ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ: Αναστασία Καλαϊτζίδου: Κοιμόμουν πάνω σε πτώματα [βίντεο+κείμενο]

19/5/20 | 1 | 0 | 541 εμφανίσεις

Γενοκτονία- Ντοκυμαντέρ Εκπομπή “Ανιχνεύσεις” ΕΡΤ3 13.05.09 from Pantelis Savvidis on Vimeo.

 

Από το βιβλίο του Νίκου Ασλανίδη: “Μάρτυρες: 100 χρόνια μετά”*.

Η  Αναστασία Καλαιτζίδου, ήταν η γιαγιά του συναδέλφου και φίλου Παντελή Σαββίδη. Γεννήθηκε στο χωριό Κιζίλκαγια της Τρίπολης το 1904 και πέθανε στην Αξιούπολη του Κιλκίς, το 1996. Ήταν το μοναδικό κορίτσι από πέντε αδέλφια. Επέζησαν μόνο δύο. Ο αδελφός της Αμοιράς απαγχονίστηκε από τον Τοπάλ Οσμάν ενώ τα αλλά δύο αδέλφια της πέθαναν στις πορείες του “λευκού θανάτου”…

“Το 1916, όταν ήρθαν στον Πόντο οι Ρώσοι,  οι Τούρκοι βρήκαν ευκαιρία να μας στείλουν όλους τους Έλληνες εξορία” είπε  η ίδια και συνέχισε: “Μία μέρα ήρθαν οι τσανταρμάδες στο χωριό μας και μας έβγαλαν έξω από τα σπίτια μας. Κατέβασαν μέχρι και τους  βοσκούς από τα βουνά. Τα παιδιά έκλαιγαν, οι μεγάλοι φώναζαν, τα ζώα μούγκριζαν, ήταν σαν να έγινε Δευτέρα παρουσία… Μας οδήγησαν στην αρχή σε ένα γειτονικό χωριό και μετά μας πήγαν στην Κερασούντα. Εκεί μας έβαλαν σε ένα ξυλουργείο ενός Έλληνα και κοιμηθήκαμε. Την άλλη μέρα άρχισε  να χιονίζει και ξεκινήσαμε τη μεγάλη πορεία μέσα σε χιονοθύελλα. Περάσαμε την Κουλάκαγια και την Εράσαι και μας βάλανε σε ένα “τσαΐρι” να κοιμηθούμε. Ήμασταν  300 οικογένειες και κουρασμένοι όπως ήμασταν μας πήρε ο ύπνος μέσα στα χιόνια. Όλη τη νύχτα χιόνιζε και το  πρωί όταν ξυπνήσαμε είχαμε πάνω μας μισό μέτρο χιόνι…

Εκεί όλοι αρρωστήσαμε. Τα μικρά παιδιά άρχισαν να πεθαίνουν. Οι τσανταρμάδες δεν μας άφηναν ούτε να τα θάψουμε. Φωνάζανε και χτυπούσανε για να συνεχίσουμε την πορεία. Φτάσαμε σε ένα χωριό που το έλεγαν Εντρές. Σε αυτό το χωριό ήταν Αρμένιοι που τους είχαν σκοτώσει όλους… Στα πηγάδια τους όπως μας έλεγαν είχαν ρίξει δηλητήριο και δεν μας άφηναν να πιούμε νερό… Για να πιούμε νερό έπρεπε να πάμε σε ένα ποτάμι μακριά από το χωριό. Ο  μικρός μου αδελφός  πέθανε εκεί και ο μεγαλύτερος αδελφός  μου ο Αμοιράς, αποφάσισε να φύγουμε για να γλιτώσουμε οι υπόλοιποι. Θάψαμε τον αδελφό μου όπως – όπως σε ένα ομαδικό τάφο και φύγαμε.  Κάθε μέρα πέθαναν 15-20 άτομα. Περίπου 200 άτομα φύγαμε κρυφά και από βουνό σε βουνό προσπαθούσαμε να γυρίσουμε στο χωριό μας. Βρήκαμε ένα ποτάμι και  στις άκρες του ποταμού προχωρούσαμε γρήγορα για να μην μας προλάβουν και μας βρούνε.. Σε αυτήν την πορεία όποιος έζησε -έζησε και οποίος πέθανε – πέθανε… Φτάσαμε σε ένα χωριό που ήσαν Ρωμαίοι και δεν μας έδωσαν να φάμε τίποτα. Νηστικοί συνεχίσαμε και φτάσαμε σε ένα άλλο ρωμαίικο χωριό όπου ένας πλούσιος, ο Αναστάς Αγάς έβαλε καζάνια και μας μαγείρεψαν να φάμε όλοι. Εκεί κάτσαμε περίπου 15 μέρες και μετά φύγαμε. Γυρίσαμε στο χωριό μας και κρυφτήκαμε στα σπίτια μας. Όσοι έβγαιναν από τα σπίτια τους έπιαναν και τους έστελναν πάλι στην εξορία. Έλεγαν “σεφιάτ-σεφιάτ” (εξορία) και άντε πάλι εξορία. Μία μέρα πιάσανε τον αδελφό μου τον Αμοιρά. Αναγκαστικά βγήκα και εγώ από το σπίτι μας και πιάσανε και μένα. Με στείλαμε πάλι εξορία και δεν άντεχα άλλο. Ήμουν τόσο κουρασμένη που έβαζα το κεφάλι μου πάνω στους πεθαμένους και κοιμόμουνα… Κάθε μέρα, κάθε ώρα περίμενα να πεθάνω και εγώ… Ένα βράδυ μας κλείδωσαν σε μια αποθήκη και τα τουρκόπουλα μας πετούσαν φύλλα  μουριάς από τα παράθυρα.  Εμείς ήμασταν τόσο νηστικοί που τα τρώγαμε. Μαλώναμε μεταξύ μας ποιός θα πάρει το φύλλο που πετούσαν τα παιδιά.  Τόση πείνα είχαμε… Πέθαναν πολλοί  γιατί δεν άντεξαν. Φτάσαμε στην Τοχάτη και εκεί ένας πλούσιος Έλληνας μας ταΐζε επί 1,5 μήνα.

Στην Παναγία Σουμελά στο Βέρμιο. Παππούς, Γιαγιά, Εγγονός.

Το 1918 μας είπαν να γυρίσουμε στα χωριά μας. Κάναμε 20 μέρες πορεία  να φτάσουμε στην Κερασούντα. Εκεί βρήκα έναν πατριώτη και τον ρώτησα για τα αδέλφια μου που τα είχα χάσει. Τότε έμαθα ότι ο Αμοιράς ήταν στο Γιονοσλού και είχε φούρνο. Μόλις πήγα και με είδε έκλαιγε σαν παιδί. Όπως μου είπε ένας Τούρκος του έδωσε αλεύρι και έκανε ψωμί. Εκεί κάτσαμε δυο- τρεις μήνες και ήρθε νέα διαταγή να γυρίσουμε στα χωριά μας. Τότε πολλοί έφυγαν στη Ρωσία. Εγώ με τον αδελφό μου και τη νύφη μου γυρίσαμε στο χωριό  και βρήκαμε Τούρκους στα σπίτια μας…Στις 29 Απριλίου του 1920, ο Αμοιράς αποφάσισε να πάει στην Τρίπολη. Εκεί τον έπιασε ο Τοπάλ Οσμάν μαζί με αλλού έξι Έλληνες και τους κρέμασε. Τον Τοπάλ Οσμάν τον ξέραμε γιατί πουλούσε ψάρια. Μας μισούσε και έλεγε: “εγώ ρωμαίικο αίμα εάν δεν δω δεν τρώω το φαγητό μου…” Έμεινα μόνη με τη νύφη μου. Ήμουν 16 χρονών και ένας Τούρκος αστυνομικός ήθελε να με πάρει. Δυο φορές προσπάθησα να αυτοκτονήσω μόνο με την ιδέα ότι θα με έπαιρνε Τούρκος. Δεν είχα κανένα να με βοηθήσει. Όλα τα αδέλφια μου είχαν πεθάνει και μόνο ένας, ο Παύλος, έφυγε στη Ρωσία και γλίτωσε. Τους συγχωριανούς μου, από 12 χρονών παιδιά μέχρι 60, τους είχαν βάλει να κάνουν δρόμους… Με ένα κομμάτι ψωμί οι περισσότεροι πέθαναν δουλεύοντας …

Όσοι είχαν χρήματα πλήρωναν μεγάλα ποσά σε Τούρκους που είχαν καΐκια για να τους μεταφέρουν κρυφά στην Ρωσία ή στην Ελλάδα.

Η Αναστασία Καλαιτζίδου και η νύφη της, δεν είχαν χρήματα αλλά στάθηκαν τυχερές γιατί πάνω στην απόγνωση τους συνάντησαν έναν Τούρκο, φίλο των αδελφών της, ο οποίος τους έδωσε τα ναύλα για να φύγουν στην Ελλάδα. Επιβιβάστηκαν σε ένα πλοίο αλλά και εκεί παραμόνευε ο κίνδυνος…

Πάνω στο πλοίο υπήρχε ένας Τούρκος δουλέμπορος, ο οποίος διάλεγε κορίτσια και τα πουλούσε σε πλούσιους συμπατριώτες του… Ευτυχώς ο καπετάνιος του πλοίου λυπήθηκε τα δύο κορίτσια και τα έκρυψε σε μια αποθήκη του πλοίου. Έτσι κατάφεραν να φτάσουν στην Κωνσταντινούπολη και να επιβιβαστούν σε ελληνικό πλοίο που τους μετέφερε στην Ελλάδα.

<Στην αρχή μας πήγαν στα Επτάνησα αλλά εκεί ο κόσμος δεν μας ήθελε> είπε η ίδια και κατέληξε: <Είχαμε γεμίσει ψείρες πάνω στα βαπόρια. Τελικά μας πήγαν στην Ακράτα και εκεί δουλεύαμε στις ελιές. Μετά από καιρό μας βρήκε ο αδελφός μου ο Παύλος που ήρθε από τη Ρωσία και έμενε στην Αξιούπολη. Έτσι πήγαμε και εμείς εκεί…>

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το βιβλίο «Μάρτυρες…100 χρόνια μετά» είναι συνεντεύξεις με επιζήσαντες της Γενοκτονίας.  Πρόκειται για συνεντεύξεις που πήρε ο Νίκος Ασλανίδης στα 40 χρόνια της δημοσιογραφικής του πορείας από πρόσφυγες της πρώτης γενιάς. Άλλες δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες και περιοδικά, άλλες ακούστηκαν σε ραδιοφωνικούς σταθμούς και άλλες προβλήθηκαν στην τηλεόραση. Κοινός παρονομαστής είναι ο Πόντος και τα τραγικά γεγονότα της Γενοκτονίας.

 Το προλογίζει ο ομότιμος καθηγητής Κωστας Φωτιαδης.

Η Γενοκτονία  της…μνήμης

 Έναν αιώνα μετά τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, ζούμε μια δεύτερη Γενοκτονία. Τη Γενοκτονία της… μνήμης. Το τραγικό με την ιστορία των προγόνων μας είναι ότι όσο ζούσαν οι επιζώντες (πρόσφυγες της πρώτης γενιάς) κανείς δεν τολμούσε να αμφισβητήσει  τη Γενοκτονία.

 Μετά από 100 χρόνια -και ενώ  η συντριπτική πλειοψηφία των επιζώντων έφυγε από τη ζωή- εμφανίστηκαν οι αρνητές της Γενοκτονίας όχι μόνο στην Τουρκία αλλά και επί… ελληνικού εδάφους!!! Αν αυτές οι φωνές ακούγονται σήμερα τι θα γίνει άραγε στα επόμενα 100 χρόνια; Τότε όχι μόνο δεν θα υπάρχουν αυτόπτες μάρτυρες αλλά ούτε και αυτήκοες…

 Οι μαρτυρίες αυτές λοιπόν, έρχονται να αποστομώσουν όλους αυτούς που είτε σκόπιμα είτε από άγνοια, αμφισβητούν τη  Γενοκτονία των προγόνων μας.

 

 

 

 

 

Category: Φακελος Κορονοϊός

( 1 )

Trackback URL | Comments RSS Feed

  1. 1
    Επισκέπτης says:

    Μα εδώ … “χάσαμε” εντελώς την μνήμη μας και δεν “θυμόμαστε” ούτε πώς χάθηκαν αυτοί οι Έλληνες:

    Η διπλή δολοφονία του πόντου

    Άδικο έχει ο Κρανιδιώτης, που αναφερόμενος σ’ αυτήν την ανεκδιήγητη, που έβαλαν ΠτΔ, γράφει μεταξύ άλλων: “Φανταστείτε, λοιπόν, στο Ισραήλ την ημέρα μνήμης τoυ Ολοκαυτώματος του Εβραϊκού Έθνους από τη ναζιστική Γερμανία να έβγαζαν ο Ριβλίν και ο Νετανιάχου μήνυμα στο οποίο να μην κατονομάζονταν η ναζιστική Γερμανία και ο Χίτλερ, και ο Ριβλίν μάλιστα να έλεγε πως οι Εβραίοι «χάθηκαν». Χάλασε το GPS ίσως; Η θύελλα που θα ξεσπούσε, δεδομένου και του ταμπεραμέντου των Ισραηλινών, θα γινόταν πολιτικός τυφώνας με άγνωστη κατάληξη για τους δύο άνδρες;

Back to Top

Leave a Reply

 characters available

 


Το σχόλιο της ημέρας

Ροή Ειδήσεων


Εορτολόγιο