Δύο -και μισή- θετικές ειδήσεις από τη συνάντηση Μπάιντεν-Σι Τζινπίνγκ

Print Friendly, PDF & Email
spot_img

του Πλάμεν Τόντσεφ*

Η προσωπική γνωριμία του Τζο Μπάιντεν με τον Σι Τζινπίνγκ χρονολογείται από το 2011, όταν ο τότε αντιπρόεδρος των ΗΠΑ επισκέφθηκε την Κίνα, για να “βολιδοσκοπήσει” τον επόμενο ηγέτη της Λαϊκής Δημοκρατίας για τις προθέσεις του και να αποκτήσει οικειότητα μαζί του. Είχε εκφράσει, μάλιστα, την αισιοδοξία του για τις πολύ καλές διμερείς σχέσεις τα επόμενα 30 χρόνια. Το 2012 ο Σι Τζινπίνγκ ανταπέδωσε την επίσκεψη και έκανε περιοδεία στις ΗΠΑ. Κι όμως, παρά τις αβρότητες, τότε ακριβώς ήταν η εποχή που η διοίκηση Ομπάμα ανακοίνωσε τη στροφή προς την Ασία (pivot to Asia) ως κεντρικό άξονα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, καθώς έβλεπε την Κίνα αφενός μεν ως σημαντικό οικονομικό εταίρο, αφετέρου δε ως αναδυόμενο ανταγωνιστή και στρατηγικό αντίπαλο.

Μια δεκαετία αργότερα το δεύτερο στοιχείο είναι πολύ πιο ισχυρό από το πρώτο και η πρόσφατη συνάντηση των παλιών “φίλων” απέδειξε περίτρανα πόσο έχουν αλλάξει οι σινοαμερικανικές σχέσεις που βρίσκονται στο χαμηλότερο σημείο τους τα τελευτά 50 χρόνια. Σε πρόσφατη συνέντευξή του ο νυν Αμερικανός πρόεδρος διευκρίνισε ότι με τον Σι Τζινπίνγκ γνωρίζονται καλά, χωρίς όμως να είναι φίλοι (“Let’s get something straight. We know each other well, but we’re not old friends”).

Θετικές ειδήσεις

Είναι κατ’ αρχήν ενθαρρυντική η αποκατάσταση της επικοινωνίας μεταξύ της Ουάσιγκτον και του Πεκίνου, ώστε να αποφευχθεί μετωπική σύγκρουση μεταξύ τους λόγω λάθος υπολογισμών ή ατυχήματος. Ο κίνδυνος αυτός αυξήθηκε ιδιαίτερα μετά την αμφιλεγόμενη επίσκεψη της Νάνσι  Πελόζι στην Ταϊβάν τον περασμένο Αύγουστο. Ως απάντηση εκείνη την εποχή, η Κίνα προέβη σε πολυήμερες στρατιωτικές ασκήσεις γύρω από την αυτοδιοικούμενη νήσο και διέκοψε τον διμερή διάλογο με τις ΗΠΑ σε οκτώ σημαντικούς τομείς. Οι συνομιλίες στο Μπαλί οδήγησαν στην επανασύσταση ορισμένων ομάδων εργασίας και ανακοινώθηκε ότι ο Αμερικανός υπουργός εξωτερικών σύντομα θα επισκεφθεί το Πεκίνο.

Η δεύτερη θετική είδηση αφορά την σύμπνοια των δύο πλευρών στην κατηγορηματική απόρριψη των απειλών της Ρωσίας για την χρήση πυρηνικών όπλων, έστω και μικρής κλίμακας, στον πόλεμο της Ουκρανίας. Οι πρόεδροι της Κίνας και των ΗΠΑ απηύθυναν αυστηρό μήνυμα στον Πούτιν και ο Σι Τζινπίνγκ επαναλαμβάνει την ίδια θέση σε όλες τις διμερείς επαφές του και με Ευρωπαίους ηγέτες – με τον Γερμανό καγκελάριο Σολτς πριν από λίγες μέρες στο Πεκίνο, όπως και με τον Μακρόν και τον Ρούτε στο Μπαλί. Πρόκειται για το μοναδικό θέμα, στο οποίο το Πεκίνο απομακρύνεται από την “άνευ ορίων” συνεργασία του με την Μόσχα.

Η μισή θετική είδηση αφορά την κατ’ αρχήν προδιάθεση των ΗΠΑ και της Κίνας να συνεργαστούν σε πολύ σημαντικά θέματα παγκόσμιου ενδιαφέροντος, όπως είναι η αναχαίτιση της κλιματικής αλλαγής, αλλά και η επισιτιστική και ενεργειακή κρίση που βιώνουν όλες οι χώρες του πλανήτη. Κατά την συνάντηση των δύο ηγετών στο Μπαλί δεν προσδιορίστηκε η συγκεκριμένη μορφή αυτής της συνεργασίας – εικάζεται ότι περισσότερες λεπτομέρειες θα γίνουν γνωστές μετά την επικείμενη επίσκεψη του Μπλίνκεν στην Κίνα.

Πολύ περισσότερα τα αγκάθια

Παραμένει, όμως, μακρύς ο κατάλογος των διαφωνιών μεταξύ των δύο δυνάμεων – πολύ μακρύτερος των δυόμισι θετικών ειδήσεων. Κατά πρώτο λόγο, η Ταϊβάν αποτελεί την απόλυτη κόκκινη γραμμή για το Πεκίνο. Η κινεζική ηγεσία ανησυχεί, όχι αβάσιμα, ότι ο Μπάιντεν προτίθεται να κρατήσει σκληρή γραμμή στο θέμα της Ταϊβάν, όπως διαφαίνεται από κατ’ επανάληψη τοποθετήσεις του, έστω κι αν την επομένη οι σύμβουλοί του σπεύδουν να “ερμηνεύσουν” και να ανασκευάσουν τις δηλώσεις του. Η κινεζική ηγεσία παρακολουθεί πολύ προσεκτικά τις διεργασίες στο αμερικανικό Κογκρέσο, όπου συζητιέται νομοσχέδιο για νέο πακέτο στρατιωτικής βοήθειας στην Ταϊβάν αξίας 4,5 δισ. δολαρίων.

Για τον πόλεμο της Ουκρανίας, το Πεκίνο διατηρεί την επαμφοτερίζουσα θέση του έναντι της Μόσχας, την οποία βλέπει ως στρατηγικό σύμμαχο. Για άλλη μια φορά, ο Κινέζος πρόεδρος αρνήθηκε να επιρρίψει ευθύνες στον Πούτιν και επέμεινε εκ νέου ότι η Δύση οφείλει να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με την Ρωσία. Σε ό,τι αφορά τις αυξανόμενες προκλήσεις από την Βόρεια Κορέα, το Πεκίνο παρακάμπτει τις προτροπές της Ουάσινγκτον για την άσκηση πίεσης στον Κιμ Γιονγκ-ουν με το επιχείρημα ότι το καθεστώς της Πιονγκγιάνγκ έχει θεμιτές ανησυχίες σχετικά με την εθνική ασφάλεια της χώρας.

Εννοείται ότι καμία πρόοδος δεν σημειώθηκε στο θέμα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Θιβέτ, το Χονγκ Κονγκ και την επαρχία Σιντζιάνγκ – η απάντηση του Πεκίνου ήταν κοφτή και απολύτως αναμενόμενη, με την επίκληση της “δημοκρατίας με κινεζικά χαρακτηριστικά”. Ως προς τον συνεχώς εντεινόμενο τεχνολογικό πόλεμο μεταξύ των δύο χωρών, ο Σι Τζινπίνγκ εξέφρασε – έστω συγκεκαλυμμένα – τις αντιρρήσεις του Πεκίνου για την απόφαση του Μπάιντεν στις 7  Οκτωβρίου να περιορίσει δραστικά την πρόσβαση κινεζικών εταιρειών σε προηγμένες αμερικανικές τεχνολογίες, ιδίως στον τομέα των ημιαγωγών. Πρόκειται για μέτρο πολύ πιο ουσιαστικό απ’ όλους τους δασμούς που είχε επιβάλει ο Ντόναλντ Τραμπ στην δική του θητεία.

Τέλος, μένει να δούμε αν οι δύο χώρες μπορούν να συνεργαστούν στο θέμα της διαγραφής χρεών. Η πρόταση αυτή της αμερικανικής πλευράς αποτελεί σαφή αναφορά στην πρωτοβουλία της Κίνας, γνωστή ως νέος Δρόμος του Μεταξιού (Belt and Road Initiative), η οποία έχει αφήσει πολλές αναπτυσσόμενες χώρες με τεράστια χρέη έναντι κινεζικών τραπεζών.

Έλιωσαν οι πάγοι;

Παρά τις ουκ ολίγες διαφωνίες, η συνάντηση Σι-Μπάϊντεν απέδωσε αποτελέσματα καλύτερα των αναμενόμενων, για δύο λόγους. Πρώτον, ήταν εξαιρετικά χαμηλές οι προσδοκίες, δεδομένου του τοξικού κλίματος που είχε επικρατήσει τους τελευταίους μήνες. Δεύτερον, τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Κίνα αντιμετωπίζουν σοβαρότατες προκλήσεις στο εσωτερικό τους και δεν έχουν τα περιθώρια να εμπλακούν σε περιπέτειες υπό τις σημερινές συνθήκες.

Η μεν Αμερική είναι διαιρεμένη σε δύο στρατόπεδα που βρίσκονται στα όρια εμφύλιου σπαραγμού και το φάντασμα της 6ης Ιανουαρίου 2021, όταν έγινε η εισβολή στο Καπιτώλιο, εξακολουθεί να πλανάται πάνω από την χώρα. Η δε Κίνα πασχίζει να αντιστρέψει τον οικονομικό κατήφορο, στον οποίον βρίσκεται όχι μόνο λόγω της στρατηγικής μηδενικής ανοχής στον κορωνοϊό (zero-COVID), αλλά και εξαιτίας δομικών προβλημάτων που απορρέουν από το ξεπερασμένο αναπτυξιακό μοντέλο της.

Ωστόσο, το κλισέ που χρησιμοποιείται ευρέως στα ΜΜΕ ότι “έλιωσαν οι πάγοι” μεταξύ των δύο δυνάμεων είναι εν μέρει μόνο σωστό. Ο ήπιος τόνος που κυριάρχησε στην τρίωρη συνάντηση πράγματι δημιουργεί την ελπίδα ότι δεν επίκειται στο άμεσο μέλλον μετωπική σύγκρουση των δύο δυνάμεων. Αυτό, όμως, δεν αναιρεί το γεγονός ο ανταγωνισμός μεταξύ τους παραμένει οξύτατος και θα συνεχιστεί στο ορατό μέλλον – είναι πιθανό δε να σημαδέψει τον 21ο αιώνα.

Ο Σι Τζινπίνγκ εκφράζει την βαθύτατη πίστη της ηγεσίας της χώρας του στο ιστορικό δικαίωμα του κινεζικού έθνους να διεκδικήσει την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία. Οι διαβεβαιώσεις του κατά την συνάντηση στο Μπαλί ότι η Κίνα δεν επιδιώκει να εκτοπίσει τις ΗΠΑ ή ότι υπάρχει χώρος και για τις δύο δυνάμεις σε μια ειρηνική και αρμονική σχέση είναι γενικόλογα συνθήματα αμφίβολης ειλικρίνειας. Και, το κυριότερο, προσκρούουν στον διακηρυγμένο στόχο η χώρα του να καταστεί το πιο προηγμένο κράτος στον κόσμο έως το 2049, 100ή επέτειο της ίδρυσης της κομμουνιστικής Κίνας. Εξίσου αμφισβητήσιμη είναι και η δήλωση του Σι Τζινπίνγκ ότι το Πεκίνο δεν επιδιώκει την αλλαγή της υφιστάμενης διεθνούς τάξης (China does not seek to change the existing international order), αν την αντιπαραθέσει κανείς με το κοινό σινο-ρωσικό μανιφέστο της 4ης Φεβρουαρίου 2022 για μια νέα παγκόσμια τάξη πραγμάτων.

Η ατζέντα, με την οποία προσήλθε η ομάδα του Μπάιντεν στη συνάντηση κορυφής με την κινεζική αντιπροσωπεία ήταν εκτενής και επιθετική, καθώς ο Αμερικανός πρόεδρος δεν δίστασε να θέσει ακανθώδη ζητήματα. Αντίθετα, ο Κινέζος ομόλογός του κράτησε πιο αμυντική στάση: επέμεινε μεν στις κόκκινες γραμμές της χώρας του, αλλά φάνηκε περισσότερο να επιχειρηματολογεί υπέρ της συνεργασίας παρά να πιέζει τον συνομιλητή του. Αυτό ενδεχομένως υποδηλώνει ότι οι ΗΠΑ, παρά την εσωτερική αναταραχή και τις προφανέστατες αδυναμίες τους, διατηρούν ακόμη προβάδισμα έναντι της Κίνας ως προς την συνολική ισχύ και το διεθνές εκτόπισμά τους. Για την διατήρηση – ή την εκμηδένιση – αυτού του προβαδίσματος θα δοθεί η μεγάλη μάχη μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας τις επόμενες δεκαετίες.

*Ο Πλάμεν Τόντσεφ είναι επικεφαλής Ασιατικών Σπουδών  στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων.

kreport.gr

spot_img

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,750ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
23,300ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
- Advertisement -spot_img

Τελευταία Άρθρα