
Από τη μυθική βασίλισσα του Σαβά στους Χούθι και στον πόλεμο της Ερυθράς Θάλασσας
Φωτογραφία: Η παλιά πόλη της Σαναά, με τα χαρακτηριστικά πολυώροφα κτίρια από πέτρα και πλίνθους. Η πρωτεύουσα της Υεμένης συμπυκνώνει τη μακραίωνη συνέχεια μιας χώρας που υπήρξε σταυροδρόμι εμπορίου, θρησκειών και αυτοκρατοριών.
Υπάρχει μια παλιά αντίληψη που παρουσιάζει την Υεμένη ως κοιτίδα των Αράβων και ως τόπο όπου συναντήθηκαν οι αρχαιότερες παραδόσεις του Ιουδαϊσμού, του χριστιανισμού και αργότερα του Ισλάμ. Η αντίληψη αυτή περιέχει έναν σημαντικό πυρήνα αλήθειας, χρειάζεται όμως προσεκτικότερη διατύπωση.
Η Υεμένη δεν ήταν η γενέτειρα των Εβραίων ή των χριστιανών ούτε μπορεί να θεωρηθεί με βεβαιότητα η μοναδική αρχική πατρίδα όλων των αραβικών πληθυσμών. Υπήρξε, όμως, ένα από τα αρχαιότερα και σημαντικότερα κέντρα πολιτισμού της Αραβικής Χερσονήσου: ένας τόπος όπου διασταυρώθηκαν αραβικοί πληθυσμοί, σημιτικές γλώσσες, πολυθεϊστικές λατρείες, ιουδαϊκές κοινότητες και διαφορετικές εκδοχές του χριστιανισμού.
Πολύ πριν από το Ισλάμ, η Νότια Αραβία είχε ήδη μετατραπεί σε πεδίο εμπορικών ανταγωνισμών, θρησκευτικών μετασχηματισμών και επεμβάσεων από τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής. Περίπου δεκαπέντε αιώνες αργότερα, η ίδια γεωγραφία εξακολουθεί να καθιστά την Υεμένη πεδίο συνάντησης –και σύγκρουσης– τοπικών δυνάμεων, περιφερειακών κρατών και παγκόσμιων συμφερόντων.

Γιατί αναπτύχθηκε πολιτισμός στην άκρη της ερήμου
Στη φαντασία πολλών ανθρώπων η Αραβική Χερσόνησος είναι ένας ενιαίος, άνυδρος χώρος. Η δυτική και ορεινή Υεμένη, όμως, αποτελεί σημαντική εξαίρεση. Το μεγάλο υψόμετρο, οι εποχικές βροχές και η δυνατότητα κατασκευής αναβαθμίδων και αρδευτικών έργων επέτρεψαν την ανάπτυξη σταθερών γεωργικών κοινωνιών.
Το φράγμα της Μαρίμπ, ένα από τα σημαντικότερα τεχνικά έργα της αρχαίας Αραβίας, επέτρεψε την άρδευση εκτεταμένων καλλιεργήσιμων περιοχών. Γύρω από τέτοια έργα δημιουργήθηκαν οργανωμένες πολιτικές εξουσίες, πόλεις, ναοί και μηχανισμοί φορολόγησης.

Στην περιοχή αναδύθηκαν διαδοχικά ή παράλληλα τα βασίλεια των Σαβαίων, των Μιναίων, του Καταμπάν και του Χαντραμάουτ. Αργότερα κυριάρχησαν οι Χιμγιαρίτες. Οι κοινωνίες αυτές χρησιμοποιούσαν αρχαίες νοτιοαραβικές γλώσσες, συγγενικές αλλά διαφορετικές από την κλασική αραβική.
Η αρχαία Υεμένη δεν πρέπει, επομένως, να αντιμετωπίζεται απλώς ως μια πρώιμη εκδοχή του μεταγενέστερου αραβοϊσλαμικού κόσμου. Διέθετε δικές της γλώσσες, πολιτικούς θεσμούς και θρησκευτικές παραδόσεις.
Η οικονομική της δύναμη στηριζόταν σε μεγάλο βαθμό στο εμπόριο του λιβανιού, της σμύρνας και άλλων πολύτιμων αρωματικών προϊόντων. Τα καραβάνια συνέδεαν τη Νότια Αραβία με τη Μέκκα, την Πέτρα, τη Γάζα και τις μεσογειακές αγορές. Τα λιμάνια της επικοινωνούσαν με την Ανατολική Αφρική, την Αίγυπτο, την Ινδία και, μέσω του Ινδικού Ωκεανού, ακόμη πιο μακρινές περιοχές.

Η ονομασία Arabia Felix, «Ευδαίμων Αραβία», με την οποία ήταν γνωστή στους Ρωμαίους, εξέφραζε ακριβώς αυτή την εικόνα μιας εύφορης και πλούσιας χώρας στο νότιο άκρο της χερσονήσου.
Η θέση της Υεμένης κοντά στο Μπαμπ ελ Μαντέμπ ήταν το μεγάλο γεωγραφικό της πλεονέκτημα: τη συνέδεε συγχρόνως με την Αραβική Χερσόνησο, την Ανατολική Αφρική, την Ερυθρά Θάλασσα, την Αίγυπτο, τη Μεσόγειο και τον Ινδικό Ωκεανό.

Ήταν η Υεμένη η κοιτίδα των Αράβων;
Οι μεσαιωνικές αραβικές γενεαλογικές παραδόσεις χώριζαν συχνά τους Άραβες σε δύο μεγάλες οικογένειες: τους βόρειους απογόνους του Αντνάν και τους νότιους απογόνους του Καχτάν. Οι δεύτεροι συνδέθηκαν με την Υεμένη και θεωρήθηκαν πρόγονοι πολλών φυλών που εγκαταστάθηκαν αργότερα στη Συρία, στο Ιράκ, στην Αίγυπτο και στη Βόρεια Αφρική.
Οι παραδόσεις αυτές έχουν μεγάλη σημασία για τον τρόπο με τον οποίο οι ίδιοι οι Άραβες αντιλαμβάνονταν την καταγωγή τους. Δεν μπορούν, όμως, να χρησιμοποιηθούν ως κατά γράμμα ιστορικός χάρτης των μεταναστεύσεων. Η συγκρότηση της αραβικής ταυτότητας ήταν μια μακρά διαδικασία, η οποία πραγματοποιήθηκε σε διαφορετικές περιοχές της χερσονήσου και των παρυφών της.
Αναμφίβολα υπήρξαν σημαντικές μετακινήσεις πληθυσμών από τη Νότια Αραβία προς τον βορρά. Οι μετακινήσεις αυτές συνδέθηκαν με μεταβολές στους εμπορικούς δρόμους, περιόδους πολιτικής κρίσης, συγκρούσεις και περιβαλλοντικές πιέσεις.
Η παραδοσιακή αφήγηση αποδίδει μια μεγάλη διασπορά των νοτιοαραβικών φυλών στην κατάρρευση του φράγματος της Μαρίμπ. Η πραγματικότητα πιθανότατα ήταν πιο σύνθετη: το αρδευτικό σύστημα αντιμετώπισε επανειλημμένες καταστροφές και επισκευές, ενώ η αποδυνάμωση των βασιλείων εξελίχθηκε επί μεγάλο χρονικό διάστημα.
Μετά τις ισλαμικές κατακτήσεις του 7ου αιώνα, ομάδες με καταγωγή από την Υεμένη συμμετείχαν στους στρατούς και στους εποικισμούς στη Συρία, στο Ιράκ, στην Αίγυπτο και αργότερα στη Βόρεια Αφρική και στην Ιβηρική Χερσόνησο. Έτσι, η «Υεμένη» μετατράπηκε και σε γενεαλογική ταυτότητα πολύ πέρα από τα γεωγραφικά της όρια.

Η άφιξη του Ιουδαϊσμού
Δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα πότε εγκαταστάθηκαν οι πρώτες εβραϊκές κοινότητες στην Υεμένη. Μεταγενέστερες παραδόσεις τις συνέδεσαν με τον βασιλιά Σολομώντα, τη βασίλισσα του Σαβά, την καταστροφή του Πρώτου Ναού ή τη βαβυλώνια εξορία. Οι αφηγήσεις αυτές αποτελούν μέρος της συλλογικής μνήμης, αλλά δεν τεκμηριώνονται όλες ιστορικά.
Είναι πιθανότερο ότι ο Ιουδαϊσμός έφθασε και εδραιώθηκε σταδιακά μέσω εμπορικών και μεταναστευτικών δικτύων που συνέδεαν τη Νότια Αραβία με την Παλαιστίνη, την Αίγυπτο, τη Μεσοποταμία και την Αιθιοπία.
Το κρίσιμο σημείο σημειώθηκε κατά την ύστερη αρχαιότητα. Από τα τέλη του 4ου αιώνα, οι βασιλείς των Χιμγιαριτών εγκατέλειψαν τις παλαιότερες πολυθεϊστικές επικλήσεις και υιοθέτησαν έναν μονοθεϊστικό λόγο. Στις επιγραφές εμφανίζεται ο Ραχμάν ή Ραχμανάν, ο «Ελεήμων», ως ο μοναδικός Θεός.

Η χιμγιαριτική βασιλική εξουσία επηρεάστηκε αποφασιστικά από τον Ιουδαϊσμό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όλοι οι κάτοικοι του βασιλείου έγιναν Εβραίοι ή ότι η θρησκευτική τους πρακτική ταυτιζόταν πλήρως με τον ραββινικό Ιουδαϊσμό.
Η αλλαγή είχε και πολιτική λειτουργία: ένας υπερτοπικός Θεός μπορούσε να προσφέρει κοινή ιδεολογική βάση σε ένα βασίλειο που είχε ενώσει διαφορετικές περιοχές και φυλές.

Ο χριστιανισμός και ο δρόμος της Ερυθράς Θάλασσας
Ο χριστιανισμός έφθασε στη Νότια Αραβία μέσα από περισσότερες από μία κατευθύνσεις. Η μία περνούσε από τη Συρία, την Παλαιστίνη και τη βυζαντινή Ανατολή. Η άλλη διέσχιζε την Ερυθρά Θάλασσα, από το χριστιανικό βασίλειο του Άξουμ στη σημερινή Αιθιοπία και Ερυθραία.
Έμποροι, κληρικοί, ταξιδιώτες, αιχμάλωτοι και διπλωματικές αποστολές μετέφεραν θρησκευτικές ιδέες μαζί με προϊόντα, γλώσσες και πολιτικές συμμαχίες.
Η διάδοση των θρησκειών ακολουθούσε σε μεγάλο βαθμό τους ίδιους δρόμους με το εμπόριο και τις μετακινήσεις των ανθρώπων.
Σημαντικό χριστιανικό κέντρο αναπτύχθηκε στη Νατζράν, βόρεια της σημερινής Υεμένης. Στις αρχές του 6ου αιώνα, ο Χιμγιαρίτης βασιλιάς Γιουσούφ Ασάρ Γιαθάρ, γνωστός στις μεταγενέστερες πηγές ως Ντου Νουβάς, στράφηκε εναντίον των χριστιανών της περιοχής. Η σφαγή της Νατζράν το 523 απέκτησε τεράστια απήχηση στον χριστιανικό κόσμο.
Το επεισόδιο παρουσιάστηκε ως μεγάλη θρησκευτική σύγκρουση ανάμεσα σε έναν Ιουδαίο βασιλιά και στους χριστιανούς μάρτυρες. Η νεότερη ιστοριογραφία, χωρίς να αρνείται τη θρησκευτική διάσταση, επισημαίνει ότι η σύγκρουση είχε επίσης γεωπολιτικά και οικονομικά κίνητρα.

Ο Χιμγιαρίτης βασιλιάς προσπαθούσε να περιορίσει την επιρροή του χριστιανικού Άξουμ και του Βυζαντίου στη Νότια Αραβία και στους δρόμους του εμπορίου.
Η σφαγή χρησιμοποιήθηκε ως αιτία για την εισβολή του Άξουμ. Ακολούθησε περίοδος αιθιοπικής χριστιανικής κυριαρχίας, κατά την οποία αναδείχθηκε ο Αμπράχα. Στη συνέχεια παρενέβη η Σασσανιδική Περσία.
Πριν ακόμη εμφανιστεί το Ισλάμ, η Υεμένη είχε μετατραπεί σε πεδίο ανταγωνισμού ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις της εποχής.
Η ένταξη της Υεμένης στον ισλαμικό κόσμο
Το Ισλάμ δεν γεννήθηκε στην Υεμένη αλλά στη Χετζάζη, στην περιοχή της Μέκκας και της Μεδίνας. Η Υεμένη εντάχθηκε σχετικά γρήγορα στη νέα μουσουλμανική κοινότητα, στα τελευταία χρόνια της ζωής του Μωάμεθ και αμέσως μετά τον θάνατό του.
Οι παλαιές πολιτικές και φυλετικές δομές δεν εξαφανίστηκαν. Ενσωματώθηκαν σταδιακά στο χαλιφάτο, ενώ Υεμενίτες πολεμιστές και άποικοι πήραν μέρος στις μεγάλες κατακτήσεις.
Οι μετακινήσεις αυτές συνέβαλαν στη διάδοση της αραβικής γλώσσας και του Ισλάμ, αλλά και στην εγκατάσταση φυλετικών ονομάτων και γενεαλογιών της Νότιας Αραβίας σε ολόκληρο τον νέο ισλαμικό κόσμο.

Οι χριστιανικές κοινότητες σταδιακά συρρικνώθηκαν. Οι εβραϊκές κοινότητες, αντίθετα, διατηρήθηκαν επί πολλούς αιώνες. Οι Εβραίοι της Υεμένης ανέπτυξαν ξεχωριστή θρησκευτική, γλωσσική και πολιτιστική παράδοση και παρέμειναν συνδεδεμένοι με κοινότητες της Αιγύπτου, της Παλαιστίνης και της Ινδίας.
Η ζωή τους δεν μπορεί να περιγραφεί ούτε ως αδιάκοπη ειρηνική συνύπαρξη ούτε ως αδιάκοπος διωγμός. Υπήρξαν περίοδοι σχετικής ασφάλειας και οικονομικής ανάπτυξης, αλλά και περίοδοι καταναγκασμών, περιορισμών, εκτοπίσεων και βίας. Στα μέσα του 20ού αιώνα, η μεγάλη πλειονότητα μετανάστευσε στο νεοσύστατο κράτος του Ισραήλ.
Ζαϊντισμός: Η παράδοση από την οποία προήλθαν οι Χούθι
Το 897 εγκαθιδρύθηκε στη βόρεια Υεμένη ένα ζαϊντικό Ιμαμάτο. Ο Ζαϊντισμός αποτελεί κλάδο του σιιτικού Ισλάμ, αλλά διαφέρει σημαντικά από τον δωδεκαδικό σιιτισμό που κυριαρχεί στο Ιράν.
Αυτή η διάκριση είναι απαραίτητη: οι Ζαϊντίτες της Υεμένης δεν ταυτίζονται θρησκευτικά με τους σιίτες του Ιράν.
Σε αρκετά σημεία της νομολογίας και της θρησκευτικής πρακτικής του, ο Ζαϊντισμός βρίσκεται πιο κοντά στις σουνιτικές παραδόσεις από όσο υποδηλώνει η σημερινή απλή διαίρεση «σουνίτες εναντίον σιιτών».
Επί αιώνες, ζαϊντικοί πληθυσμοί των βορείων ορεινών περιοχών συνυπήρχαν με τους κατά κύριο λόγο σουνίτες Σαφιίτες των νότιων περιοχών και των πεδιάδων.
Η σημερινή πολεμική αντιπαράθεση δεν αποτελεί αναπόφευκτη συνέπεια μιας αδιάλειπτης θρησκευτικής έχθρας.
Το ζαϊντικό Ιμαμάτο, με διαφορετικές μορφές και διακοπές, αποτέλεσε κεντρικό θεσμό της βόρειας Υεμένης μέχρι την επανάσταση του 1962.

Οθωμανοί, Βρετανοί και η διαίρεση της χώρας
Κατά τους νεότερους χρόνους, η Υεμένη χωρίστηκε σε δύο διαφορετικούς πολιτικούς και οικονομικούς κόσμους.
Οι Οθωμανοί επιχείρησαν να ελέγξουν τον βορρά, αντιμετωπίζοντας επανειλημμένες εξεγέρσεις των ζαϊντικών ορεινών πληθυσμών. Οι Βρετανοί κατέλαβαν το Άντεν το 1839 και το μετέτρεψαν σε στρατηγικό λιμάνι στον δρόμο προς την Ινδία.
Έτσι διαμορφώθηκε ένας συντηρητικός, αγροτικός και ζαϊντικός βορράς και ένας νότος περισσότερο συνδεδεμένος με το διεθνές εμπόριο, την αποικιοκρατία και αργότερα τις αραβικές εθνικιστικές και μαρξιστικές ιδέες.
Η επανάσταση του 1962 ανέτρεψε το Ιμαμάτο στον βορρά. Ο εμφύλιος που ακολούθησε εξελίχθηκε σε περιφερειακό πόλεμο: η Αίγυπτος του Νάσερ υποστήριξε τους δημοκρατικούς, ενώ η Σαουδική Αραβία ενίσχυσε τους βασιλόφρονες.

Η λογική των εξωτερικών επεμβάσεων και των πολέμων δι’ αντιπροσώπων είχε εμφανιστεί στην Υεμένη πολύ πριν από τη σημερινή σύγκρουση.
Το 1967 οι Βρετανοί αποχώρησαν από το Άντεν και στον νότο δημιουργήθηκε ένα μαρξιστικό κράτος, στενά συνδεδεμένο με τη Σοβιετική Ένωση. Για περισσότερο από δύο δεκαετίες υπήρχαν δύο Υεμένες: η Αραβική Δημοκρατία της Υεμένης στον βορρά και η Λαοκρατική Δημοκρατία της Υεμένης στον νότο.

Η προβληματική ενοποίηση
Οι δύο χώρες ενώθηκαν το 1990, υπό την προεδρία του Άλι Αμπντάλα Σάλεχ. Η ενοποίηση, όμως, δεν δημιούργησε ισορροπημένο και λειτουργικό κράτος.
Ο Σάλεχ κυβέρνησε μέσω ενός περίπλοκου δικτύου στρατιωτικών διοικητών, φυλετικών ηγετών, επιχειρηματιών και πολιτικών συμμάχων. Το κράτος παρέμενε αδύναμο, η διαφθορά εκτεταμένη και η ανάπτυξη άνιση. Τα πετρελαϊκά έσοδα μειώνονταν, οι υδάτινοι πόροι εξαντλούνταν και ο πληθυσμός αυξανόταν γρήγορα.
Το 1994 ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος, όταν η ηγεσία του νότου επιχείρησε να αποσχιστεί. Η επικράτηση των δυνάμεων του Σάλεχ ενίσχυσε την κυριαρχία του βορρά και δημιούργησε βαθιά αισθήματα πολιτικής και οικονομικής περιθωριοποίησης στον νότο.
Από αυτά τα αισθήματα γεννήθηκε αργότερα το νέο νότιο αυτονομιστικό και αποσχιστικό κίνημα.
Η σημερινή Υεμένη δεν είναι διαιρεμένη μόνο ανάμεσα στους Χούθι και στους αντιπάλους τους. Περιλαμβάνει πολλές τοπικές και περιφερειακές δυνάμεις, οι οποίες έχουν διαφορετικούς και συχνά αντικρουόμενους στόχους.

Η γέννηση του κινήματος των Χούθι
Οι Χούθι αναδύθηκαν τη δεκαετία του 1990 στην επαρχία Σαάντα, κοντά στα σύνορα με τη Σαουδική Αραβία. Το αρχικό κίνημα, γνωστό ως «Πιστεύουσα Νεολαία», επεδίωκε την αναβίωση της ζαϊντικής θρησκευτικής και πολιτιστικής ταυτότητας.
Η άνοδος του σαλαφισμού, συχνά με σαουδαραβική χρηματοδότηση, αντιμετωπίστηκε από αρκετούς Ζαϊντίτες ως απειλή για την παράδοσή τους. Παράλληλα, η περιοχή αισθανόταν οικονομικά παραμελημένη και πολιτικά καταπιεσμένη από το καθεστώς του Σάλεχ.
Υπό την ηγεσία του Χουσεΐν Μπαντρεντίν αλ Χούθι, το κίνημα απέκτησε εντονότερο αντιδυτικό και αντιισραηλινό λόγο. Το 2004 ξέσπασε η πρώτη ένοπλη σύγκρουση με το κράτος. Ο Χουσεΐν αλ Χούθι σκοτώθηκε, αλλά η οικογένεια και οι οπαδοί του συνέχισαν την εξέγερση.

Μεταξύ 2004 και 2010 διεξήχθησαν έξι πόλεμοι στη Σαάντα. Οι επιχειρήσεις του καθεστώτος, αντί να εξαφανίσουν το κίνημα, το μετέτρεψαν σε ισχυρότερη και εμπειρότερη στρατιωτική οργάνωση.
Οι Χούθι δεν δημιουργήθηκαν από το Ιράν. Η προέλευσή τους πρέπει να αναζητηθεί πρωτίστως στην ίδια την ιστορία της Υεμένης: στον Ζαϊντισμό, στην περιθωριοποίηση της Σαάντα, στην αυταρχική πολιτική του Σάλεχ και στην αντίδραση απέναντι στη σαουδαραβική θρησκευτική επιρροή.

Η εξέγερση του 2011 και η κατάρρευση της μετάβασης
Η Αραβική Άνοιξη έφθασε στην Υεμένη το 2011. Μεγάλες διαδηλώσεις απαίτησαν την αποχώρηση του Σάλεχ, ο οποίος τελικά παρέδωσε την προεδρία στον αντιπρόεδρό του, Αμπντ Ράμπου Μανσούρ Χάντι.
Η μεταβατική διαδικασία δεν κατάφερε να επιλύσει τα βασικά προβλήματα. Ο παλαιός κρατικός και στρατιωτικός μηχανισμός παρέμεινε διαιρεμένος, η οικονομία επιδεινώθηκε και οι συμφωνίες για τη νέα ομοσπονδιακή δομή δεν ικανοποίησαν ούτε τους Χούθι ούτε τους νότιους αυτονομιστές.
Το 2014 οι Χούθι κατέλαβαν τη Σαναά. Το παράδοξο ήταν ότι συμμάχησαν προσωρινά με τον πρώην εχθρό τους, τον Σάλεχ, ο οποίος εξακολουθούσε να ελέγχει τμήματα του στρατού.
Η συμμαχία αυτή δείχνει πόσο ανεπαρκής είναι η αποκλειστικά θρησκευτική ερμηνεία του πολέμου: οι πολιτικές σκοπιμότητες μπορούσαν να ενώσουν δυνάμεις που είχαν πολεμήσει μεταξύ τους επί χρόνια.

Η επέμβαση της Σαουδικής Αραβίας
Τον Μάρτιο του 2015, καθώς οι Χούθι προωθούνταν προς το Άντεν, η Σαουδική Αραβία συγκρότησε στρατιωτικό συνασπισμό και επενέβη υπέρ της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης.
Το Ριάντ φοβόταν ότι ένα εχθρικό, ένοπλο κίνημα θα αποκτούσε τον έλεγχο της Υεμένης και των νοτίων συνόρων της. Αντιλαμβανόταν επίσης τους Χούθι ως όχημα της ιρανικής επιρροής στην Αραβική Χερσόνησο.
Η ερμηνεία αυτή είχε βάση, αλλά ήταν ελλιπής. Το Ιράν είχε αναπτύξει σχέσεις με τους Χούθι, όμως το κίνημα δεν δημιουργήθηκε από την Τεχεράνη και δεν αποτελεί απλό αντίγραφο της λιβανικής Χεζμπολάχ. Οι Χούθι διαθέτουν δική τους κοινωνική βάση, πολιτική ηγεσία και υεμενίτικη ιστορική καταγωγή.
Καθώς ο πόλεμος συνεχιζόταν, η στρατιωτική, τεχνολογική και πολιτική σχέση τους με το Ιράν έγινε στενότερη.
Η επέμβαση που αποσκοπούσε στον περιορισμό της ιρανικής επιρροής συνέβαλε τελικά στην ενίσχυσή της και στη στενότερη σύνδεση των Χούθι με την Τεχεράνη.
Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα υποστήριξαν διαφορετικές δυνάμεις, κυρίως στον νότο, μεταξύ των οποίων το Νότιο Μεταβατικό Συμβούλιο. Έτσι, ακόμη και οι αντίπαλοι των Χούθι δεν συγκροτούν ένα ενιαίο στρατόπεδο. Άλλοι επιδιώκουν την αποκατάσταση της ενιαίας Υεμένης και άλλοι την επανασύσταση ανεξάρτητου νότιου κράτους.

Από τον εμφύλιο στην Ερυθρά Θάλασσα
Ο πόλεμος κατέστρεψε μεγάλο μέρος των υποδομών και προκάλεσε μία από τις βαρύτερες ανθρωπιστικές κρίσεις των τελευταίων δεκαετιών. Παρά τη στρατιωτική υπεροχή του συνασπισμού στον αέρα, οι Χούθι διατήρησαν τον έλεγχο της Σαναά και μεγάλου μέρους της βόρειας και δυτικής Υεμένης.
Η ανακωχή του 2022 περιόρισε σημαντικά τις μεγάλες χερσαίες επιχειρήσεις χωρίς να οδηγήσει σε συνολική ειρήνη. Η χώρα παρέμεινε ουσιαστικά διαιρεμένη.
Μετά την έναρξη του πολέμου στη Γάζα, οι Χούθι άρχισαν να επιτίθενται εναντίον πλοίων στην Ερυθρά Θάλασσα και να εκτοξεύουν πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη προς το Ισραήλ. Παρουσίασαν τις επιχειρήσεις τους ως συμπαράσταση προς τους Παλαιστινίους.
Οι επιθέσεις στην Ερυθρά Θάλασσα μετέτρεψαν τους Χούθι από μια κυρίως υεμενίτικη ένοπλη δύναμη σε περιφερειακό παράγοντα, ικανό να επηρεάζει το διεθνές εμπόριο.
Η θέση της Υεμένης δίπλα στο Μπαμπ ελ Μαντέμπ, από όπου διέρχεται κρίσιμο τμήμα του εμπορίου μεταξύ Ασίας και Ευρώπης, της έδωσε και πάλι παγκόσμια σημασία.
Όπως στην αρχαιότητα, όποιος μπορεί να απειλήσει ή να προστατεύσει τις θαλάσσιες οδούς γύρω από την Υεμένη αποκτά επιρροή πολύ μεγαλύτερη από την οικονομική δύναμη της χώρας.

Είναι η σημερινή σύγκρουση θρησκευτικός πόλεμος;
Η θρησκεία έχει πραγματική σημασία. Ο Ζαϊντισμός αποτελεί βασικό στοιχείο της ταυτότητας των Χούθι, ενώ η εξάπλωση του σαλαφισμού συνέβαλε στην αίσθηση απειλής που οδήγησε στη ζαϊντική αναβίωση. Η σύγκρουση με τη Σαουδική Αραβία και η συνεργασία με το Ιράν ενίσχυσαν ακόμη περισσότερο τη σιιτική πολιτική ταυτότητα του κινήματος.
Θα ήταν, όμως, λάθος να περιγράψουμε τον πόλεμο ως απλή αντιπαράθεση σουνιτών και σιιτών.
Στον δημοκρατικό συνασπισμό του εμφυλίου της δεκαετίας του 1960 συμμετείχαν Ζαϊντίτες, όπως Ζαϊντίτες υπήρχαν και μεταξύ των βασιλοφρόνων. Ο Σάλεχ, επίσης Ζαϊντίτης, πολέμησε τους Χούθι και αργότερα συμμάχησε μαζί τους. Σουνιτικές και ζαϊντικές φυλές έχουν κατά καιρούς συνεργαστεί ή συγκρουστεί ανάλογα με τις τοπικές ισορροπίες.
Ο σημερινός πόλεμος είναι ταυτόχρονα:
- σύγκρουση για τον έλεγχο του κράτους,
- εξέγερση μιας περιφερειακά περιθωριοποιημένης δύναμης,
- συνέπεια της αποτυχημένης πολιτικής μετάβασης,
- αντιπαράθεση βορρά και νότου,
- ανταγωνισμός τοπικών ελίτ και φυλετικών δικτύων,
- περιφερειακός πόλεμος δι’ αντιπροσώπων
- και αγώνας για τον έλεγχο μιας από τις σημαντικότερες θαλάσσιες οδούς του κόσμου.
Η θρησκευτική διαίρεση δεν δημιούργησε από μόνη της αυτές τις συγκρούσεις. Χρησιμοποιήθηκε, καλλιεργήθηκε και οξύνθηκε μέσα σε αυτές.

Η μεγάλη ιστορική συνέχεια
Από τα βασίλεια των Σαβαίων και των Χιμγιαριτών μέχρι τις σημερινές επιθέσεις στην Ερυθρά Θάλασσα, μία είναι η πραγματική ιστορική συνέχεια: η γεωγραφία.
Η Υεμένη βρίσκεται στο σημείο όπου συναντώνται η Αραβική Χερσόνησος, η Ανατολική Αφρική, η Ερυθρά Θάλασσα και ο Ινδικός Ωκεανός. Στην αρχαιότητα από εκεί περνούσαν λιβάνι, σμύρνα, υφάσματα και πολύτιμα προϊόντα. Μαζί τους ταξίδευαν άνθρωποι, γλώσσες, θρησκείες και πολιτικές ιδέες. Σήμερα περνούν πετρέλαιο, εμπορευματοκιβώτια και παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες.
Αυτός είναι ο λόγος που η Υεμένη υπήρξε τόσο συχνά τόπος πολιτισμικής συνάντησης αλλά και αντικείμενο εξωτερικού ανταγωνισμού.
Η Υεμένη δεν ήταν μια απομονωμένη άκρη του αραβικού κόσμου. Ήταν μία από τις σημαντικότερες πύλες του.
Η δεύτερη μεγάλη συνέχεια είναι η δυσκολία επιβολής ενιαίας κεντρικής εξουσίας σε μια χώρα με ορεινή γεωγραφία, ισχυρές τοπικές κοινωνίες και διαφορετικές περιφερειακές ταυτότητες. Αυτή η πραγματικότητα δυσκόλεψε τους αρχαίους βασιλείς, τους Οθωμανούς, τους Ιμάμηδες, το καθεστώς του Σάλεχ και τους σημερινούς αντιμαχόμενους.
Η σημερινή τραγωδία δεν ήταν αναπόφευκτη ούτε αποτελεί το τελευταίο επεισόδιο μιας προαιώνιας θρησκευτικής διαμάχης. Είναι το αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών: της αυταρχικής διακυβέρνησης, της άνισης ανάπτυξης, της αποτυχίας της ενοποίησης, της κατάρρευσης της μετάβασης μετά το 2011 και των εξωτερικών στρατιωτικών επεμβάσεων.
Η Υεμένη υπήρξε πράγματι ένας τόπος όπου συναντήθηκαν Άραβες, Εβραίοι και χριστιανοί. Το ουσιαστικό ιστορικό δίδαγμα, όμως, δεν είναι ότι οι τρεις παραδόσεις ήταν καταδικασμένες να συγκρουστούν.
Οι εμπορικοί δρόμοι, οι μετακινήσεις πληθυσμών και οι αγώνες των αυτοκρατοριών μετέτρεψαν τη Νότια Αραβία σε εργαστήριο πολιτισμών. Η ίδια στρατηγική θέση εξακολουθεί μέχρι σήμερα να αποτελεί ταυτόχρονα την ευλογία και την κατάρα της Υεμένης.


