Η Άλωση της Ζάρα – 1202 μ.Χ.: Σφαγή στο όνομα του Σταυρού

Print Friendly, PDF & Email
- Advertisement -

Η Δ΄ Σταυροφορία ξεκίνησε, όπως και οι προηγούμενες, με το όραμα -υποτίθεται- της απελευθέρωσης των Αγίων Τόπων από τους μουσουλμάνους. Ωστόσο, εξετράπη πολύ σύντομα των φαινομενικών, έστω, σκοπών της, πολύ πριν οι σταυροφόροι τελέσουν το ανοσιούργημα της άλωσης της Κωνσταντινούπολη

Η Δ΄ Σταυροφορία έχει την αφετηρία της στο έτος 1198. Εμπνευστής της ήταν ο πάπας Ινοκέντιος, αλλά το δύσκολο έργο να ξεσηκωθεί η δυτική ιπποσύνη και να «πάρει τον Σταυρό» ανέλαβε ο Γάλλος ιεροκήρυκας Φουλκ του Νουιγί. Ο Φουλκ κατάφερε να πείσει αρκετούς φεουδάρχες, αλλά και μικρούς άρχοντες και απλούς ιππότες να συμμετέχουν και επίσης συγκέντρωσε πολλά χρήματα για την εκστρατεία.

Το σχέδιο προέβλεπε συγκέντρωση των δυνάμεων στη Βενετία, από όπου ο σταυροφορικός Στρατός θα περνούσε στην Ανατολή με βενετσιάνικα πλοία. Μέχρι να συγκεντρωθούν όλοι, θα παρέμεναν στη Βενετία. Η Βενετία πάντως έθεσε ως όρο οι Σταυροφόροι να προκαταβάλουν τα ναύλα τους για την Ανατολή, καθώς και χρήματα για τη διαμονή και διατροφή τους, για το διάστημα που θα παρέμεναν σε έδαφος της Βενετίας.

Καθώς όμως οι Σταυροφόροι συνέρρεαν σταδιακά στη Βενετία, ένα δυσάρεστο γεγονός επιδείνωσε την κατάστασή τους. Ο ιεροκήρυκας Φουλκ, η πραγματική ψυχή της Σταυροφορίας, πέθανε. Η απώλεια του Φουλκ είχε όμως, πέρα από ψυχολογικές, σαφώς και πρακτικές συνέπειες.

Όλα τα χρήματα, που ο Φουλκ είχε συγκεντρώσει, δόθηκαν τώρα στους Κινστερσιανούς μοναχούς, οι οποίοι όμως με τη σειρά τους τα έδωσαν στους Φράγκους της Ανατολής για να επισκευάσουν τις οχυρώσεις της Άκρας, της Τύρου και της Βηρυτού, οι οποίες είχαν καταρρεύσει, συνεπεία ισχυρού σεισμού.

Άλλα και από όσα χρήματα δεν διατέθηκαν για τα φραγκικά κρατίδια της Ανατολής, ένα μόνο μικρό μέρος τους έφτασε στους Σταυροφόρους. Ένας από τους συνεργάτες του Φουλκ, ο Πέτρος του Ροσί, καταχράστηκε μεγάλα ποσά. Ακόμα και για τον πάπα Ινοκέντιο οι κακές γλώσσες της εποχής έλεγαν ότι «εξάγνισε» μεγάλα ποσά και τα επένδυσε εξασφαλίζοντας τα εισοδήματα του «Αγίου Πέτρου»! Ο πάπας φυσικά διέψευσε δημόσια τις φήμες. Μάλλον όμως δεν κατόρθωσε να πείσει και πολλούς.

Αν όμως οι Σταυροφόροι αντιμετώπιζαν μεγάλα οικονομικά προβλήματα, ο Ενετός δόγης Ερρίκος Ντάντολο δεν φαινόταν διατεθειμένος να περιμένει. Ο γηραιός δόγης απαίτησε την καταβολή των συμφωνηθέντων χρημάτων. Τόνισε στους ανίκανους να απαντήσουν Φράγκους ότι αυτός και η πόλη του είχαν τηρήσει τη συμφωνία κατά γράμμα.

Τα αναγκαία για τη μεταφορά τους πλοία είχαν ναυπηγηθεί και τώρα σάπιζαν ακίνητα στη λιμνοθάλασσα, τα έξοδα έτρεχαν και οι συγκεντρωμένοι ναύτες, οι οποίοι είχαν αφήσει τις εργασίες τους για να ανταποκριθούν στο κάλεσμα του δόγη τους, απαιτούσαν να πληρωθούν. Στα λόγια του Ντάντολο οι Φράγκοι ηγεμόνες έσκυψαν απλώς το κεφάλι.

Δεν μπορούσαν να πράξουν άλλο τι παρά να υποσχεθούν στον Ενετό δόγη ότι θα του κατέβαλαν τα χρήματα.

Και πράγματι προσπάθησαν. Συγκέντρωσαν όσα χρήματα είχαν στη διάθεσή τους, τα οποία όμως δεν κάλυπταν ούτε το μισό του συμφωνηθέντος ποσού. Όταν ο δόγης επανήλθε και του ανακοινώθηκε ότι δεν ήταν δυνατό να του καταβληθούν τα χρήματα, οργίστηκε. Γνώριζε ότι η πόλη του αντιμετώπιζε το φάσμα της οικονομικής καταστροφής.

Όλοι, τεχνίτες, ναύτες, έμποροι του ζητούσαν τα χρήματά τους, τα χρήματα που του είχαν υποσχεθεί οι ηγέτες των Σταυροφόρων. Αδυνατώντας να καταβάλουν τα χρήματα, οι ηγεμόνες των Σταυροφόρων καταλήφθηκαν από την απελπισία. Κάποιοι, οι πιο ρομαντικοί, έκαναν έκκληση ζητώντας και από τους υπολοίπους να διαθέσουν υπέρ του κοινού σκοπού όλα τους τα υπάρχοντα.

Η πρόταση αυτή, φυσικά, δεν έγινε αποδεκτή από τους πολλούς, οι οποίοι αντέτειναν ότι αυτοί είχαν κάνει το καθήκον τους και από τη στιγμή που το λάθος δεν ήταν δικό τους δεν ήταν σε καμία περίπτωση διατεθειμένοι να ξεπουλήσουν τις περιουσίες τους για να απελευθερώσουν τους Αγίους Τόπους. Αν οι Ενετοί δεν τους διέθεταν τα πλοία τους με τα χρήματα που είχαν, τότε θα έπρεπε να αναζητήσουν αλλού πλοία. Προφανώς οι συμφωνίες δεν βάρυναν ιδιαίτερα για τους Φράγκους ηγεμόνες.

Παρ’ όλα αυτά, με εισήγηση ενός από τους ηγέτες της Σταυροφορίας του κόμη Βιλεαρδουίνου, οι άρχοντες υποχώρησαν στο ιδεολογικό βάρος του αγώνα και δέχθηκαν να δώσουν ενέχυρο στον δόγη τα τιμαλφή τους. Ακόμα και αυτή η κίνηση απελπισίας όμως δεν ωφέλησε ιδιαίτερα, αφού οι Σταυροφόροι αδυνατούσαν να καταβάλουν τα τελευταία 36.000 μάρκα που έλειπαν, από τα 85.000 που είχαν υποσχεθεί.

Έτσι η απελπισία επανήλθε για τα καλά στο στρατόπεδο των Σταυροφόρων, οι οποίοι γνώριζαν καλά ότι κανείς δεν μπορούσε να τους ενισχύσει, ούτε καν ο πάπας Ινοκέντιος και η πανίσχυρη Καθολική Εκκλησία.

Μέρα με τη μέρα, οι συνθήκες στο στρατόπεδο των Σταυροφόρων καθίσταντο όλο και δυσκολότερες. Στις αμμώδεις εκτάσεις της νησίδας οι Σταυροφόροι έπεφταν εξαντλημένοι από το υπερβολικά θερμό, γι’ αυτούς κλίμα. Σε λίγο άρχισαν να λείπουν και τα τρόφιμα, όχι γιατί οι Ενετοί δεν ήθελαν να τους τα προμηθεύσουν, αλλά γιατί η κακή εσοδεία του προηγουμένου έτους τούς το απαγόρευε.

Ακόμα και το νερό, υφάλμυρο καθώς ήταν, τους δημιουργούσε προβλήματα υγείας. Αρκετοί άνδρες πέθαναν κατά τη διάρκεια του πολύ θερμού καλοκαιριού του 1202.

Τίποτα όμως δεν άλλαζε, μόνο η ίδια εκνευριστική ακινησία εξακολουθούσε να τους ταλαιπωρεί. Οι φτωχότεροι είχαν εξαντλήσει και τα λιγοστά τους χρήματα, στην προσπάθειά τους να αγοράσουν τρόφιμα, ενώ άλλοι εξαναγκάστηκαν να δανειστούν χρήματα από τους τοκογλύφους που ευδοκιμούσαν στη Βενετία.

Αρκετοί δε Σταυροφόροι άρχισαν να εγκαταλείπουν το στρατόπεδο, σε μία μάταιη προσπάθεια αναζήτησης τροφίμων στην ιταλική ενδοχώρα. Ήταν πλέον βέβαιο ότι αν συνεχιζόταν αυτή η κατάσταση ο σταυροφορικός Στρατός θα αυτοδιαλυόταν, πριν καν προλάβει να αρχίσει την αποστολή του.

Οι άνδρες δυσανασχετούσαν και γόγγυζαν κατά των αρχηγών τους, οι οποίοι δεν φρόντιζαν καν να τους κρατούν απασχολημένους με πολεμικές ασκήσεις.

Λύση στο αδιέξοδο

Μέσα σε αυτό το κλίμα της αναίμακτου συντριβής, οι ηγεμόνες των Σταυροφόρων έσπευσαν να ενημερώσουν τον Ενετό δόγη Ερίκο Ντάντολο ότι δεν ήταν σε θέση να καταβάλουν επιπλέον χρήματα, αφού δεν είχαν πια ούτε τα αναγκαία για να ζήσουν!

Με τον τρόπο αυτό αφήνονταν όμως κυριολεκτικά στις διαθέσεις του Ντάντολο, ο οποίος όφειλε τώρα να ανακαλύψει έναν τρόπο αποπληρωμής των εξόδων που είχε υποστεί η πόλη του, η οποία πράγματι κινδύνευε να κηρύξει πτώχευση.

Ορισμένοι, ωστόσο, ιστορικοί θεωρούν ότι όλα αυτά αποτελούσαν μέρος του σχεδίου του πονηρού Ντάντολο, ο οποίος γνώριζε ότι οι Σταυροφόροι σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσαν να συγκεντρώσουν ούτε τους άνδρες, ούτε τα χρήματα που υπολόγιζαν. Σύμφωνα με την άποψή τους, ο Ντάντολο, βέβαιος για την εξέλιξη των γεγονότων, θα μπορούσε να οικειοποιηθεί τον Στρατό των Σταυροφόρων και να τον στρέψει κατά των εχθρών του, είτε στην απέναντι δαλματική ακτή, είτε στην Κωνσταντινούπολη.

Ωστόσο, η θεωρία αυτή δεν μπορεί να έχει ισχύ και αυτό αποδεικνύεται από τα γεγονότα. Αν πράγματι ο Ντάντολο υπολόγιζε ότι μόνο 12.000-14.000 Σταυροφόροι θα εμφανίζονταν στην πόλη του, σίγουρα θα φρόντιζε να ναυπηγήσει λιγότερα πλοία και όχι 500.

Έτσι θα επιτύγχανε το ίδιο αποτέλεσμα με λιγότερα έξοδα και χωρίς, πάνω από όλα, να διαταραχθεί το ενετικό εμπόριο, η πηγή ζωής της πόλης του. Άλλωστε, ως σκληρός έμπορος που ήταν και ο ίδιος, δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι σίγουρος ότι οι Σταυροφόροι θα τηρούσαν τελικά τη συμφωνία, ή απλώς δεν θα επέστρεφαν στις πατρίδες τους αφήνοντάς τον με τα 500 του πλοία να λικνίζονται στα αβαθή νερά της λιμνοθάλασσας.

Η συμφωνία αυτή καθαυτήν θα μπορούσε κάλλιστα να μην τηρηθεί από τους πεινασμένους Σταυροφόρους, οι οποίοι όμως ήταν σαφώς ισχυρότεροι από τον ενετικό Στρατό. Υπήρχε άλλωστε και το ενδεχόμενο οι Σταυροφόροι, ενόψει του αδιεξόδου, να κινηθούν με άλλον τρόπο προς την Ανατολή.

Για όλους αυτούς τους λόγους, λοιπόν, θα πρέπει να θεωρείται απίθανο ότι όλα οφείλονταν στο δαιμονικό νου του Ντάντολο. Ο Ντάντολο ήταν φυσικά δαιμονικός νους. Ως τότε όμως δεν είχε χρειαστεί να το αποδείξει. Ο Ντάντολο ειλικρινά επιθυμούσε την εξεύρεση μιας λύσης η οποία θα οδηγούσε στο πέρας του αδιεξόδου.

Έχοντας συνειδητοποιήσει ότι οι Σταυροφόροι δεν ήταν σε θέση να πληρώσουν, ο Ντάντολο αναζήτησε και τελικά βρήκε την πλέον συμφέρουσα για όλους λύση. Θα κατηύθυνε τους Σταυροφόρους προς τη Ζάρα, τη μεγάλη και ισχυρή δαλματική πόλη, η οποία εξακολουθούσε να αψηφά την παντοδυναμία της πόλης του Αγίου Μάρκου, στηριζόμενη και στη συμμαχία της με τον βασιλιά της Ουγγαρίας.

Αν οι Σταυροφόροι βοηθούσαν, τους Ενετούς να κατακτήσουν τη Ζάρα, τότε αυτοί θα τους παραχωρούσαν παράταση για την εξόφληση του χρέους των 36.000 μάρκων, ως την κατάκτηση των Αγίων Τόπων και την αποπληρωμή με τα λάφυρα – οι Ενετοί έμποροι ήταν φυσικά αδύνατο να χαρίσουν το χρέος! Με τον τρόπο αυτό, ο εμπνευστής του σχεδίου Ντάντολο διέσωζε και τη Σταυροφορία  και τα χρήματα της Δημοκρατίας και εξασφάλιζε σημαντικό κέρδος.

Η Ζάρα δεν ήταν αμελητέα πόλη. Πρώτα από όλα ήλεγχε το εμπόριο ξυλείας από τα δάση της βορειοδυτικής Βαλκανικής, ξυλεία απαραίτητη στη Βενετία για τη ναυπήγηση των πλοίων της και, δεύτερον, αποτελούσε σημαντικό κόμβο για τον πλου προς την Ανατολή.

Αμέσως μετά τη λήψη της απόφασης το συμβούλιο της Βενετίας απευθύνθηκε στους ηγέτες της Σταυροφορίας και κατέθεσε τις προτάσεις του. Πέρα από τη «συμφέρουσα» οικονομικά πρόταση, οι Ενετοί απεσταλμένοι ανέφεραν στους Φράγκους ότι έτσι και αλλιώς σε λίγο θα ερχόταν ο χειμώνας, εποχή ακατάλληλη για μακρινά θαλάσσια ταξίδια.

Εξάλλου, αν καταλάμβαναν τη Ζάρα θα εξασφάλιζαν και οι ίδιοι εξαίρετα χειμερινά καταλύματα. Κατόπιν, την επόμενη άνοιξη θα μπορούσαν να αποπλεύσουν για την Ανατολή. Οι Φράγκοι ηγεμόνες άκουσαν με προσοχή τους ενετικούς όρους και υποσχέθηκαν να τους μελετήσουν. Ωστόσο, η μη άμεση απάντησή τους ήταν απλά ένας ελιγμός για την τιμή των όπλων και μόνο.

Όλοι τους γνώριζαν ότι δεν είχαν άλλη επιλογή από το να δεχθούν τους ενετικούς όρους. Η θέση τους δεν ήταν απλώς δεινή, είχε πλέον καταστεί τραγική. Έτσι συμφώνησαν τελικά και δέχθηκαν να καταλάβουν πρώτα τη Ζάρα, να σκοτώσουν δηλαδή πρώτα χριστιανούς, πριν ξεκαθαρίσουν τους λογαριασμούς τους με τους απίστους μουσουλμάνους. Όλα τα συμφωνηθέντα δεν ανακοινώθηκαν φυσικά στους ιππότες και στους στρατιώτες. Σύμφωνα με τον ιππότη χρονικογράφο Ροβέρτο του Κλαρί, οι άνδρες δεν έμαθαν τίποτα για τη συμφωνία.

Πληροφορήθηκαν μόνο ότι επρόκειτο να αναχωρήσουν. Όλοι τους φυσικά υπέθεσαν ότι θα αναχωρούσαν για τους Αγίους Τόπους ή για την Αίγυπτο και γιόρτασαν την είδηση δεόντως. Όλη εκείνη τη νύκτα μεγάλες πυρές φώτιζαν το στρατόπεδο των Σταυροφόρων. Οι άνδρες τοποθετούσαν αναμμένες δάδες στις λόγχες τους και όλη τη νύκτα γιόρταζαν το γεγονός.

Την επομένη Κυριακή (8 Σεπτεμβρίου 1202) εορτή της Παναγίας, ο δόγης και πολλοί Σταυροφόροι είχαν φθάσει στον ναό του Αγίου Μάρκου για να παρακολουθήσουν τη Θεία Λειτουργία. Τον τεράστιο ναό είχαν επίσης κατακλύσει πλήθη Ενετών πολιτών.

Ξαφνικά, ο γέρος δόγης ανέβηκε στον άμβωνα και άρχισε να μιλά με τη στεντόρεια, παρά την ηλικία του, φωνή του:  «Κύριοι, ενώνεστε με τους πιο γενναίους άνδρες στον κόσμο για την μεγαλύτερη επιχείρηση που έχει ποτέ αναληφθεί. Είμαι γέρος και αδύναμος, χρειάζομαι ανάπαυση γιατί η υγεία μου είναι κακή.

Βλέπω όμως πως κανείς δεν μπορεί να σας κυβερνήσει και να σας κατευθύνει καλύτερα από εμένα, τον άρχοντά σας. Αν όμως συμφωνείτε να φορέσω και εγώ το σημείο του σταυρού και να αφήσω πίσω τον γιο μου για να φρουρεί την πατρίδα, τότε θα πάω και εγώ να ζήσω ή να πεθάνω μαζί με εσάς και τους προσκυνητές». Ενθουσιώδεις ιαχές ακούστηκαν από το συγκλονισμένο ακροατήριο.

Όλο το πλήθος επευφημούσε τον γέρο δόγη και τον καλούσε να το οδηγήσει στον ιερό κατά των απίστων πόλεμο. Ενώπιον της αναμενόμενης, από τον ίδιο αντίδρασης, ο Ντάντολο πλησίασε στην Αγία Τράπεζα και γονάτισε κλαίγοντας μπροστά της. Το θέαμα του γέροντα σχεδόν τυφλού δόγη, του ενδεδυμένου με την πολυτελή πορφύρα και ταπεινωμένου όμως ενώπιον του Κυρίου, συγκλόνισε τα πλήθη.

Η όλη σκηνοθεσία του Ντάντολο υπήρξε πράγματι εκπληκτική. Τόσο, που ακόμα και οι έμποροι συμπατριώτες του κατασυγκινήθηκαν. Για τους Σταυροφόρους δεν κάνουμε λόγο, γιατί αυτοί είχαν ήδη λιποθυμήσει! Κατόρθωσε λοιπόν με λίγα δάκρυα και ηγέτης της Σταυροφορίας να αυτοχριστεί και κληρονομικό δικαίωμα διαδοχής να προσφέρει στον γιο του! Αυτός ήταν ο Ερρίκος Ντάντολο, σε μια από τις καλύτερες παραστάσεις της ζωής του. Κάποιοι ωστόσο απολογητές του θεωρούν ότι ο λόγος του ήταν προϊόν της «βαθιάς θρησκευτικής του πίστης».

Λησμονούν μάλλον την εμπορική ιδιοσυγκρασία, το εμπορικό δαιμόνιο του Ενετού ηγέτη. Η «βαθιά του πίστη» άλλωστε δεν έρχεται σε βαθιά αντίθεση με τις μετέπειτα ενέργειές του; Ή μήπως οι κάτοικοι της Ζάρα, ή αργότερα της Κωνσταντινούπολης ήταν λιγότερο θρήσκοι; Άλλοι πάλι αμφισβητούν το επεισόδιο αυτό καθαυτό, το οποίο όμως μεταφέρει ο κατεξοχήν χρονικογράφος της Δ΄ Σταυροφορίας, ο Βιλλεαρδουίνος.

Μία τρίτη μερίδα φιλοενετών ιστορικών θεωρεί επίσης ότι το όλο επεισόδιο έλαβε πράγματι χώρα, αλλά αποτελούσε επινόηση των ηγετών των Σταυροφόρων και συγκεκριμένα του Βιλλεαρδουίνου. Η μερίδα αυτή υποστηρίζει ότι ο Ντάντολο δεν μπορεί, μισότυφλος και γέρος όπως ήταν, να θέλησε πραγματικά να ηγηθεί της Σταυροφορίας.

Δυστυχώς όμως γι’ αυτούς, η φιλοδοξία δεν έχει να κάνει με την ηλικία του καθενός. Υπάρχουν άλλωστε πολλά σύγχρονα παραδείγματα ικανά να πείσουν και τον πλέον κακόπιστο. Ανεξάρτητα από το αν ήταν γέρος και τυφλός, ο Ντάντολο σε καμία περίπτωση δεν ήταν αδύνατος, ως χαρακτήρας βέβαια. Ήταν εξαιρετικά σκληρός, φιλόδοξος, ματαιόδοξος, φιλάργυρος, παμπόνηρος, αλλά και έμπειρος πολιτικός με απίθανη για τα ηλικιακά του δεδομένα διαύγεια πνεύματος.

Γνώριζε εξάλλου πολύ καλά τους συμπατριώτες του και τα συναισθήματά τους, βασικό όπλο για κάθε πολιτικό που επιθυμεί να εκμεταλλευτεί την εμπειρία του αυτή.

Tα μοναδικά προβλήματα που παρουσιάστηκαν είχαν σχέση με τη δημοσιοποίηση της είδησης περί της επίθεσης κατά της Ζάρα. Οι Σταυροφόροι είχαν δυσαρεστηθεί ιδιαίτερα τόσο με την απόφαση για την επίθεση κατά της χριστιανικής πόλης, όσο και για την απόδοση της αρχηγίας στον Ντάντολο. Οι θρησκευτικές αντιλήψεις της εποχής επέβαλαν στους φέροντες τον σταυρό να μην αποτολμούν επιχειρήσεις κατά χριστιανών. Οι άνδρες φοβούνταν πως θα αναθεματίζονταν από τον πάπα αν επιχειρούσαν την επίθεση. Εξάλλου, και ο επικυρίαρχος της Ζάρα, ο Ούγγρος βασιλιάς Έμερικ, είχε επίσης φορέσει τον σταυρό, ήταν επίσης Σταυροφόρος!

Υπ’ αυτές τις συνθήκες αρκετοί ακόμα Σταυροφόροι εγκατέλειψαν το στρατόπεδο και κίνησαν για τις πατρίδες τους. Την κρίσιμη στιγμή όμως επενέβησαν οι πλέον πρακτικοί και κατόρθωσαν να αντιστρέψουν το αρνητικό κλίμα, λέγοντας στους άνδρες τους ότι η μεγαλύτερη αμαρτία θα ήταν να επιστρέψουν,  χωρίς να έχουν εκπληρώσει τον όρκο τους για την απελευθέρωση των Αγίων Τόπων. Αν χρειαζόταν να πεθάνουν και κάποιοι χριστιανοί για την εκπλήρωση του όρκου, το κρίμα θα έπεφτε στα κεφάλια των χριστιανών θυμάτων!

Η πρόταση έπεσε σε ευήκοα ώτα. Οι περισσότεροι Σταυροφόροι θεώρησαν ότι από τα δύο κακά το μικρότερο ήταν η επίθεση κατά της Ζάρα. Η προτεινόμενη επίθεση κατά της Ζάρα προκάλεσε επίσης διχογνωμίες ανάμεσα στον Καθολικό κλήρο και ιδιαίτερα μεταξύ των συνοδευόντων το στράτευμα κληρικών.

Ορισμένοι από αυτούς επιχείρησαν να εγκαταλείψουν το στρατόπεδο. Τότε όμως επενέβη ο Πέτρο Καπουάνο και απαγόρευσε, ως παπικός λεγάτος που ήταν, την αναχώρησή τους. Οι κληρικοί όφειλαν να μείνουν, τους είπε, για να προσπαθήσουν να εμποδίσουν, όσο αυτό ήταν δυνατό, να χυθεί χριστιανικό αίμα.

Η νέα επέμβαση του Καπουάνο είχε φυσικά ως στόχο να προστατέψει την ήδη τρωθείσα συνοχή του σταυροφορικού Στρατού. Αποδεικνύει όμως και περίτρανα τον ηθικό ξεπεσμό του Καθολικού κλήρου, στη συγκεκριμένη συγκυρία, ο οποίος φαινόταν έτοιμος να θυσιάσει το παν προς επίτευξη του σκοπού του. Επρόκειτο για την απόλυτη εφαρμογή του δόγματος «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Αν πράγματι ο πάπας δεν επιθυμούσε τη σφαγή χριστιανών, Καθολικών αρχικά και Ορθοδόξων αργότερα, αυτή θα ήταν η κατάλληλη στιγμή για να επέμβει και να επιβάλει τις θελήσεις του.

Ο πάπας όμως, όπως και ο λεγάτος Καπουάνο, ήταν περισσότερο πολιτικοί παρά θρησκευτικοί ηγέτες. Έτσι δεν αντέδρασαν και επέτρεψαν στους Σταυροφόρους να εποικίσουν λίγο αργότερα τον Παράδεισο με μερικές χιλιάδες χριστιανικές ψυχές. Κάποιοι οι οποίοι επιχειρούν να αποσυνδέσουν το όνομα του Ινοκέντιου από την απόφαση του Καπουάνο δεν γίνονται πιστευτοί. Είναι βέβαιο ότι ο Καπουάνο ενεργούσε έχοντας λάβει πλήρεις οδηγίες από τον πάπα ευθύς εξαρχής, από τη στιγμή που ανέλαβε την αποστολή της «θρησκευτικής» καθοδήγησης του σταυροφορικού Στρατού.

Τη στιγμή που όλα αυτά λάμβαναν χώρα στη Βενετία, ένας Βυζαντινός εξόριστος πρίγκιπας παρακολουθούσε με μεγάλη προσοχή τα τεκταινόμενα, απολαμβάνοντας τις χαρές της ζωής στην όμορφη Βερόνα. Ο νεαρός Αλέξιος Άγγελος είχε ήδη αποστείλει πρέσβεις του στη Βενετία, οι οποίοι είχαν έρθει σε επαφή με τους ηγέτες του σταυροφορικού Στρατού.

Οι Βυζαντινοί αντιπρόσωποι, αφού τους ανέλυσαν την κατάσταση περί του σφετερισμού του θρόνου από τον Αλέξιο Γ΄ και αφού δήλωσαν βέβαιοι ότι η βυζαντινή αριστοκρατία θα υποστήριζε τον νεαρό διεκδικητή του θρόνου, ζήτησαν επίσημα τη βοήθεια των Σταυροφόρων για την ανάκτηση του θρόνου της Κωνσταντινούπολης. Οι Βυζαντινοί εξήγησαν στους Φράγκους ότι χωρίς μεγάλο κόπο και έξοδα, ο Στρατός των Σταυροφόρων θα μπορούσε να επιβάλει την επιστροφή στον θρόνο του νόμιμου αυτοκράτορα Ισαακίου και του γιου του Αλέξιου. Σε αντάλλαγμα, οι νόμιμοι αυτοκράτορες θα τους ενίσχυαν στην προσπάθειά τους για την απελευθέρωση των Αγίων Τόπων.

Οι Φράγκοι ηγεμόνες συζήτησαν μεταξύ τους σχετικά με την κατάσταση του Στρατού τους, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι μόνο με τη βοήθεια του ισχυρού, όπως πίστευαν, βυζαντινού Στρατού θα μπορούσαν να επιτύχουν στην αποστολή τους. Από τις επαφές αυτές απουσίαζαν οι Ενετοί. Ο δε Ντάντολο φαίνεται ότι δεν είχε καν ενημερωθεί. Τις παραμονές πάντως της αναχώρησης, ο άλλος ηγέτης των Σταυροφόρων, ο επίτιμος αρχηγός τους, Βονιφάτιος του Μονφερά, πήγε στη Ρώμη και συζήτησε με τον πάπα.

Ο πάπας επιθυμούσε να βρίσκεται κοντά του ο αρχηγός της Σταυροφορίας -ο οποίος δεν θα συναντούσε τους άνδρες του, παρά μόνο μετά την πτώση της Ζάρα- ώστε να απεμπλακεί το όνομά του, και κατ’ επέκταση και η τιμή της Σταυροφορίας, από το σχεδιαζόμενο έγκλημα κατά της Ζάρα. Κατά τη διάρκεια των συνομιλιών, ο Βονιφάτιος συζήτησε ξανά με τον πάπα το ζήτημα του έκπτωτου Βυζαντινού πρίγκιπα Αλεξίου.

Ο Ιννοκέντιος όμως και αυτή τη φορά δεν φάνηκε πρόθυμος να ακούσει. Πολιτικά δεν είχε τίποτα να χάσει από την κατάκτηση της Ζάρα. Ίσως και να κέρδιζε κάτι αφού γύρω από τη Ζάρα ζούσαν και δρούσαν και βογομίλοι αιρετικοί. Η επέμβαση του πάπα στη Βαλκανική είχε να κάνει και με την πρόταση του αυτοανακηρυχθέντος αυτοκράτορα των Βουλγάρων, Ιωαννίτση, να ακολουθήσουν οι κάτοικοι της χώρας του το δυτικό δόγμα. Οι Βούλγαροι ήταν φανατικοί εχθροί και των Ούγγρων. Μια επίθεση λοιπόν κατά της υποτελούς στους Ούγγρους Ζάρα θα αποτελούσε θετική εξέλιξη για τις σχέσεις Βουλγαρίας και Αγίας Έδρας.

Ωστόσο, απλώς για να καταχωρηθεί στο αρχείο, ως μνημείο για τους μεταγενέστερους, ο Ινοκέντιος συνέγραψε μια επιστολή προς τους Σταυροφόρους με την οποία απαιτούσε να μην επιτεθούν στη Ζάρα. Ο πονηρός πάπας όμως γνώριζε πολύ καλά ότι η επιστολή του δεν υπήρχε καν περίπτωση να προλάβει να φτάσει στο στρατόπεδο των Σταυροφόρων πριν αυτοί αναχωρήσουν για τις δαλματικές ακτές. Επρόκειτο για μία ακόμα φάρσα του Ινοκέντιου Γ΄, του πιστού εν Χριστώ πάπα και πατριάρχη παλαιάς Ρώμης.

Αίμα και πολιτική

Στο μεταξύ, οι Σταυροφόροι ολοκλήρωναν τις προετοιμασίες τους για τη επίθεση κατά της Ζάρα. Εφόδια, ίπποι και 300 πολιορκητικές μηχανές φορτώθηκαν στα πλοία. Ακολούθησαν και οι Σταυροφόροι, φορώντας τις λαμπρές τους αρματωσιές – οι άρχοντες τουλάχιστον.

Όταν όλα ήταν έτοιμα 202 πλοία απέπλευσαν από τη λιμνοθάλασσα της Βενετίας. Τα 62 από αυτά ήταν πολεμικά -γαλέρες- τα 40 μεταγωγικά και τα 100 ιππαγωγά. Φυσικά, τον στόλο ακολούθησαν σίγουρα και πολλά μικρότερα πλοιάρια.

Για το λόγο αυτό κάποιοι χρονικογράφοι της εποχής κάνουν λόγο για 480 πλοία. Υπό τις επευφημίες του πλήθους, ο στόλος άνοιξε πανιά και άφησε το λιμάνι. Σε λίγη ώρα τα πλοία χάθηκαν στον ορίζοντα. Ούτε η πολυτελής γαλέρα του Ντάντολο δεν φαινόταν πια. Παρ’ όλα αυτά, η αναχώρηση του στόλου δεν έγινε χωρίς προβλήματα. Ένα μεγάλο μεταγωγικό, το «Βιολέτα» βυθίστηκε, χωρίς σοβαρές ανθρώπινες απώλειες μεν, αφήνοντας δυσαναπλήρωτο κενό δε. Ο στόλος όμως, παρά το ατύχημα, συνέχισε τον πλου του και, αφού πέρασε από μερικά ενετοκρατούμενα λιμάνια των δαλματικών ακτών, έφτασε τελικά έξω από τα τείχη της Ζάρα στις 10 Νοεμβρίου του 1202.

Το επόμενο πρωί, οι ηγέτες της Σταυροφορίας άρχισαν να κατοπτεύουν τα τείχη. Εντυπωσιάστηκαν μάλιστα ιδιαίτερα από την ισχύ των οχυρώσεων της πόλης. Στο μεταξύ, οι κάτοικοι της Ζάρα είχαν επίσης λάβει τα μέτρα τους. Είχαν αποκλείσει το λιμάνι της πόλης τους με μια τεράστια χοντρή αλυσίδα, ενίσχυαν την άμυνα των τειχών τους και οπλίζονταν.

Οι Ενετοί όμως επιτέθηκαν άμεσα. Οι γαλέρες τους επέπεσαν στην αλυσίδα και τελικά την έσπασαν. Ο δρόμος για το λιμάνι άνοιξε και πράγματι σε λίγο εισήλθαν τα ιππαγωγά και τα μεταγωγικά πλοία και αποβίβασαν το ζωντανό φορτίο τους.

Λίγες ώρες αργότερα είχαν τοποθετηθεί οι σκηνές και οι πολιορκητικές μηχανές. Οι κάτοικοι της Ζάρα δεν επιχείρησαν να εμποδίσουν την απόβαση, δεν είχαν άλλωστε και τις δυνάμεις για να το πράξουν. Βέβαιος για την επιτυχία των δυνάμεων, ο Ντάντολο δεν αρνήθηκε να δεχθεί τους απεσταλμένους της πόλης, οι οποίοι δέχονταν να την παραδώσουν με τον όρο να σεβασθούν οι πολιορκητές τις ζωές και τις περιουσίες τους. Οι κάτοικοι της Ζάρα γνώριζαν ότι χωρίς τη συνδρομή των Ούγγρων συμμάχων τους ήταν αδύνατο να αντεπεξέλθουν στην πολιορκία.

Ο Ντάντολο άκουσε με προσοχή τους εκπροσώπους των κατοίκων της πόλης, αλλά αρνήθηκε να δώσει αμέσως απάντηση. Τους είπε ότι επιθυμούσε πρώτα να συζητήσει με τους συμμάχους του. Η κίνησή του αυτή αποτέλεσε μεγάλο του λάθος. Πολλοί από τους Σταυροφόρους, με πρώτο ανάμεσά τους τον Σιμόν ντε Μονφόρ, αντελήφθησαν ότι επίκειτο παράδοση της πόλης και με το γράμμα του πάπα στα χέρια, το οποίο είχε τελικά φτάσει, ενημέρωσαν τους αντιπροσώπους της πόλης σχετικά με την απαγόρευση του πάπα για επίθεση κατά της πόλης.

Όπως ήταν φυσικό, περιχαρείς οι αντιπρόσωποι, επέστρεψαν στην πόλη τους και ετοιμάστηκαν να συνεχίσουν την αντίσταση κατά των Ενετών εχθρών τους, αφού ο Σιμόν τους διαβεβαίωσε πως οι Σταυροφόροι δεν επρόκειτο να τους επιτεθούν!

Στο μεταξύ ο Ντάντολο είχε πράγματι συναντηθεί με τους ηγέτες των Σταυροφόρων και είχε εξασφαλίσει τη συγκατάθεσή τους σχετικά με την αποδοχή των όρων της παράδοσης της πόλης. Όταν όμως επέστρεψε στη σκηνή του, μαζί με τους Φράγκους ηγεμόνες, αντί να συναντήσει τους αντιπροσώπους της Ζάρα, συνάντησε τους άνδρες του Σιμόν ντε Μονφόρ.

Ένας από τους ακολούθους μάλιστα του ντε Μονφόρ πετάχτηκε ενώπιόν του και του είπε: «Σου απαγορεύω, με εντολή του πάπα της Ρώμης, να επιτεθείς σε αυτή την πόλη που την

Ακολούθησε μια εξαιρετικά βίαιη σκηνή. Οι παρευρισκόμενοι Ενετοί όρμησαν κατά του ιππότη και προσπάθησαν να τον σκοτώσουν. Η επέμβαση του Σιμόν τον έσωσε όμως. Ωστόσο, η κατάσταση είχε εκτραχηλιστεί. Ο Ντάντολο, έξω φρενών, ούρλιαζε στους Φράγκους ηγεμόνες πως δεν τηρούν τη συμφωνία τους και πως εξαιτίας τους έχασε την ευκαιρία να την καταλάβει αναίμακτα.

Από την άλλη, οι οπαδοί του Σιμόν φώναζαν και απειλούσαν τους αρχηγούς τους ότι αν επετίθεντο στην πόλη τούς περίμενε το ανάθεμα της Μητέρας Εκκλησίας. Για μια ακόμα φορά οι ηγεμόνες των Σταυροφόρων αντιμετώπιζαν ένα δίλημμα. Σύντομα όμως, μάλλον με εισήγηση του Βιλλεαρδουίνου, το δίλημμα ξεπεράστηκε. Θα επετίθεντο κατά της πόλης, αντιμετωπίζοντας ακόμα και το ενδεχόμενο να αφοριστούν. Πράγματι, σε λίγο οι πολιορκητές άρχισαν τις προετοιμασίες για την επίθεση.

Οι Ενετοί προσπάθησαν να πείσουν τους κατοίκους να παραδοθούν, όμως αυτοί δεν πίστεψαν πως οι Γάλλοι ιππότες δεν θα τηρούσαν τα όσα τους είχαν πει. Για να αποτρέψουν μάλιστα ακόμα περισσότερο τους Σταυροφόρους από το να τους επιτεθούν, κρέμασαν στα τείχη τους εικόνες αγίων και σταυρούς. Οι ελπίδες τους όμως διαψεύσθηκαν όταν οι πρώτοι λίθοι από τις πολιορκητικές μηχανές τους έπληξαν. Επί πέντε ημέρες οι πολιορκητές ετοίμαζαν την έφοδο, οι Γάλλοι από ξηράς και οι Βενετοί από τη θάλασσα.

Τρομοκρατημένοι οι κάτοικοι έστειλαν και πάλι πρεσβεία δεχόμενοι να παραδώσουν την πόλη τους με μόνο όρο τον σεβασμό των ζωών τους. Η παράδοση, υπό τον όρο αυτό, έγινε δεκτή, αλλά δεν τηρήθηκε. Όταν οι «Σταυροφόροι» εισήλθαν στην πόλη άρχισαν να λεηλατούν τα πάντα, ακόμα και τις εκκλησίες.

Οι περισσότεροι κάτοικοι γλίτωσαν από τη σφαγή, αρκετοί όμως σφάχτηκαν, γυναίκες κακοποιήθηκαν και βιάστηκαν. Η ηγετική ομάδα της πόλης αιχμαλωτίστηκε από τους Ενετούς και εξαφανίστηκε.

Επίλογος – Συμπεράσματα

Μετά την κατάληψη της Ζάρα οι νικητές, με τη συνείδησή τους ήσυχη, μοίρασαν τη λεία τους και εγκαταστάθηκαν στα ερημωμένα σπίτια της πόλης. Σκόπευαν να διαχειμάσουν εκεί και να ταξιδέψουν την άνοιξη για την Ανατολή. Πάνω όμως στη μοιρασιά της λείας ξέσπασε σοβαρή διαμάχη μεταξύ Ενετών και Σταυροφόρων, η οποία εξελίχτηκε σε πραγματική μάχη με πάνω από 100 νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες αποδεικνύοντας και το πραγματικό ιδεολογικό υπόβαθρο της Σταυροφορίας.

Η άλωση της Ζάρα αποτέλεσε το προοίμιο της άλωσης της Κωνσταντινούπολης από τους ίδιους βαρβάρους που μόλυναν με τις ανόσιες πράξεις τους το όνομα του Τιμίου Σταυρού του Κυρίου.

Οι Σταυροφορίες γενικότερα και η Δ΄ ειδικότερα υπήρξαν σε μεγάλο βαθμό εκστρατείας διάνοιξης εμπορικών δρόμων και πλουτισμού των φτωχών ευγενών της Δύσης. Φυσικά υπήρξαν και άνθρωποι αγνοί, με βαθύ θρησκευτικό αίσθημα, αλλά και άλλοι με απίστευτο θρησκευτικό φανατισμό, που έσφαζαν ανηλεώς στο όνομα του Βασιλέα της Ειρήνης Χριστού.

Οι ηγέτες της Δ΄ Σταυροφορίας, μαζί με τον έμπορο Ντάντολο, έδειξαν τις προθέσεις τους ξεκάθαρα, εξαρχής, κυριεύοντας μια χριστιανική και μάλιστα ακολουθούσα το δυτικό δόγμα πόλη, δύο χρόνια σχεδόν προτού καταστρέψουν την φωτοδότρα πόλη του τότε κόσμου, την Ορθόδοξη Κωνσταντινούπολη.

https://www.pronews.gr/istoria/i-alosi-tis-zara-1202-m-x-sfagi-sto-onoma-tou-stayrou-2/

spot_img

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Στο όνομα δύο θρησκειών έχουν γίνει πόλεμοι κι έχουν τελεσθεί φρικτά εγκλήματα: Τού Χριστιανισμού και τού Ισλάμ. Και οι δύο, μαζί με τον Ιουδαϊσμό, είναι οι τρείς αβρααμικές θρησκείες, ή θρησκείες τής ερήμου. Στο όνομα τής μητέρας-θρησκείας, τού Ιουδαϊσμού, δεν έγιναν πόλεμοι, ούτε έγιναν εγκλήματα. Οι Εβραίοι έκαναν πολλούς πολέμους κι εξακολουθούν να κάνουν, αλλά κανέναν για λόγους θρησκευτικούς.

    Κοντύτερα στον Ιουδαϊσμό βρίσκεται το Ισλάμ, που είναι σχεδόν πιστή αντιγραφή του. Ο Χριστιανισμός, αντιθέτως, είναι πιο απομακρυσμένος, πιο πνευματικός και ασφαλώς δεν διδάσκει ούτε πολέμους, ούτε εγκλήματα, είτε στο όνομά του, είτε για οποιονδήποτε άλλο λόγο. Έγιναν, όμως, φέροντάς τον ως πρόφαση και παρερμηνεύοντάς τον.

    Σήμερα, εξακολουθούν να γίνονται πόλεμοι και εγκλήματα εν ονόματι τού Ισλάμ.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
32,700ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
- Advertisement -

Τελευταία Άρθρα