του Θεόδωρου Ατματζίδη, Υποστρατήγου ε.α.
Εισαγωγή
Η Ανατολική Μεσόγειος δεν είναι πλέον ο χώρος όπου η στρατηγική πραγματικότητα μπορεί να ερμηνευθεί αποκλειστικά μέσα από το παραδοσιακό ελληνοτουρκικό δίπολο. Η Τουρκία, η Ελλάδα και το Ισραήλ αλληλεπιδρούν πλέον μέσα σε ένα πολύ πιο σύνθετο περιβάλλον, όπου η στρατιωτική ισχύς, η τεχνολογία, η ενέργεια, οι θαλάσσιες υποδομές, οι συμμαχίες, η κατάσταση στη Συρία και οι ευρύτερες ανακατατάξεις στη Μέση Ανατολή επηρεάζουν η μία την άλλη.
Δεν πρόκειται για μια τυπική συμμαχία τριών κρατών ούτε για ένα σταθερό σχήμα στο οποίο κάθε πλευρά έχει προκαθορισμένο ρόλο. Η Ελλάδα και η Τουρκία είναι μέλη του ΝΑΤΟ, ενώ το Ισραήλ συμμετέχει στο ΝΑΤΟϊκό πλαίσιο του Μεσογειακού Διαλόγου ως εταίρος. Η ίδια η φύση αυτών των σχέσεων δείχνει ότι το νέο περιβάλλον είναι περισσότερο ένα σύστημα συνεχούς εξισορρόπησης και λιγότερο ένα κλασικό σύστημα στρατοπέδων. [1]
Αυτό ακριβώς είναι που κάνει την Ανατολική Μεσόγειο περισσότερο ενδιαφέρουσα, αλλά και περισσότερο επικίνδυνη. Οι ίδιες χώρες μπορούν να συνεργάζονται σε έναν τομέα και να ανταγωνίζονται σε έναν άλλο. Μπορούν να έχουν κοινά συμφέροντα απέναντι σε μια συγκεκριμένη απειλή και ταυτόχρονα να βρίσκονται σε διαφορετικές πλευρές ενός άλλου γεωπολιτικού ζητήματος.
Η περιοχή έχει περάσει, επομένως, από μια σχετικά απλή λογική αντιπαράθεσης σε ένα πολύ πιο ρευστό σύστημα αλληλεξαρτήσεων.
Η Ανατολική Μεσόγειος έχει μετατραπεί σε ένα περιβάλλον πολλαπλών κέντρων ισχύος
Η μελέτη του International Institute for Strategic Studies (IISS) για την Ανατολική Μεσόγειο περιγράφει μια περιοχή πολιτικά και στρατηγικά κατακερματισμένη, στην οποία κανένας παίκτης δεν διαθέτει τη δυνατότητα να επιβάλει μόνος του την περιφερειακή τάξη. Η Τουρκία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους περιφερειακούς διαμορφωτές, ενώ Ελλάδα, Κύπρος, Αίγυπτος και Ισραήλ έχουν αναπτύξει διαφορετικές μορφές συνεργασίας και εξισορρόπησης απέναντι στις τουρκικές επιδιώξεις. [2]
Η διαπίστωση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα. Το στρατηγικό περιβάλλον δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά με όρους «Ελλάδα εναντίον Τουρκίας». Η Άγκυρα έχει διευρύνει το πεδίο στο οποίο ασκεί επιρροή, από το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο έως τη Συρία, τη Λιβύη, τον Καύκασο, την Ερυθρά Θάλασσα και ευρύτερα τη Μέση Ανατολή. Η τουρκική στρατηγική επιδιώκει μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων και μεγαλύτερη δυνατότητα ανεξάρτητης δράσης, ιδιαίτερα μέσα από την ανάπτυξη της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας και τη χρήση στρατιωτικών δυνατοτήτων σε διαφορετικά θέατρα.
Το Ισραήλ, από την άλλη πλευρά, διαθέτει ένα διαφορετικό αλλά εξαιρετικά σημαντικό είδος ισχύος. Η στρατιωτική του εμπειρία, η τεχνολογική του υπεροχή σε συγκεκριμένους τομείς, η αμυντική βιομηχανία και η επιχειρησιακή του εμπειρία δημιουργούν ένα σημαντικό πλεονέκτημα, ιδιαίτερα στον χώρο της αεράμυνας, των αισθητήρων, της αντιπυραυλικής άμυνας, των UAV και των συστημάτων διοίκησης και ελέγχου.
Η Ελλάδα βρίσκεται σε διαφορετική θέση. Δεν διαθέτει ούτε το μέγεθος της Τουρκίας ούτε το τεχνολογικό και επιχειρησιακό οικοσύστημα του Ισραήλ. Διαθέτει όμως κάτι που δεν πρέπει να υποτιμάται: μια εξαιρετικά κρίσιμη γεωστρατηγική θέση, συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ, πρόσβαση σε ένα ευρύ δίκτυο περιφερειακών συνεργασιών και τη δυνατότητα να λειτουργήσει ως συνδετικός κρίκος μεταξύ Ευρώπης, Ανατολικής Μεσογείου και Μέσης Ανατολής.
Γι’ αυτό το τρίγωνο δεν είναι ισόπλευρο. Οι τρεις χώρες διαθέτουν διαφορετικές πηγές ισχύος και διαφορετικά στρατηγικά πλεονεκτήματα. Η ουσία βρίσκεται ακριβώς στη μεταξύ τους αλληλεπίδραση και αλληλο-εξάρτηση.

Η έννοια του περιφερειακού «Security Dilemma»: όταν η ασφάλεια του ενός αυξάνει την ανασφάλεια του άλλου
Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο σημαντικό για εμένα στοιχείο, για να κατανοήσουμε τη σημερινή στρατηγική πραγματικότητα στην Ανατολική Μεσόγειο. Το νέο τρίγωνο Ελλάδας–Ισραήλ–Τουρκίας δεν πρέπει να εξετάζεται μόνο ως ένας ανταγωνισμός ισχύος ή ως ένας αγώνας για την οικοδόμηση συμμαχιών. Πρέπει να εξεταστεί και να αναλυθεί και μέσα από την έννοια του περιφερειακού security dilemma, δηλαδή του διλήμματος ασφάλειας που δημιουργείται όταν τα μέτρα τα οποία λαμβάνει ένα κράτος για να ενισχύσει τη δική του ασφάλεια εκλαμβάνονται από ένα άλλο κράτος ως πιθανή απειλή.
Η λογική του διλήμματος είναι απλή, αλλά οι συνέπειές της μπορεί να είναι εξαιρετικά σύνθετες. Ένα κράτος δεν χρειάζεται να επιδιώκει επιθετικό πόλεμο για να προκαλέσει ανασφάλεια στους γείτονές του. Αρκεί να αυξάνει τις στρατιωτικές του δυνατότητες, να δημιουργεί νέες συνεργασίες, να αναπτύσσει προηγμένα συστήματα επιτήρησης ή αεράμυνας και να ενισχύει την επιχειρησιακή του διαλειτουργικότητα. Όταν όμως ο αντίπαλος δεν μπορεί να γνωρίζει με βεβαιότητα τις πραγματικές προθέσεις πίσω από αυτές τις κινήσεις, τείνει να προετοιμάζεται για το δυσμενέστερο ενδεχόμενο. Έτσι δημιουργείται ένας κύκλος αμοιβαίας ανασφάλειας.
Η Ανατολική Μεσόγειος αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της δυναμικής. Η ενίσχυση των ναυτικών και αεροπορικών δυνατοτήτων των περιφερειακών κρατών, η προστασία ενεργειακών υποδομών και η ανάπτυξη νέων μορφών στρατιωτικής συνεργασίας έχουν ήδη δημιουργήσει ένα περιβάλλον όπου η αμυντική προετοιμασία του ενός μπορεί να εκληφθεί ως προετοιμασία για επιθετική ενέργεια από τον άλλο. Η σχετική βιβλιογραφία έχει επισημάνει ότι η διεύρυνση των στρατιωτικών δυνατοτήτων στην περιοχή, ιδιαίτερα στον ναυτικό τομέα, έχει συμβάλει στη δημιουργία ενός περιφερειακού security dilemma. [14]
Σήμερα, όμως, το δίλημμα αποκτά μια νέα και πιο σύνθετη τριγωνική διάσταση.
Η Ελλάδα ενισχύει τις αμυντικές της δυνατότητες και εμβαθύνει τη στρατηγική της συνεργασία με το Ισραήλ, τη Γαλλία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Αίγυπτο και άλλους περιφερειακούς εταίρους. Από ελληνικής πλευράς, η λογική είναι σε μεγάλο βαθμό αποτρεπτική: η χώρα επιδιώκει να αυξήσει το κόστος οποιασδήποτε στρατιωτικής πρόκλησης και να περιορίσει την πιθανότητα στρατηγικού αιφνιδιασμού.
Από την άλλη πλευρά, όμως, η ίδια διαδικασία μπορεί να ερμηνεύεται διαφορετικά στην Άγκυρα. Η στενότερη αμυντική σχέση Ελλάδας και Ισραήλ, η ανάπτυξη κοινών δυνατοτήτων, η διασύνδεση ενεργειακών και στρατηγικών υποδομών και η παρουσία της Ελλάδας σε ένα ευρύτερο δίκτυο περιφερειακών συνεργασιών μπορούν να εκληφθούν ως προσπάθεια διαμόρφωσης ενός περιβάλλοντος που περιορίζει τον τουρκικό στρατηγικό χώρο. Η αντίληψη αυτή δεν σημαίνει ότι η ελληνική πολιτική έχει ως στόχο τον «περιορισμό» της Τουρκίας, αλλά εξηγεί γιατί η ίδια κίνηση μπορεί να έχει διαφορετική στρατηγική ανάγνωση στις δύο πλευρές του Αιγαίου.
Η τουρκική αντίδραση, με τη σειρά της, μπορεί να ενισχύσει την ελληνική αίσθηση απειλής. Η ανάπτυξη ναυτικών δυνατοτήτων, η επιχειρησιακή παρουσία σε διαφορετικά θέατρα, η πολιτική της «Γαλάζιας Πατρίδας», οι διεκδικήσεις στη θαλάσσια περιοχή και η προσπάθεια της Άγκυρας να διευρύνει το περιφερειακό της αποτύπωμα δεν αξιολογούνται στην Αθήνα ως απλές κινήσεις ισχύος. Εντάσσονται σε μια ευρύτερη εικόνα στρατηγικής αβεβαιότητας. Πρόσφατες εξελίξεις στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο δείχνουν ότι ακόμη και μετά την περίοδο σχετικής αποκλιμάκωσης των προηγούμενων ετών, οι βασικές διαφωνίες παραμένουν ενεργές. [15]
Το ίδιο φαινόμενο εμφανίζεται και στη σχέση Τουρκίας–Ισραήλ, αλλά με διαφορετικό τρόπο. Η αυξανόμενη τουρκική παρουσία στη Συρία, η αντίληψη του Ισραήλ για την περιφερειακή διεύρυνση της τουρκικής επιρροής και οι διαφορετικές στρατηγικές επιδιώξεις των δύο χωρών δημιουργούν μια νέα πηγή αμοιβαίας καχυποψίας. Οι πρόσφατες εντάσεις στη Συρία και οι αμερικανικές προσπάθειες δημιουργίας μηχανισμών αποσυμφόρησης μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας καταδεικνύουν ότι ο ανταγωνισμός αυτός δεν είναι θεωρητικός. Υπάρχει πραγματικός κίνδυνος ένα επεισόδιο σε ένα θέατρο επιχειρήσεων να επηρεάσει τη συνολική περιφερειακή ισορροπία. [16]
Έτσι δημιουργείται μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα στρατηγική αλληλεπίδραση. Η Ελλάδα αισθάνεται μεγαλύτερη ασφάλεια όταν ενισχύει τη συνεργασία της με το Ισραήλ. Το Ισραήλ αισθάνεται μεγαλύτερη ασφάλεια όταν δημιουργεί πρόσθετα περιφερειακά ερείσματα απέναντι σε μια Τουρκία που θεωρεί ότι αυξάνει την επιρροή της. Η Τουρκία, όμως, μπορεί να αντιλαμβάνεται την ίδια διαδικασία ως σταδιακή δημιουργία ενός περιφερειακού πλέγματος που περιορίζει τη δική της ελευθερία κινήσεων. Η αντίδρασή της μπορεί τότε να είναι η περαιτέρω ενίσχυση των στρατιωτικών και διπλωματικών της δυνατοτήτων. Και αυτή η ενίσχυση επιστρέφει στην Αθήνα και στην Ιερουσαλήμ ως πρόσθετη απειλή.
Αυτό είναι το κλασικό πρόβλημα του security dilemma: ο φόβος του άλλου μπορεί να γίνει η αιτία για τη δική σου ενίσχυση και η δική σου ενίσχυση να γίνει η αιτία για τον φόβο του άλλου.
Το σημαντικότερο, επομένως, είναι ότι το security dilemma δεν προϋποθέτει κατ’ ανάγκην επιθετικές προθέσεις. Μπορεί να δημιουργηθεί ακριβώς επειδή οι προθέσεις δεν είναι απολύτως διαφανείς και επειδή κάθε πλευρά σχεδιάζει με βάση το χειρότερο δυνατό σενάριο. Στην Ανατολική Μεσόγειο, όπου υπάρχουν άλυτες διαφορές για θαλάσσιες ζώνες, κυριαρχικά δικαιώματα, ενέργεια, την Κύπρο και την περιφερειακή επιρροή, το περιθώριο λανθασμένης εκτίμησης είναι ιδιαίτερα μεγάλο. Η περιοχή παραμένει στρατηγικά κατακερματισμένη και χωρίς έναν παράγοντα που να μπορεί μόνος του να επιβάλει μια σταθερή περιφερειακή τάξη. [17]
Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη στρατηγική πρόκληση για την Ελλάδα. Η ενίσχυση της αποτροπής είναι αναγκαία, αλλά από μόνη της δεν αρκεί. Μια στρατηγική που αυξάνει την ελληνική ισχύ χωρίς να λαμβάνει υπόψη τον τρόπο με τον οποίο αυτή η ισχύς γίνεται αντιληπτή από την άλλη πλευρά μπορεί, σε ορισμένες συνθήκες, να ενισχύσει τον φαύλο κύκλο της αμοιβαίας ανασφάλειας. Αυτό δεν σημαίνει εξίσωση ευθυνών ούτε εγκατάλειψη της αποτρεπτικής λογικής. Σημαίνει ότι η αποτροπή πρέπει να συνοδεύεται από μηχανισμούς επικοινωνίας, διαφάνεια όπου αυτό είναι εφικτό, επιχειρησιακούς διαύλους αποφυγής ατυχημάτων και σαφή διάκριση ανάμεσα στις αμυντικές προετοιμασίες και στις επιθετικές προθέσεις.
Η Ελλάδα, επομένως, χρειάζεται κάτι περισσότερο από περισσότερα όπλα. Χρειάζεται ικανότητα αποτροπής χωρίς στρατηγική παγίδευση. Να μπορεί να αυξάνει το κόστος μιας επιθετικής επιλογής χωρίς να δημιουργεί περιττές αφορμές για λανθασμένες εκτιμήσεις. Να μπορεί να συνεργάζεται στενά με το Ισραήλ χωρίς η συνεργασία αυτή να μετατρέπεται αυτομάτως σε ένα άκαμπτο αντιτουρκικό σχήμα. Να μπορεί ταυτόχρονα να διατηρεί διαύλους επικοινωνίας με την Τουρκία, όχι επειδή οι διαφορές έχουν εξαφανιστεί, αλλά ακριβώς επειδή οι διαφορές εξακολουθούν να υπάρχουν.
Αυτό είναι το λεπτό σημείο της στρατηγικής ισορροπίας. Η αποτροπή και ο διάλογος δεν είναι αντίθετες έννοιες. Μπορούν να λειτουργούν συμπληρωματικά, όταν η πρώτη στηρίζεται σε πραγματική ισχύ και ο δεύτερος χρησιμοποιείται για να μειώνει τον κίνδυνο λανθασμένου υπολογισμού.
Το πραγματικό ζητούμενο για την Ελλάδα δεν είναι, λοιπόν, να κερδίσει έναν αγώνα εξοπλισμών μέσα σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο τρίγωνο. Είναι να αποκτήσει τέτοιο επίπεδο ισχύος, αξιοπιστίας και στρατηγικής αυτονομίας ώστε να μπορεί να επηρεάζει το περιφερειακό περιβάλλον χωρίς να εγκλωβίζεται στη λογική του αντιπάλου της.
Γιατί στο τέλος, το πιο επικίνδυνο αποτέλεσμα ενός security dilemma δεν είναι ότι κάποιος από τους τρεις θέλει απαραίτητα τον πόλεμο. Είναι ότι και οι τρεις μπορεί να λαμβάνουν αποφάσεις για να αισθανθούν ασφαλέστεροι και, μέσα από αυτές ακριβώς τις αποφάσεις, να κάνουν ολόκληρη την περιοχή λιγότερο ασφαλή.

Η συμφωνία για το «Achilles Shield» αλλάζει σημαντικά τη διάσταση της ελληνικής άμυνας
Η πιο χειροπιαστή έκφραση της ελληνοϊσραηλινής αμυντικής συνεργασίας είναι η συμφωνία για το «Achilles Shield», ένα πολυεπίπεδο σύστημα αντιαεροπορικής, αντιβαλλιστικής και αντι-drone προστασίας με ενιαία διοίκηση και έλεγχο. Η σχετική διακρατική συμφωνία υπογράφηκε στις 31 Αυγούστου 2026 και αποτελεί πλέον ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία του ελληνικού αμυντικού σχεδιασμού. [3]
Σύμφωνα με το Reuters, το συνολικό πρόγραμμα περιλαμβάνει συστήματα όπως τα David’s Sling, SPYDER και BARAK MX, ραντάρ MMR και νέο εθνικό σύστημα διοίκησης και ελέγχου. Παράλληλα προβλέπεται ενίσχυση της δυνατότητας αντιμετώπισης μη επανδρωμένων συστημάτων, ενώ το ευρύτερο ελληνικό πρόγραμμα αμυντικού εκσυγχρονισμού φτάνει περίπου τα 28 δισ. ευρώ έως το 2036. Η συμφωνία χαρακτηρίστηκε από το Reuters ως η μεγαλύτερη ισραηλινή αμυντική εξαγωγική συμφωνία προς την Ελλάδα. [4]
Το σημαντικότερο στοιχείο, όμως, δεν είναι απλώς η αγορά συγκεκριμένων όπλων. Είναι η μετάβαση από την αντίληψη της «αγοράς πλατφορμών» στην αντίληψη της «ολοκληρωμένης αρχιτεκτονικής άμυνας».
Η σύγχρονη απειλή δεν εκδηλώνεται απαραίτητα με τη μορφή ενός μεγάλου αριθμού επανδρωμένων αεροσκαφών που εισέρχονται στον εναέριο χώρο. Μπορεί να προκύψει από έναν συνδυασμό UAV, πυραύλων, βαλλιστικών όπλων, ηλεκτρονικού πολέμου και επιθέσεων κορεσμού. Αυτό σημαίνει ότι η αποτελεσματικότητα ενός συστήματος άμυνας εξαρτάται όλο και περισσότερο από το πόσο καλά συνδέονται μεταξύ τους οι αισθητήρες, τα ραντάρ, τα όπλα, τα κέντρα διοίκησης, οι πληροφορίες και οι αποφάσεις.
Η συνεργασία Ελλάδας και Ισραήλ κινείται προς αυτή ακριβώς την κατεύθυνση. Ήδη από τον Ιανουάριο του 2026 είχε γίνει γνωστό ότι το Ισραήλ θα συνεργαστεί με την Ελλάδα για την αντιμετώπιση σμηνών στρατιωτικών drones και μη επανδρωμένων υποβρυχίων οχημάτων, στο πλαίσιο της ευρύτερης αμυντικής συνεργασίας Ελλάδας, Ισραήλ και Κύπρου. [5]
Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι εάν η Ελλάδα θα διαθέτει περισσότερα οπλικά συστήματα. Το ζήτημα είναι εάν θα μπορέσει να τα μετατρέψει σε ένα πραγματικά ενιαίο επιχειρησιακό δίκτυο.
Η Τουρκία δεν περιορίζει τη στρατηγική της στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο
Η τουρκική στρατηγική πρέπει να εξετάζεται μέσα σε πολύ ευρύτερο πλαίσιο. Η Άγκυρα επιδιώκει εδώ και χρόνια να ενισχύσει τη στρατηγική της αυτονομία, επενδύοντας στην εγχώρια αμυντική βιομηχανία, στην παραγωγή UAV, στην ανάπτυξη πυραυλικών συστημάτων, στην πολεμική ναυτική ισχύ και στη δυνατότητα επιχειρήσεων σε περισσότερα από ένα θέατρα.
Η αντίληψη της «Γαλάζιας Πατρίδας» αποτελεί μόνο ένα μέρος αυτής της ευρύτερης στρατηγικής. Η τουρκική γεωπολιτική αντίληψη δεν περιορίζεται στη διεκδίκηση θαλάσσιων ζωνών. Συνδέεται επίσης, με την επιδίωξη μεγαλύτερης επιρροής στις γειτονικές περιοχές και με την προσπάθεια να καταστεί η Τουρκία λιγότερο εξαρτημένη από εξωτερικούς προμηθευτές και πολιτικές αποφάσεις.
Η πρόσφατη συμφωνία κοινής άμυνας Τουρκίας, Πακιστάν και Σαουδικής Αραβίας, που υπογράφηκε στη Μέκκα (7 Αυγούστου 2026), αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της περιφερειακής δικτύωσης. Η συμφωνία προβλέπει ότι ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα συμβαλλόμενα κράτη θεωρείται επίθεση εναντίον όλων και αποσκοπεί στην ενίσχυση της συλλογικής αποτροπής και της αμυντικής συνεργασίας. [6]
Δεν πρέπει, βέβαια, να υπερτιμηθεί η άμεση επίδραση της συμφωνίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Δεν δημιουργεί αυτομάτως έναν νέο αντιελληνικό ή αντιισραηλινό άξονα. Αυξάνει όμως το εύρος των στρατηγικών επιλογών της Τουρκίας και εντάσσει την Άγκυρα σε ένα ευρύτερο δίκτυο σχέσεων που εκτείνεται πέρα από την άμεση γεωγραφική της γειτονιά.
Αυτό είναι το στοιχείο που πρέπει να παρακολουθεί η Αθήνα. Όχι μόνο τι κάνει η Τουρκία στο Αιγαίο, αλλά πώς μεταβάλλεται συνολικά η θέση της μέσα στο περιφερειακό σύστημα.
Ταυτόχρονα, η αποτελεσματικότητα του συμφώνου της Μέκκας δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Η πρακτική εφαρμογή μιας τέτοιας συμφωνίας και ο βαθμός στον οποίο τα συμβαλλόμενα κράτη είναι διατεθειμένα να αναλάβουν πραγματικό στρατιωτικό κόστος παραμένουν ζητήματα που θα κριθούν στην πράξη.
Αυτό είναι σημαντικό, γιατί άλλο είναι η θεσμική ανακοίνωση μιας συμμαχίας και άλλο η πραγματική επιχειρησιακή της αξία.
Η σχέση Τουρκίας και Ισραήλ είναι ίσως το πιο απρόβλεπτο στοιχείο του νέου περιβάλλοντος
Το νέο στρατηγικό τρίγωνο δεν μπορεί να κατανοηθεί εάν θεωρήσουμε ότι Ελλάδα και Ισραήλ αποτελούν ένα σταθερό δίδυμο απέναντι στην Τουρκία. Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη.
Το Ισραήλ και η Τουρκία διαθέτουν σημαντικές διαφωνίες ως προς τη Συρία, την περιφερειακή επιρροή και τη μελλοντική αρχιτεκτονική ασφαλείας της Μέσης Ανατολής. Η αντιπαράθεσή τους δεν περιορίζεται πλέον σε δηλώσεις ή διπλωματικές διαφωνίες, αλλά έχει αποκτήσει ολοένα περισσότερο επιχειρησιακή διάσταση.
Η κατάσταση στη Συρία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Τον Αύγουστο του 2026 οι Ηνωμένες Πολιτείες εργάζονταν πάνω σε μηχανισμό αποτροπής επεισοδίων μεταξύ Ισραήλ, Τουρκίας και Συρίας, μετά από ισραηλινό πλήγμα σε αεροπορική βάση κοντά στα τουρκικά σύνορα. Το γεγονός ότι η Τουρκία δεν είχε ενημερωθεί εγκαίρως και μπορούσε να αντιδράσει στρατιωτικά ανέδειξε τον κίνδυνο μιας ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης. [7]
Λίγες ημέρες αργότερα, Ισραήλ και Συρία πραγματοποίησαν υπό αμερικανική διαμεσολάβηση συνομιλίες στην Ιορδανία, με αντικείμενο την αποκλιμάκωση και την αποτροπή της επέκτασης της ισραηλινοτουρκικής αντιπαράθεσης στο συριακό έδαφος. [8]
Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα. Η ασφάλεια στην Ανατολική Μεσόγειο δεν εξαρτάται πλέον μόνο από τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Μια κρίση Ισραήλ–Τουρκίας στη Συρία μπορεί να επηρεάσει τη ναυτική παρουσία, τις αεροπορικές επιχειρήσεις, τις μετακινήσεις δυνάμεων, τις αμερικανικές επιλογές και συνολικά τη στρατηγική ισορροπία στην περιοχή.
Η μελέτη του RUSI έχει ήδη επισημάνει ότι ο ανταγωνισμός Τουρκίας–Ισραήλ αποκτά ολοένα περισσότερο πολυθεατρικό χαρακτήρα, με προεκτάσεις από τη Συρία έως την Ερυθρά Θάλασσα και το Κέρας της Αφρικής. Όσο αυξάνονται τα σημεία επαφής, τόσο μεγαλώνει και η πιθανότητα λανθασμένου υπολογισμού. [9]
Για την Αθήνα αυτό σημαίνει κάτι πολύ συγκεκριμένο: η στενή αμυντική σχέση με το Ισραήλ είναι σημαντικό στρατηγικό πλεονέκτημα, αλλά δεν πρέπει να μετατραπεί σε αυτόματη ταύτιση της ελληνικής στρατηγικής με κάθε ισραηλινή επιλογή.
Η Ελλάδα χρειάζεται συνεργασία, όχι εξάρτηση.

Η Κύπρος παραμένει ένας από τους σημαντικότερους κόμβους αυτής της νέας εξίσωσης
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον η Κύπρος αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Η γεωγραφική της θέση, οι θαλάσσιες ζώνες, η ενεργειακή προοπτική, οι υποδομές και η σχέση της με Ελλάδα και Ισραήλ την καθιστούν σημείο όπου συναντώνται πολλές διαφορετικές στρατηγικές γραμμές.
Το ζήτημα της ενέργειας, μάλιστα, δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ξεχωριστά από την ασφάλεια. Το IISS έχει επισημάνει ότι οι διασυνδέσεις και οι ενεργειακές υποδομές στην Ανατολική Μεσόγειο, συμπεριλαμβανομένου του Great Sea Interconnector, συνδέονται άμεσα με τις υφιστάμενες θαλάσσιες διαφορές μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου, Τουρκίας και άλλων περιφερειακών κρατών. Η τουρκική αντίδραση στη διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ δείχνει ότι υποδομές που παρουσιάζονται ως οικονομικά ή ενεργειακά έργα μπορούν να αποκτήσουν σαφή γεωπολιτική διάσταση. [10]
Αυτό είναι ένα μάθημα που η Ελλάδα πρέπει να κρατήσει. Καλώδια, λιμάνια, ενεργειακές εγκαταστάσεις, δίκτυα επικοινωνιών, δορυφορικές υποδομές και κρίσιμες στρατιωτικές εγκαταστάσεις αποτελούν πλέον τμήμα της ίδιας στρατηγικής εικόνας. Η προστασία τους δεν είναι απλώς ζήτημα φυσικής ασφάλειας. Είναι μέρος της εθνικής αποτροπής.
Η επόμενη γενιά ισχύος θα κριθεί περισσότερο από τα δίκτυα παρά από τον αριθμό των πλατφορμών
Η μεγαλύτερη αλλαγή που συντελείται σήμερα στην άμυνα είναι ίσως λιγότερο ορατή από την αγορά ενός νέου αεροσκάφους ή μιας νέας φρεγάτας. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι διαφορετικές στρατιωτικές δυνατότητες συνδέονται μεταξύ τους.
Αισθητήρες, ραντάρ, δορυφορικά δεδομένα, ηλεκτρονικός πόλεμος, UAV, αεράμυνα, πύραυλοι, μαχητικά αεροσκάφη, πλοία, κέντρα διοίκησης και συστήματα πληροφοριών πρέπει να λειτουργούν ως ενιαίο οικοσύστημα. Η αξία ενός σύγχρονου οπλικού συστήματος αυξάνεται όταν μπορεί να αντλεί πληροφορίες από άλλα συστήματα και να μεταδίδει δεδομένα σε πραγματικό χρόνο.
Αυτή η λογική δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Το ίδιο το ΝΑΤΟ προχωρά προς πιο δικτυωμένες δυνατότητες επιτήρησης και έγκαιρης προειδοποίησης. Στη Σύνοδο Κορυφής του 2026, έντεκα σύμμαχοι ανακοίνωσαν κοινή προμήθεια έως και δέκα αεροσκαφών Saab GlobalEye, τα οποία θα ενισχύσουν τις δυνατότητες επιτήρησης και εντοπισμού απειλών σε πολλαπλά πεδία, μεταξύ άλλων απέναντι σε σμήνη drones και πυραύλους. [11]
Η κατεύθυνση είναι σαφής. Η στρατιωτική ισχύς μετακινείται από την απλή συσσώρευση μέσων προς την ικανότητα διασύνδεσης και αξιοποίησής τους ως ενιαίου συστήματος.
Αυτό έχει άμεση εφαρμογή στην ελληνική περίπτωση. Το «Achilles Shield» θα έχει πραγματική αξία μόνο εφόσον ενταχθεί σε μια συνολική αρχιτεκτονική που περιλαμβάνει τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, το ΝΑΤΟ, την εθνική επιτήρηση, τα διαθέσιμα μέσα ηλεκτρονικού πολέμου, την κυβερνοάμυνα, τις πληροφορίες και τις δυνατότητες έγκαιρης προειδοποίησης.
Η αγορά τεχνολογίας είναι το πρώτο βήμα. Η ικανότητα να την ενσωματώσεις, να τη συντηρήσεις, να την αναπτύξεις και τελικά να την αντικαταστήσεις με δικές σου δυνατότητες είναι το πραγματικό στρατηγικό ζητούμενο.
Η Ελλάδα πρέπει να μετατρέψει τις συνεργασίες της σε εθνική στρατηγική ισχύ
Η Ελλάδα έχει τα τελευταία χρόνια αναπτύξει ένα σημαντικό δίκτυο σχέσεων με το Ισραήλ, την Αίγυπτο, τη Γαλλία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και τη Σαουδική Αραβία. Η πολιτική αυτή έχει ενισχύσει τη διεθνή παρουσία της χώρας και έχει δημιουργήσει πολλαπλά επίπεδα στρατηγικής συνεργασίας.
Ωστόσο, οι συνεργασίες από μόνες τους δεν αποτελούν στρατηγική.
Το European Council on Foreign Relations έχει επισημάνει εδώ και χρόνια ότι η ελληνική ενεργοποίηση στην Ανατολική Μεσόγειο δημιούργησε σημαντικές ευκαιρίες, αλλά παράλληλα ενέχει τον κίνδυνο υπερεπέκτασης και υπερβολικής εξάρτησης από συγκυριακές περιφερειακές ευθυγραμμίσεις. Οι τακτικές συγκλίσεις δεν πρέπει να συγχέονται με μόνιμες στρατηγικές συμμαχίες. [12]
Η Ελλάδα χρειάζεται επομένως να αξιοποιήσει τη σχέση της με το Ισραήλ χωρίς να εγκαταλείψει την πολυδιάστατη εξωτερική της πολιτική. Χρειάζεται να εμβαθύνει τη συνεργασία με τη Γαλλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, να διατηρεί ισχυρές σχέσεις με την Αίγυπτο και τις αραβικές χώρες του Κόλπου και ταυτόχρονα να επενδύει στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και στις δυνατότητες του ΝΑΤΟ.
Η λογική αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή η Τουρκία παραμένει κρίσιμος παράγοντας για την ευρωπαϊκή και περιφερειακή ασφάλεια. Η ίδια η ευρωπαϊκή συζήτηση αναγνωρίζει ότι η Τουρκία έχει κεντρική θέση σε ζητήματα της Μαύρης Θάλασσας, του Καυκάσου και της Μέσης Ανατολής. [13]
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα πρέπει να εγκαταλείψει τις θέσεις της απέναντι στις τουρκικές διεκδικήσεις. Σημαίνει ότι η αποτροπή και ο διάλογος δεν είναι αλληλοαναιρούμενες επιλογές. Μια χώρα που διαθέτει ισχυρή αποτρεπτική ικανότητα μπορεί να διατηρεί ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας χωρίς να μετατρέπει τον διάλογο σε υποχώρηση.
Το μεγάλο στοίχημα είναι να μη μετατραπεί η Ελλάδα από στρατηγικός κόμβος σε απλό πελάτη
Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο κρίσιμο σημείο για την επόμενη δεκαετία.
Η Ελλάδα θα δαπανήσει σημαντικά ποσά για την ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων. Η επένδυση αυτή είναι αναγκαία. Δεν αρκεί όμως να μετρήσουμε πόσα δισεκατομμύρια θα δαπανηθούν. Πρέπει να εξετάσουμε τι θα μείνει στη χώρα μετά τη δαπάνη.
Θα δημιουργηθεί ελληνική τεχνογνωσία; Θα ενισχυθεί η εγχώρια αμυντική βιομηχανία; Θα υπάρξει πραγματική μεταφορά τεχνολογίας; Θα δημιουργηθούν δυνατότητες συντήρησης και αναβάθμισης στην Ελλάδα; Θα μπορούν οι Ένοπλες Δυνάμεις να υποστηρίξουν τα συστήματα αυτά σε μια παρατεταμένη κρίση χωρίς να εξαρτώνται απόλυτα από εξωτερικές αλυσίδες εφοδιασμού;
Αυτά είναι ερωτήματα στρατηγικής αυτονομίας και όχι απλώς εξοπλιστικής πολιτικής.
Η ελληνική γεωγραφία μπορεί να προσφέρει σημαντικό πλεονέκτημα, αλλά μόνο όταν συνδυάζεται με στρατιωτική ικανότητα, διπλωματικό κεφάλαιο, οικονομική ανθεκτικότητα, τεχνολογία και θεσμική αξιοπιστία. Η γεωγραφία από μόνη της δεν αποτρέπει κανέναν.
Το ίδιο ισχύει και για τις συμμαχίες. Καμία συνεργασία δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ανάγκη μιας χώρας να μπορεί να υπερασπιστεί αποτελεσματικά τον εαυτό της.
Γι’ αυτό το «Achilles Shield» πρέπει να αντιμετωπιστεί ως μέρος ενός ευρύτερου εθνικού σχεδίου και όχι ως ένα ακόμη εξοπλιστικό πρόγραμμα. Χρειάζεται να συνδεθεί με αποθέματα πυρομαχικών, υποδομές, διασπορά, προστασία κρίσιμων εγκαταστάσεων, κυβερνοάμυνα, ηλεκτρονικό πόλεμο, πληροφορίες, εκπαίδευση και κυρίως με τη δυνατότητα των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων να συνεχίσουν να επιχειρούν κάτω από συνθήκες μεγάλης πίεσης.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να επιλέξει πλευρά στο τρίγωνο αλλά να αποκτήσει μεγαλύτερο βάρος μέσα σε αυτό
Το νέο στρατηγικό περιβάλλον δεν απαιτεί από την Ελλάδα να αντιμετωπίσει κάθε περιφερειακή εξέλιξη μέσα από το σχήμα «με ποιον είμαστε».
Απαιτεί κάτι δυσκολότερο: να γνωρίζει τι ακριβώς θέλει να επιτύχει.
Η Αθήνα έχει συμφέρον να διατηρεί στενή και ουσιαστική σχέση με το Ισραήλ, επειδή η ισραηλινή τεχνολογία και επιχειρησιακή εμπειρία μπορούν να ενισχύσουν σημαντικά την ελληνική άμυνα. Έχει ταυτόχρονα συμφέρον να διατηρεί λειτουργικούς διαύλους επικοινωνίας με την Τουρκία, επειδή η γεωγραφία δεν αλλάζει και επειδή η αποφυγή ενός ανεξέλεγκτου επεισοδίου στο Αιγαίο ή στην Ανατολική Μεσόγειο παραμένει προς όφελος της Ελλάδας.
Έχει επίσης συμφέρον να αξιοποιεί την ιδιότητά της ως μέλους της ΕΕ και του ΝΑΤΟ και να μην εγκλωβίζεται σε μια μόνο διμερή σχέση.
Η πραγματική στρατηγική αξία της Ελλάδας βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη δυνατότητα. Να συνδέει διαφορετικούς χώρους και διαφορετικά δίκτυα ισχύος, χωρίς να γίνεται εξάρτημα κανενός από αυτά.
Το ΝΑΤΟ μπορεί να προσφέρει τη θεσμική ομπρέλα και τη διαλειτουργικότητα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να προσφέρει οικονομικά, θεσμικά και αμυντικοβιομηχανικά εργαλεία. Το Ισραήλ μπορεί να προσφέρει τεχνολογία και επιχειρησιακή τεχνογνωσία. Η Γαλλία και οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να ενισχύσουν την αποτρεπτική και στρατηγική διάσταση. Η Αίγυπτος και οι χώρες του Κόλπου μπορούν να διευρύνουν το περιφερειακό αποτύπωμα.
Η ελληνική στρατηγική πρέπει να μπορεί να αξιοποιεί όλα αυτά τα εργαλεία χωρίς να εξαρτάται από κανένα μεμονωμένο εργαλείο.
Αυτό είναι το πραγματικό νόημα της στρατηγικής αυτονομίας.
Η Ανατολική Μεσόγειος εισέρχεται σε μια περίοδο όπου η ισορροπία θα παραμένει διαρκώς υπό διαπραγμάτευση
Το νέο τρίγωνο Ελλάδας, Τουρκίας και Ισραήλ δεν αποτελεί μια νέα γεωπολιτική κατάσταση με την κλασική έννοια. Είναι ένα δυναμικό σύστημα ανταγωνισμού, συνεργασίας, αποτροπής και αλληλεξάρτησης.
Η Τουρκία επιδιώκει να διευρύνει τον χώρο στρατηγικής της αυτονομίας και να λειτουργεί ως περιφερειακή δύναμη με δυνατότητα παρέμβασης σε περισσότερα θέατρα. Το Ισραήλ επιδιώκει να διατηρήσει την τεχνολογική και στρατιωτική του υπεροχή και να διαμορφώσει ένα περιβάλλον ασφαλείας που θα περιορίζει τις απειλές γύρω του. Η Ελλάδα βρίσκεται ανάμεσα σε αυτές τις δύο πραγματικότητες, διαθέτοντας μικρότερο μέγεθος αλλά μια γεωγραφική και θεσμική θέση που μπορεί να της προσδώσει δυσανάλογα μεγάλη στρατηγική σημασία.
Η μεγάλη πρόκληση για την Αθήνα είναι να μην αντιμετωπίσει αυτή την πραγματικότητα παθητικά.
Χρειάζεται να επενδύσει στην άμυνα, αλλά ταυτόχρονα στην τεχνολογία και στην εγχώρια βιομηχανική βάση. Χρειάζεται να ενισχύσει τις συμμαχίες της, χωρίς να μετατρέψει τις συμμαχίες σε υποκατάστατο της εθνικής ισχύος. Χρειάζεται να διατηρεί ανοικτό τον διάλογο με την Τουρκία, χωρίς να δημιουργεί αυταπάτες για τις στρατηγικές διαφορές που παραμένουν. Χρειάζεται να εμβαθύνει τη συνεργασία με το Ισραήλ, χωρίς να ταυτίζει αυτομάτως τα ελληνικά συμφέροντα με τα ισραηλινά.
Πάνω απ’ όλα, χρειάζεται να συνδέσει την άμυνα με τη διπλωματία, την οικονομία, την ενέργεια, την τεχνολογία, την αμυντική βιομηχανία και τη γεωστρατηγική της θέση.
Γιατί στον νέο ανταγωνισμό ισχύος της Ανατολικής Μεσογείου δεν θα κερδίσει απαραίτητα εκείνος που θα έχει τα περισσότερα όπλα. Θα έχει πλεονέκτημα εκείνος που θα μπορεί να συνδέει καλύτερα τα όπλα, την πληροφορία, την τεχνολογία, τις συμμαχίες και την πολιτική του βούληση σε ένα ενιαίο στρατηγικό αποτέλεσμα.
Η Ελλάδα έχει τις προϋποθέσεις να το κάνει. Το ερώτημα είναι αν θα μπορέσει να μετατρέψει τα πλεονεκτήματα που ήδη διαθέτει σε συνεκτική εθνική στρατηγική.
Στο νέο τρίγωνο της Ανατολικής Μεσογείου, ο στόχος δεν μπορεί να είναι απλώς να βρίσκεται η Ελλάδα στη σωστή πλευρά.
Ο στόχος πρέπει να είναι να διαθέτει αρκετή ισχύ, αξιοπιστία και στρατηγική αυτονομία ώστε να αποτελεί η ίδια έναν από τους παράγοντες που διαμορφώνουν την ισορροπία.
Πηγές
[1] NATO, Mediterranean Dialogue, ενημέρωση 18 Σεπτεμβρίου 2025.
[2] International Institute for Strategic Studies (IISS), Turbulence in the Eastern Mediterranean: Geopolitical, Security and Energy Dynamics, 6 Δεκεμβρίου 2024.
[3] Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, Achilles Shield Dome Agreement Signing in Tel Aviv, 31 Αυγούστου 2026.
[4] Reuters, Israel signs $3.5 billion air defence deal with Greece, 31 Αυγούστου 2026.
[5] Associated Press, Israel will aid Greece in countering military drone swarms, 20 Ιανουαρίου 2026.
[6] IISS, Pakistan, Saudi Arabia and Türkiye: a new defence pact, 14 Αυγούστου 2026· Government of Türkiye, ανακοίνωση για την υπογραφή της συμφωνίας στη Μέκκα, 7 Αυγούστου 2026.
[7] Reuters, US working on deconfliction mechanism among Israel, Turkey and Syria after Israeli strike, 18 Αυγούστου 2026.
[8] Reuters, Syria, Israel hold US-mediated talks aimed at de-escalation, 24 Αυγούστου 2026.
[9] Royal United Services Institute (RUSI), Burcu Özçelik, From Syria to Somaliland: Turkey-Israel Competition Reshapes Region, 6 Ιανουαρίου 2026.
[10] IISS, Energy and sovereignty in the Eastern Mediterranean’s maritime disputes, Σεπτέμβριος 2025.
[11] NATO, AWACS: NATO’s “eyes in the sky”, 2026.
[12] European Council on Foreign Relations (ECFR), Vassilis Ntousas, Greece in the eastern Mediterranean: Turning engagement into influence, 2 Ιουλίου 2021.
[13] European Council on Foreign Relations (ECFR), Amid the mayhem: Three steps for the EU and Turkey to protect their interests, 10 Απριλίου 2026.
[14] Oxford Academic, Regional maritime security in the eastern Mediterranean: expectations and reality, International Affairs, 2019 — τεκμηριώνει ρητά τη δημιουργία περιφερειακού security dilemma από τη συσσώρευση ναυτικών δυνατοτήτων.
[15] Le Monde, Turkey’s marine park plans heighten tensions between Athens and Ankara over territorial waters, 21 Αυγούστου 2026 — για τη συνεχιζόμενη ελληνοτουρκική στρατηγική τριβή.
[16] Financial Times, Israel-Turkey rivalry bursts into the open over Syria strikes, Αύγουστος 2026 — για τη νέα διάσταση του ισραηλινοτουρκικού ανταγωνισμού στη Συρία.
[17] IISS, Geopolitics: Fragmentation, competition and the persistence of conflict, 2024 — για τον στρατηγικό κατακερματισμό της Ανατολικής Μεσογείου και την απουσία ενός κυρίαρχου περιφερειακού πόλου.
Θεόδωρος Ατματζίδης
Ο Υποστράτηγος ΕΑ Θεόδωρος Ατματζίδης, έχει υπηρετήσει σε ανώτατες θέσεις στρατηγικής ασφάλειας, πληροφοριών, διοίκησης και διεθνών σχέσεων, με πολυετή υπηρεσία στο ΝΑΤΟ, στο ΓΕΣ και στο Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας. Υπηρέτησε ως Director – Assistant Chief of Staff (ACOS) (2019–2021), καθώς και ως Executive Officer στο Public Affairs Office (2006–2009) στο NATO SHAPE Mons- Βέλγιο , με ευθύνη στη στρατηγική επικοινωνία και διεθνή εκπροσώπηση. Διετέλεσε επίσης ως Τμηματάρχης στην Διεύθυνση Εξοπλισμών του ΓΕΣ , ως Διευθυντής Πληροφοριών και Ασφάλειας και Διευθυντής Αντικατασκοπείας στο ΓΕΕΘΑ, ενώ έχει διατελέσει και καθηγητής στη Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Διαθέτει μεταπτυχιακούς τίτλους στις Στρατηγικές Σπουδές και στη Διοίκηση .



Πληρέστατη ενημέρωση για στρατηγική θεώρηση του τριγώνου της Ανατολικής Μεσογείου και ας χαρούμε ότι πια η μία πλευρά του τριγώνου αυτού είναι η σημερινή Ελλάδα , που προ 30ετίας ήταν στο περιθώριο, πλην η Ελλάδα μας δεν προετοιμάζεται για να γράψει σελίδες σε Διπλωματική εργασία στρατηγικής ,αλλά γιατί μετά το 1995 έχει το casus belli της Τουρκίας και τις έκτοτε διπλωματικές και πολεμικές (Ίμια, Καστανιές Κάσος) προσπάθειες της Τουρκίας , που ονειρεύεται την κυριαρχία ,που είχε στην Ανατολική Μεσόγειο μέχρι το 1878 που πούλησε την Κύπρο στην Βρετανία , παραβλέποντας και την δημιουργία του κράτους του Ισραήλ το 1948 , τον Νάσερ της Αιγύπτου με το Σουέζ το 1956 και την δημιουργία της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1960.
Έκτοτε ”δεν παίζει μόνη της” στην Ανατολική Μεσόγειο και είναι αδικαιολόγητη αν το πιστεύει και αδικαιολόγητοι όσοι πολιτικοί και αναλυτές της δίνουν την μερίδα του λέοντος στον σπουδαίο αυτό γεωπολιτικό χώρο.
Ή θα δεχθεί Συμφωνία για τον ορισμό των θαλασσίων ζωνών στην λεκάνη αυτή βάσει του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας , ή αργά η γρήγορα θα της το επιβάλουν οι Δυτικοί , οι Άραβες και οι Ινδοί -ακόμη και οι Κινέζοι-.
Σε κάθε περίπτωση πρέπει” να βγάλει από το μυαλό της ” ότι μπορεί να λάβει την μερίδα του λέοντος στην Ανατολική Μεσόγειο , με την τριπλέτα Ελλάδος, Ισραήλ και Αιγύπτου απέναντί της.
Υ.Γ Νομίζω πως ηχεί παράταιρα πια η ”συμβουλή”
”Η Ελλάδα χρειάζεται να …μη εγκαταλείψει την πολυδιάστατη εξωτερική της πολιτική, νοουμένης-κυπριστί-της αλήστου τέτοιας πολιτικής της 8ετίας 1981-1989 των κυβερνήσεων της Τριτοκοσμικής Αλλαγής , που μας έβλαψε πανταχόθεν (1983 τουρκικό κράτος στην Κύπρο) και με απαξίωση των συμμάχων μας στο ΝΑΤΟ και και εταίρων μας στην τότε ΕΟΚ.
Δεν υπάρχει και Κίνημα Αδεσμεύτων και το πρώτιστον είναι -με τις εκκρεμότητες που έχουμε -ιδίως σε Αιγαίο και Κύπρο-η Ελλάδα μας να μην αποτελεί το μαύρο πρόβατο στους Υπερεθνικούς Οργανισμούς που συμμετέχει , με ”τζάμπα μαγικές” .
.
Οι αναλυτές κάνουν ανάλυση .. Αν την διαβάσετε προσεκτικά έχει πολλές προτάσεις πως πρέπει να κινηθεί η Ελλάδα και πολιτικά και γεωστρατιγικα και γεωπολιτικά.
Ευχαριστώ για το σχόλιο
Αγαπητέ στρατηγέ ,αφού επαναλάβω ότι θεώρησα-και είναι- πληρέστατη η ανάλυση σας για την Ανατολική Μεσόγειο ,
θα ήθελα από όλους τους αναλυτές -με καθηγητικές ή όχι περγαμηνές- όταν αναφέρονται στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και τα προβλήματα τους μετά το 1955 ,
να τις συνδέουν με τις θετικές ή αρνητικές ή ουδέτερες στάσεις όλων των ελληνικών κυβερνήσεων από τότε ΚΑΙ
γιατί οι μισοί πατριώτες Έλληνες έχουν γνώμη από γνώσεις και εμπειρίες ”κτηθείσες” στη ζωή τους , για την επιθετικότητα της Τουρκίας μετά το 1973 (κρίση του 1987, Ίμια του 1996 , Καστανιές του 2020 και Κάσος του 2025 ) ΚΑΙ
για να συναισθανθούμε όλοι μας πως το Νέο Ελσίνκι , που υποσχέθηκε φέρελπις πολιτικός αρχηγός θα λύσει τις ελληνοτουρκικές διαφορές σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο , όπως ”έλυσε ” το λεγόμενο μακεδονικό πρόβλημα η εθνικά απαράδεκτη Συμφωνία των Πρεσπών .
Αν και οι στρατιωτικοί με γνώσεις -σαν εσάς -και με αδιαμφισβήτητη φιλοπατρία μέχρι ς αυτοθυσίας ,ΔΕΝ ΕΝΗΜΕΡΩΝΟΥΝ -μακράν συναισθηματισμών και πολιτικών σκοπιμοτήτων -τους Έλληνες ΘΑ ΕΝΗΜΕΡΩΝΟΝΤΑΙ από τα τηλεπαράθυρα και τα τικ τοκ για να ψηφίσουν εθνικά -ειδικά στις επόμενες εκλογές- που θα γίνουν με δύο εν εξελίξει πολέμους και με αβέβαιες τις μεταπολεμικές πολιτικές εφαρμογές της ειρήνης.
Υ.Γ Το προνοείν και ου το μετανοείν ,στρατηγέ ,
για να μη κλαίμε μετά τις εκλογές σαν τις κουκουβάγιες στα χαλάσματα .
Τελευταία το συνηθίζουν πολλοί αναλυτές και πολίτες, χωρίς να αναφέρονται έστω ακροθιγώς σε όσους δημιούργησαν αυτά τα χαλάσματα στην καθόλου κοινωνικο-οικονομικο-πολιτική ζωή των Ελλήνων ,ΠΟΥ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΜΟΙΡΑΙΟ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΕΤΣΙ.
Σας ευχαριστώ και εγώ για την απάντηση και χαίρομαι ”που τα λέμε” .
Ευτυχώς που η Ελληνική εξωτερική πολιτική τα τελευταία χρόνια δεν υιοθετεί την μελέτη της τριγωνικής ισχύος και αντιμετωπίζει με την ίδια προσέγγιση ισχύος και την Αίγυπτο. Θα ήταν λάθος να εξαιρεθεί η Αίγυπτος από το πλαίσιο ασφάλειας της ΝΑ Μεσογείου.
Η συμφωνία της Μέκκας ήδη κρίθηκε στο πεδίο ως ανεφάρμοστη και ως κίνηση εντυπωσιασμού που κατέρρευσε. Όταν απειλείται η Σαουδική Αραβία και δεν κινείται τίποτα έχει ακυρωθεί η συμφωνία εν τη γενέσει της.
Η Ελλάδα υπερέχει συντριπτικά στην ήπια ισχύ και αυτό δεν πρέπει να ξεχνιέται αλλά να προβάλλεται και ενισχύεται συνεχώς.
Η Κύπρος αποτελεί το στρατηγικό βάθος της Ελληνικής ασφάλειας και το αντίθετο.
Όπως ο ΥΕΘΑ παρουσιάζει ότι ανακάλυψε τον τροχό με τα UAV το 2023 ενώ η Ελλάδα τα χρησιμοποιεί 20 χρόνια, το ίδιο ανακάλυψε τον τροχό και με την αεράμυνα.
Η Ελλάδα διαθέτει πολυστρωματική αεράμυνα 30 χρόνια πριν και φυσιολογικά έγιναν οι μελέτες αναβάθμισης οι οποίες υλοποιούνται με απευθείας ανάθεση στον Ισραηλινό στρατό. Τα όργανα άρχισαν γρήγορα με τον πηγαίο κώδικα.
Η γάγγραινα της Ελληνικής ισχύος είναι η αμυντική βιομηχανία (κρατική και ιδιωτική). Καμία σύγκριση με Ισραήλ και Τουρκία. Το ΕΛΚΑΚ πάει να κάνει πέρα από το μπόι του για αυτό τα βρόντηξε ο Λυμπέρης. Στην ουσία κρατική επιχορήγηση είναι το ΕΛΚΑΚ από τον Π/Υ.
Και αυτό που δεν κάνει η Ελλάδα είναι να αυξήσει την ισχύ της στα Βαλκάνια. Έχει αφήσει την Τουρκία να αλωνίζει σε Αλβανία, Σκόπια, Βουλγαρία. Τα Βαλκάνια αποτελούν ζωτικό χώρο ισχύος.
Τώρα πώς βρέθηκε η Ελλάδα να έχει στρατό στην Σαουδική Αραβία είναι παράδοξο. Ο Δένδιας κάποτε ήθελε να στείλει στην κεντρική Αφρική γιατί ανακάλυψε ισχύ στην περιοχή!
Σας ευχαριστώ για το σχόλιο.
Συμφωνώ απόλυτα ότι η Αίγυπτος αποτελεί κρίσιμο παράγοντα ασφάλειας της Ανατολικής Μεσογείου και δεν μπορεί να αγνοείται. Όμως το τρίγωνο Ελλάδας–Τουρκίας–Ισραήλ περιγράφει μια συγκεκριμένη δυναμική ισχύος και δεν αποκλείει άλλους περιφερειακούς δρώντες· η Αίγυπτος εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο. Ως προς τη Συμφωνία της Μέκκας, θεωρώ πρόωρο να χαρακτηρίζεται ήδη ως αποτυχημένη. Η στρατηγική της αξία θα αυξάνεται όσο προχωρά από την πολιτική δέσμευση στη θεσμοποίηση,
τη διαλειτουργικότητα,
τις κοινές δυνατότητες,
τον επιχειρησιακό συντονισμό
και τελικά την αποτροπή. (Τα περιγράφω σε άλλη ανάλυση μου για την αξία της συμφωνίας)
Η σημερινή κατάσταση βρίσκεται μόλις στο δεύτερο στάδιο.Οπότε είναι πολύ νωρίς για εξαγωγή ασφαλών συμπερασματων..
Και πάλι ευχαριστώ
Σας προσθέτω ένα απόσπασμα από ανάλυση μου για την συμφωνία της Μέκκας (η οποία δεν έχει δημοσιευθεί)
“Μια αμυντική συμφωνία αποκτά πραγματικό στρατηγικό βάρος όταν μπορεί να μετατρέψει τις εθνικές δυνατότητες των μελών της σε κοινό αποτρεπτικό αποτέλεσμα.
Αυτό προϋποθέτει:
• ανταλλαγή πληροφοριών,
• ασφαλείς επικοινωνίες,
• κοινό C4ISR,
• διαλειτουργικότητα,
• κοινές ασκήσεις,
• κοινό επιχειρησιακό σχεδιασμό,
• συντονισμό αεράμυνας και αντιπυραυλικής άμυνας,
• ναυτική συνεργασία,
• κοινές διαδικασίες διοίκησης και ελέγχου,
• αμυντική βιομηχανική συνεργασία,
• και δυνατότητα κοινής αντίδρασης σε κρίση.
Η σημερινή εξέλιξη είναι σημαντική ακριβώς επειδή αρκετά από αυτά τα στοιχεία έχουν πλέον εισέλθει στην επίσημη ατζέντα της συμφωνίας. …..”
” Κατά την εκτίμησή μου, το αποτέλεσμα δεν θα είναι άμεσα η μεταβολή των στρατιωτικών συσχετισμών στην Ανατολική Μεσόγειο. Θα είναι η μεταβολή του τρόπου με τον οποίο οι περιφερειακές δυνάμεις υπολογίζουν το κόστος και το ρίσκο μιας κρίσης.
Ένα κράτος που προηγουμένως υπολόγιζε κυρίως την αμερικανική αντίδραση, την αντίδραση του ΝΑΤΟ ή των ευρωπαϊκών κρατών, θα πρέπει πλέον να υπολογίζει περισσότερο και τις δυνατότητες περιφερειακών συνασπισμών.
Συνολική ισχύς και αξιοποιήσιμη ισχύς
Η διάκριση που θεωρώ απαραίτητα να λάβουμε υπόψη είναι μεταξύ:
• Της συνολικής στρατιωτικής ισχύος
και
• Της δυνατότητας αξιοποιήσιμης της συλλογικής στρατηγικής ισχύος.
Σήμερα το σχήμα συνδυάζει:
• τουρκική στρατιωτική και αμυντικοβιομηχανική ισχύ
• σαουδαραβική οικονομική, ενεργειακή και γεωγραφική ισχύ
• πακιστανική στρατιωτική και πυρηνική αποτρεπτική ισχύ.
Το άθροισμα είναι σημαντικό αλλά εκτιμώ οτι δεν αποτελεί ακόμη ενιαίο στρατιωτικό εργαλείο.
Η στρατηγική αξία της συμφωνίας θα αυξάνεται όσο προχωρά η διαδικασία:
• Πολιτική δέσμευση →
• Θεσμοποίηση →
• Διαλειτουργικότητα →
• Κοινές δυνατότητες →
• Επιχειρησιακός συντονισμός →
• Αποτροπή.
Η σημερινή κατάσταση βρίσκεται στο δεύτερο στάδιο.”
Ευχαριστώ