Αλέξανδρος Ιτιμούδης: Η ΑΠΟΔΟΜΗΣΗ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ

Print Friendly, PDF & Email
- Advertisement -

Του Αλέξανδρου Ιτιμούδη*

Στις 19 Ιανουαρίου παρουσιάστηκε ένα έγγραφο από την Επιτροπή Έρευνας του Κογκρέσου, το οποίο αποτελεί μια έκθεση αναφορικά με τις σχέσεις των ΗΠΑ και της Τουρκίας το τελευταίο διάστημα και το οποίο δημιούργησε ένα είδους ανησυχία σε αρκετούς αναλυτές αλλά και στρατιωτικούς εδώ στην Ελλάδα. Η έκθεση αυτή, καταρχάς, δεν αποτελεί κάποιου είδους δεσμευτικό έγγραφο, ούτε διαθέτει νομική ισχύ, παρά αποτελεί ένα τύπου ακαδημαϊκό κείμενο με καθαρά συμβουλευτικό χαρακτήρα. Πρόκειται για κάτι που μπορεί ο καθένας να συντάξει κατά παραγγελία, ειδικά σε ένα κράτος όπως οι ΗΠΑ, όπου διάφοροι πόλοι ισχύος και εξουσίας προσπαθούν να επηρεάσουν τις ανώτερες αποφάσεις. Επομένως προσωπικά δεν αντιλαμβάνομαι τον τόσο θόρυβο που προκάλεσε για ακόμα μια φορά ένα απλό χαρτί στην Ελλάδα. Παρόλα αυτά θα επιχειρηθεί μια προσπάθεια αποδόμησης των πραγματικά σαθρών επιχειρημάτων που προβάλλονται μέσω αυτής της έκθεσης.

Αρχικώς, το έγγραφο αυτό αποτελεί ένα πανόραμα των τουρκοαμερικανικών σχέσεων και περιγράφει τις μέχρι τώρα εξελίξεις σε ένα ευρύ φάσμα πεδίων. Ξεκινάει στην εισαγωγή τονίζοντας πως το ζήτημα με την Τουρκία είναι καθαρά θέμα ηγεσίας, και πως σε περίπτωση αποπομπής του Ερντογάν, τότε δύνανται να προκύψουν πολιτικές αλλαγές στην Τουρκία. Υπονοείται ξεκάθαρα πως μια Τουρκία, υπό διαφορετική διοίκηση, θα μπορούσε να επανέλθει ξανά στην δυτική αρχιτεκτονική ασφαλείας. Μεγίστη πλάνη. Η Τουρκία για όσους έχουν διαβάσει το δόγμα Νταβούτογλου, έχει επιλέξει εδώ και πολλά χρόνια να ακολουθήσει μια νεο-οθωμανική πολιτική η οποία στον πυρήνα της ενέχει την εξίψωση της Τουρκίας σε ισάξιο συνομιλητή με τις ΗΠΑ, και κατ’επέκταση με την Δύση. Άρα το πρόβλημα δεν είναι ο Ερντογάν αλλά το ίδιο το τουρκικό κράτος. Επομένως ένας τέτοιος αφορισμός στερείται αντιλήψεως της πραγματικότητας.

Η έλλειψη αντίληψης μάλιστα όσον αφορά την πολιτική πραγματικότητα στην Τουρκία αντικατοπτρίζεται και στο γεγονός πως η έκθεση υπογραμμίζει ότι η Τουρκία, ακόμα και με αλλαγή ηγεσίας, δύσκολα θα αλλάξει τακτική σε μια σειρά από πεδία υψηλής στρατηγικής όσον αφορά την Ελλάδας και την Κύπρο, τις σχέσεις της με τις Συρία – Ιρακ και Ρωσία- Ουκρανία, εξαιτίας τις διάχυσης «εθνικιστικών προτύπων στην κοινωνία». Ο αναγνώστης μπορεί εύκολα να καταλάβει το πως η έκθεση πέφτει σε αντιφάσεις, αντιστρέφοντας αυτό που ανέφερε στην εισαγωγή της! Από την μια τονίζει πως μια πολιτική αλλαγή στην Τουρκία θα επιτρέψει αλλαγές σε μια σειρά από πεδία (οικονομική ευελιξία, ενίσχυση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αποκοπή από ισλαμιστικές οργανώσεις τύπου Χαμάς και Μουσουλμανικής Αδελφότητας κ.α.), αλλά από την άλλη παραδέχεται πως κάτι τέτοιο δύσκολα θα το πράξει ακόμη και ένας νέος πρόεδρος…

Γενικά όλο το άρθρο συνοψίζει την επιχειρηματολογία του γύρω από τον διαμεσολαβητικό ρόλο που έχει αναλάβει η Τουρκία μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας. Συγκεκριμένα τονίζεται πως η Τουρκία, παρά την σύναψη σχέσεων με την Ρωσία, αποτελεί έναν ουσιαστικό σύμμαχο των ΗΠΑ διότι παρέχει στήριξη στην Ουκρανία και δεν συμφωνεί με τις ρωσικές αναθεωρητικές τακτικές. Το επιχείρημα αυτό στερείται σοβαρότητας εαν αναλογιστούμε πως η Τουρκία όχι μόνο θεωρεί τις ΗΠΑ ως αντίπαλη δύναμη, σύμφωνα με δηλώσεις Τούρκών ιθυνόντων, αλλά και εν τοις πράγμασοι αντιστρατεύεται την πολιτική της υπερδύναμης σε περιοχές όπως η Συρία.

Σε άλλο σημείο η έκθεση τονίζει ιδιαίτερα, όσον αφορά την χρησιμότητα της Τουρκίας, τόσο το μέγεθος των ενόπλων δυνάμεων της , όσο και το γεγονός πως επιτρέπει την χρήση των εδαφών της για μεταστάθμευση δυνάμεων, μεταφορά στρατευμάτων και οπλισμού, ενώ ταυτόχρονα μέσω του ελέγχου των Στενών καθορίζει την δυνατότητα πρόσβασης στην Μαύρη Θάλασσα. Μάλιστα, τόνιζει πως αυτά τα χαρακτηριστικά αποτελούν ένα είδος «αγκυροβόλησης» της Τουρκίας στα συμφέροντα του δυτικού παράγοντα. Παρόλα αυτά η έκθεση σε πολλά σημεία της υπογραμμίζει την τάση της Τουρκίας να απεξαρτηθεί από την Δύση, δικαιολογώντας με αυτόν τον τρόπο την προσέγγιση της με την Ρωσία! Θα αναρωτηθεί κάποιος, πως ακριβώς η Τουρκία αποτελεί βασικό εταίρο του ΝΑΤΟ, ενώ ταυτόχρονα επιδιώκει την διαφοροποίηση της από την δυτική συμμαχία…άλλη μια μεγάλη αντίφαση από τις πολλές που εμπεριέχονται στην έκθεση.

Συνεχίζοντας, η έκθεση αναφέρει τις μεγάλες διαφορές που χωρίζουν την Τουρκία με την Ρωσία (παρά την στενή τους σχέση) προωθώντας έμμεσα τον βασικό λόγο για τον οποίο οι ΗΠΑ θεωρούν χρήσιμη την Τουρκία. Ακριβώς για να διαρρήξουν τον ρωσικό παράγοντα στον Καύκασο και την Κεντρική Ασία μέσω του παντουρκισμού. Άρα τα τουρκικά εθνικιστικά πρότυπα μάλλον βολεύουν, παρά αποτελούν εμπόδιο για την στρατηγική σχέση που ευαγγελίζονται οι Τούρκοι με την υπερδύναμη, επομένως κακώς «καυτηριάζονται» από τους συγγραφείς της εκθέσεως.

Οι χάρτες που εμπεριέχονται στην έκθεση ουσιαστικά προωθούν τα παλιά αναμασημένα επιχειρήματα περί της γεωγραφικής θέσης της Τουρκίας. Απεικονίζουν τις αμερικανικές βάσεις ανά την τουρκική επικράτεια, εξαίρουν τον ρόλο της όσον αφορά τον έλεγχο των Στενών, ενώ παράλληλα δείχνουν τις χώρες που ενδιαφέρονται για την αγορά των τουρκικών Μη Επανδρωμένων Bayraktar. Και τα τρία συνοψίζονται στην προαναφερθείσα θέση της έκθεσης, πως η Τουρκία αποτελεί έναν σύμμαχο της Δύσης όσον αφορά την στήριξη της Ουκρανίας, χωρίς όμως να αποδομείται σε καμία περίπτωση την σχέση της με την Ρωσία. Αξίζει να τονιστεί πως το κείμενο αναφέρει τον ρόλο που μπορει να αναλαβει η Τουρκία, για το ΝΑΤΟ, προκειμένου να αποσοβηθεί μια «κακοήθης επιρροή» (malign influence) στην περιοχή, χάρις την υποστήριξη της Τουρκιας προς στην Ουκρανια.

Το ζήτημα εδώ είναι πως η Τουρκία εδώ και πολύ καιρό ακολουθεί μια ευρασιατική πολιτική έχοντας προχωρήσει σε μια διαλεκτική τουρκοϊσλαμική σύνθεση, και ουδόλως ενδιαφέρεται για την προώθηση των νατοϊκών θέσεων στην περιοχή. Αυτή η κακοήθης επιρροή που αποστρέφεται το ΝΑΤΟ είναι ήδη παρούσα στην περιοχή ενδιαφέροντος των δυτικών δυνάμεων, καθώς τα πλεονεκτήματα της Τουρκίας όσον αφορά τα Στενά και την γεωγραφική της τοποθεσία, αποτελούν μειονεκτήματα για την Δύση, σε βάθος χρόνου. Η Τουρκία αξιοποιείται ως «ξενιστής» των χερσαίων δυνάμεων, οι οποίες επιχειρούν την διάσπαση της συμμαχίας, δια μέσου του νεο-οθωμανικού παράγοντα.

Οι σχέσεις Τουρκίας – Ελλάδας περιγράφονται με πολύ έμμεσο και ύπουλο τρόπο μέσα στην έκθεση, η οποία αναφέρει πως οι εντάσεις με την Ελλάδα αποτελούν προϊόν της στρατηγικής συνεργασίας ΗΠΑ-Ελλάδας και όχι οτι η Τουρκία ακολουθεί γενικώς μια στρατηγική εκμηδένισης της Ελλάδας, βάση δόγματος Νταβούτογλου. Το άρθρο αναφέρει  πως οι ΗΠΑ έχουν συμφωνήσει ήδη για αναβαθμιση των ελληνικων αερομαχητικων και πως μια πιθανή αναβάθμιση και των τουρκικών αερομαχητικών θα μπορούσε να εχει αξιοσημείωτη επίπτωση οσον αφορά την ισορροπία δυνάμεων μεταξύ Ελλάδας-Τουρκίας και για τις σχεσεις που εμπλέκουν τις τρεις αυτές χώρες. Το τι επίπτωση θα είναι αυτή βέβαια παραλείπεται εντέχνως να αναφερθεί από τους γράφοντες.

Ακόμη χειρότερα γίνεται λόγος για «αμφισβητούμενες θαλάσσιες περιοχές» οι οποίες αποτελούν την αιτία τις διένεξης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας ενώ και ο χάρτης που αναρτάται στο τέλος απεικονίζει περιοχές του Αιγαίου με δήθεν διαφιλονικούμενο καθεστώς. Γίνεται απολύτα κατανοητό πως η συγκεκριμένη έκθεση προσπαθεί να πείσει τον αναγνώστη πως η Τουρκία αποτελεί «θύμα» της στρατηγικής συνεργαρσίας ΗΠΑ – Ελλάδας (παρότι είναι συμμαχικές χώρες) και πως όλα αυτά λαμβάνουν χώρα σε μια περιοχή όπου το θαλάσσιο καθεστώς κυριαρχίας είναι θολό. Άρα οι ΗΠΑ δεν δικαιολογούνται να μην προσφέρουν αερομαχητικά στην Τουρκία στο πλαίσιο των σχέσεων ισορροπίας μεταξή των δύο δυνάμεων του Αιγαιακού συστήματος. Φυσικά σε κανένα σημείο δεν αναφέρεται το πως η Τουρκία θα αποτινάξει την ρωσική επιρροή, ενώ και η αναφορά στις συνεχείς παραβιάσεις κατά της Ελλάδας είναι υποτυπώδης και περιορίζεται στην ανάρτηση των δηλώσεων του State Department.

Συμπερασματικά, η συγκεκριμένη έκθεση για την οποία έγινε αδικαιολόγητως θόρυβος στα μέσα εδώ στην Ελλάδα, είναι στην πραγματικότητα μια κακογραμμένη και ερασιτεχνικά δομημένη αναφορά, η οποία σε καμία περίπτωση δεν δύναται να πείσει τον οποιοδήποτε για την χρησιμότητα της Τουρκίας στην νατοϊκή συμμαχία. Τα επιχειρήματα που επικαλείται ανατρέπονται όλα από την πραγματικότητα που διέπει την στρατηγική στοχοθεσία της Τουρκίας εδώ και τουλάχιστον 20 χρόνια. Επίσης ακόμα και η γεωγραφική πραγματικότητα την οποία υπερτονίζει δεν έχει σε καμία περίπτωση την σημασία που είχε σε παλιότερες εποχές. Η Τουρκία δεν αποτελεί πλεόν το προωθημένο φυλάκιο της δυτικής αρχιτεκτονικής και ο μόνος λόγος για τον οποίο ακόμα έχει αξία για την Δύση είναι σαφώς τα Στενά.

Ταυτόχρονα, ο διαμεσολαβητικός ρόλος που έχει αναλάβει η Τουρκία στην περίπτωση του ρωσο-ουκρανικού πολέμου έχει ημερομηνία λήξεως και σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί ένδειξη ταύτισης της Τουρκίας με τον δυτικό παράγοντα. Τέλος όσον αφορά την Ελλάδα, η έκθεση προσπαθεί μέσω προπαγάνδας να προωθήσει τις τουρκικές θέσεις περί διαμφισβητούμενου καθεστώτος του Αιγαίου και απειλής που αισθάνεται η Τουρκία λόγω της ελληνοαμερικανικής συνεργασίας, κάτι που πραγματικά είναι αστείο και ανάξιο περαιτέρω σχολιασμού.

Εν κατακλείδι, θεωρώ πως τέτοιους είδους εκθέσεις θα πρέπει να αναλύονται και να αξιολογούνται με νηφαλιότητα και με καχυποψία ως προς το τι στόχους εξυπηρετούν και κυρίως του κατά πόσο έχουν δυνατότητα επιρροής των ανωτάτων αποφάσεων. Σε κάθε περίπτωση δεν δικαιολογείται να προβαίνουν ορισμένοι σε βιαστικές εκτιμήσεις και να διασπείρουν την ανησυχία στον ελληνικό λαό για ζητήματα τα οποία είναι ανύπαρκτα.

*Ο Αλέξανδρος Ιτιμούδης, είναι Γεωπολιτικός Αναλυτής Γεωστρατηγικής Σύνθεσης και Σπουδών Άμυνας και Ασφάλειας.

 

spot_img

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
31,000ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
- Advertisement -

Τελευταία Άρθρα