρόφησε μόνο τήν ενρυάγνια κάτω πόλη. Τό ρευστό

δνομα πόλις δόθηκε σέ κάθε αγροτικό πόλισμα πού ζούσε

στή σκιά της. Μέ μιά μοιραία εξέλιξη ξαπλώθηκε, τέλος, σ’ ολόκληρη

τή χώρα πού βρισκόταν στήν εξουσία τοΰ ίδιου αρχηγού.

Ή λέξη πού αρχικά δήλωνε μιά ακρόπολη, κατάληξε νά

σημαίνει τήν πόλη.

Γιά νά φτάσουν τά πράγματα έκεϊ, δέν χρειάστηκε νά σπάσει

τό κοινωνικό πλαίσιο πού υπήρχε ήδη. Ή πόλις μπόρεσε νά γίνει

οργανισμός αληθινά «πολιτικός», χωρίς νά εξαφανίσει τό γένος,

τις φρατρίες, τις φυλές. Αντίθετα μάλιστα: δέν θά μποροΰ-

σε νά γίνει ο,τι έ’γινε, άν δέν ενσωμάτωνε αυτές τις ομάδες. Τοΰ-

τες κατείχαν έ’ναν λιγότερο ή περισσότερο εκτεταμένο χώρο πού

δηλωνόταν μέ τή λέξη δήμος, ή όποια εντελώς φυσικά κάλυψε

καί τό σύνολο τών ανθρώπων πού κατοικοΰσαν αυτόν τό χώρο.

Ή πόλη έ’δωσε στό δήμο τήν ενότητα πού τοΰ έλειπε- Ομως δέν

είχε νά κάμει μέ άτομα άλλά μέ ομάδες πού συνδέονταν μέ δεσμούς

συγγενείας καί είσχωροΰσαν ή μιά στήν άλλη. Ό βασιλέας

δέν μπορούσε νά δώσει διαταγές καί νά ζητήσει τήν εκτέλεση

τους παρά μέ τή συγκατάθεση τών αρχηγών τών φυλών, πού καί

αυτοί μέ τή σειρά τους δέν μποροΰσαν νά κάμουν τίποτε χωρίς

τούς αρχηγούς τών οικογενειών. Τό πολύ πού μπορούμε νά υποθέσουμε

είναι ότι ή δήμου φάτις έτεινε, χωρίς αυτό νά γίνεται αντιληπτό,

νά περιορίσει τήν αλληλεγγύη τής οικογένειας γιά χάρη

μιας ευρύτερης αλληλεγγύης.

Μ’ αυτή τήν πρόοδο ή Ελλάδα θά μπορούσε, άπό τό τέλος τής

δεύτερης χιλιετηρίδας π.Χ., νά φτάσει στή σύλληψη τής πόλης

πού κυριάρχησε μόνο λίγους αιώνες αργότερα. Άλλά τότε εισέβαλαν

στήν Ελλάδα Έλληνες ακόμη ήμιβάρβαροι, πού δέν είχαν

υποστεί τήν επίδραση τοΰ αιγαίου πολιτισμοΰ: άπό τον 12ο αιώνα

καί έ’πειτα έ’φτασαν κατά διαδοχικά κύματα άπό τά βορειοδυτικά

Ολοι αυτοί οί λαοί, τών οποίων ενα μέρος θά γίνει γνωστό

μιά μέρα μέ τό Ονομα Δωριείς. Σημειώθηκε γενική αναστάτωση.

Οί παλαιές μοναρχίες κατέρρευσαν ή λαμπρότητα τών Μυκηνών

εξαφανίστηκε για πάντα. Πιθανότατα μερικές άγνωστες περιοχές

τής κυρίως Ελλάδας, ή Αττική προφυλαγμένη άπό τήν

Πάρνηθα, ή Αρκαδία προστατευμένη άπό τά τραχιά άκρα τών

οροπεδίων της, έμειναν έξω άπό τή θύελλα καί μπόρεσαν μάλιστα

νά χρησιμεύσουν ώς άσυλο σέ μερικούς φυγάδες* άλλά ήταν

μικροί τόποι μέ αγροτικό πληθυσμό, μοιρασμένοι σέ ασήμαντες

κώμες άπό τις όποιες καμία δέν ήταν σέ θέση νά επιβληθεί στις

άλλες. Άλλου οί επιδρομείς κατέλαβαν τή γή, μετέτρεψαν τούς

ηττημένους σέ δουλοπάροικους καί επέβαλαν τις πιό παλαιές συνήθειες

τής φυλής. Ή ιστορία γύρισε πολλούς αιώνες πίσω. Ή

οργάνωση τών γενών καί τών φυλών ξαναπήρε δύναμη μέ χαρακτήρα

έντονα πολεμικό, καί ή εξέλιξη πού έτεινε νά υποτάξει αυτό

τον τρόπο οργάνωσης στο κράτος, στήν πόλη, σταμάτησε. Τά

πάντα έπρεπε νά ξαναρχίσουν.

Ή πόλη ήταν καί πάλι τό οχυρωμένο μέρος ή τό στρατόπεδο

άπ’ όπου ό κατακτητής επιτηρούσε τούς σκυμμένους στή γή δουλοπάροικους.

Στήν κοίλη Λακεδαίμονα τέσσερα χωριά ενώθηκαν

ύπό τό Ονομα Σπάρτη. Στο Άργος, μέ δύο ακροπόλεις, τή Λάρισα

καί τήν Ασπίδα, καί μέ μία κάτω πόλη, οί τρεις φυλές τών

Δωριέων δέχτηκαν δίπλα τους καί μιά φυλή μή δωρική. Στήν

Κρήτη έγιναν πόλεις όλα τά υψώματα πού έξεΐχαν άπό τις εύφορες

πεδιάδες.

Ωστόσο οί Αχαιοί, ανάμεσα στους οποίους θά ξεχώριζαν οί

Αιολείς καί οί “Ιωνες, κατάφεραν νά μεταφέρουν τούς σχετικά

εξελιγμένους θεσμούς τους τουλάχιστον σέ μιά ευρύχωρη περιοχή.

Γνώριζαν άπό καιρό τή Μικρά Ασία: αρχικά κατέλαβαν τήν

Παμφυλία, τήν Κύπρο, τή Ρόδο, τή Λέσβο καί τήν Τρωάδα* έπειτα

εγκαταστάθηκαν σέ μερικά σημεία, κατά προτίμηση σέ

νησιά, άπ’ όπου εύκολα μπορούσαν νά κάνουν επιδρομές προς το

εσωτερικό, γιά νά λεηλατούν ή γιά νά εμπορεύονται. “Εφταναν

κατά ομάδες μικρότερες ή μεγαλύτερες, χωρίς τήν ελπίδα νά γυρίσουν

κάποτε στήν παλιά τους πατρίδα. Εγκαταστάθηκαν κατά

μήκος τής ακτής ανάμεσα σ’ έναν πυκνό πληθυσμό. Υποχρεωμένοι

νά αμυνθούν εναντίον λαών πού μερικές φορές σχημάτιζαν

πραγματικά κράτη, αναγκάστηκαν νά συγκεντρωθούν σέ στρατηγικά

σημεία, σέ πόλεις πολύ οχυρωμένες ή μέ φυσική οχύρωση.

Στήν άκρη τοΰ “Ερμου υψώθηκε τό Νέον Τείχος* τό λιμάνι

τής Κολοφώνας ονομάστηκε Νότιον Τείχος* ή χώρα τής Τέω κα-

λύφθηκε άπό είκοσι έφτά φρούρια πού χρησίμευαν γιά καταφύγιο

στους αγρότες καί πού κατάληξαν νά γίνουν τά διοικητικά

κέντρα μέ τό Ονομα πύργοι. Ή τοπογραφία επιβεβαιώνει τις

πληροφορίες πού δίνουν τά τοπωνύμια. Οί Ερυθρές χτίστηκαν

αρχικά σ’ έ’να λόφο* στή Μίλητο, ή αρχαία πόλη σχηματίστηκε

πάνω σέ μιά ακρόπολη πού απείχε εκατό μέτρα περίπου άπό τή

θάλασσα. «Οί γενναίοι υπερασπίζουν πόλεις», σύμφωνα μέ τήν

ομηρική έ’κφραση (άριστοι… πτολίεθρα ρύονται)21 καί οί χωρικοί

ακόμη έχουν εκεί τά σπίτια τους, έάν είναι ελεύθεροι καί

ελληνικής καταγωγής* ό επίπεδος τόπος έχει αφεθεί στους ιθαγενείς,

σ’ αυτούς πού οί Μιλήσιοι καί οί Πριηνεΐς ονομάζουν Γέρ-

γιθες. Σχηματίστηκε λοιπόν εκεί μιά αριστοκρατία άπό αστικό

πληθυσμό ελληνικής καταγωγής, αντιμέτωπο μέ ένα προλεταριάτο

αγροτικό καί αλλόφυλο, πού ήταν συγχρόνως τέλεια χωρισμένο

σέ τάξεις. Έτσι παρουσιάστηκε εκεί άπό πολύ νωρίς ή

ανάγκη θεσμών πιο περίπλοκων άπ’ δ,τι άλλου.

Αυτή ή ανάγκη έγινε ακόμη πιο επιτακτική εξαιτίας τής μεγάλης

ανάμειξης τών μεταναστών. Άπό τήν Κρήτη ώς τή Θεσσαλία

δλοι οί τόποι είχαν στείλει άποικους. Άπό μιά ή περισσότερες

φορές έφτασαν σέ κάθε πόλη τής Ανατολής κύματα σύμμεικτων

ομάδων. Σ’ αυτά τά ετερογενή στοιχεία έπρεπε νά δοθεί

κάποια θέση στό πλαίσιο τής πολιτείας. Οί Δωριείς είχαν φέρει

μαζί τους τό σύστημα τών τριών φυλών, όπως οί σύντροφοι τών

Νηλειδών είχαν χωριστεί στις τέσσερις ιωνικές φυλές- άλλά τί

νά γίνει μέ τις ομάδες πού δέν άνηκαν φυσικά σέ αυτές τις φυλές;

Άς κάμουμε σαφέστερη τήν ερώτηση. Οί φυλές είχαν πάντα

γενετικό χαρακτήρα. Οί μεγάλες οικογένειες (πάτραι) διατηρούσαν

μιά ισχυρή οργάνωση καί έδιναν τό δνομά τους στή θέση οπού

βρισκόταν ή ιδιοκτησία τους: χαμηλότερα άπό τις βασιλικές

οικογένειες τών Νηλειδών, τών Άνδροκλιδών, τών Πενθιλιδών,

τών Βασιλειδών, ξεχώρισαν στή Μίλητο οί Θηλίδαι, οί Σκιρίδαι,

οί Έκαιτάδαι’ στή Χίο οί Δημοτιονίδαι, οί Θρακίδαι- στήν Κά-

μειρο οί Ίπποτάδαι, οί Γραιάδαι, οί Θοιάδαι- στήν Κώ αναφέρονται

κώμες τών Άντιμαχιδών καί τών Άρχιαδών στήν Κάλυμνο

τών Σκαλιωδών στή Ρόδο τών Βουλιδών κτλ.Γύρω άπό

τις πιο σπουδαίες πάτρες συγκεντρώνονταν άλλες, καί έτσι σχηματίζονταν

φρατρίες.

Ή φρατρία έφερε συχνά τό όνομα τής άρχουσας

πάτρας, μέ αποτέλεσμα νά είναι καμιά φορά αδύνατο νά

τις ξεχωρίσει κανείς: τούτο πρέπει νά συνέβαινε άπό πολύ πα-

λιά στή Χίο, οπού βλέπουμε τούς Κλυτίδες, τον 4ο αιώνα, νά χτίζουν

ένα ιερό, γιά νά μεταφέρουν τά αντικείμενα τής κοινής λατρείας

πού ώς τότε είχαν διατηρηθεί σέ σπίτια. “Ετσι ό θεός τών

φρατριών είναι άλλοτε ένας Δίας Πάτριος, Οπως στους Κλυτίδες,

ή ένας Δίας Φράτριος, Οπως στους Εύρυανακτίδες της Κώ.

Ή κοινωνική σπουδαιότητα αυτών τών λατρειών βεβαιώνεται

άπό τό γεγονός ότι παντού όπου υπάρχουν “Ιωνες, στή Μίλητο,

στήν Πριήνη καί στή Σάμο, ή στή Δήλο καί τήν Αθήνα, γιορτάζεται

ή μεγάλη γιορτή τών πατριών καί τών φρατριών, τά Άπα-

τούρια. “Οσον άφορα τήν πολιτική τους σημασία, αποδείχνεται

ικανοποιητικά άπό τά χωρία όπου ό “Ομηρος δέν εννοεί τήν οργάνωση

ενός στρατού, επομένως καί ενός λαού, χωρίς τή διαίρεση

σέ φρατρίες. “Ολη αυτή ή οργάνωση κατά συγγενικές ομάδες,

πού ανάγεται στις αρχές τών πόλεων, διαφωτίζεται πολλούς

αιώνες αργότερα άπό ένα πραγματικό διάγραμμα χαραγμένο

σέ μιά επιγραφή άπό τήν Κάμειρο: επάνω είναι τοποθετημένο,

σάν γενικός τίτλος, τό Ονομα τών Άλθαιμενιδών, απογόνων

τοΰ ήρωα ιδρυτή· άποκάτω είναι τοποθετημένες οί φρατρίες, πού

καθεμιά τους περιλαμβάνει ορισμένο αριθμό πατρών.

Ποιά λοιπόν θά ήταν ή κατάσταση τών Ελλήνων πού ζούσαν

στον ίδιο χώρο μέ τά μέλη τών γενών, τών φρατριών κτλ. χωρίς

νά ανήκουν σέ αυτές τις ομάδες; Γιά νά μή μείνουν απομονωμένοι,

τά άτομα ή οί μικρές οικογένειες σχημάτιζαν τεχνητές ομάδες

ανάλογες μέ τις πάτρες ή μέ τις φρατρίες, άν καί είχαν πολύ

διαφορετική καταγωγή. Είναι αυτές πού ονόμαζαν θιάσους. Τό

όνομα είναι προελληνικό” διατηρήθηκε στους απογόνους τών πιό

παλαιών Αχαιών, καί διαδόθηκε στον ελληνικό κόσμο άπό τούς

Αθηναίους άποικους πού αποίκισαν διάφορα μέρη πριν άπό τις

μεγάλες μεταναστεύσεις. Οί θίασοι διαιώνισαν, χωρίς τούτο νά

φαίνεται, πολλές παλαιότατες δοξασίες, πολλά στοιχεία πολιτισμού

πού επρόκειτο νά έρθουν καί πάλι στήν επιφάνεια μέ τον

καιρό: δέν θά μάθουμε ποτέ μέ ακρίβεια ποιος ήταν ό ρόλος τους

στή διάδοση τών διονυσιακών ή ορφικών λατρειών καί στήν αναγέννηση

τής βιοτεχνίας καί τής τέχνης, άλλά πρέπει νά ήταν σημαντικός.

Πάντως κατάφεραν νά ενσωματωθούν στις φρατρίες.

Τό γεγονός είναι βέβαιο γιά τήν Αττική·μπορεί νά γίνει δεκτό

καί γιά τή Μικρά Ασία. Αυτό εξηγεί τό γεγονός Οτι ακόμη τον

3ο αιώνα μιά φρατρία τής Χίου περιλάμβανε, έκτος άπό τις πάτρες

μέ Ονομα γενετικό (Αημογενίδαι κτλ.), μικρές ομάδες πού

δηλώνονταν μέ τό δνομα του αρχηγού τους (οί άνθρωποι, τοΰ Γε-

λάργου κτλ.).Ακριβέστερα, κοντά στις ομάδες μέ συγγενικούς

δεσμούς, σχηματίζονταν μικρότερες «φυλές», όπου συνενώνονταν

άτομα καί οικογένειες εθνικών μειονοτήτων. Στήν άρχή,

ασφαλώς, θά είχαν λιγότερα δικαιώματα” ωστόσο κατάφεραν

άργά ή γρήγορα νά άναγνωριστοΰν ισότιμα μέ τά άλλα. “Ετσι

στή Μίλητο ενώθηκαν μέ τις τέσσερις ιωνικές φυλές δύο φυλές

ίσως προϊωνικές, οί Βωρεΐς καί οί Οίνωπες. Ή ίδια πόλη αποτελεί

τό πιό αξιοπρόσεχτο παράδειγμα, άπ’ όσα γνωρίζουμε,

κοινωνίας χωρίς συγγενικούς δεσμούς πού διεισδύει στον πολιτικό

οργανισμό. Έκεΐ υπήρχε ένα θρησκευτικό αδελφάτο, οί μολ-

ποί, πού ανάγονταν πιθανότατα στή μυκηναϊκή εποχή. Κατά τήν

ιστορική εποχή ειχε επικεφαλής έναν αισυμνήτη μέ πέντε βοηθούς

(προσεταίρονς), δηλαδή μιά επιτροπή όπου αντιπροσωπευόταν

καθεμιά άπό τις έξι φυλές. “Ετσι βλέπουμε μέ ποιόν τρόπο,

στους αιώνες πού ακολούθησαν τις μεγάλες μεταναστεύσεις, ή

ανάγκη νά ζήσουν ειρηνικά πληθυσμοί ανάμεικτοι διεύρυνε τήν

έννοια τής κοινότητας.

“Οπως είδαμε μόλις, αυτή ή αιτία προόδου έδρασε νωρίτερα

καί αποφασιστικότερα στή Μικρά Ασία: σέ μιά χώρα πού μακροχρόνια

υπήρξε περιοχή άποικισμοΰ γιά την ελληνική φυλή,

“Ελληνες ποικιλότατων προελεύσεων μπόρεσαν ευκολότερα παρά

άλλου νά άπαλλαγοΰν άπό απαρχαιωμένες, άπό πολλές απόψεις,

παραδόσεις. Έκεΐ επίσης ένα άλλο φαινόμενο οδήγησε άπό

νωρίς στό ίδιο αποτέλεσμα. Οί οικονομικές συνθήκες δέν ήταν οί

ίδιες μέ τις συνθήκες στήν κυρίως Ελλάδα. Ένα καθεστώς πού

θά στηριζόταν αποκλειστικά στους γαιοκτήμονες είναι ο,τι χρειάζεται

γιά νά διατηρηθούν πατριαρχικά ήθη καί θεσμοί. Στις

ελληνικές εγκαταστάσεις τής Ασίας υπήρχαν πάντα καί άλλα

μέσα πλουτισμού, πέρα άπό τήν εκμετάλλευση τής εύφορης γης.

Κατά μήκος τών ακτών βρίσκονταν θαυμάσια λιμάνια, πού μπορούσαν

νά εφοδιάζουν τά πλοία μέ γλυκό νερό, κοντά σέ μεγάλα

καί ώραΐα νησιά, συχνά πάνω σέ ισθμούς πού εύνοοΰσαν τήν άμυνα

καί τό εμπόριο, ή σέ εκβολές ποταμών άπό Οπου μποροΰσε

κανείς νά εισχωρήσει βαθιά στή χερσόνησο. Τί ευκολίες γιά

επαφές μέ όλες τις χώρες τοΰ Αιγαίου καί τής Ανατολής, όπου

άκμασαν παλαιοί πολιτισμοί! Ή ναυσιπλοία καί τό εμπόριο ωφελήθηκαν,

χωρίς καθυστέρηση, άπ’ όλα αυτά τά πλεονεκτήματα.

Ή αστική οργάνωση αναπτύχθηκε: δραστήριες αγορές έγι-

ναν αιτία νά δημιουργηθούν μεγάλες πόλεις. Στη Μίλητο, παραδείγματος

χάρη, ή παλαιά πόλη κατέβηκε άπό τήν ακρόπολη γιά

νά επεκταθεί προς τήν κατεύθυνση τοΰ λιμανιού τών Λεόντων.

Έτσι ό κινητός πλοΰτος συναγωνίστηκε τον έγγειο, καί δημιούργησε

μιά καινούρια τάξη δίπλα στήν αριστοκρατία τής γης καί

τοΰ αίματος. Ακόμη μιά αιτία φθοράς τών πολύ στενοκέφαλων

παλαιικών αντιλήψεων.

Ή μεταμόρφωση πού συντελείται στό μισοσκόταδο στήν ασιατική

ακτή, συντελέστηκε καί στήν κυρίως Ελλάδα μέ μιά παρόμοια

διεργασία, αν καί πιο αργή καί ακόμη λιγότερο φανερή.

Παντοΰ κώμες μέ πατρωνυμικά ονόματα: λόγου χάρη, Άκαΐ-

δαι καί Κεώνδαι στήν Ιστιαία τής Εύβοιας. Παντοΰ φρατρίες

πού συγκέντρωναν ορισμένο αριθμό οικογενειών γύρω άπό ένα

ένδοξο γένος: παραδείγματος χάρη, στους Δελφούς οί Λαβυάδες,

γύρω άπό τό ιερατικό γένος πού παλαιότερα ήταν αφοσιωμένο

στή λατρεία τοΰ κρητικόΰ διπλοΰ πελέκεως. Καμιά φορά οί τρεις

δωρικές φυλές δέχονται δίπλα τους μιά φυλή μή δωρική, παράδειγμα

οί Ύρνάθιοι τοΰ Άργους. Άπό τήν Αττική, Οπως είναι

φυσικό, έχουμε τίς περισσότερες πληροφορίες: Τά γένη τών Ευπατριδών

εδώ είναι πολυάριθμα. Πολλά άπό αυτά έπαιρναν τό

ονομά τους άπό ένα ιερό λειτούργημα, δπως οί Εύμολπίδες καί

οί Κήρυκες τής Ελευσίνας, οί Γεφυραϊοι τής Άφιδνας, οί Βου-

ζύγαι, οί Άλετρίδες, οί Εύδάνεμοι, οί Φρεώρυχοι, οί Αίγειροτό-

μοι. Πολλά άπό αυτά ήταν ισχυρά ώστε νά κυβερνούν έναν ολόκληρο

δήμο καί νά τοΰ επιβάλλουν τό ονομά τους, δπως οί Σκαμ-

βωνίδαι, οί Φιλαίδαι, οί Παιωνίδαι, οί Βουτάδαι κ.ά. Σύμφωνα

μέ τήν παλιά συνήθεια οί φρατρίες γιόρταζαν τά Άπατούρια προς

τιμήν τοΰ Δία Φράτριου καί τής Αθηνάς Φρατρίας, καί οί φυλές

ήταν τέσσερις. Άλλά αυτό πού ιδιάζει στήν Αττική, είναι τό

δτι μποροΰμε νά παρακολουθήσουμε τή βαθμιαία συγχώνευση

πολύ μικρών κοινοτήτων σέ μιά κοινότητα μεγαλύτερη άπό τίς

περισσότερες ελληνικές πόλεις. Σ’ αυτή τήν αγροτική χώρα, κάθε

οικισμός είχε στήν άρχή «τό πρυτανείο του καί τούς άρχοντες

του».3 1 “Υστερα άπό αγώνες, τών οποίων ή ανάμνηση διατηρήθηκε

στους μύθους, δημιουργήθηκαν θρησκευτικές καί πολιτικές

ενώσεις διαφόρων τύπων. Πιο ένδοξη είναι μιά ομάδα κωμών με

τό δνομα Αθήναι, ή οποία λάτρευε τήν Αθηνά καί πήρε για

αρχηγούς τούς Έρεχθεΐδες καί γιά κέντρο μιά ακρόπολη προορισμένη

νά γίνει ή κατ’ εξοχήν Ακρόπολη. Άλλά υπήρξαν καί

πολλές άλλες: ή Αμφικτιονία τής Έπακρίας καί ή άλλη τής Με-

σογαίας* έδώ μιά Τρικωμία, εκεί μιά Τετρακωμία ή μιά Τετρά-

πολις.

 Αυτό τό τελευταίο παράδειγμα μας δείχνει δτι οικισμοί

τόσο ασήμαντοι, όσο ό Μαραθώνας, ή Τρικόρυνθος, ή Οινόη καί

ή Προβάλινθος, υπήρξαν πόλεις, όπως τά εφτά χωριά πού ό “Ομηρος

μνημονεύει στά περίχωρα τής Πύλου,32 ή δπως ή εκατοντάδα

τών μικρών κωμών δπου κατοικούσαν εκείνοι πού οί Σπαρτιάτες

μετέβαλαν σέ περιοίκους.33 Μας δείχνει επίσης δτι αυτές

οί «πόλεις» σχημάτισαν μιά «πόλη» τέσσερις φορές πιο μεγάλη,

πριν νά απορροφηθούν μέ τό «συνοικισμό» μέσα σέ μιά «πόλη»

πού ένωνε σέ έναν μόνο δήμο τούς δήμους ολόκληρης τής Αττικής

καί έκαμε πρωτεύουσα τήν ακρόπολη τών Έρεχθειδών.__

Category: Πολιτισμός, Προτεινόμενα άρθρα

( 1 )

Trackback URL | Comments RSS Feed

  1. 1
    Μαρία Μ. says:

    Ένσταση

    Όλα τα διαβάσματα για την Αρχαία Πόλη είναι καλά και σπουδαία αλλά ο Γκλότς (με τη δημοσίευση του 1928) πρόσθεσε μόνο παραπλάνηση στον Γκουλάνζ (στη δημοσίευση του 1864).

    Η συμβολή του Γκλοτς είναι η αμφισβήτηση της ιερότητας της Πόλης. «Είναι αδύνατον, λέει, να προσυπογράψει κανείς» τα συμπεράσματα του Γκουλάνζ περί θρησκευτικής βάσης της Πόλης. Κι όμως, η ελληνική Πόλη δεν είναι κράτος αλλά ο φιλοσοφικός-ψυχικός τρόπος ζωής που διαμορφώνει ένα μοναδικό ανθρωπολογικό τύπο: τον άνθρωπο με ενεργό Νου: με Ελευθερία και Αγάπη.

    Για τον «φιλελεύθερο ρεαλισμό» του Γκλότς, όχι μόνον ο Γκουλάνζ αλλά και ο ίδιος ο Αριστοτέλης υποτιμούνται ως «θεωρητικοί», ενώ ο ίδιος υπερηφανεύεται ότι δήθεν μένει στα «γεγονότα». Τόσα λίγα καταλαβαίνει από τον ελληνικό πολιτισμό, που γράφει για τον Αριστοτέλη ότι «φτάνει να θεωρήσει τό αποτέλεσμα αιτία, και νά ορίσει οχι τον “Ελληνα, άλλά τον άνθρωπο ως πολιτικόν ζώον». Δεν υποψιάζεται ότι θεμέλιο της ελληνικής σκέψης είναι η οντολογική αλλαγή του να Γίνεις Πρόσωπο. Ότι η Φύση στην ελληνικό πολιτισμό σημαίνει το Γίγνεσθαι της Μορφής.
    Υποστηρίζει ότι η ελληνική Πόλη είναι γέννημα της γεωγραφίας και της «ιστορίας» ως «προόδου» σύμφωνα με τα «ιδεώδη του ατομικισμού». Αναφέρεται στους Έλληνες και πρόκειται για τους Εγγλέζους του 17ου αιώνα και ταυτίζει τον ελληνικό πολιτισμό με το κόλλημα του ατομικισμού στην δικαιωματοκρατία.

    Συνοψίζει τους ελληνικούς «θεσμούς» σε τρεις χρονικές περιόδους σύμφωνα με την υπόθεσή του η Πόλη συνίσταται αρχικά από οικογένειες, μετά από το άστυ και μετά από άτομα. Θεωρεί λάθος τη Σημασία του Εμείς της Πόλης (λαθεμένη την αντινομία του Γκουλάνζ ανάμεσα στην «παντοδυναμία της πόλης και την ατομική ελευθερία»). Δεν αντιλαμβάνεται την ελληνική Κοινωνία ως επίπεδο-τρόπο ύπαρξης του ευ Είναι. Αγνοεί ότι ο Πολίτης είναι το «τέλειο» δημιούργημα της Πόλης ως άνθρωπος που επιθυμεί και πράττει σύμφωνα με τον «φιλοσοφικό» ψυχικό τρόπο, ή «κατά τον Νουν Βίο», ή με «φιλότιμο», δηλαδή έξω από το επίπεδο της ιδιοτέλειας, πέρα από τον ψυχικό τρόπο της «ελευθερίας του ατόμου».

Back to Top

Leave a Reply

 characters available

 


Το σχόλιο της ημέρας

    23/9/20 | (2 σχόλια)
    Η επίσκεψη του Μητσοτάκη στην Καρδίτσα, ανεξαρτήτως της κινητοποίησης ή μη των αγανακτισμένων του Συριζα, δείχνει πως το πολιτικό σκηνικό είναι, ακόμη, ρευστό. Τα πολιτικά αισθήματα του κόσμου αλλάζουν από στιγμή σε στιγμή. Η σημερινή πολιτική κυριαρχία του Μητσοτάκη ...

Ροή Ειδήσεων


Εορτολόγιο

Φωτογραφία της ημέρας