ΑΝΑΒΙΩΣΗ ΜΙΑΣ ΕΠΟΧΗΣ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΠΑΖΑΧΟΥ

Print Friendly, PDF & Email
spot_img

 

Του Παντελή Σαββίδη

Η σεισμολογία ορφάνεψε. Από την Πέμπτη το μεσημέρι ο καθηγητής Βασίλης Παπαζάχος δεν βρίσκεται, πια, μαζί μας. Άρχισε το μακρύ ταξίδι στην αιωνιότητα. Εκεί που λοιμοί, σεισμοί, καταποντισμοί και άλλα ανάλογα φαινόμενα, γίνονται σε αστρονομικές διαστάσεις αλλά δεν έχουν σημασία. Ίσως, σύμφωνα με την πιο αισιόδοξη άποψη, να παρακολουθούμε την αστερόσκονή μας να συμμετέχει στις διεργασίας. Από κάπου αλλού. Αυτό, κάποια στιγμή θα το συνειδητοποιήσουμε όλοι. Η στιγμή αυτή για τον Βασίλη Παπαζάχο ήρθε την Πέμπτη.

Άνθρωπος με συνείδηση σμιλεμένη στο χωριό Σμόκοβο της Καρδίτσας, όπου και επέστρεψε για πάντα, έφερε βαριά την αίσθηση της κοινωνικής ευθύνης στην πορεία του. Αυτή η αίσθηση και η αγάπη για την δουλειά και τα γράμματα διαμόρφωσαν μια προσωπικότητα που σε δύσκολους καιρούς, από τους σεισμούς της Θεσσαλονίκης, το 1978, ως και την ομοτιμοποίησή του από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, στάθηκε δίπλα στην κοινωνία.

Η διαχείριση των σεισμών, το πέρασμα της σεισμολογίας από την εποχή των κατακρημνίσεων στην εποχή των λιθοσφαιρικών πλακών, η δημιουργία του εργαστηρίου Γεωφυσικής στη Θεσσαλονίκη, η σεισμολογική οργάνωση της χώρας, η διαμόρφωση αντισεισμικού κανονισμού, αλλά, κυρίως, η δημιουργία μιας ολόκληρης σχολής από ανθρώπους που, επίσης, διέπρεψαν και διαπρέπουν στην σεισμολογία και την γεωφυσική οφείλονται εν πολλοίς στον Βασίλη Παπαζάχο.

Γεννήθηκε το 1930, σπούδασε φυσική, έγινε βοηθός και επιμελητής στο Γεωδυναμικό Ινστιτούτο Αθηνών, που μέχρι τους σεισμούς της Θεσσαλονίκης ήταν η μόνη πηγή ενημέρωσης, και το 1977 εξελέγη καθηγητής Γεωφυσικής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Ήταν η χρονιά, το φθινόπωρο της οποίας, άρχισα να εργάζομαι στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη». Με κύριο ενδιαφέρον την ανώτατη εκπαίδευση.

Την άνοιξη του επόμενου έτους, αρχίζουν οι προσεισμοί, όπως μπορούμε με ασφάλεια να πούμε σήμερα, της Θεσσαλονίκης. Η διεύθυνση της εφημερίδας (Αντώνης Κούρτης, Αντώνης Πεκλάρης) αναζητά καθηγητή Πανεπιστημίου για να πληροφορηθεί και να ενημερώσει τους αναγνώστες της εφημερίδας. Μου αναθέτει το σχετικό ρεπορτάζ. Στην αρχή, πηγή μας ήταν ο καθηγητής Παλαιοντολογίας Ιωάννης Μελέντης. Του τηλεφωνώ το βράδυ του σεισμού της 8ης Μαίου και μου λέει πως εξελέγη νέος καθηγητής αρμόδιος, ακριβώς, γι αυτό το αντικείμενο. Και μου δίνει το τηλέφωνό του.

Στον επόμενο σεισμό, στις 24 Μαίου, 2.30 μετά τα μεσάνυχτα, επικοινωνώ με τον νέο καθηγητής, τον Βασίλη Παπαζάχο, και κλείνουμε ραντεβού στο γραφείο του στο πανεπιστήμιο, στις 5 το πρωί για να προλάβω να γράψω κάτι για το φύλο της ίδιας ημέρας. Η «Θεσσαλονίκη» έκλεινε το πρωί της ίδιας ημέρας που κυκλοφορούσε. Σε μια εποχή που η μόνη πηγή ενημέρωσης ήταν η εφημερίδα, το να κλείνεις λίγες ώρες πριν την κυκλοφορία ήταν ένα από τα ατού.

Βρίσκομαι με τον Παπαζάχο σε ένα μικρό γραφείο, δίπλα από το μεγάλο και εντυπωσιακό του Μελέντη (ο οποίος ήταν παλιός καθηγητής και, προφανώς, το εδικαιούτο) και εμβαπτίζομαι σε μια νέα προσέγγιση του σεισμικού φαινομένου. Στην θεωρία των λιθοσφαιρικών πλακών.

Ήταν, όπως σημείωσα, 24 Μαίου 1978 που ένας σεισμός με μέγεθος 5,8 συντάραξε την πόλη. Η σεισμική ακολουθία είχε αρχίσει από τις 8 Μαίου και το βασικό ερώτημα αν ήταν σεισμός ή προσεισμός δεν μπορούσε να απαντηθεί τότε. Όπως και σήμερα. Ο σεισμός είναι κατ εξοχήν χαοτικό φαινόμενο. Και βραχυχρόνια πρόβλεψή του δεν γίνεται ούτε και τώρα. Ο εστιακός χώρος του σεισμού, το μέγεθός του σε συνεργασία με το Γεωδυναμικό Ινστιτούτο για να μην υπάρχουν αποκλίσεις και τρομοκρατηθεί ο κόσμος από συνωμοσιολογίες, κάποια καθησυχαστικά λόγια για να διατηρηθεί η ψυχραιμία στην πόλη αλλά και ένα κλίμα ¨να είμαστε σε εγρήγορση ¨ήταν το αποτέλεσμα της πρώτης αυτής συνάντησης με τον Παπαζάχο.

Κυρίως, όμως, η συνάντηση ήταν η πρώτη επαφή μιας γνωριμίας και μιας εκτίμησης εκ μέρους μου προς τον διακεκριμένο, διεθνώς, καθηγητή που κράτησε μέχρι τον θάνατό του.

Οι σεισμοί συνεχίστηκαν και η οριστική απάντηση, αν οι προηγούμενοι ήταν οι κύριοι σεισμοί ή προσεισμοί, δόθηκε το βράδυ της 20ης Ιουνίου με τον σεισμό μεγέθους 6,5 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ και επίκεντρο τον χώρο μεταξύ των δύο λιμνών της περιοχής Βόλβης.

Ο κόσμος βγήκε στους δρόμους, στήθηκαν αντίσκηνα για να εγκατασταθεί σε οργανωμένους οικισμούς, υπήρξαν, ως γνωστόν, και θύματα και το γεγονός αποτέλεσε τομή και για την Θεσσαλονίκη και για την χώρα και για την σεισμολογική επιστήμη.

Ο Βασίλης Παπαζάχος, νέος, ακόμη και καθηγητής με όρεξη να εργαστεί αποτέλεσε παράδειγμα ακούραστου επιστήμονος με κοινωνική ευθύνη. Η επαφή μας ήταν καθημερινή και ολοήμερη. Μόνο αργά το βράδυ χωρίζαμε. Ο καθηγητής πήγαινε στο γραφείο του ή στο σπίτι στο οποίο έμενε απέναντι από την Ροτόντα και εγώ στην εφημερίδα, όπου είχα εγκατασταθεί, ενώνοντας δύο πολυθρόνες για κρεβάτι το βράδυ. Το σπίτι που έμενα πριν τον σεισμό είχε χαρακτηρισθεί κίτρινο (μη κατοικήσιμο, δηλαδή) και η εφημερίδα αποτέλεσε την μόνη λύση για αρκετούς μήνες. Στην εφημερίδα, από τότε ως την ημέρα που έκλεισε το 1996, με φώναζαν Παπαζάχο.

Το σπίτι του Παπαζάχου όπου έμενε με τη εμβληματική σύζυγό του Κατερίνα, ήταν το μόνο στην περιοχή που φωτιζόταν το βράδυ. Οι άνθρωποι της πόλης βγήκαν από τις κατοικίες τους και είτε έφυγαν στην περιφέρεια, είτε έμεναν σε αντίσκηνα. Ο φωτισμός της κατοικίας του Παπαζάχου είχε και μια σημειολογία. Μην φοβάστε. Ο ίδιος ο καθηγητής μένει στο σπίτι του. Βεβαίως, η υπόδειξη της επιστροφής δεν γινόταν για όλα τα σπίτια. Αλλά για όσα είχαν αντέξει στον σεισμό. Και επειδή αυτό τις πρώτες ημέρες ήταν δύσκολο να φανεί, ο συμβολισμός λειτουργούσε στο επίπεδο του καθησυχασμού από τον φόβο.

Είναι μια λειτουργία που, μόνο, όσοι την  έχουν βιώσει μπορούν να την καταλάβουν.

Γίναμε όλοι σεισμολόγοι, η εφημερίδα εκτίναξε τις πωλήσεις της, εμείς αισθανόμασταν ότι προσφέρουμε στην κοινωνία και επειδή μέσα από τα ρεπορτάζ ο κόσμος με είχε μάθει, όπου με συναντούσαν με ρωτούσαν τι γίνεται με τους σεισμούς. Καλά ενημερωμένος τους έλεγα ό,τι γνώριζα από τις συνομιλίες μου με τον Παπαζάχο αλλά στο βασικό ερώτημα αν θα ξαναγίνει νέος, μεγάλος σεισμός, δεν μπορούσα να απαντήσω, όχι, μόνο εγώ αλλά ούτε και ο Παπαζάχος.

Και εδώ είναι ένα κρίσιμο ερώτημα που μου έθεσε ο καθηγητής. Μια ημέρα μου λέει: Δεν μπορούμε να κάνουμε βραχυχρόνιες προβλέψεις. Αλλά και να μπορούσαμε, θα ήταν δυνατόν να βγω και να πω στον κόσμο, φύγετε, θα γίνει σεισμός; Από την ταραχή που θα προκαλούνταν θα είχαμε περισσότερα θύματα. Και θα καταστρεφόταν και η οικονομία. Η ευθύνη είναι τεράστια. Η οργάνωση της απομάκρυνσης των κατοίκων είναι έργο της πολιτείας. Αυτή πρέπει να το αναλάβει.

Το 1978, είχαν περάσει μόλις τέσσερα χρόνια από τότε που η θεωρία των λιθοσφαιρικών πλακών έγινε αποδεκτή από τη επιστημονική κοινότητα. Ήταν η θεωρία που ασπαζόταν, φυσικά, και ο Παπαζάχος και τα στοιχεία της οποίας, τέσσερα χρόνια μετά την καθιέρωσή της ήταν, ακόμη, ζητούμενα. Ο Παπαζάχος μου έδωσε ένα βιβλίο που είχε γράψει και δίδασκε στο πανεπιστήμιο από το οποίο έπαιρνα τα πλέον ενδιαφέροντα, για τους αναγνώστες, στοιχεία για την ενημέρωσή τους σχετικά με το φαινόμενο. Η ροπή μου προς τις θετικές επιστήμες έκανε την δουλειά αυτή σχετικά εύκολη, διότι τα περιεχόμενα του βιβλίου ήταν επιστημονικά διατυπωμένα, έπρεπε να τα εκλαϊκεύσω, αφαιρώντας τους μαθηματικούς τύπους. Μου αναγνώρισε επανειλημμένως αυτήν την προσπάθεια ο Παπαζάχος προς μεγάλη ευχαρίστησή μου.

Ένα άλλο στοιχείο που όλοι οι δημοσιογράφοι και τα στελέχη των εφημερίδων αναγνωρίσαν, τότε, στον Παπαζάχο ήταν η απλότητα του χαρακτήρα του, η οικειότητα, παράλληλα με την ευγένεια με την οποία σε αντιμετώπιζε και η διάθεσή του να ενημερώσει οποιαδήποτε ώρα της ημέρας. Και, φυσικά, και της νύκτας.

Πέραν του ρεπορτάζ που έκανα μαζί του, ανάγκη κάποιας ενημέρωσης σε βάθος είχε και ο αρχισυντάκτης, τότε, της εφημερίδας, Αντώνης Πεκλάρης, ο οποίος άρχιζε την εργασία του κοντά στα μεσάνυχτα και καθόταν ως τις 10 το πρωί.

Ο Πεκλάρης, ο οποίος απέκτησε και αυτός μια φιλική επαφή με τον Παπαζάχο, του τηλεφωνούσε ακόμη και μετά τα μεσάνυχτα, ή και στις 5 το πρωί, για να βγάλει τον τίτλο της εφημερίδας. Όχι, μόνο, δεν δυσανασχετούσε ο Παπαζάχος αλλά το ένοιωθε ως κοινωνική ευθύνη. Ανταποκρινόταν χωρίς καμιά ενόχληση. Και μας ενθάρρυνε να του τηλεφωνούμε όποτε θέλουμε.

Οι εμπειρίες στη συνέχεια μαζί του ήταν πολλές και εντυπωσιακές αλλά θα περιοριστώ σε δύο τρείς.

Τέλη Ιουνίου του 1978 επισκέπτεται τη Θεσσαλονίκη ο, τότε, πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής για να έχει προσωπική αντίληψη των επιπτώσεων του σεισμού και της αντιμετώπισή του. Ο Καραμανλής συμμετείχε σε διάφορες συσκέψεις και λίγο πριν φύγει από την πόλη, η εφημερίδα «Θεσσαλονίκη» κυκλοφόρησε στη 1 Ιουλίου με τον τίτλο: «Ξεχάσατε κάτι κ. Καραμανλή». Ο τίτλος ήταν το αποτέλεσμα της επαφής του Βασίλη Παπαζάχου με τον αρχισυντάκτη Αντώνη Πεκλάρη. Και αυτό το κάτι ήταν η ετοιμότητα του Παπαζάχου να προτείνει στον πρωθυπουργό τη δημιουργία δικτύου σεισμολογικών σταθμών και Εργαστηρίου Γεωφυσικής. Ο Καραμανλής ενημερώθηκε για τον τίτλο της εφημερίδας, κάλεσε τον Παπαζάχο για διευκρινήσεις και όπως ο ίδιος ο Παπαζάχος παραδέχθηκε στην τηλεοπτική εκπομπή της ΕΡΤ3 Ανιχνεύσεις, τον Φεβρουάριο του 2001, όταν έγινε, πια, Ομότιμος, το δημοσίευμα της εφημερίδας βοήθησε τα μέγιστα στην επιτυχία του σκοπού. Ο Καραμανλής του έδωσε όλα τα χρήματα που ζήτησε και η δημιουργία του Εργαστηρίου και η εγκατάσταση των σταθμών ήταν γεγονός. Πλέον, η παρακολούθηση του σεισμικού φαινομένου γινόταν με μεγαλύτερη επιστημονική ακρίβεια και υπήρχε η βάση για την δημιουργία μια κυψέλης νεαρών επιστημόνων για μελέτη του σεισμών. Γύρω από το Εργαστήριο και τον Παπαζάχο συσπειρώθηκαν πολλοί νέοι που σπούδασαν γεωφυσική ή σεισμολογία και άφησαν το αποτύπωμά τους στην επιστήμη. Ένας από αυτούς είναι και ο γιός του Παπαζάχου, Κώστας.

Ο Παπαζάχος, άφησε γερό αποτύπωμα στην ελληνική και παγκόσμια σεισμολογική επιστήμη και στην κοινωνία της Θεσσαλονίκης. Και συνδύασε την επιστημονική γνώση με το ήθος και την αίσθηση κοινωνικής προσφοράς.

Ο σεισμός της Θεσσαλονίκης τράβηξε το παγκόσμιο επιστημονικό ενδιαφέρον και ο Παπαζάχος έγινε μια διεθνής επιστημονική προσωπικότητα. Μικρό διάστημα μετά τον μεγάλο σεισμό θέλησε να κάνει ένα διεθνές συνέδριο στη Θεσσαλονίκη για την πρόγνωση των σεισμών. Τα κατάφερε. Η εφημερίδα «Θεσσαλονίκη» που μαζί με την «Μακεδονία» ανήκαν στην ιδιοκτησία της οικογένειας Βελλίδη, τον βοήθησε και πάλι. Ο Παπαζάχος, μου ζήτησε να μεταφέρω στην Βελλίδη την παράκλησή του να παραθέσει ένα δείπνο στους συνέδρους και η εκδότρια το έκανε με μεγάλη χαρά και με τις καλύτερες προϋποθέσεις. Ο Βελλίδης και οι διάδοχοί του μέχρι που έκλεισε το συγκρότημα ενδιαφέρονταν για την πόλη.

Το συνέδριο ήταν εντυπωσιακό και ο Παπαζάχος, μαζί με την ομάδα του, διατύπωσαν την δική τους θεωρία πρόβλεψης σεισμών. Κεντρική σημείο της θεωρίας ήταν πως κάθε 35 χρόνια η Θεσσαλονίκη έπρεπε να αντιμετωπίζει έναν μεγάλο σεισμό ώστε να εκτονώνεται η ενέργεια που συσσωρεύεται από τη σύγκλιση των λιθοσφαιρικών πλακών. Τα χρόνια πέρασαν, η Θεσσαλονίκη δεν αντιμετώπισε άλλο, τόσο μεγάλο, σεισμό, ευτυχώς, και η θεωρία ατόνησε. Τουλάχιστον ως προς το σημείο αυτό. Σήμερα, βραχυχρόνια πρόβλεψη θεωρείται, ακόμη αδύνατη.

Και μια προσωπική περιπέτεια:

Όλες τις εποχές, παντού και πάντοτε, η εξουσία είναι ίδια. Και τότε, ορισμένοι ήθελαν να διαχειριστούν και να ελέγξουν την ροή της πληροφόρησης. Παρόλο που πέρασαν τέσσερα χρόνια από την πτώση της δικτατορίας, οι αστυνομοκρατούμενες δομές παρέμεναν. Σε μια από τις συσκέψεις που έγιναν στο Υπουργείο Βορείου Ελλάδος με τον υπουργό Νίκο Μάρτη, τον υπουργό Δημοσίων Έργων Νίκο Ζαρντινίδη, τον Βασίλη Παπαζάχο και άλλους παράγοντες, (μιλάμε για το καλοκαίρι του 1978) πήγα για να ενημερωθώ τι αποφασίσθηκε.

Οι ασφαλίτες της εποχής, που ακολουθούσαν τους υπουργούς, με είχαν στην μαύρη λίστα διότι δεν άρεσαν σ αυτούς, ή στους προϊσταμένους τους, αυτά που έγραφα.

Ενώ η σύσκεψη βρισκόταν σε εξέλιξη, με το που μπήκα στον προθάλαμο να περιμένω για την ενημέρωση, αρχίζουν να με προκαλούν με τον γνωστό ασφαλίτικο τρόπο και να μαλώνουν μαζί μου. Νεαρός τότε, το 1978 ήμουν 24 χρονών, άρχισα να αντιλέγω και εγώ. Από τη φασαρία, βγαίνει έξω ο Ζαρντινίδης και αντί να ρωτήσει τι συμβαίνει, τα βάζει μαζί μου. Μαλώνω και με τον υπουργό και φεύγω.

Περίμενα έξω, στο προαύλιο του υπουργείου Με το που βγαίνει ο Παπαζάχος, ο οποίος πληροφορήθηκε τι συνέβη, έρχεται κατευθείαν σε μένα να με καθησυχάσει. Και μου λέει, γελώντας, και το εξής: μου είπαν, λέει ο Παπαζάχος, μην του μιλάς αυτού (εμένα, δηλαδή). Είναι κομμουνιστής. Γιατί γελούσε ο Παπαζάχος; Διότι, ενώ εγώ δεν υπήρξα ποτέ κομμουνιστής, ο Παπαζάχος, ήταν γνωστό πως ανήκε στην αριστερά.

«Αυτός είναι κομμουνιστής, απομονώστε τον» ήταν το γνωστό ασφαλίτικο ρεφρέν όταν δεν ήθελαν κάποιον από την λήξη του Εμφυλίου ως την μεταπολίτευση. Το κατήργησε το 1981 ο Ανδρέας Παπανδρέου.

Και κάτι τελευταίο: όταν έκανα την εκπομπή “Ανιχνεύσεις” στην ΕΡΤ3 μια περίοδο καλούσα επιστημονικές προσωπικότητες να εξηγήσουν ποιο ήταν  το χαρακτηριστικό που τις έκανε να ξεχωρίσουν. Ο Παπαζαχος μου είπε: σκληρή δουλειά και διάβασμα.

Ο Βασίλης Παπαζάχος ήταν μια εξαιρετική προσωπικότητα επιστήμονος και ανθρώπου. Γι αυτό θα μείνει αξέχαστος. Καλό ταξίδι δάσκαλε.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Μακεδονία” 13.11.22

spot_img

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,749ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
23,300ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
- Advertisement -spot_img

Τελευταία Άρθρα