ΧΩΡΙΣ ΛΟΓΟ.- (το σαράκι του μαρξισμού).

6/1/20 | 1 | 0 | 1,268 εμφανίσεις

του ΦΩΤΗ ΚΑΓΓΕΛΑΡΗ 

Παραμονές του νέου έτους οι άνθρωποι συχνά επιχειρούν ένα απολογισμό του έτους που παρήλθε ή της δεκαετίας, ενίοτε του αιώνα. Ο απολογισμός μπορεί επίσης να έχει ως αφορμή ένα γεγονός ή την γέννηση-θάνατο ενός ανθρώπου που θετικά η αρνητικά συνέβαλλε στην διαμόρφωση της ιστορίας.

Με αφορμή της συμπλήρωσης το 2020 διακοσίων χρόνων από την γέννηση του Ένγκελς και διακοσίων δύο χρόνων από την γέννηση του Μαρξ γράφτηκε το παρακάτω κείμενο.

 Έχει κατά καιρούς επιχειρηθεί να ερμηνευτεί το γιατί της αποτυχίας του λεγόμενου σοσιαλιστικού-επαναστατικού κινήματος να αναπτύξει ένα πολιτικό κοινωνικό καθεστώς σύμφωνα  με τις ιδεολογικές αρχές του και τα θεωρητικά του θεμέλια. Γιατί απέτυχε το «πείραμα»-κίνημα, η επανάσταση ας πούμε, στις πρώην λεγόμενες σοσιαλιστικές χώρες, αρχής γενομένης από την ίδια την πρώην Σοβιετική Ένωση και εν συνεχεία την Κίνα, το Βιετνάμ, την Κούβα, οσονούπω την Κορέα; Αυτό το φαινόμενο παρατηρήθηκε και σε χώρες της Αφρικής όπως η Μοζαμβίκη και η Αγκόλα ή της κεντρικής Αμερικής όπως η Νικαράγουα αλλά και όπου αλλού ευαγγελίστηκαν ένα καλύτερο καθεστώς για το μέλλον του ανθρώπου εκκινώντας από τους πυλώνες του μαρξισμού, τον διαλεκτικό και ιστορικό υλισμό.

Η κακοδαιμονία του κινήματος αυτού, ν’ αναπτύξει έναν τέλειο κόσμο, ίσως εκείνον που ονειρευόταν ο Λάιμπνιτς, ή έστω ένα καλύτερο από τον υπάρχοντα φαίνεται να οφείλεται στον ίδιο τον μαρξισμό και όχι στους επιγόνους του οι οποίοι απλώς παραλάμβαναν την κακοδαιμονία.

Ένα σαράκι ροκανίζει σταθερά τον μαρξισμό, ένα σαράκι που το γεννά ο ίδιος ο μαρξισμός, το σαράκι του μαρξισμού.

Αυτό το σαράκι ονομάζεται έλλειψη λόγου. Όχι θεωρίας. Έλλειψη προσίδιου λόγου,  όχι κριτικής θεωρίας όπως είναι ο μαρξισμός.  Μια επανάσταση, ένα κίνημα, ένας άνθρωπος δεν μπορεί να ευοδωθεί εάν  δεν έχει τον δικό του λόγο. Εάν χρησιμοποιεί ως λόγο (ουσιαστικά πρόκειται για αντίλογο) τον λόγο της εξουσίας και πολεμά με αυτά που τον πολεμούν, με αυτά που μάχεται, αρχής γενομένης του Μαρξ όταν ισχυριζόταν ότι αρκεί ν’ αναποδογυρίσεις το χεγκελιανό σύστημα για ν’ αποδώσεις τον ιστορικό υλισμό είναι σίγουρο ότι δεν θα πας πουθενά. Λίγα βήματα στο κενό για να διαπιστώσεις, ίσως μετά από μερικές δεκαετίες, το ανέφικτο του εγχειρήματος. Διάφοροι ρομαντικοί αναλυτές προσκείμενοι στον μαρξισμό λένε ότι έγινε κακή εφαρμογή της θεωρίας. Ίσως να υπάρχει μια αλήθεια εδώ. Αλλά και σωστή εφαρμογή να γινόταν (το πως θα γινόταν είναι μια άλλη ιστορία, θα πέφταμε στα γνωστά «αν» της ιστορίας) πάλι η αποτυχία θα ήταν εγγυημένη. Γιατί, πως να τα βάλω με τον λόγο της εξουσίας, έναν πλήρη λόγο, χωρίς λόγο, χωρίς προσίδιο λόγο, πώς να τα βάλω με την εξουσία στρέφοντας τα δικά της χέρια, το δικό της κεφάλι εναντίον της,  μιλώντας τον  δικό της λόγο,  έστω κι αν τον αντιστρέφω, όπως επιχείρησε ο Μαρξ;

Στην περίπτωση που ευοδώνονται οι επαναστάσεις, π.χ. Γαλλική Επανάσταση ήταν γιατί δεν ζήτησε τον λόγο από την εξουσία, δεν πάλεψε την εξουσία με τον λόγο της εξουσίας. Είχε δικό της λόγο τον οποίο διεκδίκησε κι εγκατέστησε στην θέση του παλαιού λόγου. Αντίθετα, στα κινήματα 1848, 1871, 1917 ζητείται να τους δοθεί ο λόγος της εξουσίας ως δικός τους, ενώ ήταν λόγος της εξουσίας. Έτσι όμως έβαζαν τρικλοποδιά στον εαυτό τους. Γιατί, κι αν ακόμα έπαιρναν τον λόγο (την εξουσία), ουσιαστικά εγκαθιστούσαν την ίδια εξουσία με άλλες λέξεις, πράγμα που φάνηκε έντονα τουλάχιστον στην περίπτωση του 1917. Δεν είχαν λόγο εξουσίας. Μια ματιά να ρίξει κανείς στα «Άπαντα» του Μάο, του Κιμ ιλ Σουνγκ ή του Τσαουσέσκου βλέπει αμέσως ότι πρόκειται για μια ηθικοπλαστική πρόταση με στοιχεία εντοπιότητας σαν και κείνη που ανέπτυξε ο Γ. Φαράκος για την ηθική της ΚΝΕ.

Η ασθένεια της έλλειψης λόγου φτάνει σε ακραία μορφή όταν τα ίδια τα κόμματα της αντιπολίτευσης δέχονται ότι δεν είναι κόμματα εξουσίας (βλέπε Α. Παπαρήγα). Βέβαια, και εκείνα που λένε ότι είναι κόμματα διεκδίκησης της εξουσίας μπορεί ως κόμματα αντιπολίτευσης να είναι ήδη στην εξουσία αφού υπηρετούν την εξουσία και απλώς περιμένουν στη σειρά για τον θώκο. Είναι αυτό ακριβώς που συμβαίνει με τα διπολικά κόμματα εξουσίας: η ρητορική, η παράθεση επιχειρημάτων δεν είναι παρά μια αντιγραφή του ενός από το άλλο, αφού επί της ουσίας δεν διεκδικούν καμία αλλαγή, αφού και τα δύο είναι κόμματα εξουσίας, με εναλλαγή προσώπων στους κυβερνητικούς θώκους. Έτσι αντιλαμβάνονται κι έτσι παρουσιάζουν την Δημοκρατία. Έτσι, λίγο-πολύ λειτουργεί ο κόσμος σήμερα.

Συχνά, το Παλαιό Καθεστώς δημιουργεί λόγο αντιπολίτευσης με το να φυτεύει κόμματα που έχουν αναλάβει αυτό τον σκοπό, ενδεχομένως, για να δώσει την δυνατότητα εκτόνωσης στην αντιπολιτευτική φωνή με όρους δικούς του, βέβαια.

Μπερνάρ Ανρί Λεβί

Μπερνάρ Ανρί Λεβί

Η προώθηση της αντίδρασης γίνεται, επίσης, με έναν δήθεν κριτικό λόγο, όπως εκείνο των Νέων Φιλοσόφων (Nouveaux Philosophes) -κριτικών απολογητών της εξουσίας- των  οποίων τον κύριο εκπρόσωπο δέχτηκε μετά τιμών ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μας κ. Π. Παυλόπουλος. Αλήθεια, είχε συνείδηση ο κ. Παυλόπουλος τι έκανε εκείνη τη στιγμή; Μήπως νόμιζε ότι δεχόταν έναν επιφανή εκπρόσωπο του ευρωπαϊκού πνεύματος και όχι έναν απολογητή και υπερασπιστή των βομβαρδισμών της Σερβίας με επιχειρήματα τραβηγμένα από την πιο μαύρη φαρέτρα; Ή, επειδή, ακριβώς, είχε συνείδηση ο κ. Παυλόπουλος για το τι έκανε, γι’ αυτό και τον δέχτηκε; Αν ισχύει αυτό, προσέξτε τον εναγκαλισμό εξουσίας και θεωρίας της εξουσίας, το πώς η εξουσία εμπιστεύεται και δεξιώνεται μέσα στο  ίδιο της το δόμημα, το Προεδρικό Μέγαρο, τον δήθεν κριτικό λόγο, ουσιαστικά, τον δικό της λόγο. Θέλουμε να πιστεύουμε ότι ο κ. Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας υπέπεσε σε λάθος υποδείξεις για την κίνηση του αυτή. Ο ίδιος, ίσως και να μην τον ήξερε διόλου αυτόν τον υπερασπιστή και απολογητή του εκάστοτε γάλλου προέδρου.

**********

Τούτων δοθέντων, ποια εξουσία δεν θα χαιρόταν εάν την αντιμετώπιζαν με τα όπλα που εκείνη εκχωρούσε στην αντιπολίτευση ή η αντιπολίτευση δανειζόταν ή έστω υφάρπαζε; Σαν να δίνει στα παιδιά κάτι να παίζουν. Και, βέβαια, πώς η αντιπολίτευση, το κίνημα γενικότερα να μιλήσει μια ξένη γλώσσα όταν δεν κατέχει το συντακτικό και την γραμματική της, αφού αυτά είναι που συγκροτούν την γλώσσα,  την γλώσσα του άλλου του οποίου διεκδικεί τον λόγο. Απλώς, παπαγαλίζει. Μα κι αν ακόμα κατείχε το συντακτικό και την γραμματική της γλώσσας του άλλου πάλι δεν θα είχε προσίδιο λόγο, πάλι θα παπαγάλιζε. Ίσως, ακόμα χειρότερα, το κίνημα θα μιλούσε ως δική του την γλώσσα του άλλου, αυτού του άλλου που μιλώντας αυτή την γλώσσα έχει καθυποτάξει το κίνημα. Το κίνημα πια θα καθυποτασσόταν εκ των έσω από τον ίδιο του τον εαυτό, από τον ίδιο του τον λόγο, ο οποίος  είναι ο λόγος της εξουσίας που πολεμάει.

Για να σκεφτούμε μια στιγμή. Ποια είναι τα κύρια συνθήματα μέσω των οποίων εκφράζεται η επιδίωξη μιας σοσιαλιστικής επανάστασης εν σχέσει με εκείνα της Γαλλικής Επανάστασης; Στην πρώτη περίπτωση δεν υπάρχουν νέα συνθήματα. Το «για όλους» ελευθερία, ίσες ευκαιρίες, κ.λπ. έχει ήδη ειπωθεί στην «Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου» («κάθε άνθρωπος γεννιέται ίσος..»), αλλά, και στο εμβληματικό τρίπτυχο: Ισότης, Αδελφότης, Ελευθερία.

Τι έχουν να αντιπαρατάξουν τα κινήματα που διεκδικούν την εξουσία σήμερα ή αυτά που διεκδίκησαν την εξουσία αμέσως μετά την Γαλλική Επανάσταση;

Ότι θα το κάνουν καλύτερα; Ότι είναι λέξεις κενές περιεχομένου στο αστικό καθεστώς; Ναι, ίσως, αλλά αυτές οι λέξεις, ο λόγος δεν έχει βγει από τα σπλάχνα των κινημάτων, αλλά από τα σπλάχνα της προηγούμενης επανάστασης. Δηλαδή, ουσιαστικά, αντιπολιτεύονται, μιλούν τον λόγο του προηγούμενου καθεστώτος, δεν εξεγείρονται. Και, μάλιστα αντιπολιτεύονται διά του λόγου τον οποίο πολεμούν.

Αντίθετα, τα προαναφερθέντα συνθήματα εκφρασθέντα από την Γαλλική Επανάσταση διεκδικούν πλήρη λόγο αυτονομίας εν σχέσει με το Παλαιό Καθεστώς, το οποίο, σαρώθηκε από αυτόν τον άλλο λόγο, έναν άλλο λόγο που θα μιληθεί στα ενδόμυχα της κοινωνίας, λόγος ικανός να κάνει την κοινωνία να μιλήσει έτερα. Μην ξεχνάμε τα ίδια τα λόγια του Μαρξ για την εξαιρετική συμβολή της αστικής επανάστασης στην ιστορία του ανθρώπου.

Όταν η Γαλλική Επανάσταση φώναζε «ψωμί», δεν το ζητούσε. Το διεκδικούσε μέσω μιας κραυγής απόγνωσης, λόγου εξουσίας. Οι επαναστατημένοι κραύγαζαν, «δεν έχουμε ψωμί, θέλουμε ψωμί». Δεν έλεγαν, δώστε μας. Και, το «δεν έχουμε», σημαίνει, εν συνεχεία, παράγουμε-ψωμί: μια άλλη ώθηση στην οικονομία από εκείνη που δεν ήταν σε θέση να τους δώσει ή δεν ήθελε το Παλαιό Καθεστώς. Άλλες δυνάμεις παραγωγής υπεισέρχονται και δομούν την εξουσία με τον δικό τους λόγο, λόγο που δεν  δανείζεται από τον λόγο της προηγούμενης εξουσίας. Λόγο όχι αντιδάνειο.

Το βασικό ελληνικό σύνθημα μετά το ’50: «Ψωμί, παιδεία, ελευθερία», ακούγεται περισσότερο σαν να ζητά, παρά να κραυγάζει ότι είναι σε θέση να το διεκδικεί και να το παράγει. Γι’ αυτό και θα ακούγεται στο διηνεκές χωρίς αποτέλεσμα.

Βέβαια, θα πει ο καλόπιστος αναγνώστης, το βασικό αυτό σύνθημα ως λόγος δεν ανέτρεψε τον λόγο των τανκς της χούντας; Ναι, αλλά η ανατροπή αυτή δεν ήταν επανάσταση. Ήταν η αποκατάσταση της παρέκκλισης αυτού του ίδιου του συστήματος. Το συγκεκριμένο σύνθημα ήταν αίτημα, γι’ αυτό και θα παρέμενε ανεκπλήρωτο και θα συνέχιζε να επαναλαμβάνεται, γιατί καμία εξουσία δεν θέλει να δώσει εκτός και εξαναγκαστεί προς τούτο για να προλάβει τα χειρότερα. «Το Πολυτεχνείο ζει» πράγματι, γιατί όπως σωστά αναγνωρίζει το σύνθημα, υπάρχουν τα ίδια αιτήματα. Και, υπάρχουν τα ίδια αιτήματα γιατί το σύνθημα απευθύνει αίτημα, έκκληση στην εξουσία, δηλαδή, κάνει χρήση του ίδιου του λόγου της εξουσίας για να διεκδικήσει το δικό του λόγο, την δική του εξουσία.

Ουσιαστικά, ακούγεται σαν αίτημα για μια καλύτερη διαχείριση, σαν κι αυτή που έσπευσε να εφαρμόσει εν μέρει ο Μακρόν, τώρα που τα βρήκε σκούρα. Τα «Κίτρινα Γιλέκα» ουσιαστικά απευθύνουν ένα αίτημα για καλύτερη διαχείριση του εθνικού πλούτου, η διαχείριση να μην λειτουργεί εις βάρος των αιτούντων. Εξαρτάται από τον Μακρόν εάν θα ανταποκριθεί, εάν θα βρει τρόπο να κατευνάσει το αίτημα. Ειδάλλως, απειλούν τα «Κίτρινα Γιλέκα», «θα σε πετάξουμε από την εξουσία, θα πετάξουμε αυτή τούτη την εξουσία, αν και ο επόμενος, σαν τον  Σαρκοζί, τον Ολάντ κι εσένα είναι ίδιος μ’ εσένα. Θα πάψουμε, δηλαδή, να συνδιαλεγόμαστε με τον λόγο της εξουσίας που είσαστε εσείς και θα αναγκαστείτε να δεχθείτε έναν άλλο λόγο εξουσίας που είμαστε εμείς». Ένα λόγο που, ενδεχομένως, δεν είναι έτοιμος για εξουσία και, ίσως, ούτε θα είναι. Στην περίπτωση αυτή θα προκύψει για ένα διάστημα το χάος, ένα κενό εξουσίας όπως τον Μάη του ’68 και όπου οι αστυνομικές και στρατιωτικές δυνάμεις θα είναι έτοιμες να επιβάλλουν απροκάλυπτα τον λόγο της αδρανοποιημένης προσωρινά  εξουσίας. Είναι αυτός, ακριβώς, ο φόβος της πλήρους ανατροπής. Γι’ αυτό και ο Μακρόν, αφού ζυγίσει καλά την κατάσταση (δημοσκοπήσεις, υποσχέσεις, παραχωρήσεις, ακόμα και, «εκρηκτικές» καταστάσεις που θα προκύψουν εκείνη την περίοδο και θα  τονώσουν το αίσθημα του ανήκειν και  την λαϊκή ομοψυχία) θα πει στην Μέρκελ: «Δεν γίνεται αυτό που θέλεις, αυτό που θέλουμε». Και η Μέρκελ θα του πει: «Παραιτήσου. Να αναλάβει κάποιος που δημαγωγικά θα έχει πάρει την ευλογία κι εμπιστοσύνη, κι εμπνεόμενος στη συνέχεια από το παράδειγμα Τσίπρα και μέσα στην ευεξία του εκλογικού αποτελέσματος, θα αντιστρέψει πλήρως μέσα στις άμεσα επόμενες μέρες ότι έλεγε προηγουμένως. Συχνά, την εξουσία μπορεί να την συμφέρει να υπάρξει ένα διάστημα χάους για ν’ αποδείξει ότι μόνον αυτή υπάρχει έστω κι αν δεν είμαστε όλοι τελείως ευχαριστημένοι. Αλήθεια, η εξουσία έχει καταλάβει ότι δεν κινδυνεύει όσο το κίνημα χρησιμοποιεί αιτήματα, δηλαδή το κίνημα κάνει χρήση του δικού της λόγου, μη διαθέτοντας λόγο το ίδιο και ότι όσο συνεχίσει να ζητά θα αποκλείει τον δικό του λόγο, θα αποκλείει την διεκδίκηση της εξουσίας;

**********

Καρλ Κάουτσκι, Γερμανός πολιτικός, θεωρητικός του Σοσιαλισμού,  αρνητής των λενινιστικών προτύπων εξουσίας.

Όταν ο Λένιν κατηγορεί τον Κάουτσκι για ρεβιζιονισμό και οπορτουνισμό (1918) δεν αντιλαμβανόταν ότι ήταν ο ίδιος ρεβιζιονιστής του λόγου της εξουσίας. Ο Λένιν δεν αντέταξε δικό του λόγο. Ο λόγος του ήταν πάντα κριτικός και στρατηγικός εν σχέσει με την διεκδίκηση του αιτήματος. Ο λόγος του στηριζόταν στους πυλώνες: Μαρξ και Έγκελς. Ο λόγος του Μάρξ όμως, ουσιαστικά, ήταν, με την σειρά του, κριτικός λόγος για τον Χέγκελ. Ο ιστορικός υλισμός είναι ένας τρόπος αντίληψης και αντίδρασης στην χεγκελιανή «Φαινομενολογία του Πνεύματος» και την χεγκελιανή «Λογική». Ο μαρξισμός δεν αποτέλεσε έτερο λόγο. Αποτέλεσε ένα έξοχο δείγμα κριτικού λόγου, στο βάθος, θα έλεγε κανείς, βελτίωσης του συστήματος, έστω με ανατροπές, ένας λόγος που νόμιζε ότι διεκδικούσε τον άλλο λόγο, ότι είχε λόγο εξουσίας, ενώ, ο λόγος του, ως κριτικός λόγος, δεν θα μπορούσε να είναι σαν του Θεού της Γαλλικής Επανάστασης: να φτιάξει τον κόσμο εξ αρχής, από το μηδέν, χωρίς λογικές αναστροφές, του τύπου αστική δικτατορία-δικτατορία του προλεταριάτου, μερική επανάσταση-ριζική επανάσταση, σύμφωνα με τα λόγια του Μαρξ, αναγνωρίζοντας έμμεσα ότι η ριζική δεν είναι παρά επίσης μερική επί της αστικής μερικής που έχει προηγηθεί, ουσιαστικά συμπληρώνοντας και όχι ανατρέποντας. Ο μαρξισμός κάλλιστα θα μπορούσε να εγγραφεί στις κριτικές θεωρίες και μάλιστα σ’ εξέχουσα θέση.

Εξαιρετικό δείγμα τέτοιας κριτικής αποτελεί η κριτική που ασκεί ο νεαρός Μαρξ στα «Χειρόγραφα του ‘44» ως απάντηση για το ζήτημα της ιδιοκτησίας, το θεμελιώδες αυτό ζήτημα και βάση όλου του μαρξιστικού και αναρχικού κινήματος, στην «Φιλοσοφία δικαίου», παράγραφος 260, του Χέγκελ. Αλλά, η κριτική περί της ιδιοκτησίας ουδέποτε μπόρεσε να υπερβεί φιλοσοφικά τον χεγκελιανό στοχασμό για την ιδιοκτησία ως «στάδιο αντικειμενοποίησης της βούλησης». Δηλαδή, ουσιαστικά ο Μαρξ αντέταξε μια κοινωνική -κοινωνιολογική κριτική σε μια φιλοσοφική θέση. Επί της ουσίας ουδέποτε απάντησε.

Μα και το ίδιο το κεφάλαιο δεν παύει να είναι παρά η αποκάλυψη του μηχανισμού που διέπει τον τύπο της συγκεκριμένης οικονομίας- αλλοτρίωση– και εξ’ αυτού η ανάλυση να αναδύεται ως κριτική. Η υπεραξία που αναμενόταν να προκύψει από την ανάλυση του κεφαλαίου ως έτερος λόγος δεν προέκυψε,  σαν ο Μαρξ να μην  μπορούσε να εννοήσει την  11η θέση του Φόυερμπαχ, παρότι, προφανώς, την εννοούσε. Φαίνεται ότι εκλάμβανε ως έτερο λόγο την ίδια την κριτική. Η κακοδαιμονία του σοσιαλιστικού κινήματος οφείλεται στην καταγωγή του.

Η διάσπαση της Πρώτης Διεθνούς (5ο συνέδριο, 1872) δεν οφείλεται παρά στην άγονη επιχειρηματολογία μεταξύ Μαρξ και Μπακούνιν. Άγονη γιατί δεν μπορούσαν να αρθρώσουν δικό τους λόγο παρά μόνον κριτική στην εξουσία ακόμα κι όταν ανέπτυσσαν το επιχείρημα του «πως» της κατάληψης της εξουσίας και του «μετά» δεν έκαναν κάτι άλλο παρά να δεξιώνονται την εξουσία αποσπώντας βίαια κάποια ιμάτια της.  Ίσως, αυτό συνέβαινε γιατί ευαγγελιζόμενοι φαντασιωτικά τον θρίαμβο της κατάληψης της εξουσίας και την εγκαθίδρυση του νέου καθεστώτος εκλάμβαναν ως δράση την φαντασίωση της δράσης, μη  βλέποντας έτσι το ατελέσφορο του λόγου τους ως δράσης επί της πραγματικότητας.

Αυτή η διάσπαση συνόδευσε όλη την εξέλιξη του κινήματος μέχρι τις μέρες μας και θα συνεχίζει να το συνοδεύει επειδή ακριβώς η διαμάχη συμβαίνει επί ενός λόγου που δεν είναι του κινήματος. Το κίνημα διεκδικεί ως λόγο εκείνον της κριτικής, οι διαφωνίες προκύπτουν επειδή δεν παράγει δικό του λόγο αλλά βρίσκεται μπλεγμένο στο δίχτυ του λόγου της εξουσίας από το οποίο προσπαθεί να αποσπάσει κομμάτια αλήθειας που μοιραία είναι διαφορετικά και άρα συγκρουσιακά μεταξύ τους.

Η ιστορία του ελληνικού κινήματος είναι πλήρης διασπάσεων για την ίδια αιτία και θα συνεχίζει να διασπάται σε ομάδες, ρεύματα και υποκόμματα μέχρι ν’ αποκτήσει δικό του λόγο, μέχρι να μην μιλάει γενικά και αόριστα περί σοσιαλισμού, εάν φυσικά έχει επιζήσει μέχρι τότε. Το ελληνικό κίνημα είτε το επίσημο κομμουνιστικό, είτε το μαοϊκό, είτε το τροτσκιστικό είτε το αναρχικό στερούνται προσίδιου λόγου όπως ακριβώς και η μαρξιστική ιδεολογική τους απαρχή που δεν ήταν τίποτα άλλο παρά κριτική θεωρία της εξουσίας.

Το ελληνικό κίνημα στην πιο κρίσιμη και μεγάλη στιγμή του παραδόθηκε «μουγγά» γιατί δεν είχε λόγο εξουσίας. Και η ένοπλη μορφή του στη συνέχεια δεν ήταν παρά μια σπασμωδική αντίδραση,  ένας άλεκτος λόγος στον λόγο της εξουσίας, μια ψευδής αναπλήρωση της απουσίας προσίδιου λόγου, ένας απεγνωσμένος τρόπος ν’ «ακουστεί», έστω με την φωνή των όπλων ή τον επιθανάτιο ρόγχο της ασθένειας που είχε προηγηθεί και της οποίας η διάγνωση είναι: αφωνία.  

                                                                        **********

Τα αποτελέσματα της κακοδαιμονίας που εκκινεί με τον Μαρξ φάνηκαν δεκαετίες αργότερα. Αυτό που φαίνεται να είπε ο Ρέιγκαν στον Γκορμπατσόφ στον λόγο του στο Βερολίνο ήταν: «Κύριε Γκορμπατσώφ, (η προσφώνηση, επί λέξει) αφού δεν μπορέσατε να δημιουργήσετε σύστημα, δεν μπορέσατε να αρθρώσετε λόγο εξουσίας, παραδεχθείτε το και αφήστε την κριτική και ελάτε μαζί μας, όπου άλλωστε, είναι και η θέση σας όλο αυτόν τον καιρό που, φαινομενικά, ήσασταν εναντίον μας».

Το σύστημα πέτυχε το ακατόρθωτο: να υπερασπιζόμαστε αυτό που μαχόμαστε νομίζοντας ότι το μαχόμαστε.

Επειδή η εξουσία, η κάθε εξουσία είναι λόγος, κατέχει τον λόγο, όπως και τον λόγο των όπλων και γι’ αυτό, ακριβώς, είναι εξουσία, ο έτερος λόγος που θα μπορούσε ν’ αναπτυχθεί  δεν μπορεί  παρά να είναι ο μη-λόγος.

Ποιος είναι αυτός ο έτερος  λόγος, ο μη-λόγος;

Δεν γνωρίζω. Δεν τον κατέχω.

Ίσως, εκείνος που θα μάθουμε αν συλλαβίζουμε μαζί από την αρχή, όπως όταν μαθαίνουμε μια ξένη γλώσσα που όμως θα είναι η δική μας, ο πόθος μας για λόγο, ο πόθος μας να είμαστε εμείς μέσω του λόγου μας: «την  αρχή ότι και λαλώ υμίν».

Είναι εκείνος ο λόγος για τις απροσδιόριστα καλύτερες μέρες που μιλούν οι αγωνιστές του ‘21 στις επιστολές τους.

Ο λόγος των Σοφιστών και των προσωκρατικών.

Ο λόγος του Ευαγγελίου όταν ο Ιησούς απαντά  στην ερώτηση «πότε σε είδομεν πεινώντα…;».

Ο λόγος του Μαρξ «η ρίζα για τον άνθρωπο είναι ο ίδιος ο άνθρωπος».

Ο λόγος των ποιητών στα ποιήματά τους. Εκείνος που, αν προσφεύγουμε στις κάλπες, θα μπορούμε να ρίχνουμε στην κάλπη ποιήματα.

Εκείνος ο λόγος από την ιστορία σύμπασας της ανθρωπότητας που θα κρίνουμε ότι αξίζει να μνημονεύεται.

Εκείνος ο λόγος που θα συνυπάρχουν το καντιανό καθήκον με την λακανική επιθυμία.

Είναι εκείνος ο λόγος για τον κόσμο των άστρων που έβλεπε από το κελί της φυλακής του ο Μπλανκί.

Αλλά, και όλα αυτά μαζί, πάλι, δεν θα είναι ο δικός μας λόγος.

Ο δικός μας λόγος θα είναι ο δικός μας λόγος: εκείνος ο έως τώρα άφατος λόγος, ο μη λόγος, ο άρρητος λόγος του οποίου το ρήμα θα είμαστε εμείς.

Εκείνος που θα μιλάμε τον λόγο των ονείρων, διεκδικώντας και το λάθος ως μέρος της ζωής μας. Γιατί ο απόλυτα Ορθός Λόγος είναι πια βέβαιο ότι ανήκει στην εξουσία, είναι αυτός του οποίου η «ακραία έκφραση είναι τα στρατόπεδα συγκέντρωσης», η Μακρόνησος στα καθ’ ημάς και οι νέοι Παρθενώνες. Εκείνος ο λόγος που θα εκκινεί από το «Μουσείο Λαθών του Ανθρώπου» και δεν θα σταματά στις απώτατες σκέψεις του ανθρώπου για το σύμπαν.

Εκείνος ο λόγος που δεν θα αποκλείσουμε τον λόγο της τρέλας ως τον απόλυτα έτερο λόγο, ως λόγο δημιουργίας ικανό να τα βάλει με τον λόγο της «λογικής» που διέπει τον πλανήτη.

Ο λόγος εκείνος που δεν θ’ αποκλείουμε ούτε τον λόγο των παιδιών.

Εκείνος που μπορούμε ν’ αρχίσουμε να συλλαβίζουμε, σαν την Αντιγόνη: «ούδ’ αισχύνομαι έχουσ’ άπιστον τηνδ’ αναρχίαν πόλει».

 

.

Category: Κυριο Θεμα, Πολιτισμός, Προτεινόμενα άρθρα

( 1 )

Trackback URL | Comments RSS Feed

  1. 1

    Έχω την εντύπωση ότι ο συγγραφέας κατασκευάζει έναν δικό του μαρξισμό, ενάντια στον οποίο ξεδιπλώνει την επιχειρηματολογία του.

    Ακριβώς γι αυτό γράφει το απολύτως λανθασμένο: “Ο Λένιν δεν αντέταξε δικό του λόγο. Ο λόγος του ήταν πάντα κριτικός και στρατηγικός εν σχέσει με την διεκδίκηση του αιτήματος. Ο λόγος του στηριζόταν στους πυλώνες: Μαρξ και Έγκελς….”

    Είναι προφανές ότι αγνοεί την πολύ σημαντική αντιπαράθεση που είχε ξεσπάσει στους κόλπους του σοσιαλιστικού κινήματος στις αρχές του 20ου αιώνα, όταν ο Λένιν επιχείρησε στην πολιτική του θεωρία να αντικαταστήσει την κοινωνία (του Μαρξ) με το συγκεκντρωτικό μηχανισμό (Κόμμα Νέου Τύπου)…

    Το εξαιρετικό κείμενο της Ρόζας Λούξεμπουργκ με τίτλο ¨Μαρξισμός ή Λενινισμός” αγοείται από την συγγραφέα και αυό υπονομεύει τα συμεπρ’άσματα που επιχειρεί να διατυπώσει. Συμπεράσματαπυ μια χαρά αντιστοιχούν στον δικό του αυαθίρετο μαρξισμό.

    Θα σας πρότεινα το κείμενο της Λούξεμπουργκ ώστε να έχετε καλύτερη εποπτεία για τις απαρχές του σοσιαλιστικού κινήματος:

    ΄΄Ρόζα Λούξεμπουργκ: «Οργανωτικά ζητήματα της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας» [Leninism or Marxism?]΄΄

    https://kars1918.wordpress.com/2016/01/22/luxemburg-lenin/

Back to Top

Leave a Reply

 

Το σχόλιο της ημέρας

    26/1/20 | (0 σχόλια)
     euro2day.gr/Financial Times Του Andrew Edgecliffe-Johnson Η ατζέντα του Νταβός για έναν δίκαιο καπιταλισμό αγνοεί την έλλειψη εμπιστοσύνης από την πλευρά των εργαζομένων. Γιατί τα στελέχη πρέπει να «ακούνε» τους υπαλλήλους. Η σημασία της επένδυσης στην απόκτηση νέων δεξιοτήτων. Δημοσιεύθηκε: 25 ...

Διαφήμιση

Ροή Ειδήσεων




Εφημερίδες