Γ. Τσουκαλάς: Η “Μακεδονική” γλώσσα κατά τη Συμφωνία των Πρεσπών

Print Friendly, PDF & Email
spot_img
του Γιώργου Τσουκαλά, Δικηγόρου
«Από το ρόδο του χτες έμεινε το όνομα· δεν έχουμε παρά ονόματα κενά» («Stat rosa pristina nomine, nomina nuda tenemus» – Bernard de Cluny στο «De Contemptu Mundi» (1140). Αν η Μακεδονία είναι το ρόδο, μήπως η Ελλάδα κράτησε τελικά κενά ονόματα με την Συμφωνία των Πρεσπών; Τελικά η Συμφωνία των Πρεσπών (2018) μεταξύ Ελλάδας και Βόρειας Μακεδονίας επιβάλλει στην Ελλάδα να αναγνωρίζει στο εσωτερικό της, την γλώσσα της Βόρειας Μακεδονίας, ως «μακεδονική»; Η θέση που λαμβάνεται παρακάτω, είναι πως η Συμφωνία των Πρεσπών δεν υποχρεώνει την Ελλάδα να αποκαλεί ως «μακεδονική» την γλώσσα αυτή στο εσωτερικό της.
Η ΔΙΑΤΑΞΗ 27 ΤΟΥ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟΥ ΤΗΣ ΦΛΩΡΙΝΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ «ΚΕΝΤΡΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ». Στις 28 Ιουλίου 2022, το Ειρηνοδικείο Φλωρίνης εξέδωσε την υπ’ αριθμόν 27 Διάταξή του με την οποία αναγνώρισε ένα σωματείο με την επωνυμία «Κέντρο Μακεδονικής Γλώσσας στην Ελλάδα». Περίληψη της αναγνώρισης του σωματείου δημοσιεύτηκε στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων (05271/Α/17-10-2022). Ήταν όμως ορθό, δυνάμει της Συμφωνίας των Πρεσπών, να αναγνωριστεί ως «μακεδονική γλώσσα στην Ελλάδα», η γλώσσα των Σλαβομακεδόνων; Ως γνωστόν, η ρίζα της ονοματολογικής διαφοράς των Ελλήνων με τους Σλαβομακεδόνες, είναι η απαρασάλευτη επιμονή των τελευταίων, τουλάχιστον επί έναν αιώνα, να θεωρούν πως είναι οι «Μακεδόνες», που ομιλούν την «μακεδονική γλώσσα» και πως η χώρα τους λέγεται «Μακεδονία», παραβλέποντας την ελληνική προέλευση των όρων αυτών. Τελικά η Συμφωνία των Πρεσπών (2018) ήρθε για να επιλύσει την διαφορά, εξαναγκάζοντας τους πείσμονες Σλαβομακεδόνες να μην μονοπωλούν τους ελληνικούς όρους «Μακεδονία», «Μακεδόνας», «μακεδονικός» και να σεβαστούν την αρχαιότατη ελληνική μακεδονική κληρονομιά. Όμως, ύστερα από την υπ’ αριθμ. 27/28ης Ιουλίου 2022 Διάταξη του Ειρηνοδικείου Φλωρίνης, τέθηκε το ερώτημα, τι τελικά προβλέπει η Συμφωνία των Πρεσπών για την «μακεδονική» γλώσσα.
Η «ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ» ΓΛΩΣΣΑ ΩΣ ΔΙΕΘΝΩΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΜΕΝΗ ΓΛΩΣΣΑ. Σύμφωνα με την κρατούσα άποψη και κατά τους γλωσσολόγους, η σλαβομακεδονική γλώσσα είναι μια διακριτή γλώσσα. Το ζήτημα που εύλογα ενδιέφερε την Ελλάδα είναι εάν θα λέγεται διεθνώς «μακεδονική». Είτε αποκρύφτηκε από την ελληνική κοινωνία είτε απλώς η ελληνική κοινή γνώμη δεν ενδιαφέρθηκε για το ζήτημα επί δεκαετίες, η σλαβομακεδονική γλώσσα έχει διεθνώς αναγνωριστεί ως «μακεδονική», κατά το μακρυνό 1977, στην Παγκόσμια Συνδιάσκεψη του Ο.Η.Ε. για την Τυποποίηση των Γεωγραφικών Ονομάτων (Standardization of Geographical Names), που μάλιστα έλαβε χώρα στην Αθήνα. Τότε, κατά ειρωνεία της τύχης, όχι μόνο η Ελλάδα δεν προέβαλε αντιρρήσεις για την διεθνή ονομασία της γλώσσας αυτής ως «μακεδονικής», η οποία έκτοτε τυποποιήθηκε με το Πρότυπο ISO 639 που ακολουθεί το Πρότυπο 3166, αλλά αναγνώρισε ρητώς πως στην τότε Γιουγκοσλαβία ομιλούνταν δυο γλώσσες, η σερβοκροατική και η «μακεδονική» (makedonski, Macedonian). Οι πολιτικοί λόγοι που η Ελλάδα προέβη σε μία τέτοια αναγνώριση το 1977, μάλλον εξηγούνται από την βούληση των Ελλήνων να μην θεωρείται πως οι Νοτιοσλάβοι της περιοχής ομιλούν την βουλγαρική, όπως προβάλλει ο βουλγαρικός μεγαλοϊδεατισμός που ταλάνισε την Μακεδονία στις αρχές του 20ου αιώνα, αλλά και λόγω της συμμαχίας της Ελλάδας με την τότε Γιουγκοσλαβία. Μετά το 2007, και ενώ η Ελλάδα είχε παραλείψει να καταγγείλει το θέμα της «μακεδονικής» γλώσσας, τόσο στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν αναγνωρίστηκε διεθνώς το γειτονικό κράτος ως ανεξάρτητο, όσο και το 1995 όταν υπογράφηκε η Ενδιάμεση Συμφωνία, έγιναν από μέρους της Ελλάδας μερικές προσπάθειες να αλλάξει η διεθνής ονομασία της γλώσσας αυτής, οι οποίες όλες απέτυχαν, λόγω ακριβώς του παγιωμένου διεθνούς καθεστώτος, το οποίο άλλωστε έχαιρε από παλιά της ελληνικής αναγνώρισης.
Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΩΝ ΠΡΕΣΠΩΝ (2018) ΚΑΙ Ο ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΡΟΣ «ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ» ΓΛΩΣΣΑ (makedonski, Macedonian) ΤΗΣ ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗΣ ΤΟΥ Ο.Η.Ε. ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΥΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΩΝ ΟΝΟΜΑΤΩΝ ΤΟΥ 1977. Τι προβλέπει η Συμφωνία των Πρεσπών για την «μακεδονική» γλώσσα; Το διεθνές καθεστώς για την «μακεδονική» γλώσσα δεν μπορούσε να αλλάξει με μία διμερή συνθήκη σαν την Συμφωνία των Πρεσπών. Άλλωστε, άπαξ και η Ελλάδα αναγνώρισε το 1977 την γλώσσα αυτή διεθνώς ως «μακεδονική» (makedonski, Macedonian), τούτο δεν μπορούσε να αλλάξει μισόν αιώνα μετά. Αυτό που μπορούσε να συμβεί μέσω μιας διμερούς συμφωνίας, ήταν οι αναγκαίες διακρίσεις, ώστε να μην συγχέεται διεθνώς η γλώσσα αυτή, με την ελληνική μακεδονική κληρονομιά και τον ελληνικό πολιτισμό – όπως και έγινε. Η Συμφωνία των Πρεσπών ρυθμίζει δηλαδή το σημαινόμενο του διεθνούς όρου «μακεδονική» γλώσσα (makedonski, Macedonian), αναγνωρίζοντας πως η γλώσσα αυτή, όπως καταχωρήθηκε διεθνώς στην Συνδιάσκεψη του Ο.Η.Ε. το 1977, δεν έχει σχέση με την ελληνική Μακεδονία και την πολιτιστική της κληρονομιά. Συνεπώς, αντικείμενο ρύθμισης της Συμφωνίας των Πρεσπών, είναι η ερμηνεία του διεθνούς όρου «μακεδονική» γλώσσα (makedonski, Macedonian), όπως περιλαμβάνεται στην Παγκόσμια Συνδιάσκεψη του Ο.Η.Ε. για την Τυποποίηση των Γεωγραφικών Ονομάτων (Standardization of Geographical Names) του 1977, και όχι η αναγνώριση μιας «μακεδονικής γλώσσας στην Ελλάδα», όπως όλως εσφαλμένως θεώρησε το Ειρηνοδικείο Φλωρίνης. Τούτου δοθέντος, με την Συμφωνία των Πρεσπών, κατά το άρθρο 1 (παρ. 3 γ΄) διευκρινίζεται πως ρυθμιζόμενο ζήτημα είναι αποκλειστικώς και μόνον ο διεθνής όρος «μακεδονική» γλώσσα, όπως αυτός καταχωρήθηκε στην Συνδιάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για την Τυποποίηση των Γεωγραφικών Ονομάτων το 1977, και ο τρόπος ερμηνείας και διασάφησης αυτού δυνάμει του άρθρου 7, ορίζοντας πως,
«Η επίσημη γλώσσα του Δευτέρου Μέρους θα είναι η «Μακεδονική γλώσσα», όπως αναγνωρίσθηκε από την Τρίτη Συνδιάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για την Τυποποίηση των Γεωγραφικών Ονομάτων, που διεξήχθη στην Αθήνα το 1977, και περιγράφεται στο άρθρο 7 (3) και (4) της παρούσας Συμφωνίας».
Συνεπώς, πλέον ορίζεται με το άρθρο 1 παρ. 3 γ΄ της Συμφωνίας των Πρεσπών, πως ο διεθνής όρος «μακεδονική» γλώσσα, όπως αυτός καταχωρήθηκε στην Συνδιάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για την Τυποποίηση των Γεωγραφικών Ονομάτων το 1977, θα ερμηνεύεται με το άρθρο 7 (παρ. 3 και 4) της εν λόγω διμερούς συνθήκης, ώστε να μην συγχέεται διεθνώς η γλώσσα αυτή με την ελληνική ιστορία και τον ελληνικό πολιτισμό της Μακεδονίας. Αυτή είναι η τελεολογία (ratio) του άρθρου 1 παρ. 3 γ΄ της Συμφωνίας των Πρεσπών, η διασάφηση του διεθνούς όρου, και όχι η αναγνώριση στο εσωτερικό της Ελλάδας, «μακεδονικής γλώσσας στην Ελλάδα» όπως εσφαλμένως διέταξε το Ειρηνοδικείο Φλωρίνης κατά παρερμηνεία. Μάλιστα, το άρθρο 1 παρ. 3 γ΄ της Συμφωνίας των Πρεσπών, έχει την ακριβώς αντίθετη τελεολογία μιας τέτοιας αναγνώρισης στο εσωτερικό της Ελλάδας, όπως εκτίθεται παρακάτω δυνάμει όσων ορίζονται στο άρθρο 7 (παρ. 3 και 4), καθώς, αφού αποσκοπεί στο να μην συγχέεται εφ’ εξής ο διεθνής όρος «μακεδονική» γλώσσα όπως καταχωρήθηκε στην ανωτέρω Συνδιάσκεψη του Ο.Η.Ε. το 1977, με την ελληνική κληρονομιά, πολλώ δε μάλλον δεν επιτρέπει μια τέτοια σύγχυση στο εσωτερικό της Ελλάδας όπου ο όρος «μακεδονική γλώσσα» δεν χρησιμοποιείται καθόλου στην ελληνική γλώσσα για να περιγράψει την γλώσσα της Βόρειας Μακεδονίας. Μάλιστα, ακριβώς βάσει του άρθρου 7 (παρ. 3 και 4) της Συμφωνίας των Πρεσπών, ορίζεται και πως για τον διεθνή όρο «μακεδονική», ως επιθετικό προσδιορισμό αναφορικά με την γλώσσα της Βόρειας Μακεδονίας – που αποκαλείται Δεύτερο Μέρος στην σύμβαση, και ώστε να διακρίνεται από την ελληνική κληρονομιά και για να μην συγχέεται με ό,τι θεωρείται ως μακεδονική γλώσσα κατά την ελληνική ιστορία, ισχύουν τα κάτωθι:
«7. (3). Όταν γίνεται αναφορά στο Δεύτερο Μέρος, με αυτούς τους όρους νοούνται η επικράτεια, η γλώσσα, ο πληθυσμός και τα χαρακτηριστικά τους, με την δική τους ιστορία, πολιτισμό και κληρονομιά, διακριτώς διαφορετικά από αυτά που αναφέρονται στο Άρθρο 7 (2).»
«7. (4). Το Δεύτερο Μέρος σημειώνει ότι η επίσημη γλώσσα του, η Μακεδονική γλώσσα, ανήκει στην ομάδα των Νότιων Σλαβικών γλωσσών. Τα Μέρη σημειώνουν ότι η επίσημη γλώσσα και άλλα χαρακτηριστικά του Δευτέρου Μέρους δεν έχουν σχέση με τον αρχαίο Ελληνικό πολιτισμό, την ιστορία, την κουλτούρα και την κληρονομιά της βόρειας περιοχής του Πρώτου Μέρους.»
Καθώς η παράγραφος 3 του άρθρου 7 παραπέμπει με την σειρά της, στην παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου της Συμφωνίας των Πρεσπών, ρυθμίζεται πως στο εσωτερικό της Ελλάδας δεν μπορεί να μεταφέρεται ο διεθνής όρος «μακεδονική» γλώσσα για να περιγραφεί η γλώσσα της Βόρειας Μακεδονίας, γιατί αλλιώς θα προκύψει σύγχυση, και ως εκ τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 2, ορίζεται, καταλαμβάνοντας και τον όρο «μακεδονική» γλώσσα εκ παραμπομπής από το άρθρο 7 παρ.3, πως
«7. (2). Όταν γίνεται αναφορά στο Πρώτο Μέρος, με αυτούς τους όρους νοούνται όχι μόνο η περιοχή και ο πληθυσμός της βόρειας περιοχής του Πρώτου Μέρους, αλλά και τα χαρακτηριστικά τους, καθώς και ο Ελληνικός πολιτισμός, η ιστορία, η κουλτούρα και η κληρονομιά αυτής της περιοχής από την αρχαιότητα έως σήμερα».
Συνεπώς είναι ξεκάθαρο πως δυνάμει της Συμφωνίας των Πρεσπών δεν εισάγεται «μακεδονική γλώσσα στην Ελλάδα» καθώς στην ελληνική κληρονομιά και κατά την ελληνική ιστορία και πολιτισμό δεν αποκαλείται έτσι η γλώσσα της Βόρειας Μακεδονίας, ενώ ως γνωστόν, ως μακεδονική γλώσσα για τους Έλληνες θεωρείται η γλώσσα των αρχαίων Μακεδόνων, μια διάλεκτος της ελληνικής, ενώ υφίσταται στην ελληνική γλώσσα ο όρος σλαβομακεδονική ή αλλιώς γλώσσα της Βόρειας Μακεδονίας για τον προσδιορισμό της ξένης γλώσσας αυτής. Άλλωστε αυτό εννοείται από τις ρυθμίσεις της Συμφωνίας των Πρεσπών, η οποία εφ’ όσον επιλύει την διεθνή σύγχυση που προέκυψε με την Συνδιάσκεψη του Ο.Η.Ε. το 1977, πολλώ δε μάλλον δεν δημιουργεί μια άλλη σύγχυση στο εσωτερικό των κρατών, για το οποίο ορίζεται, να κρατήσουν τα συμβαλλόμενα μέρη το σημαινόμενο που οι ιδιαίτερες κληρονομιές τους καθορίζουν με τον συναφή όρο.
Τέλος δε, το erga omnes (όλες οι χρήσεις) της παραγράφου 8 του άρθρου 1 της Συμφωνίας των Πρεσπών δεν αναφέρεται στον όρο «μακεδονική» γλώσσα, ως προς το εσωτερικό της Ελλάδας, αλλά αναφέρεται στις παραγράφους 9 και 10 του άρθρου 1, τις οποίες άλλωστε ρητά αναφέρει η παράγραφος 8, οι οποίες με την σειρά τους αναφέρονται σε υποχρεώσεις της Βόρειας Μακεδονίας (Δεύτερο Μέρος) όπως περιγράφονται στις παραγράφους αυτές (παρ. 9 και 10), σχετικά με άμεσες ενέργειές της για την αλλαγή του ονόματός της, σε όλες τις χρήσεις. Τούτο επιρρώννυται και από την διατύπωση του άρθρου 1 παρ. 3, όπου προσδιορίζεται στην περίπτωση α΄, πως το erga omnes σχετίζεται με το όνομα «Βόρεια Μακεδονία» – ενώ ως προς τις άλλες περιπτώσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 1, όπως για την «μακεδονική» γλώσσα της Συνδιάσκεψης του Ο.Η.Ε. του 1977 για την Τυποποίηση των Γεωγραφικών Ονομάτων (περ. γ΄) δεν προβλέπεται erga omnes χρήση που να καταλαμβάνει το εσωτερικό της Ελλάδας αλλιώς θα αναφέρονταν ρητώς (όπως στην περ. α΄), για δε τα ταξιδιωτικά έγγραφα (περ. β΄) ούτως ή άλλως erga omnes δεν απαιτείται καθώς δεν υφίστανται διπλά τέτοια έγγραφα, ενώ για τους όρους «Μακεδονία» και «Μακεδόνας» (περ. δ΄) ορίζεται ακριβώς η διαφορετική σημασία των δυο όρων στο εσωτερικό των δύο χωρών λόγω ακριβώς της διαφορετικής ιστορίας και της πολιτιστικής κληρονομιάς τους.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ. Τούτων δοθέντων, το Ειρηνοδικείο Φλωρίνης έχει παρερμηνεύσει την Συμφωνία των Πρεσπών, εφαρμόζοντας αυτήν όλως εσφαλμένως με την Διάταξη 27 της 28ης Ιουλίου 2022 με την οποία αναγνώρισε σωματείο σχετικά με την «μακεδονική γλώσσα στην Ελλάδα». Καθώς η γλώσσα της Βόρειας Μακεδονίας δεν ονομάζεται «μακεδονική» στην Ελλάδα, η δε κατά το καταστατικό του εν λόγω σωματείου προώθηση της γλώσσας αυτής ως «μακεδονικής» στις περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας, απαγορεύεται από την Συμφωνία των Πρεσπών η οποία ρητά προνοεί (άρθρο 7 παρ. 2) για την προστασία της περιοχής και του πληθυσμού της ελληνικής Μακεδονίας, αλλά και για τα χαρακτηριστικά τους, καθώς και για τον Ελληνικό πολιτισμό, την ιστορία, την κουλτούρα και την κληρονομιά αυτής της περιοχής από την αρχαιότητα έως σήμερα. Ως «μακεδονική γλώσσα στην Ελλάδα» κατά την Συμφωνία των Πρεσπών μπορούν να νοούνται οι ελληνικές γλωσσικές διάλεκτοι της Μακεδονίας από την αρχαιότητα έως σήμερα, όπως προέκυψαν από τον ελληνικό πολιτισμό της περιοχής – όπως αντιστοίχως στην Βόρεια Μακεδονία θεωρείται ως «μακεδονική» γλώσσα, η γλώσσα του λαού της. Διαφορετική δε ερμηνεία είναι contra legem καθώς θα παραβίαζε το δικαίωμα των ανθρώπων εκατέρωθεν να αποκαλούν ως μακεδονική γλώσσα την διάλεκτο των προγόνων τους, όπως κατοχυρώνεται τόσο στην Συμφωνία των Πρεσπών που ρυθμίζει το ζήτημα σε διακρατικό επίπεδο, όσο και από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) σε επίπεδο ατομικών δικαιωμάτων. Τούτο δε, δεν πρέπει να συγχέεται με τον διεθνή όρο «μακεδονική» γλώσσα (makedonski, Macedonian), όπως περιλαμβάνεται στην Παγκόσμια Συνδιάσκεψη του Ο.Η.Ε. για την Τυποποίηση των Γεωγραφικών Ονομάτων (Standardization of Geographical Names) του 1977.
spot_img

4 ΣΧΟΛΙΑ

  1. “Αυτή είναι η τελεολογία (ratio) του άρθρου 1 παρ. 3 γ΄ της Συμφωνίας των Πρεσπών, η διασάφηση του διεθνούς όρου, και όχι η αναγνώριση στο εσωτερικό της Ελλάδας, «μακεδονικής γλώσσας στην Ελλάδα» όπως εσφαλμένως διέταξε το Ειρηνοδικείο Φλωρίνης”

    Δηλαδή αλλιώς θα ονομάζεται αυτή η γλώσσα στα Σκόπια αλλά και διεθνώς και αλλιώς στην Ελλάδα; Αλλόκοτα πράγματα.

  2. “Αυτή είναι η τελεολογία (ratio) του άρθρου 1 παρ. 3 γ΄ της Συμφωνίας των Πρεσπών, η διασάφηση του διεθνούς όρου, και όχι η αναγνώριση στο εσωτερικό της Ελλάδας, «μακεδονικής γλώσσας στην Ελλάδα» όπως εσφαλμένως διέταξε το Ειρηνοδικείο Φλωρίνης…”

    Δηλαδή αλλιώς θα ονομάζεται αυτή η γλώσσα στα Σκόπια αλλά και διεθνώς και αλλιώς στην Ελλάδα; Αλλόκοτα πράγματα.

  3. Σκόπια, ψευτομακεδόνες και Αλβανοί των Σκοπίων

    Στην αρχαία Μακεδονία ανήκε μόνο ένα μικρό μέρος της σημερινής ΠΓΔΜ’ η Πελαγονία (Μοναστήρι, Γευγελή, Στρώμνιτσα) κ.α. Τα υπόλοιπα εδάφη της χώρας αυτής ανήκαν στην Παιονία και τη Δαρδανία.

    Όσον αφορά το ψευδεπίγραφο ‘Μακεδονικό’ έθνος…Ας δούμε κάτι. Ο Ηρόδοτος είχε πει ότι έθνος είναι ένα σύνολο ανθρώπων οι οποίοι έχουν κοινή καταγωγή, κοινή θρησκεία, κοινή γλώσσα και κοινούς τρόπους/ήθη κ.τ.λ. Μετά τη Γαλλική επανάσταση, ο όρος “έθνος” πήρε μία κάπως διαφορετική σημασία, δηλαδή έθνος πλέον σήμαινε ένα σύνολο ανθρώπων που έχουν κοινά ιστορικά/πολιτικά βιώματα, ανεξαρτήτως της φυλετικής καταγωγής τους. Οι Σκοπιανοί λοιπόν αποδίδουν στο έθνος τους – το οποίο ονομάζουν “Μακεδονικό – την Ηροδότεια έννοια, δηλαδή θεωρούν ότι αυτοί είναι άμεσοι απόγονοι των αρχαίων Μακεδόνων, και απορρίπτουν την έννοια που προέρχεται από την Γαλλική επανάσταση και μετά’ ότι δηλαδή το έθνος σχηματίζεται από ανθρώπους που έχουν κοινή κουλτούρα, βιώματα και συνείδηση κ.α. Αυτό όμως σημαίνει ότι διεκδικούν ιστορία που δεν τους ανήκε. Άρα;
    .
    Να πούμε και κάτι άλλο. Η περιοχή της Παιονίας αποικίστηκε από τους Ντρεγκόβιτσι (Δρογουβίτες ή Δρουγουβίτες), έναν σλαβικό λαό από την περιοχή της Λευκορωσίας. Ασφαλώς, ανθρωπολογικά και φυλετικά, οι νότιοι Σλάβοι (ανάμεσα τους και οι ψευτομακεδόνες Σκοπιανοί) δεν είναι γνήσιοι Σλάβοι (δεν ανήκουν στον βαλτικό ανθρωπολογικό τύπο παρά σε ελάχιστο ποσοστό), αλλά στο μεγαλύτερο τους ποσοστό είναι απόγονοι ντόπιων (Ιλλυριών, Θρακών και Παιόνων αλλά και άλλων φυλών) που εκσλαβίστηκαν. Δηλαδή μπορεί όντως ως έναν βαθμό οι σημερινοί Σκοπιανοί να είναι απόγονοι και αρχαίων Μακεδόνων, αυτό όμως και πάλι δεν τους δίνει το δικαίωμα να αυτοαποκαλούνται Μακεδόνες, και αυτό επειδή οι όποιοι πρόγονοι τους εκσλαβίστηκαν, προσχώρησαν πλέον στην κουλτούρα των Σλάβων, έγιναν κάτι άλλο από αυτό που κάποτε μπορεί να ήταν, προσχώρησαν σε μία άλλη κουλτούρα, γλώσσα κ.α.

    Δεν είναι λοιπόν “Μακεδονία” η περιοχή, αλλά ακόμα και αν ήταν, οι σημερινοί κάτοικοι της θα ήταν “Μακεδόνες” μόνο γεωγραφικά (που όμως όπως εξήγησα ούτε αυτό δεν είναι).
    Άρα τί παραπάνω να λέμε;

    Ας δούμε όμως και κάτι. Το πραγματικό ιστορικό όνομα της ΠΓΔΜ είναι «Βαρντάρσκα Μπανοβίνα»; Στην πραγματικότητα, η ονομασία αυτή χρησιμοποιήθηκε απ’ το γιουγκοσλαβικό κράτος 12 χρόνια όλα κι όλα (1929-1941) και μάλιστα κάτω από συνθήκες που επιβεβαιώνουν πανηγυρικά τον τεχνητό χαρακτήρα της. Οταν η στρατιωτική δικτατορία του βασιλιά Αλέξανδρου επιχείρησε το 1929 να εξαλείψει τις εθνότητες της χώρας συγχωνεύοντάς τις σε ένα ενιαίο «γιουγκοσλαβικό» έθνος υπό σερβική ηγεμονία, όλες οι «ιστορικές» περιφέρειες της Γιουγκοσλαβίας αντικαταστάθηκαν από Διοικήσεις («Μπανοβίνες») με τα ονόματα των τοπικών ποταμών. Η αλλαγή παγιώθηκε με το σύνταγμα του 1931 (άρθρο 83) και αντιμετωπίστηκε ειρωνικά από το διεθνή τύπο της εποχής. Αν πάρουμε στα σοβαρά αυτή τη διοικητική διαίρεση, τότε εκτός από (γιουγκοσλαβική) Μακεδονία δεν υπάρχουν επίσης Σλοβενία (αλλά «Ντράβσκα» Μπανοβίνα), Κροατία («Σάβσκα» και «Πριμόρσκα» Μπανοβίνα), Μαυροβούνιο («Ζέτσκα» Μπανοβίνα), Βοσνία-Ερζεγοβίνη («Ντρίνσκα» και «Βρμπάσκα» Μπανοβίνα), Βοϊβοδίνα («Ντουνάβσκα» Μπανοβίνα) και -φυσικά- ούτε Σερβία («Μοράβσκα» Μπανοβίνα). Η γελοιότητα του όλου επιχειρήματος, που προπαγανδίστηκε κι από επίσημα χείλη (βλ. επιστολή Παπαθεμελή, «Ε» 17.3.01), είναι παραπάνω από προφανής.

    Το μόνο όνομα που θα τους ταίριαζε, θα ήταν:

    α) Βουλγαρική Δημοκρατία του Βαρδάρη,
    β) Δημοκρατία του Βαρδάρη,
    γ) Δημοκρατία των Ντρεγκόβιτσι,
    ε) Βουλγαρική Δημοκρατία της Παιονίας,
    στ) Δημοκρατία της Παιονίας
    ζ) Κεντρική Βαλκανική Δημοκρατία (η οποία θα είναι διαχωρισμένη σε δύο ομόσπονδα κρατίδια, όπου το ένα θα λέγεται “Ιλλυρίδα” και το άλλο “Σλαβομακεδονία”, και οι δύο κύριες εθνικότητες που θα το κατοικούν θα είναι οι Σλαβομακεδόνες και οι Αλβανοί).

    Το ‘Μακεδονία του Βαρδάρη’ (ή στα σλαβικά ‘Βάρνταρσκα Μακεντόνιγια’) είναι επίσης ένα όνομα που δεν τους ταιριάζει.

    Υπάρχουν τώρα 100-200.000 Έλληνες στην Π.Γ.Δ.Μ.; Άγνωστο. Το αρχικό έναυσμα δόθηκε από μια σφυγμομέτρηση του περιοδικού «PULS» (1991) κατά την οποία, σε περίπτωση διάλυσης της ΠΓΔΜ, ένα 10,88 % των ερωτηθέντων θα προτιμούσε να ζήσει στην Ελλάδα κι όχι σε κάποια άλλη γειτονική χώρα -προτίμηση που από ελληνικά ΜΜΕ (και το Α2 του ΓΕΣ) ερμηνεύθηκε σαν εκδήλωση ελληνικής εθνικής συνείδησης!

    Ακολούθησε η πανηγυρική υποδοχή της προκήρυξης μιας «Οργάνωσης Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας» (19.2.93), που σύντομα αποδείχθηκε κατασκεύασμα του εγχώριου «Στόχου». Οπως επισημαίνει και ο Κωφός, η όλη παραφιλολογία (στην οποία μετείχε ακόμη και η υφυπουργός Εξωτερικών Βιργινία Τσουδερού, ανεβάζοντας μάλιστα το ποσοστό της «ελληνικής μειονότητας» σε 18,6) «ενίσχυε την εντύπωση σε τρίτους ότι η Ελλάδα αναζητεί ή κατασκευάζει ερείσματα για επέμβαση στη γειτονική χώρα.».

    Επίσημες πηγές δέχονται ότι «το μεγαλύτερο μέρος των Ελλήνων» της Σερβικής Μακεδονίας (5.000 άτομα) μετανάστευσε στην Ελλάδα το 1913. (Α.Α. Πάλλης, «Στατιστική μελέτη περί των φυλετικών μεταναστεύσεων Μακεδονίας και Θράκης», Αθήναι 1925, σ.6)

    Οπως επισημαίνει ο επί τρεις δεκαετίες εμπειρογνώμων του ΥΠΕΞ, Ευάγγελος Κωφός, «αφότου άρχισε να λειτουργεί μετά τον πόλεμο το Γενικό Προξενείο Σκοπίων, κανείς από τις περίπου δυο δεκάδες προξένους που υπηρέτησαν εκεί δεν κατέγραψε ελληνική μειονότητα παρόμοιων διαστάσεων στην περιοχή. Υπήρχαν μερικά απομεινάρια Βλάχων, αν και οι περισσότεροι ή είχαν ‘μακεδονοποιηθεί’ ή προέβαλλαν χωριστή ‘βλάχικη’ ταυτότητα.» («Αντί» 3.1.1997). Η εικόνα αυτή δεν άλλαξε μέχρι σήμερα.

    Οι μόνοι πολίτες της ΠΓΔΜ που διεκδικούν δημόσια τη σχέση τους με την Ελλάδα, είναι οι σλαβόφωνοι πολιτικοί πρόσφυγες του Εμφυλίου που, ως «μη Ελληνες το γένος» οι περισσότεροι (όπως η οικογένεια του Γκrούεφσκι), αποκλείστηκαν από τον ελεύθρο επαναπατρισμό του 1982, κάποιοι λίγοι Βλάχοι με ελληνική συνείδηση, οι λίγοι πλέον Σαρακατσάνοι της Γευγελής και της Στρώμνιτσας και οι γηγενείς Έλληνες του Μοναστηρίου.
    Σε περίπτωση διάλυσης του γειτονικού κρατους και διαμοιρασμού των εδαφών του, η Ελλάδα θα μπορούσε να διεκδικήσει το Μοναστήρι, τη Γευγελή κ.α.

    Όσον αφορά τους Αλβανούς της ΠΓΔΜ, δεν είναι η πλειοψηφία του πληθυσμού της χώρας. Όμως δεν είναι ούτε 25,2% όπως αναφέρει η τελευταία απογραφή που διεξήχθη στη χώρα αυτή το 2002. Αν προσθέσουμε και τους χριστιανούς ορθόδοξους Αλβανούς που κατοικούν σε 17 οικισμούς στην περιοχή Reka e Epërme (Ρέκα ε Έπερμε) και τους οποίους το καθεστώς της ΠΓΔΜ δεν αναγνωρίζει ως μειονότητα και προσπαθεί να τους αφομοιώσει, αν προσθέσουμε και κάποιους Αρβανιτόβλαχους που κατέφυγαν τα παλαιότερα χρόνια από την Αλβανία στην ΠΓΔΜ (ένα ποσοστό των οποίων έχει αλβανική εθνική συνείδηση), και αυτοί ορθόδοξοι χριστιανοί τους οποίους δεν καταγράφει η ΠΓΔΜ, καθώς και τους λίγους Ρωμαιοκαθολικούς Αλβανούς της ΠΓΔΜ (τους οποίους και αυτούς δεν αναγνωρίζει ως Αλβανούς η ΠΓΔΜ αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις τους αναφέρει ως Κροάτες), τότε οι Αλβανοί είναι τουλάχιστον το 30% (και παραπάνω) του πληθυσμού της γειτονικής χώρας.

    Ο Ισμαΐλ Κεμάλι τέλος, ο μετέπειτα ιδρυτής του Αλβανικού κράτους και πρώτος πρωθυπουργός της Αλβανίας, στην επίσημη εφημερίδα του Σωτηρία (εξέδοσε μόνο 5 φύλα στο Παρίσι) έγραψε σε άπταιστα Ελληνικά:

    «Δεν επιτρέπεται ζήτημα Μακεδονικόν. Υπάρχει μεν Μακεδονία εν τη Ευρωπαϊκή Τουρκία ως υπάρχει εν τη Ασιατική Τουρκία Καρία, Παφλαγωνία ως υπάρχει εν Ελλάδι Λακεδαίμων και Βοιωτία, δεν υπάρχουν όμως Μακεδόνες. Κυρίως Μακεδονικόν ζήτημα δεν υπάρχει. Οι το Μακεδονικόν ζήτημα παρουσιάζοντες δεν αποβλέπουσι παρά εις τον σχηματισμόν της Μεγάλης Βουλγαρίας. Οι Έλληνες ουδόλως ζητούν να παραβιάσουν τα δικαιώματα των άλλων γενών, η στάσις των είναι απλώς αμυντική. Το Βουλγαρικόν στοιχείον όμως εμπνέεται από άλλων διαθέσεων, ζητεί δι’ όλων των μέσων να εξαπλωθεί επί βλάβη του Ελληνικού στοιχείου. Ανάγκη λοιπόν ή το σλαβικόν στοιχείον να στερηθεί της εξωτερικής του υποστηρίξεως ήτις το καθιστά επιθετικόν ή το Ελληνικό στοιχείον εξ ίσου να υποστηριχθεί, ώστε να δυνηθεί να διατηρήσει ό, τι θέλουν να του αποσπάσουν. Τοιαύτη είναι η αμοιβαία στάσις των Ελλήνων και Βουλγάρων εν τη Θράκη και Μακεδονία. Ενώ οι πρώτοι (οι Έλληνες) ζητούν να καθέξουν τας καθαρώς Ελληνικάς χώρας (της Μακεδονίας), οι Βούλγαροι κάμνουν ό, τι είναι δυνατόν διά να καταπατήσουν τας κτήσεις των άλλων εθνικοτήτων και προ πάντων τους ελληνικούς τόπους. Οι Έλληνες εν και μόνον πράγμα επιθυμούν, να προφυλαχθούν κατά πάσης παραβιάσεως των ιστορικών και εθνολογικών δικαιωμάτων τους.»

  4. ΚΥΡΙΕ ΑΛΗ-ΑΛ ΓΙΟΥΝΑΝΙ συγχαρητήρια για την ιστορική ανάλυση ,που μας παραθέσατε, την οποίαν έπρεπε να στείλετε στους κ.κ. Τσίπρα και Κοτζιά προ της υπογραφής της Συμφωνίας των Πρεσπών. Φυσικά δεν θα την διάβαζαν γιατί και αυτοί την γνώριζαν ,επειδή δεν θα ασκούσαν ”ενεργητική εξωτερική πολιτική” ,που τώρα μας γύρισε πίσω.
    Τέτοια εξωτερική πολιτική σκοπεύουν να εφαρμόσουν και με την Τουρκία αν -ό μη γένοιτο-ξαναεκλεγούν.
    Υ.Γ Από τις ονομασίες που αναφέρετε για τα Σκόπια πιο ανώδυνη , ακομμάτιστη (λέξη που την προτιμούν πολλοί για να κρύψουν τις πραγματικές κομματικές προτιμήσεις τους) και ορθότερη θα ήταν ”ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΒΑΛΚΑΝΙΚΗΣ , σαν την Δημοκρατία της Κεντρικής Αφρικής. Ονομασίες με πρόσημο την λέξη Βουλγαρική δεν έπρεπε και δεν πρέπει να δοθούν . Η Κύπρος έχει ελληνικό και τουρκικό στοιχεία, αλλά ονομάζεται Κυπριακή Δημοκρατία.
    Είναι λάθος η ονομασία του ψευδοκράτους -επειδή δεν αναγνωρίστηκε στον ΟΗΕ-σε Τουρκική Δημοκρατία της Κύπρου.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,750ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
23,900ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
- Advertisement -spot_img

Τελευταία Άρθρα